Ο Ανδρέας Συγγρός (1830-1899)

Ο Ανδρέας Συγγρός (Κωνσταντινούπολη12 Οκτωβρίου 1830 – Αθήνα, 13 Φεβρουαρίου 1899) ήταν Έλληνας τραπεζίτης, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης. Αρχικά, ασχολήθηκε με το εμπόριο και στη συνέχεια επεκτάθηκε στον τραπεζικό κλάδο, φτάνοντας να δανείζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Ελλάδα. Με την εγκατάστασή του στην Αθήνα ανέπτυξε σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο Ανδρέας Συγγρός
Ο Ανδρέας Συγγρός

Η προσωπική ζωή του Ανδρέα Συγγρού

Ο Ανδρέας Συγγρός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν δευτερότοκος γιος του Δομένικου Τσιγγρού και της Μονδινής (Νικολέτας) Νομικού. Οι γονείς του κατάγονταν από τη Χίο (Λιθί Χίου) και είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη λόγω του ιατρικού επαγγέλματος του Δομένικου, ο οποίος ήταν ο προσωπικός γιατρός της αδερφής του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’. Το 1834 εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Άνδρο και λίγα χρόνια αργότερα στη Σύρο. Το 1838 ξεκίνησε τη φοίτησή του στη σχολή του Θεόφιλου Καΐρη και συνέχισε τις σπουδές του στο σχολαρχείο της Ερμούπολης μέχρι το 1845.

Αν και ο πατέρας του τον προόριζε για γιατρό, ο ίδιος διάλεξε, ύστερα από αρκετές πιέσεις, το επάγγελμα του εμπόρου. Εργάστηκε αρχικά στην επιχείρηση του Θεόδωρου Ροδοκανάκη και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως εργαζόμενος του Νικολάου Δαμιανού.

Ο Ανδρέας Συγγρός παντρεύτηκε αρκετά μεγάλος, σε ηλικία 45 ετών, την Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου (1842 – 1921), χήρα Αντωνιάδη, με την οποία και δεν απέκτησε παιδιά. Είχε αποκτήσει έναν νόθο γιο, τον Γεώργιο Νομικό, τον οποίο αν και συμπεριέλαβε στην διαθήκη του δωρίζοντάς του τεράστιες εκτάσεις στην Εύβοια και την Θεσσαλία δεν τον αναγνώρισε ποτέ. Απεβίωσε στις 13 Φεβρουαρίου 1899 στο σπίτι του στην Αθήνα και ενταφιάστηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Στην κηδεία του παραβρέθηκε πλήθος κόσμου, μεταξύ των οποίων το βασιλικό ζεύγος, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας  Στέφανος Στρέιτ κ.α. Το 1908 εκδόθηκαν τα απομνημονεύματα του Συγγρού από τη σύζυγό του και με την επιμέλεια του Δημητρίου Βικέλα και του Γεώργιου Δροσίνη.

Ο Ανδρέας Συγγρός στην Αθήνα

Το 1855 αγόρασε το 4% της επιχείρησης «Ε. Μ. Βούρος και Σία» και άρχισε να επεκτείνει τις δραστηριότητές του ασχολούμενος με το μετάξι, καθώς και με τις κρατικές προμήθειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1861 η εταιρεία διαλύθηκε και το 1867 πραγματοποίησε ταξίδι στην Αθήνα, όπου γνώρισε τον τότε υπουργό εξωτερικών, Χαρίλαο Τρικούπη, το Βασιλιά Γεώργιο Α’ κ.α. Τον ίδιο χρόνο δημιούργησε την εταιρεία «Συγγρός, Κορωνιός & Σία», η οποία και παρείχε δάνεια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με υπέρογκους τόκους. Στην επιχείρηση συμμετείχε μεταξύ άλλων και ο Στέφανος Σκουλούδης, ο οποίος εξελίχθηκε σε στενό συνεργάτη και φίλο του Συγγρού. Εκείνη την περίοδο ίδρυσε και την τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως, η οποία δάνειζε κατά καιρούς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Αίγυπτο.

Το 1872 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Για το σκοπό αυτό αγόρασε τεράστιες εκτάσεις στην Αττική, καθώς και ένα οικόπεδο στο κέντρο της Αθήνας προκειμένου να κατασκευάσει το μέγαρό του. Στην Ελλάδα ασχολήθηκε πάλι με τις τραπεζικές επιχειρήσεις.

