Ο Ρήγας Βελεστινλής (1755-1798)

Στα χρόνια της βαριάς σκλαβιάς, όταν η Θεσσαλία στέναζε από τον τουρκικό ζυγό, γεννήθηκε ο Ρήγας Βελεστινλής, στο Βελεστίνο Μαγνησίας, όπου ήταν η αρχαία πόλη Φεραί, εκ της οποίας ο Ρήγας απέκτησε το προσωνύμιο Φεραίος. Ο ίδιος ο Ρήγας πάντοτε ανέγραφε «Ρήγας Βελεστινλής Θετταλός» στα βιβλία κα τα έργα του κατά τη συνήθεια των λογίων της εποχής του, που ως προσωνύμιο χρησιμοποιούσαν τον τόπο καταγωγής τους.

Ο Ρήγας Βελεστινλής
Ο Ρήγας Βελεστινλής σε πίνακα του Θεόφιλου

Ο Ρήγας σπούδασε στα σχολεία της Ζαγοράς, όπου μελετούσε και αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Δεκαοκτώ χρονών μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθαίνει ξένες γλώσσες και αρχίζει να μεταφράζει το πρώτο του βιβλίο. Πάλι φεύγει και εγκαθίσταται στις Παρίστριες Ηγεμονίες, που γειτνίαζαν με την Ευρώπη και είχαν κάποια ελευθερία. Στο Βουκουρέστι αναπτύσσει πλούσια δραστηριότητα και έρχεται σε επαφή με τον Δημήτριο Καταρτζή. Γίνεται γραμματικός ηγεμόνων και συμμετέχει στα κοινά της περιοχής του. Εκλέγεται εκπρόσωπος της γειτονιάς του σε μια περίπτωση διάνοιξης του δρόμου και σε μια επιδημία πανώλους τού ανατίθεται ο έλεγχος των σπιτιών για τη διαπίστωση αρρώστων. Ο Ρήγας το 1790 μεταβαίνει για πρώτη φορά στη Βιέννη, ως γραμματικός και διερμηνέας ενός τοπάρχου, που θα τιμούνταν από τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης του Ρήγα και τη σύλληψη του συγκεκριμένου επαναστατικού σχεδίου του θα πρέπει να διαδραμάτισαν, εκτός από τις μελέτες του, και σημαντικά γεγονότα της εποχής του: τα Ορλωφικά, όπως αποκλήθηκαν τα αιματηρά γεγονότα που ακολούθησαν μετά την εξέγερση των παρακινηθέντων ραγιάδων από τους απεσταλμένους της τσαρίνας Αικατερίνης, Ορλόφ, οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν τους εξεργεμένους Έλληνες στα χέρια των κατακτητών. Επίσης η Γαλλική Επανάσταση κα ο πόλεμος των «Τριών Ιμπερίων» και οι συνθήκες που ακολούθησαν (Σιστόβ και Ιασίου) μεταξύ Αυστρίας, Ρωσίας και Οθωμανικής Πύλης αντίστοιχα. Οι συμφωνίες αυτές διέψευσαν τις ελπίδες των σκλαβωμένων, πως τάχα τα χριστιανικά κράτη θα απελευθέρωναν  τους Έλληνες και τους άλλους Βαλκανικούς λαούς από τον οθωμανικό δεσποτισμό και την τυραννία.

Ο Ρήγας Βελεστινλής είχε πάρει διαβατήριο από τις αυστριακές αρχές για να μεταβεί στην Ελλάδα, αλλά, όταν έφτασε στην Τεργέστη τελευταία πόλη της επικράτειας της Αυστρίας συλλαμβάνεται, έπειτα από προδοσία ενός Έλληνα εμπόρου.  Η αυστριακή αστυνομία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί την επαναστατική κίνηση του Ρήγα, γι’ αυτό και αναστατώθηκε μιας και ο Ρήγας εκμηδένισε την τόσο καλή οργάνωση της. Ανακρίνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται επί έξι μήνες και τελικά μεταφέρεται σιδεροδέσμιος στο Βελιγράδι, όπου παραδίδεται στους Τούρκους, οι οποίοι τον θανατώνουν με τους άλλους επτά συντρόφους του στον πύργο Ντεμπόιζα, τον Ιούνιο του 1798.

