Η εισβολή των Γαλατών έδειξε πως ήταν ανάγκη να γίνουν ριζικές μεταρρυθμίσεις στη στρατιωτική οργάνωση και πως ένας εθνικός στρατός έπρεπε να αντικαταστήσει οριστικά τον προηγούμενο ο οποίος αποτελούνταν αποκλειστικά από πατρικίους. Ο παλιός στρατός είχε φανεί βέβαια αποτελεσματικός στην περίοδο της βασιλείας και στα πρώτα χρόνια της ελεύθερης ρωμαϊκής πολιτείας, όμως καθώς τώρα οι συνθήκες είχαν αλλάξει, δεν ήταν πια σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες του κράτους. Η παράδοση πάντως συνδέει τη δημιουργία ενός εθνικού ρωμαϊκού στρατού, όπως και την ανέγερση των πρώτων λίθινων τειχών με τον βασιλιά Σέρβιο Τούλλιο.
Σύμφωνα με το νέο σύστημα οι πληβείοι έπαψαν να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας και εντάχθηκαν στο σώμα των Ρωμαίων πολιτών που είχαν κτήματα μέσα στα όρια της ρωμαϊκής επικράτειας και βρίσκονταν σε ηλικία μεταξύ δεκαεπτά και εξήντα πέντε ετών, ήταν υποχρεωμένοι, όταν τους καλούσε ο στρατός, να υπηρετούν στις τάξεις του στρατού, ο οποίος αποτελούνταν από τέσσερα τμήματα, τις «legiones» (λεγεώνες). Η κλήση στα όπλα αρχικά λεγόνταν classis, σταδιακά όμως η σημασία της λέξης άλλαξε: έγινε στην αρχή ισοδύναμη με «τμήμα», και έφτασε αργότερα να σημαίνει «τάξη» με τη σημερινή έννοια του όρου.

Στην πρώτη «κλήση» ή τάξη ανήκαν και οι πολίτες που ήταν αρκετά εύποροι, ώστε να μπορούν να αγοράσουν μια ολόκληρη πανοπλία. Οι πλουσιότεροι μάλιστα από αυτούς, όσοι έφερναν μαζί τους δύο άλογα, σχημάτιζαν ίλες στο βαρύ ιππικό. Οι λιγότερο εύποροι πολίτες των υπόλοιπων τεσσάρων τάξεων παρουσιάζονταν με ελαφρύτερη και όχι τόσο δαπανηρή εξάρτυση. Οι τεχνίτες σχημάτιζαν ιδιαίτερα τμήματα και εντάσσονταν στην δεύτερη τάξη. Όσοι δεν είχαν έγγειο ιδιοκτησία αποκλείονταν από τις «classes», ονομάζονταν «proletarii» και διακρίνονταν από τους εύπορους που λέγονταν «assidui». Ωστόσο και οι προλετάριοι έπρεπε να υπηρετούν στον στρατό, προσφέροντας βοηθητικές υπηρεσίες.
Η συνέλευση του λαού αποτελούνταν από όλους τους πολίτες που στρατεύονταν. Διαιρούνταν σε 193 centuriae (λόχους). Στις αρμοδιότητες της υπάγονταν: η εκλογή των υπάτων, η ψήφιση των νόμων, η απόφαση για κήρυξη πολέμου ή σύναψης ειρήνης, η εκδίκαση των υποθέσεων όπου ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την θανατική ποινή. Το νέο καθεστώς αύξησε σημαντικά τη στρατιωτική ισχύ της Ρώμης. Η εφαρμογή του ωστόσο ανάγκασε τις παλαιές οικογένειες των πατρικίων να παραιτηθούν από την ηγετική θέση που τους εξασφάλιζε τα πολιτικά τους προνόμια, πρόσφερε επίσης στους πληβείους πολλές ευκαιρίες να αποκτήσουν κλήρους γης και έτσι να επεκτείνουν και να ενισχύσουν τη βάση της νέας τους οργάνωσης.