Επιχειρηματική και πολιτική δραστηριότητα

Η υπογραφή του Ανδρέα Συγγρού

Το 1881, ύστερα από την προσάρτηση της Θεσσαλίας από το ελληνικό κράτος, ο Συγγρός ίδρυσε μαζί με συμμετοχή της Εθνικής Τράπεζας, την Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, στην οποία παραχωρήθηκε το προνόμιο της αποκλειστικής έκδοσης και κυκλοφορίας χαρτονομίσματος στις «Νέες Χώρες». Παράλληλα, μαζί με άλλους Έλληνες της διασποράς, αγόρασε τεράστιες εκτάσεις στην περιοχή της Θεσσαλίας από Τούρκους ιδιοκτήτες. Το 1882 ίδρυσε την «Πανελλήνιον Ατμοπλοΐα» και λίγο αργότερα δάνεισε το δήμο Αθηναίων με 225.000 δραχμές, ενώ παράλληλα μεσολάβησε για τη σύναψη δανείου της ελληνικής κυβέρνησης με ξένους επενδυτές. Στις εκλογές της 7ης Απριλίου 1885  έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα εκλεγόμενος ως ανεξάρτητος βουλευτής Σύρου. Στις δημοτικές εκλογές του 1887 εγγράφηκε ως υποψήφιος από οπαδούς του και ενώ έλειπε στο εξωτερικό. Στις εκλογές που ακολούθησαν εξελέγη δήμαρχος με 5.149 ψήφους έναντι 3.943 του Δημητρίου Σούτσου. Τελικά όμως λόγω ακυρότητας (δεν ήταν εγγεγραμμένος στον εκλογικό κατάλογο) δεν επικυρώθηκε η εκλογή του. Στις εκλογές του 1890 εξελέγη βουλευτής Αττικής και Βοιωτίας. Με τον πρωθυπουργό Θεόδωρο Δεληγιάννη συγκρούστηκε αρκετές φορές εντός Βουλής, ενώ θεωρείται ότι υπήρξε ο κύριος υπεύθυνος της πτώσης της κυβερνήσεώς του. Ένα μήνα πριν την πτώση της κυβέρνησης, ο Συγγρός είχε υποβάλει στο Βασιλιά υπόμνημα, σύμφωνα με το οποίο η διατήρηση στην εξουσία της κυβέρνησης Δεληγιάννη εγκυμονούσε κινδύνους για την οικονομία. Συγκεκριμένα ο Συγγρός επιδίωκε να περιέλθουν οι πρόσοδοι του ελληνικού κράτους σε όμιλο Ελλήνων και ξένων κεφαλαιούχων, των οποίων ηγείτο ο ίδιος. Μετά την πτώση της κυβέρνησης Δεληγιάννη συμμετείχε με ένα ποσοστό σε δάνειο 16.000.000 φράγκων προς την ελληνική κυβέρνηση. Στις εκλογές του 1892 εξελέγη βουλευτής Σύρου με 3.180 ψήφους.

Η νέα κυβέρνηση Τρικούπη αντιμετώπισε οξύ οικονομικό πρόβλημα. Ο Συγγρός με διάφορες κινήσεις προσπάθησε να συμβάλει στην χρεοκοπία της χώρας, έτσι ώστε να καταφέρει να γίνει μέτοχος της Εθνικής Τράπεζας. Κατηγορήθηκε δε από τον τύπο και τον πολιτικό κόσμο για κερδοσκοπία εις βάρος της Ελλάδος. Τον Ιανουάριο του 1894 έσκασαν κροτίδες δυναμίτιδας μέσα στον κήπο του Μεγάρου του προκαλώντας μικρές υλικές ζημιές. Στις εκλογές του 1899 εξελέγη βουλευτής Αττικής με 15.139 ψήφους.