Για την απελευθέρωση της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών λαών από την οθωμανική τυραννία, ο Ρήγας ως πραγματικός ηγέτης φρόντισε για την προετοιμασία της επανάστασης και την εφαρμογή της. Έδωσε σημασία πρώτα στην ανύψωση του ηθικού των σκλαβωμένων και στη δημιουργία επαναστατικής διάθεσης για να πάρουν τα όπλα εναντίον του τυράννου. Κατά την εφαρμογή του επαναστατικού του σχεδίου χρησιμοποίησε τα δύο σημαντικά μέσα επικοινωνίας, τον ήχο και την εικόνα. Σε μια εποχή που όλοι ανυμνούσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο Ρήγας δεν έγραψε ούτε έναν στίχο γι’ αυτόν, δεν τον ύμνησε. Εξέδωσε την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τους τέσσερις στρατηγούς του και τέσσερις παραστάσεις με τα κατορθώματά του. Το πρόσφερε στους σκλαβωμένους ως πρότυπο ανδρείας και αποφασιστικότητας. Με το τραγούδι, με τον επαναστατικό παιάνα «Θούριο», προσπαθεί να εμψυχώσει τους σκλαβωμένους και να τους ωθήσει στη μεγάλη απόφαση, την επανάσταση.

Ο Ρήγας κατά την προετοιμασία του επαναστατικού του σχεδίου σκέφτηκε πως είναι απαραίτητη η εκπαίδευση των σκλαβωμένων στην πολεμική τέχνη και σύμφωνα με τις ισχύουσες απόψεις της εποχής του, για να είναι σε θέση να αντιπαραταχθούν στο στρατό του σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό μεταφράζει το «Στρατιωτικόν Εγκόλπιον» ενός Γερμανού στρατηγού.

Την έναρξη της επανάστασης τη σχεδίαζε να γίνει από την περιοχή που βρίσκονταν οι εμπειροπόλεμοι πληθυσμοί της Μάνης και της Ηπείρου. Στη συνέχεια η επανάσταση θα επεκτεινόταν στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας και στις άλλες βαλκανικές περιοχές.

Ο Ρήγας στήριζε την επανάσταση του στις ντόπιες, γηγενείς δυνάμεις των σκλαβωμένων. Δεν υπάρχει στα έργα του έκκληση στις Μεγάλες Δυνάμεις Ανατολής και Δύσης για βοήθεια στην επανάσταση του. Πίστευε ότι οι ξένες δυνάμεις θα εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα και μόνο.

Με την επικράτηση της επανάστασης του, στη θέση του οθωμανικού δεσποτισμού θα δημιουργούσε τη Νέα Πολιτική Διοίκηση του, τη νέα τάξη πραγμάτων στο βαλκανικό χώρο, με την εφαρμογή του Δημοκρατικού Καταστατικού Συντάγματος και των Δικαίων του Ανθρώπου. Στήριζε τη νέα πολιτική κατάσταση στη δημοκρατία και όχι στην κληρονομική εξουσία. Πρότυπα του ήταν η Δημοκρατία των αρχαίων Αθηνών και η Γαλλική Επανάσταση.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών (1919)

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών είναι η συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε επίσημα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην Αντάντ (Entente) και την Γερμανική Αυτοκρατορία.

Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών
Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών

Η υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η συνθήκη των Βερσαλλιών υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 του δάσους της Κομπιένης. Παρότι υπήρχαν πολλές διατάξεις στη Συνθήκη, μία από τις πιο σημαντικές όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και, σύμφωνα με τα άρθρα 231-248, αποδεχόταν να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους συμμάχους άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου στην Αίθουσα των Κατόπτρων του Ανακτόρου των Βερσαλλιών. Εβδομήντα αντιπρόσωποι από είκοσι έξι έθνη διαπραγματεύθηκαν τους όρους της Συνθήκης. Η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Ρωσία αποκλείστηκαν από τις διαπραγματεύσεις. Αλλά τον πιο σημαντικό ρόλο για τη συγγραφή των όρων της συνθήκης είχαν οι τακτικές διαβουλεύσεις των «Δέκα Μεγάλων», που περιελάμβαναν τους επτά κύριους νικητές (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Βέλγιο και Σερβία). Αργότερα η Ρωσία και άλλες πέντε χώρες εγκατέλειψαν τις διαβουλεύσεις, οπότε έμειναν μόνο οι «Τέσσερις Μεγάλοι». Αφού αποχώρησε και η Ιταλία, οι τελικοί όροι καθορίστηκαν από τους «Τρεις Μεγάλους»: ΗΠΑ, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία.

Στις 29 Απριλίου η Γερμανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του Υπουργού Εξωτερικών Κόμητος Ούλριχ φον Μπρόκντορφ-Ράντσαου (Ulrich Graf von Brockdorff-Rantzau) έμαθε, επιτέλους, τους όρους της ειρήνης. Αυτοί περιελάμβαναν την απώλεια εδαφών, την απώλεια όλων των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας. Καθώς δεν επιτρεπόταν στη γερμανική αντιπροσωπεία να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις, η Γερμανική κυβέρνηση δημοσίευσε έγγραφη διαμαρτυρία για τους, κατά τη γνώμη της, άδικους όρους, και σύντομα αποχώρησε από τις διεργασίες του συνεδρίου. Στις 20 Ιουνίου, δημιουργήθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Γκούσταφ Μπάουερ, αφού παραιτήθηκε ο Φίλιπ Σάιντεμαν. Η Γερμανία τελικά συμφώνησε με τους όρους με 237 ψήφους υπέρ και 138 κατά στις 23 Ιουνίου.

Στις 28 Ιουνίου 1919 ο Χέρμαν Μύλλερ, ο νέος Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελλ (Johannes Bell) συμφώνησαν να υπογράψουν τη Συνθήκη, που επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών στις 10 Ιανουαρίου 1920. Στη Γερμανία η Συνθήκη προκάλεσε σοκ και αισθήματα ταπείνωσης, γιατί πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν άδικο να επωμιστεί μόνον η Γερμανία και οι σύμμαχοί της την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου. Οι «Τρεις Μεγάλοι» που διαπραγματεύθηκαν τη συνθήκη ήταν ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Λόυντ Τζωρτζ (Lloyd George), ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ (Georges Clemenceau) και ο Aμερικανός Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson). Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Βιτόριο Ορλάντο (Vittorio Orlando) διαδραμάτισε δευτερεύοντα ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Η Γερμανία δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτές. Στις Βερσαλλίες ήταν δύσκολο να αποφασιστεί μία κοινή θέση, γιατί οι επιδιώξεις των διαφόρων χωρών συγκρούονταν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός».

Οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, γεγονός μείζονος σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον. Η Κοινωνία των Εθνών επρόκειτο να διαιτητεύει τις διεθνείς διαφορές και έτσι να αποφεύγει μελλοντικούς πολέμους. Μόνο τρία από τα δεκατέσσερα σημεία του Ουίλσον πραγματοποιήθηκαν, αφού ο Αμερικανός Πρόεδρος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τον Κλεμανσώ, τον Λόυντ Τζωρτζ και τον Ορλάντο σε μερικά σημεία για να επιτύχει την έγκρισή τους, προκειμένου να ιδρυθεί το δέκατο τέταρτο σημείο, η Κοινωνία των Εθνών. Η καθιερωμένη άποψη είναι ότι ο Κλεμανσώ ήταν αυτός που διεκδικούσε με περισσότερη εμπάθεια την εκδίκηση σε βάρος της Γερμανίας, καθώς μεγάλο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στη βορειοανατολική Γαλλία με καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Αυτή η συνθήκη θεωρήθηκε υπέρμετρα αυστηρή καθώς έριχνε όλο το βάρος της ευθύνης στους ώμους της Γερμανίας. Η Γερμανία έχασε τα παρακάτω εδάφη:

