Με τον όρο Ιστορία εννοείται η συστηματική μελέτη του παρελθόντος εστιασμένη κυρίως στην ανθρώπινη, δραστηριότητα έως την παρούσα εποχή. Η ιστορία μελετά κυρίως γραπτές πηγές που μας δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν ενώ ως προϊστορία αναφέρεται η εποχή για την οποία δεν έχουμε γραπτές πηγές ή που αυτές δεν μας είναι κατανοητές. Η μελέτη των γεγονότων περιλαμβάνει την καταγραφή τους, αλλά και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτά, όπως και τους γενικούς νόμους της ιστορικής εξέλιξης.
Η Ιστορία

Θεωρείται ο Πατέρας της Ιστορίας
Η ιστορία δεν αποτελεί απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά προσπάθεια αναδόμησης και ερμηνείας του παρελθόντος, με στόχο συνήθως την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος. Ως εξελισσόμενη επιστήμη υφίσταται διαρκείς αλλαγές και μετασχηματισμούς, παράγοντας διαφορετικές ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. Ο ιστορικός ερευνά τις τάσεις της κοινωνίας σε διάφορες περιόδους και σε διάφορους τομείς, τις οικονομικές συνθήκες, την εξέλιξη του πολιτισμού, της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Υπάρχει ιστορία των εθνών, ιστορία της μουσικής, ιστορία της ιατρικής, ιστορία της αρχιτεκτονικής κ.λ.π. Οι ιστορικοί πάντως εκφράζουν διάφορες απόψεις για το αντικείμενό τους, θεωρώντας το άλλοι επιστήμη και άλλοι τέχνη. Επίσης διαφορετικές απόψεις εκφράζονται και για την δυνατότητα της ιστορίας να είναι αντικειμενική, όπως γενικά και για τη φιλοσοφία της ιστορίας.
Περίοδοι της Ιστορίας
- Προϊστορική εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από την εμφάνιση του ανθρώπου έως το 3500 π.Χ. περίπου και εξετάζεται από την Προϊστορία.
- Αρχαιότητα: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 3500 π.Χ. έως το 476 μ.Χ.και εξετάζεται από την Αρχαία Ιστορία.
- Μεσαίωνας: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 476 έως το 1500 περίπου και εξετάζεται από τη Μεσαιωνική Ιστορία.
- Νεότερη Εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 1500 μ.Χ. έως σήμερα και εξετάζεται από τη Σύγχρονη Ιστορία.
Ακολουθούν άρθρα από την ελληνική και παγκόσμια ιστορία.
- Εκβαρβαρισμένος Μεσαίωνας
- Η κρίση του Χριστιανικού κόσμου
- Μεσαιωνικές πόλεις
- Το έτος 1000
- Μια ανανέωση είναι έτοιμη
- Εκβαρβαρισμένος Μεσαίωναςαπό Ζωή Δρακοπούλου
Η Αρχαιότητα ακόμη και παρακμάζοντας διευκόλυνε την δουλειά των χριστιανών κληρικών στους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα. Ό,τι γνώρισε ο Μεσαίωνας από την αρχαία κουλτούρα, του παραδόθηκε από την ύστερη Αυτοκρατορία, η οποία αναμάσησε, φτώχυνε και ανέλυσε λεπτομερώς την ελληνορωμαϊκή λογοτεχνία, σκέψη και τέχνη, κατά τρόπο ώστε ο πρώιμος εκβαρβαρισμένος Μεσαίωνας να μπορεί να τις εφαρμόσει ευκολότερα.

Οι κληρικοί του πρώιμου Μεσαίωνα δεν δανείστηκαν το επιστημονικό και παιδαγωγικό τους πρόγραμμα, ούτε από τον Κικέρωνα, ούτε από τον Κοϊντιλιανό, αλλά από έναν Καρχηδόνιο ρήτορα, τον Μαρτιανό Καπέλλα, ο οποίος στις αρχέςτου 5ου αιώνα στο ποίημα του «Οι γάμοι το Ερμή και της Φιλολογίας» όρισε τις επτά ελευθέριες τέχνες. Αναζητούσαν τις γεωγραφικές γνώσεις λιγότερο στον Πλίνιο και τον Στράβωνα, οι οποίοι ήταν ήδη κατώτεροι από τον Πτολεμαίο, και περισσότερο σε ένα μέτριο ερανιστή του 3ου αιώνα τον Ιουλιανό Σολίνο, που παρέδωσε στον Μεσαίωνα έναν κόσμο με σημεία και τέρατα: «Τα Θαύματα της Ανατολής». Είναι αλήθεια ότι η φαντασία και η τέχνη κέρδισαν ό,τι έχασε η επιστήμη.