Το φιλανθρωπικό έργο του Ανδρέα Συγγρού

Ο Ανδρέας Συγγρός διέθεσε τεράστια ποσά υπέρ κοινωφελών και φιλανθρωπικών σκοπών. Με δικά του έξοδα κατασκεύασε το δημοτικό σχολείο Σκιάθου, τις φυλακές Συγγρού, το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, το παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας, το αρχαιολογικό μουσείο  Δελφών κ.ά. Με δικά του έξοδα κατασκευάστηκε η αριστερή πτέρυγα του Ευαγγελισμού και ολοκληρώθηκε ο οίκος των Αδερφών στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Τον Απρίλιο του 1881 προσέφερε 10.000 δραχμές στην κοινωνία της Χίου, η οποία είχε χτυπηθεί από τον εγκέλαδο, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1890 λόγω της καταστροφικής φωτιάς που ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη προσέφερε 400.000 δραχμές προκειμένου να επισκευαστούν διάφορα δημόσια κτίρια, μεταξύ των οποίων και το Παπάφειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Μεγάλα ποσά πρόσφερε στο Ωδείο Αθηνών, στην κοινωνία της Σύρου, στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης στα εθνικά ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης, καθώς και στο χωριό του, το Λιθί Χίου.

Με τη διαθήκη του κληροδότησε μεγάλα ποσά στο Πτωχοκομείο Αθηνών, στο Δρομοκαΐτειο, στο Αμαλίειον ορφανοτροφείο, στο Δημοτικό νοσοκομείο, στο μετοχικό ταμείο αξιωματικών, ενώ όλες τις εκτάσεις του στην Αττική τις δώρισε στο Αμαλίειον ορφανοτροφείο. Σημαντικό μέρος της περιουσίας του δωρήθηκε απευθείας στο κράτος προκειμένου να κατασκευασθούν σχολεία και άλλα δημόσια κτίρια. Μετά το θάνατό του η σύζυγός του, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου, δώρισε στο ελληνικό δημόσιο το Κτήμα Συγγρού, το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού για να στεγάσει το υπουργείο εξωτερικών, ενώ από κληροδότημα του ίδιου και με την εποπτεία της Ιφιγένειας, κατασκευάστηκε το Νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός» και η λεωφόρος Συγγρού. Τέλος, με χρήματα του Ανδρέα Συγγρού χτίστηκε το Δικαστικό Μέγαρο Λαμίας, τα έτη 1912-1913.

Δικαστικό Μέγαρο Λαμίας
Δικαστικό Μέγαρο Λαμίας

Κριτική & Τιμές για τον Ανδρέα Συγγρό

Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Συγγρό μηχανορράφο και επιδέξιο πολιτικάντη, άλλοι ως λωποδύτη φιλάνθρωπο ενώ ο τύπος της εποχής «χρυσοκάνθαρο». Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι παρίστανε τον Εθνικό Ευεργέτη για να εξαγοράσει τις αμαρτίες του.  Σφοδρή κριτική για την συμμετοχή του στα Λαυριωτικά άσκησε ο Εμμανουήλ Ροΐδης καθώς και οι σατιρικές εφημερίδες. Ο κόσμος δε τον αποκάλεσε Λαυριοφάγο. Στον αντίποδα έχει χαρακτηριστεί ως μέγας εθνικός ευεργέτης λόγω του τεράστιου φιλανθρωπικού του έργου. Θεωρείται ότι υπήρξε ο ισχυρότερος άντρας της εποχής του μετά τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄.

Είχε τιμηθεί με την Ταινία του Μετζιτιέ Α Τάξεως και το παράσημο Μετζιτιέ Β’ Τάξεως από το Σουλτάνο, με το παράσημο των Ανώτερων Ταξιαρχών του Δάνεμβρογ από τη βασιλική οικογένεια της Δανίας, με τα παράσημο της Β’ Τάξεως και των Ταξιαρχών της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλική κυβέρνηση, με το Σταυρό των Ανώτερων Ταξιαρχών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος για τις προσφορές του στο Έθνος, με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος, με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος και με το Μεγαλοσταυρό του Β΄ Τάγματος του Σωτήρος από το Βασιλιά Γεώργιο Α’. Επίσης πολλοί δρόμοι σε ελληνικές πόλεις φέρουν το όνομά του.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ανδρέας_Συγγρός

Please follow and like us:
error0

Ο Γρηγόριος Μαρασλής (1831-1907)