  • Αλσατία-Λωραίνη (Alsace-Lorraine). Η Γερμανία είχε κερδίσει αυτά τα εδάφη σύμφωνα με την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στις Βερσαλλίες στις 26 Φεβρουαρίου 1871, και με τη συνθήκη της Φρανκφούρτης στις 10 Μαΐου 1871.
  • Βόρειο Σλέσβιγκ (γερμ.Schleswig), περιλαμβανομένων των γερμανικών πόλεων Τόντερν (Tondern), Απενράντε (Apenrade), Ζόντερμπουργκ (Sonderburg), Χάντερσλέμπεν (Hadersleben) και Λύγκουμ (Lügum) στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν (γερμ. Schleswig-Holstein). Ενσωματώθηκαν στην Δανία.
  • Οι πρωσικές επαρχίες του Πόζεν (Posen, σήμ. Πόζναν) και της Δυτικής Πρωσίας, που είχαν προσαρτηθεί με τον Διαμερισμό της Πολωνίας  (1772-1795), αποδόθηκαν στην νεοδημιουργηθείσα  Πολωνία. Τα εδάφη είχαν ήδη απελευθερωθεί από τον αυτόχθονα πολωνικό πληθυσμό κατά τη Μεγάλη Εξέγερση της Πολωνίας του 1918-9.

Η Δυτική Πρωσία αποδόθηκε στην Πολωνία για να έχει διέξοδο στη θάλασσα, παρότι η περιοχή είχε σημαντικό γερμανικό πληθυσμό. Έτσι, δημιουργήθηκε ο λεγόμενος Πολωνικός Διάδρομος ή Διάδρομος του Ντάντσιχ και η Ανατολική Πρωσία αποκόπηκε από την υπόλοιπη Γερμανία, όντας έτσι θύλακας της Γερμανίας.

  • Η περιοχή Χλουτσίνσκο Χούλτσιν της Άνω Σιλεσίας παραχωρήθηκε στην Τσεχοσλοβακία 
  • Το ανατολικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας στην Πολωνία
  • Οι γερμανικές πόλεις Όιπεν (Eupen) και Μαλμεντύ (Malmedy) με τις γύρω περιοχές παραχωρήθηκαν στο Βέλγιο.
  • Η περιοχή του Ζόλνταου (Soldau) της Ανατολικής Πρωσίας στην Πολωνία
  • Το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας με την πόλη Μέμελ (στα γερμανικά η περιοχή ονομάζεται Μέμελλαντ, γερμ. Memelland) πέρασε υπό γαλλικό έλεγχο, ενώ αργότερα έγινε τμήμα της Λιθουανίας.
  • Η Βάρμια (Warmia) και η Μαζουρία (Masuria) αποδόθηκαν στην Πολωνία.
  • Η περιοχή του Σάαρ πέρασε υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών για 15 χρόνια, στη συνέχεια θα ακολουθούσε δημοψήφισμα, με το οποίο οι κάτοικοι θα επέλεγαν αν η περιοχή θα αποδιδόταν στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Για αυτό το διάστημα η Γαλλία είχε δικαίωμα να εξορύσσει τον άνθρακα.
  • Το λιμάνι του Ντάντσιχ (γερμ. Danzig, πολ. Gdańsk), με το δέλτα του ποταμού Βιστούλα στη Βαλτική δημιούργησε την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών.

