Μεσαιωνικές πόλεις

Τον καιρό που η Ιερουσαλήμ, δηλαδή την εποχή των σταυροφοριών, μονοπολούσε τη δυτική φαντασία, στην ίδια τη Δύση αναπτύσσονταν άλλες πόλεις πιο αληθινές και με περισσότερο μέλλον στη γη. Οι περισσότερες από αυτές τις πόλεις υπήρχαν πριν από το έτος 1000. Η ύπαρξη τους ανέρχεται στην Αρχαιότητα ή και παλαιότερα. Ακόμη και στις βαρβαρικές χώρες, που εκχριστιανίσθηκαν με καθυστέρηση, στις χώρες των Σκανδιναυών, των Γερμανών ή των Σλάβων, οι μεσαιωνικές πόλεις συνιστούν συνέχεια πρωτόγονων πόλεων: των σλαβικών gross ή των νορμανδικών wiks. Στον Μεσαίωνα σπανίζουν τα αστικά συμπλέγματα και δημιουργούνται εκ του μηδενός. Εντούτοις, ακόμη και για τις πιο συχνές περιπτώσεις στις οποίες παρατηρείται συνέχεια, μπορούμε άραγε να πούμε ότι οι μεσαιωνικές πόλεις είναι ίδιες με τους προγόνους τους;

Μεσαιωνικές πόλεις

Στον ρωμαϊκό κόσμο οι πόλεις ήταν πολιτικά, διοικητικά, στρατιωτικά και δευτερευόντως οικονομικά κέντρα. Κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, στριμωγμένες σε μια γωνία των παλιών τους τειχών, που τώρα ήταν πολύ μεγάλα, περιορίστηκαν σιγά σιγά στην πολιτική και διοικητική τους αποκλειστικά λειτουργία, που και αυτή με τη σειρά της ατρόφησε. Οι πιο μέτριες όφειλαν συνήθως τη σχετική τους σημασία, όχι τόσο στη παρουσία ενός ηγεμόνα ή ενός υψηλού αξιωματούχου, όσο στην παρουσία επισκόπου. Αστική καταρχήν θρησκεία, ο χριστιανισμός διαφύλαξε την αστική συνέχεια στη Δύση. Και αν η επισκοπική πόλη διατηρεί μια οικονομική λειτουργία, αυτή είναι απλουστευμένη και οφείλεται στο ρόλο που παίζουν οι αποθήκες του επισκόπου ή των μοναστηριών, στις οποίες φυλάσσονται τρόφιμα που προέρχονται από την περιβάλλουσα ύπαιθρο και διανέμονται στο μεγαλύτερο μέρος της μικρής ομάδας των κατοίκων, με αντάλλαγμα υπηρεσίες συνήθως και όχι χρήμα, ή μοιράζονται δωρεάν σε εποχή λιμού.

Οι μεσαιωνικές πόλεις γεννιούνται και αναπτύσσονται στη βάση της οικονομικής της λειτουργίας. Δημιουργείται από την ανανέωση των συναλλαγών και είναι επιτεύγματα των εμπόρων. Οι μεσαιωνικές πόλεις δεν αποτελούν απαραίτητα συνέχεια πόλεων της Αρχαιότητας. Η Βενετία, η Φλωρεντία, η Γένουα, η Πίζα, ακόμη και το Μιλάνο, το Παρίσι, η Μπρυζ, η Γάνδη, το Λονδίνο, είναι μεσαιωνικά δημιουργήματα. Με εξαίρεση τις πόλεις του Ρήνου και κυρίως τη Ρώμη (που κατά την μεσαιωνική εποχή είναι κυρίως θρησκευτικό κέντρο), στον Μεσαίωνα οι πιο σημαντικές πόλεις εξαφανίστηκαν ή πέρασαν σε δεύτερη μοίρα.

Είναι πόλεις που γεννήθηκαν με την εμπορική αφύπνιση, αλλά και με την αγροτική ανάπτυξη της Δύσης, που άρχιζε να τροφοδοτεί καλύτερα αστικά κέντρα με τρόφιμα και με ανθρώπους. Οι μεσαιωνικές πόλεις γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν μέσα από ένα σύνολο κινήτρων και μέσα από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Οι μεσαιωνικές πόλεις προσέλκυσαν τους νεόπλουτους της εποχής, που διέφευγαν από τη γη, από τις μοναστικές familiae, και χωρίς προκαταλήψεις ήταν πρόθυμοι να ριχτούν στις επιχειρήσεις και να κερδίσουν.

Αλλά μαζί με αυτούς ανακατωμένοι μαζί τους ή στηρίζοντας τους -δανείζοντας τους χρήματα τα οποία μόνο αυτοί διέθεταν στην αρχή- ήρθαν και μέλη των κυρίαρχων τάξεων: η γαιοκτημονική αριστοκρατία και ο κλήρος διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο. Μια κατηγορία όπως οι ministeriales, όργανα του άρχοντα που προέρχονταν συνήθως από τους δούλους ή τους δουλοπάροικους αλλά ανήλθαν σχετικά γρήγορα στα ανώτερα στρώματα της φεουδαρχικής ιεραρχίας, συμμετείχε οπωσδήποτε στην αστική ανάπτυξη.