Η μεσαιωνική ζωολογία προέρχεται από τον Φυσιολόγο, ένα αλεξανδρινό βιβλίο του 2ου αιώνα που μεταφράστηκε στα λατινικά, στον 5ο αιώνα και με τη μυθώδη του ποίηση και το ηθοπλαστικό του μάθημα καταργεί την επιστήμη. Τα ζώα μεταβάλλονται σε σύμβολα. Από εδώ ο Μεσαίωνας θα εμπνευστεί τα διδακτικά του βιβλία περί θηρίων και εδώ, επίσης η ζωολογική μεσαιωνική ευαισθησία θα τραφεί από την επιστημονική άγνοια. Αυτοί οι ρήτορες και οι ερανιστές θα προσφέρουν στους ανθρώπους του Μεσαίωνα κατακερματιμένη κυρίως γνώση. Η ύστερη Αυτοκρατορία παραδίδει στον Μεσαίωνα υποτυπώδη νοητικά και πνευματικά εργαλεία: λεξιλόγια, μνημοτεχνικούς στίχους, ετυμολογίες και ανθολογίες. Έχουμε να κάνουμε με μια παιδεία παραθεμάτων, επιλογών και «πανδεκτών».
Δεν αρκεί να διαπιστώσουμε την πνευματική οπισθοδρόμηση. Αυτό που έχει σημασία είναι να διακρίνουμε με σαφήνει ποια ήταν η αναγκαία προσαρμογή στις συνθήκες εκείνης της εποχής. Κάποιοι ειδωλολάτρες ή χριστιανοί αριστοκράτες ήταν ελεύθεροι να διιασκεδάζουν με τα παιχνίδια μιας κουλτούρας, εκλεπτυσμένης ίσως, που όμως περιοριζόταν σε μια θνήσκουσα κοινωνική τάξη. Οι εκβαρβαρισμένοι συγγραφείς απευθύνονταν σε νέο κοινό.
Είναι συναρπαστικό να βλέπει κανείς τους πιο καλλιεργημένους και τους πιο επιφανείς εκπροσώπους της νέας χριστιανικής ελίτ, οι οποίοι είχαν συνείδηση της πνευματικής κατωτερότητάς τους απέναντι στους τελευταίους αρχαιότροπους, να απαρνούνται ό,τι ακόμη κατέχουν ή ό,τι θα μπορούσαν να επιτύχουν στον τομέα της πνευματικής εκλέπτυνσης για να κατέβουν στο επίπεδο του ποιμνίου τους. Η επιλογή τους ήταν η αποβλάκωση για χάρη της κατάκτησης. Ο αποχαιρετισμός στα αρχαία γράμματα, που γίνεται μερικές φορές απόλυτα συνειδητά, είναι μια συγκινητική όψη της απάρνησης των μεγάλων χριστιανών ηγετών του πρώιμου Μεσαίωνα.
Κυριαρχεί η άποψη ότι εφόσον οι αμαθείς και οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούν να ανέβουν στο επίπεδο των εγγράμματων, ας καταδεχτούν οι εγγράμματοι να κατέβουν στο επίπεδο της αμάθειας τους. Οι μορφωμένοι μπορούν να κατανοήσουν αυτό που ειπώθηκε από τους απλούς, ενώ οι απλοί δεν μπορούν να ωφεληθούν από ό,τι θα λεγόταν από τους λογίους. Τα μέσα και οι τρόποι άλλαξαν και αυτή η αλλαγή της ευαισθησίας και της προπαγάνδας από την Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα, ορίζει μια νέα κοινωνία.
Πρόκειται για πνευματική αλλαγή, η οποία πέρα από τον εκβαρβαρισμό, έφθασε ή επεδίωξε να φθάσει σε αξίες εξίσου σημαντικές με εκείνες του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Ο Άγιος Αυγουστίνος διακηρύσσει ότι καλύτερα να σε πιάσουν οι δάσκαλοι της γραμματικής παρά να μην σε καταλάβει ο λαός και ότι πρέπει κανείς να προτιμά τα πράγματα, τις πραγματικότητες, από τις λέξεις. Αυτό ορίζει έναν ωφελιμισμό, ή και ένα μεσαιωνικό υλισμό, που απομακρύνει τους ανθρώπους από έναν ορισμένο τύπο αρχαίας λογομαχίας.