Οι γερμανικές αποικίες περιήλθαν υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών: η Γερμανική Ανατολική Αφρική στη Βρετανία, η Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική στη Νότιο Αφρική, το Καμερούν και το Τόγκο στη Βρετανία και τη Γαλλία, η Γερμανική Σαμόα στη Νέα Ζηλανδία, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία, τα νησιά Μάρσαλ και τα νησιά του Ειρηνικού βόρεια του Ισημερινού στην Ιαπωνία.

Η Γερμανία έχασε το ένα όγδοο των εδαφών της, και περισσότερους από 5.000.000 Γερμανούς κατοίκους.

Επίσης, στη Συνθήκη περιλαμβανόταν ο όρος ότι η Γερμανία αναγνωρίζει και σέβεται την ανεξαρτησία της Αυστρίας.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών και οι γερμανικές υποχρεώσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 156 οι γερμανικές κτήσεις στο Σανντόνγκ (Shandong) της Κίνας μεταβιβάζονταν στην Ιαπωνία αντί να επιστραφούν στην Κίνα. Οι Κινέζοι εξοργίστηκαν με αυτήν την διάταξη και πραγματοποίησαν διαδηλώσεις, ενώ δημιουργήθηκε το λεγόμενο  κίνημα της 4ης Μαρτίου, που συνέβαλε στην άρνηση της Κίνας να υπογράψει την συνθήκη. Η Κίνα ανακοίνωσε το τέλος του πολέμου με την Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1919 και υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία το 1921. Πέρα από τις εδαφικές παραχωρήσεις, η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε επίσης τα εξής:

  • Οι Γερμανοί έχασαν τα προνόμια και τα εμπορικά τους δικαιώματα στην Κίνα, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή.
  • Αποστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας και του νησιού Ελιγολάνδη (Heligoland).
  • Ο γερμανικός στρατός περιοριζόταν σε 100.000 άνδρες χωρίς υποβρύχια και εναέριες δυνάμεις, ενώ απαγορευόταν η χρήση βαρέος πυροβολικού και θωρακισμένων αρμάτων καθώς και χημικών όπλων. Απαγορευόταν, επίσης, η ναυπήγηση πολεμικών σκαφών εκτοπίσματος άνω των 10.000 κόρων.
  • Τα εμπορικά πλοία εκτοπίσματος άνω των 1600 τόνων, το 1/4 του αλιευτικού στόλου, το 1/5 των ποταμόπλοιων κατασχέθηκαν.
  • Υποχρεώθηκε επίσης να εφοδιάζει την Γαλλία με 140 εκατομμύρια τόνους άνθρακα ετησίως, το Βέλγιο με 80 εκ. τόνους, την Ιταλία 77 εκ. τόνους.
  • Υποχρεώθηκε να ναυπηγήσει για τα επόμενα 5 χρόνια, για λογαριασμό των Συμμάχων της Αντάντ, εμπορικά πλοία συνολικού εκτοπίσματος 200.000 τόνων ετησίως.
  • Στρατιωτική κατοχή από τους Συμμάχους της δυτικής όχθης του Ρήνου, της Κολωνίας, του Κόμπλεντς και του Μάιντς από τον Ιανουάριο του 1920.
  • Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ θεωρούνταν άκυρη. Η Γερμανία έπρεπε να εκκενώσει τα εδάφη που ανήκαν στις Βαλτικές χώρες καθώς και όλα τα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη.
  • Ο Κανονισμός της Κοινωνίας των Εθνών ήταν ενσωματωμένος στην συνθήκη.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Συνθήκη των Βερσαλλιών

Η Μαρία Θηρεσία (1717-1780)