Ο Γρηγόριος Μαρασλής (ρωσικά: Григорий Григорьевич Маразли, 25 Ιουλίου 1831 – 1 Μαΐου 1907) ήταν Ρώσος έμπορος και πολιτικός ελληνικής καταγωγής. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πραγματοποίησε πλήθος δωρεών στην Οδησσό και την Ελλάδα. Ο πατέρας του Γρηγόριου Μαρασλή, ο Γρηγόριος Μαρασλής (1770/80–1853), Έλληνας από τη Φιλιππούπολη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (σήμερα η βουλγαρική πόλη Πλόβντιβ), εγκαταστάθηκε στη νεοσύστατη Οδησσό το 1803. Προηγουμένως, ασχολιόταν με το εμπόριο στην Ταυρική Χερσόνησο και στο Ταγκανρόγκ. Η δραστηριοποίηση στον τομέα της εξαγωγής άρτου του έδωσε τη δυνατότητα να αποκτήσει μεγάλη περιουσία. Ο Γρηγόριος Μαρασλής είχε μάλιστα ανακηρυχτεί επίτιμος πολίτης της Οδησσού.

Ο πατέρας Γρηγόριος Μαρασλής παντρεύτηκε την κόρη εμπόρου της 1ης συντεχνίας, τη Ζωή Θεοδωρίδη, και έκαναν τρία παιδιά. Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες λέγεται ότι αυτός ήταν ο δεύτερος γάμος του Γρηγορίου. Τις πληροφορίες αυτές ενισχύει και η μεγάλη διαφορά ηλικίας του Γρηγορίου και της Ζωής.

Ο Γρηγόριος Μαρασλής (ρωσικά: Григорий Григорьевич Маразли)
Ο Γρηγόριος Γρηγορίου Μαρασλής

Μόρφωση και Σταδιοδρομία του Γρηγορίου Μαρασλή

Ο Γρηγόριος Μαρασλής την έλαβε σε ιδιωτικό οικοτροφείο της Οδησσού και ύστερα στο λύκειο «Αρμάν-Εμανουέλ ντε Ρισελιέ» (τμήμα Νομικής), που ήταν ένα από τα παλαιότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Οδησσού και είχε ιδρυθεί από τον διάσημο δούκα Ντε Ρισελιέ. Μετά το τέλος των σπουδών του στο λύκειο το 1850 διορίστηκε στο γραφείου του αρχειοφυλάκιου του κυβερνήτη του Καυκάσου (του πρίγκιπα Μιχαήλ Βοροντσόφ) ως γραμματέας του.


Το 1852 ορίστηκε κολλεγιακός γραμματέας και το 1853 επίτιμος σύμβουλος. Το 1856 ορίστηκε κολλεγιακός εκτιμητής και το 1856 έλαβε το αξίωμα του αυλικού συμβούλου.

Το 1863 με εντολή του αρχειοφυλακίου του κυβερνήτη του Καυκάσου διορίστηκε ως αξιωματούχος για ειδικές αποστολές 6ης τάξεως που αφορούσαν το αρχειοφυλάκιο του ίδιου του Αυτοκράτορα.

Το 1866 απολύθηκε για αδιευκρίνιστο λόγο. Την ίδια χρονιά με εντολή του υπουργείου Εσωτερικών διορίστηκε στο υπουργείο με απόσπαση στη διάθεση του γενικού κυβερνήτη του Νοβοροσίσκ και της Βεσαραβίας. Το 1868 ορίστηκε σύμβουλος της Πολιτείας.

Το 1869 εκλέχτηκε ανάμεσα στους επίτιμους ειρηνοδίκες της δικαστικής περιφέρειας του Ιασίου.

Μετά τη θητεία του στο αρχειοφυλάκιο του κυβερνήτη του Καυκάσου, έζησε για ορισμένο χρονικό διάστημα στο Παρίσι. Έπειτα, επέστρεψε στην Οδησσό και ασχολήθηκε ενεργά με την κοινωνική και πολιτική ζωή. Αρχικά έγινε μέλος της Δούμας και το 1873 μέλος του τοπικού συμβουλίου. Απουσία του δημάρχου της πόλης, το 1871–1872, το 1873 και το 1875 εκτελούσε ο ίδιος τις αρμοδιότητές του. Το 1878 εξελέγη ο δήμαρχος και διατήρησε το αξίωμά του ως το 1895.