Διαβάζοντας τα νομικά κείμενα, τους συνοδικούς κανόνες, ή τα άρθρα των επιτιμίων του πρώιμου Μεσαίωνα, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της αποστολής των ηγετών της χριστιανικής κοινωνίας. Το πρόσκαιρο της υλικής ζωής, η βαρβαρότητα των ηθών, η ένδεια όλων των αγαθών, οικονομικών και πνευματικών, η μεγάλη στέρηση, απαιτούσε θαρραλέες ψυχές που περιφρονούσαν τη λεπτότητα και την επιτήδευση και επιθυμούσαν την επιτυχία.
Φτιαγμένη να περιμένει το τέλος του κόσμου, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, η κοινωνία του πρώιμου Μεσαίωνα, χάρισε στον εαυτό της τις κατάλληλες δομές για να δεχθεί, όταν θα έφτανε η στιγμή την ανάπυξη της δυτικής ανθρωπότητας.
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff
- Η κρίση του Χριστιανικού κόσμουαπό Ζωή Δρακοπούλου
Όταν στις αρχές του 14ου αιώνα, τα περισσότερα χριστιανικά κράτη αμφιταλατεύονται μέσα σε σύνορα ρευστά, στο σύνολο της η Χριστιανοσύνη έχει σταθεροποιηθεί. Ο καιρός των μεγάλων επιδρομών έχει περάσει. Από τον 13ο στον 14ο αιώνα δεν υπάρχουν πια ούτε εκχερσώσεις ούτε κατάκτηση εδαφών, ακόμη και οι περιθωρικές γαίες που τέθηκαν σε καλλιέργεια εξαιτίας της δημογραφικής πίεσης. Τώρα, με το σταμάτημα της επέκτασης, αυτές οι γαίες εγκαταλείπονται επειδή η απόδοσή τους είναι πολύ μικρή. Η δημογραφική καμπύλη κάμπτεται και αρχίζει να πέφτει. Σταματά η άνοδος των τιμών και αρχίζει η περίοδος της ύφεσης, η κρίση του Χριστιανικού κόσμου.

Μια σειρά από απεργίες, αστικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις ξεσπούν στο τελευταίο τέταρτο του 13ου αιώνα, στην Φλάνδρα κυρίως, και το 1302 καταλήγουν σε μια γενική σχεδόν εξέγερση στις περιοχές του σημερινού Βελγίου. Αρχίζει η υποτίμηση του νομίσματος, οι νομισματικές μεταβολές. Η Γαλλία του Φιλίππου του Ωραίου γνώρισε τις πρώτες νομισματικές μεταβολές του Μεσαίωνα. Το 1343 οι ιταλικές τράπεζες, ιδίως της Φλωρεντίας υπέστησαν καταστροφικές χρεωκοπίες, όπως και πολλές άλλες μικρές εταιρείες και ιδιώτες βιοτέχνες.
Οπωσδήποτε τα συμπτώαματα της κρίσης εκδηλώνονται στους πιο ευαίσθητους τομείς της οικονομίας: Στις πόλεις, όπου η υφαντουργική οικονομία είχε αναπτυχθεί με τρόπο που την έθετε στο έλεος των μεταβολών της πλούσιας πελατείας για την οποία παρήγαγε και εξήγαγε. Στην οικοδομή, όπου τα τεράστια μέσα που έπρεπε να κινητοποιηθούν κόστιζαν όλο και πιο ακριβά, στο βαθμό που το εργατικό δυναμικό, οι πρώτες ύλες και τα κεφάλαια μπορούσαν να κατευθυνθούν σε άλλους πιο επικερδείς τομείς. Στο επίπεδο της εγχρηματισμένης οικονομίας, όπου οι αδεξιότητες της διαχείρισης του διμεταλλισμού, που ακολούθησε την ανανέωση της κοπής χρυσών νομισμάτων, οι απερισκεψίες των τραπεζιτών που υποκινούνταν από πρίγκιπες όλο και πιο άπληστους για επιδοτήσεις και όλο και πιο χρεωμένους, μεγάλωναν τις εγγενείς δυσκολίες μιας μορφής οικονομίας με την οποία ακόμη και οι ειδικοί ελάχιστα είχαν εξοικειωθεί.