Η Μαρία Θηρεσία (Maria Theresia, 13 Μαΐου 1717 – 29 Νοεμβρίου 1780) ήταν η μόνη γυναίκα κυβερνήτης των κτήσεων των Αψβούργων και –τυπικά μόνο– η τελευταία εκπρόσωπος του οίκου αυτού. Ήταν μονάρχης της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, της Κροατίας, της Βοημίας, της  Τρανσυλβανίας, της Μάντοβας, του Μιλάνου, της Πάρμας και των Αυστριακών Κάτω Χωρών. Με τον γάμο της έγινε δούκισσα της Λωρραίνης, μεγάλη δούκισσα της Τοσκάνης και αυτοκράτειρα, δηλ. σύζυγος του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Μαρία Θηρεσία
Η Μαρία Θηρεσία

Η Καταγωγή και πρώτα χρόνια της Μαρίας Θηρεσίας

Η Μαρία Θηρεσία ήταν η μεγαλύτερη κόρη του αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ΄ και της Ελισάβετ-Χριστίνας των Γoυέλφων, κόρης του Λουδοβίκου-Ροδόλφου δούκα του Μπράουνσβαϊκ-Βόλφενμπυτελ. Τέσσερα χρόνια πριν από τη γέννηση της Μαρίας-Θηρεσίας, ο Κάρολος ΣΤ΄ έλαβε τα μέτρα του για την περίπτωση απουσίας άρρενα διαδόχου του, εκδίδοντας την Sanctio Pragmatica (Πραγματική Κύρωση) του 1713. Το διάταγμα αυτό παραμέριζε τον Σαλικό Νόμο, σύμφωνα με τον οποίο οι γυναίκες δεν κληρονομούσαν και ευνοούσε τις θυγατέρες του Καρόλου, οι οποίες θα τον διαδεχόταν σε όλες τις κτήσεις και τους τίτλους του (πλην του αξιώματος του αυτοκράτορα που ήταν αιρετό). Για πολλά χρόνια στη συνέχεια ο Κάρολος ΣΤ΄ αγωνίστηκε να εξασφαλίσει με σοβαρά ανταλλάγματα την αποδοχή της Sanctio Pragmatica από τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, πράγμα που επέτυχε.

Το 1736 η Μαρία-Θηρεσία παντρεύτηκε τον Φραγκίσκο Γ΄ δούκα της Λωρραίνης. Ήταν ένας γάμος πολιτικής σκοπιμότητας, που αποδείχτηκε όμως ευτυχισμένος.

Ανάρρηση και Πόλεμος της Αυστριακής Διαδοχής

Τον Οκτώβριο του 1740 ο Κάρολος ΣΤ΄ πέθανε και άρχισε η σαραντάχρονη βασιλεία της Μαρίας Θηρεσίας, η οποία τον διαδέχτηκε ως αρχιδούκισσα της Αυστρίας, βασίλισσα της Ουγγαρίας, της Βοημίας, κτλ. ανακηρύσσοντας συμβασιλιά τον σύζυγό της. Η επικράτεια των Αψβούργων βρισκόταν εκείνη την στιγμή σε πολύ κακή κατάσταση από οικονομικής, κοινωνικής και στρατιωτικής απόψεως. Αμέσως η Σαξονία, η Πρωσσία, η Βαυαρία και η Γαλλία αποκήρυξαν την Πραγματική Κύρωση, αποσκοπώντας στον διαμελισμό της Αυστρίας και άρχισε ο Πόλεμος της Αυστριακής Διαδοχής. Ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας  κατέλαβε την πλούσια επαρχία της Σιλεσίας. Η Μαρία-Θηρεσία αγωνίστηκε απεγνωσμένα για τη διατήρηση των κτήσεών της. Αρνήθηκε να συνδιαλλαγεί με τον Φρειδερίκο Β΄, κέρδισε την υποστήριξη των Ούγγρων ευγενών και επέδειξε τέτοια δραστηριότητα, που κατέπληξε την Ευρώπη.

