Οι Σαμνίτες ήταν μια ομοσπονδία φύλων της Ιταλικής χερσονήσου, που ήταν εγκατεστημένοι στο νότιο τμήμα των κεντρικών Απεννίνων, περίφημοι για την γενναιότητα και τις πολεμικές αρετές τους. Ανήκαν στους λεγόμενους Δευτερο-Ιταλικούς λαούς, οι οποίοι μιλούσαν διαλέκτους που κατατάσσονται στην Οσκο-Ουμβρική ομάδα των Ιταλικών γλωσσών και ειδικότερα στην Οσκική γλώσσα. Η γλώσσα των Σαμνιτών, των ισχυρότατων και πλέον επικίνδυνων αντιπάλων της Ρώμης (η διάλεκτος των οποίων θεωρείται η τυπική μορφή της Οσκικής), διαθέτει επιγραφές από τον 5ο π.Χ. αιώνα, γραμμένες στο Ετρουσκικό αλφάβητο. Η χώρα τους, το Σάμνιον, ήταν μακριά από την θάλασσα. Κατά τον Στράβωνα, οι Σαυνίτες, όπως τους ονομάζει, ήταν «άποικοι Σαβίνων». Συνόρευαν με τους Ετρούσκους και η πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη συνέβαλε στην αναχαίτιση της δύναμης και της επέκτασης των Ετρούσκων προς το Νότο της Ιταλίας.

Οι Σαμνίτες ζούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε γειτνίαση με τις ελληνικές αποικίες του Νότου και προσπαθούσαν να προσαρτήσουν το τμήμα ακτών, όπου είχαν εγκατασταθεί οι Έλληνες. Περισσότερο όμως εποφθαλμιούσαν την πλούσια πεδιάδα της Καμπανίας. Στα ανατολικά τα ισχυρά και πολιτιστικά ανεπτυγμένα φύλα που κατοικούσαν στην Απουλία, διατήρησαν σταθερά την κυριαρχία τους στην ακτή και κράτησαν τους Σαμνίτες μακριά πό το έδαφός τους.

Για την οργάνωση της σαμνιτικής κοινωνίας οι γνώσεις μας είναι λιγοστές, πρέπει όμως να υποθέσουμε ότι διαιρούνταν σε διάφορες ορεινές φυλές, οι οποίες κατοικούσαν χωριστά η μία από την άλλη. Οι περισσότεροι ήταν βουκόλοι, ξένοι τελείως προς την αστική ζωή. Μερικές από αυτές τις φυλές είχαν σε συμμαχίες, οι οποίες πολλές φορές αποκτούσαν σημαντική δύναμη. Την εδαφική τους επέκταση ευνοούσε πολύ ένα από τα έθιμά τους, αυτό που ονόμαζαν «Ιερή Άνοιξη». Όλοι οι άνδρες της νέας γενιάς μιας ορισμένης φατρίας στέλνονταν από τους γεροντότερους να κατακτήσουν νέα εδάφη, χωράφια και βοσκές, κάτω από την προστασία των ιερών τους τοτέμ (λύκος, μοσχάρι, βόδι ή κοράκι).

Σαμνίτες

Κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα, οι Σαμνίτες έμαθαν πολλά από τους Έλληνες γείτονές τους. Βελτίωσαν τον οπλισμό τους, υιοθέτησαν ελληνικές μεθόδους στην τέχνη του πολέμου, σταθεροποίησαν την οργάνωση των φατριών και των συμμαχιών τους, άρχισαν να χτίζουν και να οχυρώνουν δικές τους πόλεις. Κατάφεραν έτσι να καταλάβουν τη μία μετά την άλλη τις πιο αδύναμες ελληνικές πόλεις.

Από τις εμπορικές συναλλαγές με τους Έλληνες οι Σαμνίτες όχι μόνο πλούτισαν αλλά και καλλιέργησαν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα: σε τάφους του 4ου π.Χ. αιώνα βρίσκουμε θαυμάσια δείγματα ζωγραφικής και αρκετά αντικείμενα από χρυσό, άργυρο, ορείχαλκο, ακόμη αγγεία κατασκευασμένα από τους ίδιους σύμφωνα με ελληνικά πρότυπα. Όσο πιο κοντά την Καμπανία ζούσαν, τόσο εντονότερη ήταν η επίδραση που δέχθηκαν από τον ελληνικό πολιτισμό. Τελικά κατόρθωσαν να διώξουν τους Ετρούσκους από την Καμπανία, να καταλάβουν τις περισσότερες πόλεις της και να κάνουν το 438π.Χ. πρωτεύουσά τους την Καπύη. Έτσι αναπτύχθηκε και άνθισε ένα νέο, γεμάτο ζωή παρακλάδι του ελληνικού πολιτισμού που μπορούμε να ονομάσουμε ελληνοσαμνιτικό ή καμπανικό πολιτισμό.

Χάρη στην πολιτική οργάνωση και την πολιτιστική τους ανάπτυξη οι Σαμνίτες μπόρεσαν να αναχαιτίσουν την επέκταση των Ετρούκων προς τα νότια. Οι ίδιοι όμως δεν είχαν αρκετή συνοχή, ώστε να επιχειρήσουν μια ανάλογη επέκταση. Οι δυνάμεις τους ήταν διεσπασμένες, το κάθε φύλο απορροφημένο σε έναν πεισματικό αγώνα με τις ελληνικές παραθαλάσσιες πόλεις. Οι μεγαλύτερες από αυτές αποδείχθηκαν τελικά εξαιρετικά ισχυροί αντίπαλοι και ματαίωσαν με τη σκληρή τους αντίσταση τα επεκτατικά σχέδια των Σαμνιτών.

Ο Τάρας και η Νεάπολη δεν έπαψαν να αποτελούν, ως την εποχή που εσωματώθηκαν στο ρωμαϊκό κράτος, ισχυρά και ακμαία κέντρα της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Ένα άλλο ισχυρό εμπόδιο για τους Σαμνίτες ήταν οι Έλληνες τύραννοι της Σικελίας και ιδιαίτερα οι τύραννοι των Συρακουσών, οι οποίοι πάντα επεδίωκαν να επεκτείνουν την επιρροή τους στις ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας και να τις βοηθήσουν στον αγώνα τους εναντίον των Σαμνιτών.

Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».