Η κρίση αποκαλύπτεται σε όλο της το έυρος όταν φθάνει στο καθοριστικό επίπεδο της αγροτικής οικονομίας. Το 1315-1317 μια σειρά από κακοκαιρίες επιφέρει κακές σοδειές, άνοδο των τιμών, επιστροφή στη γενικευμένη σιτοδεία, που, από τον 13ο αιώνα είχε σχεδόν χαθεί από τη Δύση. Η μείωση της φυσικής αντοχής, συνακόλουθη της έξαρσης του υποσιτισμού, πρέπει να έπαιξε σημαντικό ρόλο στις καταστροφές που επιφέρει από το 1348 και στο εξής, η Μεγάλη Πανούκλα, που θα κάνει τη φθίνουσα δημογραφική καμπύλη να καμφθεί βίαια, μεταμορφώνοντας την κρίση σε καταστροφή. Αλλά η κρίση προηγείται αυτής της μάστιγας που απλώς την ενέτεινε, και θα πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες στο βάθος των οικονομικών και κοινωνικών δομών της Χριστιανοσύνης.
Η μείωση της φεουδαρχικής προσόδου και οι αναταραχές που οφείλονταν στο γεγονός ότι το χρήμα καταλάμβανε όλο και μεγαλύτερο μέρος στις οφειλές των αγροτών, σείουν τα θεμέλια της ισχύος των φεουδαρχών.
Όσο και αν η κρίση ήταν κεφαλαιώδους σημασίας δεν επέσυρε την ύφεση ολόκληρης της δυτικής οικονομίας και δεν επηρέασε εξίσου ούτε όλες τις κατηγορίες, ούτε όλα τα άτομα. Ενώ ένας γεωγραφικός ή οικονομικός τομέας επηρεάζεται δίπλα του διαγράφεται νέα ανάπτυξη που αντικαθιστά και αντισταθμίζει τις απώλειες. Το παραδοσιακό πολυτελές εμπόριο υφασμάτων, το «παλιό υφασματεμπόριο» πλήττετται σοβαρά από την κρίση, τα κέντρα στα οποία κυριαρχούσε παρακμάζουν, αλλά παραδίπλα ανέρχονται νέα κέντρα που επιδίδονται στην κατασκευή λιγότερο πολυτελών υφασμάτων που απευθύνονται σε πελατεία λιγότερο πλούσια και λιγότερο απαιτητική: είναι ο θρίαμβος του «νέου υφασματεμπορίου» των χονδρών μάλλινων υφασμάτων, των λινών με βάση το βαμβάκι. Μια οικογένεια χρεωκοπεί, αλλά μία άλλη δίπλα της τη διαδέχεται.
Μετά από μια στιγμή απελπισίας η φεουδαρχική τάξη προσαρμόζεται, αντικαθιστά εν πολλοίς την καλλιέργεια με την κτηνοτροφία, που είναι περισσότερο κερδοφόρα και μεταμορφώνει έτσι το αγροτικό τοπίο, πολλαπλασιάζοντας τις περιφράξεις. Τροποποιεί τα συμβόλαια της αγροτικής εκμετάλλευσης, τη φύση των οφειλών και την πληρωμή τους, εγκανιάζει τη διαχείριση πραγματικών νομισμάτων και νομισμάτων ονομαστικής αξίας, των οποίων η επιδέξια χρήση επιτρέπει να αντιμετωπισθούν οι νομισματικές μεταβολές. Αλλά, βέβαια, μονάχα οι πιο ισχυροί, οι πιο ικανοί, ή οι πιο τυχεροί, επωφελούνται όταν οι άλλοι πλήττονται. Επίσης, η δημογραφική πτώση, που επιδεινώνεται μετά την πανούκλα, περιορίζει το εργατικό δυναμικό και την πελατεία, αλλά οι μισθοί ανεβαίνουν και οι επιζώντες είναι συνήθως πλουσιότεροι.
Αναμφίβολα, η φεουδαρχία που πλήττεται από την κρίση προστρέχει στην εύκολη λύση για τις κυρίαρχες τάξεις που απειλούνται, τον πόλεμο. Το πιο αξιοσημείωτο παράδειγμα έιναι ο Εκατονταετής Πόλεμος, που οι Άγγλοι και οι Γάλλοι ευγενείς πάνω στη σύγχυσή τους επιζήτησαν ως λύση στις δυσκολίες τους. Αλλά, όπως πάντα, ο πόλεμος επιταχύνει τη διαδικασία και εκτός από νεκρούς και ερείπια δημιουργεί και μια νέα οικονομία και μια νέα κοινωνία.