Γι΄αυτό πολύ πιθανόν να είναι σωστή η παράδοση η οποία τοποθετεί τους νόμους που πρότειναν οι δήμαρχοι Λικίνιος και Σέξτος στο διάστημα 367-366π.Χ. Σύμφωνα με αυτούς τους νομούς τα εδάφη που είχαν πρόσφατα κατακτηθεί διανεμήθηκαν κυρίως στους πληβείους, και το υπατικό αξίωμα, που είχε αποκατασταθεί λίγο πριν, έγινε προσιτό και στην τάξη τους: η κοινότητα μπορούσε έτσι να εκλέξει ύπατο έναν πληβείο εξίσου όπως έναν πατρίκιο.
Την ίδια εποχή όλοι οι Ρωμαίοι απέκτησαν το δικαίωμα, γνωστό ως ius provocationis, να ασκούν έφεση στη λαϊκή συνέλευση εναντίον των θανατικών αποφάσεων που επιβάλλονταν από τους υπάτους. Επίσης η θέση των δημάρχων άρχισε να γίνεται σημνατικότερη: τα πρόσωπά τους αναγνωρίστηκαν ως απαραβίαστα και επέκτειναν το δικαίωμα τους να υπερασπίζονται τους πληβείους από αυθαιρεσίες των υπάτων. Το όπλο τους σε αυτές τις αναμετρήσεις, το veto, θεωρούνταν βασικός θεσμός του ρωμαϊκού πολιτεύματος και οι δήμαρχοι δεν το άφησαν να πέσει σε αχρηστία.

Όλες αυτές οι νίκες των πληβείων, μολονότι οδήγησαν σε ένα σταδιακό εκδημοκρατισμό της ρωμαϊκής πολιτείας, δεν κατακτήθηκαν, όπως συνέβη στις περισσότερες ελληνικές πόλεις, με οξείς κοινωνικούς αγώνες που συνοδεύονταν από αιματηρές, αλλά στείρες, επαναστάσεις. Στη Ρώμη όπως και στην Αθήνα κατά τον 6ο και τον 5ο π.Χ. αιώνα, οι επιτυχίες αυτές των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων ήταν αποτέλεσμα βαθμιαίας εξέλιξης και διαδοχικών συμβιβασμών ανάμεσα σε πατρικίους και πληβείους. Η παράδοση αναφέρει ένα μόνο όπλο που συχνά χρησιμοποιούσαν οι πληβείοι, πρόκειται για ένα είδος απεργίας: αρνούνταν να συμβάλλουν στην υπεράσπιση της χώρας και απειλούσαν να αποχωρήσουν από την κοινότητα. Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν μπορούσαν να καταφεύγουν σε αυτό το μέσο πριν από τις αρχές του 3ου αιώνα.
Βέβαιο πάντως είναι πως με τη νέα οργάνωση του σώματος των πολιτών διοχετεύθηκαν και νέες δυνάμεις στην κοινότητα. Το κοινό συμφέρον έγινε τώρα υπόθεση του κάθε πολίτη: αισθάνεται τον εαυτό του υπεύθυνο για το κράτος και την ευημερία του. Συγχρόνως η καθαρά στρατιωτική οργάνωση της πολιτείας μαζί με την εκτεταμένη και απεριόριστη εξουσία που ασκούσαν οι ύπατοι στη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων και έξω από τα όρια της πόλης, διδαξαν στο λαό αυστηρή στρατιωτική πειθαρχία κιαι υπακοή στις διαταγές των ηγετών του. Από την άλλη μεριά, οι δήμαρχοι δεν είχαν καμία δικαιοδοσία έξω από την Ρώμη: το veto τους απένατι στις αποφάσεις των υπάτων δεν ίσχυε κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων, αφού άλλωστε σε αυτές τις περιστάσεις οι πολίτες δεν είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση στη συνέλευση του λαού. Τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων φάνηκαν σύντομα, όταν η Ρώμη και το Λάτιο, αφού πολέμησαν και νίκησαν τους Ουόλσκους και τους Αικούους, αναγκάστηκαν κατά το δεύτερο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα να αντιμετωπίσουν νέους αντιπάλους.
Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