Στις 15 Μαΐου 1883, την ημέρα της στέψης του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Γ΄, ο Γρηγόριος Μαρασλής έλαβε το αξίωμα του μυστικού συμβούλου.

Προσωπική ζωή του Γρηγορίου Μαρασλή

Το 1903 στην Οδησσό ο Γρηγόριος Μαρασλής παντρεύτηκε τη Μαρία Κιτς. Ήταν κόρη συνταγματάρχη τάγματος Ουσάρων της Ινγκερμανλάντια.

Στον πρώτο της γάμο η Μαρία Κιτς ήταν παντρεμένη με τον πολιτειακό σύμβουλο (1899) και πρόεδρο του Εμπορικού Δικαστηρίου της Οδησσού (1884–1902) Πάβελ Κιτς (1846–1905). Μετά το χωρισμό τους, παντρεύτηκε τον Μαρασλή.

Εκτός από την οικογένεια Μαρασλή, για την οποία γίνεται λόγος, στην Οδησσό διέμεναν και άλλοι με το επίθετο Μαρασλή, οι οποίοι ήταν ελληνικής καταγωγής. Ορισμένοι από αυτούς ήταν έμποροι του Ακερμάν. Νονά της κόρης εμπόρου του Ακερμάν Βέρας Μαρασλή, η οποία βαπτίσθηκε το 1840 στην Οδησσό, ήταν η Ευρυδίκη Μαρασλή. Πιθανόν να είχαν συγγένεια. Στις 6 Φεβρουαρίου 1870 στην Οδησσό πέθανε ο Κωνσταντίνος Μαρασλής, 88 ετών, ο οποίος σύμφωνα με αναφορές ήταν αυλικός. Ωστόσο, μέλος της αυλής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας το 1875 ήταν μόνο ο δήμαρχος της Οδησσού Γρηγόριος Μαρασλής (1831–1907).

Φιλανθρωπικό έργο του Γρηγορίου Μαρασλή

Ο Γρηγόριος Μαρασλής έμεινε στην ιστορία της Οδησσού ως φιλάνθρωπος και ευεργέτης. Η φιλανθρωπική του δράση δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς σε λίγες γραμμές. Ακολουθούν ορισμένα μόνο παραδείγματα.

Έχτισε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Λουκά και την Αγία Ζωή, στη μνήμη των γονιών του, αγόρασε και δώρισε στην πόλη το παλιό αρχοντικό των Ποτότσκι. Με δική του οικονομική υποστήριξη κτίστηκε το κτήριο της δημοτικής βιβλιοθήκης και το κτήριο του Μουσείου του Συλλόγου Ιστορίας και Αρχαιοτήτων της Οδησσού (το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο). Αρκετές δεκάδες σχολεία, το πρώτο δωρεάν λαϊκό αναγνωστήριο, κέντρο αστέγων, γηροκομείο, εστιατόριο για ορφανά παιδιά και πολλές άλλες εγκαταστάσεις κτίστηκαν από τον Έλληνα ευεργέτη.

Το 1875 που έλαβε τον τίτλο του αυλικού, του δόθηκε το δικαίωμα στο οικόσημο, σύνθημα του οποίου έγινε «Η τιμή πάνω από τις τιμητικές διακρίσεις». Όλη τη ζωή του ο Μαρασλής ακολούθησε πιστά αυτό το σύνθημα.

Ως πρόεδρος του Ελληνικού Φιλανθρωπικού Συλλόγου της Οδησσού ο Γρηγόριος Μαρασλής συνέβαλε ώστε η ελληνική κοινότητα να έχει τη δυνατότητα να προσφέρει όλα τα απαραίτητα μέσα για τις ανάγκες των Ελλήνων μεταναστών. Πρόσφερε στην κοινότητα το σπίτι του πατέρα του, το σπίτι της «Φιλικής Εταιρείας», ένα σπίτι στην οδό Πούσκινσκαγια και έκανε γενναιόδωρες δωρεές στην ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδος.