Τον Οκτώβριο του 1741 ο εκλέκτορας της Βαυαρίας Κάρολος-Αλβέρτος κατέλαβε την Βοημία και στέφθηκε βασιλιάς της. Τον Ιανουάριο του 1742 εξελέγη αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλ. της Γερμανίας. Το πλήγμα ήταν μεγάλο για την Μαρία-Θηρεσία, όσο και αν το αξίωμα ήταν περισσότερο τιμητικό, παρά ουσιαστικό: επί τριακόσια χρόνια εξελέγετο αυτοκράτορας από τον οίκο των Αψβούργων. Αντέδρασε όμως έντονα και διέταξε χειμερινή εκστρατεία, αιφνιδιάζοντας τους αντιπάλους της. Την ημέρα που ο Κάρολος Αλβέρτος στεφόταν στη Φραγκφούρτη ως Κάρολος Ζ΄, τα αυστριακά στρατεύματα κατελάμβαναν την πρωτεύουσά του, το Μόναχο. Σε όλο αυτό το διάστημα των πολέμων και των αναστατώσεων, η Μαρία-Θηρεσία ήταν σχεδόν πάντα έγκυος.

Ο Οίκος Αψβούργων-Λωρραίνης

Τον Ιανουάριο του 1745 ο Κάρολος Ζ΄ πέθανε και η Μαρία-Θηρεσία κατόρθωσε τον Σεπτέμβριο να εκλεγεί αυτοκράτορας ο σύζυγός της ως Φραγκίσκος Α΄. Η Πρωσσία τον αναγνώρισε και η Μαρία-Θηρεσία αναγνώρισε την απώλεια της Σιλεσίας. Ο πόλεμος συνεχίστηκε άλλα τρία χρόνια στη βόρειο Ιταλία και στις Αυστριακές Κάτω Χώρες και έληξε το 1748 με τελικό απολογισμό για την Αυστρία την απώλεια της Σιλεσίας και του δουκάτου της Πάρμας.

Ακολούθησε ο Επταετής Πόλεμος (1754-1763), χωρίς εδαφικές μεταβολές για την Αυστρία.

Η Διακυβέρνηση της Μαρίας Θηρεσίας

Παρά τις συντηρητικές της αντιλήψεις, η Μαρία-Θηρεσία εισήγαγε πολλές μεταρρυθμίσεις στις χώρες της. Ο υπουργός της κόμης φον Χάουγκβιτς (Haugwitz) εκσυγχρόνισε τον στρατό, για την συντήρηση του οποίου φορολογήθηκαν για πρώτη φορά οι ευγενείς. Μολονότι η εν γένει φορολόγηση των ευγενών (καθώς και του κλήρου) είχε μερική μόνο επιτυχία, οι οικονομικές αυτές μεταρρυθμίσεις προήγαγαν σημαντικά την οικονομία. Το 1766 ολοκληρώθηκε ο Codex Theresianus, με τον οποίο καταργείτο το κάψιμο των μαγισσών και τα βασανιστήρια. Αν και αφοσιωμένη Καθολική, κρατούσε την Εκκλησία υπό τον έλεγχο του κράτους. Απομάκρυνε τους Ιησουίτες από τους κρατικούς θεσμούς και δήμευσε την περιουσία τους. Αντιπαθούσε τους προτεστάντες υπηκόους της και μετέφερε πολλούς απ’ αυτούς στην Τρανσυλβανία. Έναντι των Εβραίων ήταν ιδιαίτερα εχθρική στην αρχή της βασιλείας της, αλλά με την πάροδο του χρόνου και με τις παρεμβάσεις του γιου της Ιωσήφ, άλλαξε στάση. Θέσπισε την υποχρεωτική εκπαίδευση από τα έξι ως τα δώδεκα, ευνόησε τη διδασκαλία μαθημάτων μη θρησκευτικού περιεχομένου στα πανεπιστήμια και εισήγαγε τον εμβολιασμό στην Αυστρία, αρχίζοντας από τα παιδιά της.