Οι έντονα εξαστισμένες περιοχές της Μεσαιωνικής Δύσης είνια περιοχές στις οποίες καταλήγουν οπωσδήποτε μεγάλοι εμπορικοί δρόμοι. Αλλά αυτές είναι και οι περιοχές με τις πιο πλούσιες πεδιάδες, που παρουσιάζουν τις πιο ασφαλείς προόδους, χάρη στην αμειψισπορά, και τηι περισσότερο διαδεδομένη χρήση του άροτρου και του αλόγου για το όργωμα.

Και εδώ, στη στενή σχέση πόλης-υπαίθρου στο Μεσαίωνα είναι δύσκολο να καθορίσουμε τι ήταν αιτία και τι αποτέλεσμα. Για να γεννηθούν οι πόλεις είναι ανάγκη το ευνοϊκό αγροτικό περιβάλλον, αλλά όσο αναπτύσσονταν ασκούσαν όλο και μεγαλύτερη έλξη στα γαιοκτήματα που τις περιέβαλλαν και τα οποία διαστέλλονταν ανάλογα με τις απαιτήσεις των πόλεων. Ο αστικός πληθυσμός είναι καταναλωτική ομάδα που συμμετέχει στην αγροτική παραγωγή περιθωριακά, αλλά έχει ανάγκη να τρέφεται. Γύρω από τις πόλεις οι εκχερσώσεις επεκτείνονται, οι αποδόσεις αυξάνουν, ιδιαίτερα μάλιστα αφού η πόλη δεν αντλεί από τα αγροτικά της προάστεια μόνο τρόφιμα αλλά αποσπά και ανθρώπους.

Η μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, μεταξύ του 10ου και του 14ου αιώνα, είναι ένα από τα μείζονα φαινόμενα του χριστιανικού κόσμου. Η πόλη δημιουργεί μια νέα κοινωνία και αυτή η κοινωνία ανήκει αδιαμφισβήτητα στην «φεουδαρχική» κοινωνία. Στο σύνολο της η πόλη σχηματίζεται ως χωροδεσποτεία. Οι προύχοντες της πόλης μιμούνται τον τρόπο ζωής των ευγενών, κατασκευάζουν πέτρινα σπίτια, κτίζουν πύργους οι οποίοι χρησιμεύουν για την προστασία και την αποθήκευση των τροφίμων, αλλά είναι πάνω από όλα σύμβολα γοήτρου.

Ο ρόλος του καθοδηγητή, του ερεθίσματος, του κινήτρου, που επωμίζεται πλέον η πόλη, θα εκδηλωθεί στο εξής στα οικονομικά πράγματα. Ακόμη και αν η πόλη ήταν κυρίως τόπος συναλλαγής, εμπορικός κόμβος ή αγορά η ουσιαστική της λειτουργία σε αυτόν τον τομέα είναι η παραγωγική της δρατσηριότητα. Είναι ένα εργοτάξιο. Και το πιο σημαντικό είναι ότι σε αυτό το εργοτάξιο εγκαθιδρύεται ο καταμερισμός της εργασίας. Κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, το αγρόκτημα ακόμη και αν παρουσιάζει κάποια τεχνική ή βιοτεχνική εξειδίκευση, συγκέντρωνε στην ύπαιθρο όλες τις λειτουργίες της παραγωγής.

Δεν πρέπει ωστόσο να υπερβάλουμε ούτε το δυναμισμό ούτε την αυτονομία των νέων επαγγελμάτων. Οι «φεουδάρχες» ελέγχουν την οικονομική δραστηριότητα προβάλοντας πάρα πολλά οικονομικά κωλύματα και θεσμικά προσκόμματα. Οι συντεχνίες που πλαισιώνουν τα νέα επαγγέλματα είναι κυρίως «καρτέλ», που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και ανακόπτουν την παραγωγή. Η οικονομία περιορίζεται κυρίως στην ικανοποίηση των τοπικών αναγκών. Οι πόλεις που εργάζονται για εξαγωγές σπανίζουν: μονάχα ο τομέας της υφαντουργίας, στη βορειοδυτική Ευρώπη, στη Φλάνδρα κυρίως, και στη βόρεια Ιταλία, με την παραγωγή πολυτελών και ημιπολυτελών υφασμάτων παίρνει βιομηχανικές σχεδόν διαστάσεις και κινητοποιεί τις προσαρτημένες παραγωγές και ιδιαίτερα την παραγωγή χρωστικών φυτών, ανάμεσα στα οποία, από τον 13ο αιώνα, η ίσατις η βαφική κατέχει επιλεκτική θέση.

Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacque Le Goff


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.