Εκτός των συνόρων της Ρωσίας, στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Κωνσταντινούπολη, με την υποστήριξη του Γρηγόριου Μαρασλή κτίστηκαν πέντε εκπαιδευτικά ιδρύματα: το Μαράσλειο Διδασκαλείο Αθηνών, το ορφανοτροφείο στην Κέρκυρα, το Μαράσλειο σχολείο στη Φιλιππούπολη (Πλόντβιβ), το Ελληνικό Εμπορικό Μαράσλειο Λύκειο στη Θεσσαλονίκη κ.ά. Αποκορύφωμα της δραστηριότητάς του ήταν η ίδρυση της Μαράσλειας Βιβλιοθήκης.

Ο Γρηγόριος Μαρασλής εκτιμούσε τις επιστήμες και τις τέχνες, ήταν βιβλιόφιλος και ξεχώριζε για τη φιλανθρωπική του δράση η οποία παραμένει μέχρι σήμερα ανεκτίμητη και άξια μνείας.

Για την πολύπλευρη κρατική και κοινωνική του δράση, τόσο με την ιδιότητα του δημάρχου όσο και αργότερα, ο Γρηγόριος Μαρασλής έλαβε τιμητικά βραβεία από τη Ρωσία, την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, την Τουρκία, το Βασίλειο του Σιάμ (Ταϊλάνδη) και από άλλα κράτη.

Τέλος του Γρηγορίου Μαρασλή

Ο Γρηγόριος Μαρασλής πέθανε την 1η Μαΐου 1907 στην Οδησσό. Ως ανταμοιβή για τις πολύτιμες υπηρεσίες του, με πρωτοβουλία της ελληνικής κοινότητας της Οδησσού, ο Γρηγόριος Μαρασλής κηδεύτηκε σε ένα ξεχωριστό τμήμα της ελληνικής εκκλησίας της Αγίας Τριάδος στην Οδησσό.
Μερικά χρόνια μετά το θάνατό του, οι κάτοικοι της Οδησσού έδωσαν σε έναν από τους ομορφότερους δρόμους της πόλης το όνομά του.

Πηγή: https://rusgreek.ru/el/marazli


Please follow and like us:
error0

Γεώργιος Αβέρωφ, ο Μέγας Ευεργέτης

Ο Γεώργιος Αβέρωφ (γεννημένος ως Γεώργιος Αυγέρος Αποστολάκας) (Μέτσοβο, 15 Αυγούστου 1815 – Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 15 Ιουλίου 1899) ήταν Έλληνας επιχειρηματίας, και ένας από τους μεγαλύτερους εθνικούς ευεργέτες. Από το Μέτσοβο μετέβηκε το 1837 στο Κάιρο της Αιγύπτου για να εργαστεί στο εμπορικό κατάστημα του αδελφού του Αναστασίου. Χάριν της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και της τόλμης του, εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο έμπορο της Αιγύπτου και σημαντικό μέλος των Ελλήνων της Αιγύπτου.

Ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο Μέγας Ευεργέτης
Ο Γεώργιος Αβέρωφ, πίνακας του Παύλου Προσαλέντη