Τα τελευταία χρόνια της Μαρίας Θηρεσίας

Το 1765 πέθανε ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος. Η Μαρία Θηρεσία ένιωσε συντετριμμένη, παρά τις πολλές και κοινά γνωστές απιστίες του και τον πένθησε ειλικρινά τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια που επέζησε αυτού. Αυτοκράτορας εξελέγη ο μεγαλύτερος γιος τους Ιωσήφ Β΄, τον οποίο η βασίλισσα έκανε συμβασιλιά στις κτήσεις των Αψβούργων.

Το 1772 ο Ιωσήφ και ο καγκελάριος Κάουνιτς (Kaunitz) μεθόδευσαν τη συμμετοχή της Αυστρίας στον Πρώτο Διαμελισμό της Πολωνίας. Η Μαρία-Θηρεσία είχε αντιρρήσεις, οι οποίες όμως παρακάμφθηκαν, όταν εννόησε ότι ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσσίας και η Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας θα προχωρούσαν στον διαμελισμό και χωρίς την Αυστρία.

Όταν η Μαρία-Θηρεσία ανέβηκε στον θρόνο, η Αυστρία ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Όταν πέθανε, το κράτος της ήταν αναγεννημένο και με μεγάλη επιρροή στην Ευρώπη. Το διοικητικό σύστημα που εφήρμοσε, έδωσε στην Αυστρία τη δυνατότητα να παραμείνει μεγάλη δύναμη, ακόμη και όταν έπαψε να υπάρχει η αυτοκρατορία.

Είναι θαμμένη στην Αυτοκρατορική Κρύπτη (Kaisergruft) ή Κρύπτη των Καπουτσίνων (Kapuzinergruft), στη Neuer Markt της Βιέννης.

Η Οικογένεια της Μαρίας Θηρεσίας

Παντρεύτηκε το 1736 τον Φραγκίσκο Γ΄ δούκα της Λωρραίνης και είχε τέκνα:

  • Μαρία-Άννα 1738-1789, άγαμη.
  • Ιωσήφ Β΄ 1741-1790, αρχιδούκας της Αυστρίας και βασιλιάς της Ουγγαρίας, Βοημίας, Γερμανίας.
  • Μαρία-Χριστίνα 1742-1798, παντρεύτηκε τον Αλβέρτο-Καζιμίρ των Βέττιν-Σαξονίας δούκα του Τέσεν.
  • Μαρία-Ελισάβετ 1743-1808, ηγουμένη του αββαείου για ευγενείς κυρίες στο Ίννσμπρουκ.
  • Μαρία Αμαλία 1746-1804, παντρεύτηκε τον Φερδινάνδος των Βουρβόνων δούκα της Πάρμας.
  • Λεοπόλδος Β΄ 1747-1792, αρχιδούκας της Αυστρίας και βασιλιάς της Ουγγαρίας, Βοημίας, Γερμανίας.
  • Μαρία-Ιωσηφίνα-Ιωάννα 1751-1767, άγαμη.
  • Μαρία-Καρολίνα 1752-1814, παντρεύτηκε τον Φερδινάνδο Α΄ των Δύο Σικελιών.
  • Φερδινάνδος-Κάρολος 1754-1806, δούκας της Μόντενα.
  • Μαρία-Αντουανέτα 1755-1793, παντρεύτηκε τον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ της Γαλλίας.
  • Μαξιμιλιανός-Φραγκίσκος 17556-1801, αρχιεπίσκοπος-εκλέκτορας της Κολωνίας.
  • Κάρολος Ιωσήφ 1745-1761 απεβίωσε 16 ετών, Ιωάννα-Γαβριέλλα 1750-1762 απεβίωσε 12 ετών, Μαρία Ελισάβετ, απεβίωσε 3 ετών, Μαρία-Καρολίνα απεβίωσε 1 έτους, Μαρία-Καρολίνα απεβίωσε την ημέρα που γεννήθηκε.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Μαρία_Θηρεσία