Ο Βίος

Ο Γεώργιος Αβέρωφ ήταν ο υστερότοκος γιος, ανάμεσα στα επτά αδέλφια του – τρία κορίτσια και τέσσερα αγόρια, του Μιχαήλ Αυγέρου – Αποστολάκα και της Ευδοκίας Φάφαλη. Γεννήθηκε στο Μέτσοβο στις 15 Αυγούστου του 1815. Στην αρχή ήταν βοσκόπουλο και παράλληλα μαθητής του Ελληνοσχολείου του Μετσόβου όπου και έλαβε τα στοιχειώδη γράμματα. Όπως τότε οι περισσότεροι νέοι πολυμελών οικογενειών έφευγαν για “να κάνουν την τύχη τους” έτσι και ο Γεώργιος πήρε το δρόμο της ξενιτιάς. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Αναστάσιος δούλευε ήδη σε εμπορική επιχείρηση του θείου του Ν. Στουρνάρα στο Κάιρο στην Αίγυπτο. Έτσι το 1837, σε ηλικία μόλις 19 ετών, έφυγε από το Μέτσοβο όπου γεννήθηκε και εγκαταστάθηκε αρχικά κοντά στον αδελφό του. Εκεί διήυθηνε το κατάστημα υφασμάτων και εμπορεύόταν το βαμβάκι. Μετά το θάνατο του αδελφού του συνέχισε τις επιχειρηματικές δραστηριότητές του. Αργότερα, το 1866 εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια όπου και ασχολήθηκε με δική του πλέον εμπορική επιχείρηση εισαγωγών – εξαγωγών. Στο εμπόριο αυτό κατάφερε να εξάγει στη Ρωσία τεράστιες ποσότητες, για την εποχή εκείνη χουρμάδων, και ακολουθώντας το τότε εμπόριο ανταλλαγής ειδών ζήτησε και εισήγαγε μεγάλη ποσότητα χρυσονημάτων (μπρισίμ). Αυτή ήταν η πρώτη του εμπορική πράξη που του επέφερε τεράστια κέρδη και τον καθιέρωσε γενικότερα. Έτυχε τότε να παντρεύεται ένας Αιγύπτιος Πασάς και σύμφωνα με τα έθιμα οι παριστάμενοι στο γάμο έπρεπε να φορούν χρυσοκέντητες στολές. Έτσι τα εισαγόμενα αυτά “χρυσονήματα του Αβέρωφ” όπως ονομάστηκαν κυριολεκτικά έγιναν ανάρπαστα σε πολλαπλάσια τιμή, τόσο από τη Βασιλική Αυλή όσο και από τους αξιωματούχους της Χώρας. Με εκείνο το κεφάλαιο που απέκτησε ο Αβέρωφ ξεκίνησε με συνεχή άλματα να δημιουργεί στη σειρά ευρύτατες επιχειρήσεις με εκπληκτικές επιτυχίες. Έτσι για αρκετά χρόνια ασκούσε το αποκλειστικό εμπόριο υφασμάτων στο Σουδάν. Αγόραζε μεγάλο μέρος του βαμβακιού της Αιγύπτου καταφέρνοντας να το μεταποιήσει την κατάλληλη στιγμή όταν η ζήτηση στην Αγγλία ήταν αυξημένη, σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, αφού το αμερικάνικο βαμβάκι δεν μπόρεσε να φθάσει στις ευρωπαϊκές αγορές. Όταν η χολέρα εξαπλώθηκε στην Αίγυπτο ο Αβέρωφ δεν δέχθηκε να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια κι έτσι πολλαπλασίασε τον κύκλο εργασιών του. Το 1870 αναγνωρίσθηκε ως ο μεγαλύτερος έμπορος της Αιγύπτου. Από τότε άρχισε και το μεγάλο έργο της προσφοράς του.

Τον Ιούλιο του 1882 έφυγε για τη Βιέννη και μετά από έντονη πίεση της τότε Ελληνικής κυβέρνησης, επειδή ο αγγλικός στόλος βομβάρδισε την Αλεξάνδρεια με σκοπό να καταστείλει την εξέγερση του Αραμπί Πασά. Απέκτησε τεράστια περιουσία και βοήθησε την ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας ιδρύοντας σχολεία και νοσοκομεία. Επειδή όμως η περιουσία του συνέχιζε να αυξάνεται με γεωμετρικό ρυθμό, προέβη σε πολλές φιλανθρωπικές και κοινωφελείς πράξεις και στην Ελλάδα. Αναδείχθηκε πρόεδρος της Ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας αφού έθεσε ως όρο την αποπληρωμή των χρεών της κοινότητας τα οποία ανέρχονταν στο ύψος των 20.000 αγγλικών λιρών, και που ο ίδιος κάλυψε κατά το ήμισυ.

Χορηγίες στην Ελλάδα

Μεταξύ άλλων, χορήγησε χρήματα για την επέκταση του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, την αναμόρφωση του Παναθηναϊκού σταδίου και τον ανδριάντα του Ρήγα Φεραίου και του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Με δική του χορηγία υλοποιήθηκε η πρωτοπόρος πρωτοβουλία της Ελληνίδας εκπαιδευτικού και φεμινίστριας Καλλιόπης Κεχαγιά(1839-1905) για την ανέγερση και σύσταση Εφηβείου. Σύμφωνα με την Κεχαγιά, η κατάσταση των ελληνικών φυλακών για τους ανήλικους ήταν απαράδεκτη, καθώς ανήλικοι τρόφιμοι συμβίωναν με τους ενήλικες με αποτέλεσμα συχνά η φυλακή από μέρος σωφρονισμού να μετατρέπεται σε ένα σχολείο παραβατικότητας. Το Εφηβείο Αβέρωφ αποτέλεσε υπόδειγμα σωφρονιστικού καταστήματος την εποχή εκείνη για την Ελλάδα. Διέθετε σχολείο, βιβλιοθήκη, εργαστήρια σε ειδικούς χώρους στα οποία εξασκούνταν οι τρόφιμοι, νοσοκομείο με αυτόνομους χώρους αναρρώσεως, μαγειρείο, τραπεζαρία και ναό. Πρότυπος θεωρείται και ο τρόπος και η διαφάνεια στην εξασφάλιση και διαχείριση των οικονομικών πόρων, η οργάνωση των εθελοντών, η αρχιτεκτονική του χώρου και ο εξοπλισμός του κτιρίου. Λίγα χρόνια όμως μετά την κατασκευή τους, και παρά το αρχικό όραμα, λόγω της ταραγμένης περιόδου του εθνικού διχασμού μετατράπηκαν άτυπα σε φυλακές πολιτικών κρατουμένων, αντιπάλων του εκάστοτε καθεστώτος. Τελικά κατεδαφίστηκαν το 1971.

Στον Αβέρωφ επίσης οφείλονται η ανέγερση κτιρίων και ιδρυμάτων όπως η σχολή Ευελπίδων, η Γεωργική σχολή της Λάρισας, το Ωδείο των Αθηνών, της Ελληνικής Φιλαρμονικής της Αλεξάνδρειας κ.α. Το μεγαλύτερο ευεργέτημα του πάντως θεωρείται η δωρεά 2.500.000 χρυσών φράγκων στο Πολεμικό Ναυτικό, χρήματα με τα οποία ναυπηγήθηκε το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ».

Το τέλος της ζωή του

Προς το τέλος της ζωής του διετέλεσε και πρόεδρος της Ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας (1895-1896). Επί των ημερών του η κοινότητα γνώρισε μεγάλη ακμή, η οποία όμως οφειλόταν κατά κύριο λόγο στις μεγάλες δωρεές που έκανε ο ίδιος ο Αβέρωφ.

Ο Γεώργιος Αβέρωφ πέθανε στην Αλεξάνδρεια στις 15 Ιουλίου του 1899 και κηδεύτηκε σε πάνδημο πένθος του Ελληνισμού. Η Ελληνική Κυβέρνηση (του Γ. Θεοτόκη) στις 22 Απριλίου του 1908 έστειλε το εύδρομο “ΜΙΑΟΥΛΗΣ” και μετέφερε τη σορό του στην Ελλάδα όπου με ιδιαίτερες τελετές αναπαύθηκε στο χώμα της πατρίδας του που τόσα πολλά είχε προσφέρει. Η Ελληνική Πολιτεία, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις πλούσιες προς το έθνος δωρεές και υπηρεσίες, τον ανακήρυξε Μέγα Εθνικό Ευεργέτη και ανήγειρε μαρμάρινο ανδριάντα προ των προπυλαίων του Παναθηναϊκού  Σταδίου.

Η Διαθήκη

Η Διαθήκη του Μεγάλου Ευεργέτη, Γεωργίου Αβέρωφ συντάχθηκε ιδιόχειρα από τον ίδιον στις 18/30 Μαρτίου 1898 (στην οικία του που βρίσκονταν στο ακίνητο των Αδελφών Βολανάκη) και επικυρώθηκε από το “εν Αλεξανδρεία” Ελληνικό Προξενικό Δικαστήριο κατά τη συνεδρίασή του στις 16/28 Ιουλίου του 1899, την επομένη του θανάτου του. Ακολούθησε τηλεγράφημα του Έλληνα γενικού Πρόξενου Ι. Γρυπάρη προς ενημέρωση του Βασιλέα των Ελλήνων και αργότερα στις 9 Αυγούστου 1899, στάλθηκε ακριβές αντίγραφο της διαθήκης, που βεβαίωνε ο ίδιος ο πρόξενος και που παραδόθηκε στην Ελληνική Κυβέρνηση. Η Διαθήκη τυπώθηκε και δημοσιεύτηκε στον ελληνόγλωσσο αλεξανδρινό τύπο “Ταχυδρόμου” του Γ. Τηνίου (σε σχήμα 8, σελίδες 17).

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Αβέρωφ

Please follow and like us:
error0