Η κρίση του 14ου αιώνα αναστέλλεται γρήγορα χάρη στην επαναδιαχείριση του οικονομικού και του κοινωνικού χάρτη της Χριστιανοσύνης. Η κρίση ευνοεί και επιτείνει την προηγούμεη εξέλιξη προς τον κρατικό συγκεντρωτισμό. Προετοιμάζει τη γαλλική μοναρχία του Καρόλου Ζ΄ και του Λουδοβίκου ΙΑ΄, την αγγλική βασιλεία των Τυδώρ, την ισπανική ενοποίηση με τους Καθολικούς βασιλείς, την έλευση παντού λίγο πολύ και στην Ιταλία πιο συγκεκριμένα, του «ηγεμόνα». Δημιουργεί νέες, αστικές κυρίως, πελατείες για προϊόντα και τέχνη, που τείνουν ίσως στη μαζική παραγωγή -αυτό που η τυπογραφία θα καταστήσει εφικτό στον πνευματικό τομέα- αλλά που αντιστοιχούν σε ένα ποιοτικό επίπεδο κατά μέσο όρο πολύ αξιοπρεπές, στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των ανώτερων στρωμάτων, στην ανάπττυξη της ευζωΐας και της φιλοκαλίας. Γεννά την κοινωνία της Αναγέννησης και των νεώτερων Χρόνων, που είναι πιο ανοιχτή και ευτυχέστερη από την πνιγερή φεουδαρχική κοινωνία.
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques De Goff
- Μεσαιωνικές πόλειςαπό Ζωή Δρακοπούλου
Τον καιρό που η Ιερουσαλήμ, δηλαδή την εποχή των σταυροφοριών, μονοπολούσε τη δυτική φαντασία, στην ίδια τη Δύση αναπτύσσονταν άλλες πόλεις πιο αληθινές και με περισσότερο μέλλον στη γη. Οι περισσότερες από αυτές τις πόλεις υπήρχαν πριν από το έτος 1000. Η ύπαρξη τους ανέρχεται στην Αρχαιότητα ή και παλαιότερα. Ακόμη και στις βαρβαρικές χώρες, που εκχριστιανίσθηκαν με καθυστέρηση, στις χώρες των Σκανδιναυών, των Γερμανών ή των Σλάβων, οι μεσαιωνικές πόλεις συνιστούν συνέχεια πρωτόγονων πόλεων: των σλαβικών gross ή των νορμανδικών wiks. Στον Μεσαίωνα σπανίζουν τα αστικά συμπλέγματα και δημιουργούνται εκ του μηδενός. Εντούτοις, ακόμη και για τις πιο συχνές περιπτώσεις στις οποίες παρατηρείται συνέχεια, μπορούμε άραγε να πούμε ότι οι μεσαιωνικές πόλεις είναι ίδιες με τους προγόνους τους;

Στον ρωμαϊκό κόσμο οι πόλεις ήταν πολιτικά, διοικητικά, στρατιωτικά και δευτερευόντως οικονομικά κέντρα. Κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, στριμωγμένες σε μια γωνία των παλιών τους τειχών, που τώρα ήταν πολύ μεγάλα, περιορίστηκαν σιγά σιγά στην πολιτική και διοικητική τους αποκλειστικά λειτουργία, που και αυτή με τη σειρά της ατρόφησε. Οι πιο μέτριες όφειλαν συνήθως τη σχετική τους σημασία, όχι τόσο στη παρουσία ενός ηγεμόνα ή ενός υψηλού αξιωματούχου, όσο στην παρουσία επισκόπου. Αστική καταρχήν θρησκεία, ο χριστιανισμός διαφύλαξε την αστική συνέχεια στη Δύση. Και αν η επισκοπική πόλη διατηρεί μια οικονομική λειτουργία, αυτή είναι απλουστευμένη και οφείλεται στο ρόλο που παίζουν οι αποθήκες του επισκόπου ή των μοναστηριών, στις οποίες φυλάσσονται τρόφιμα που προέρχονται από την περιβάλλουσα ύπαιθρο και διανέμονται στο μεγαλύτερο μέρος της μικρής ομάδας των κατοίκων, με αντάλλαγμα υπηρεσίες συνήθως και όχι χρήμα, ή μοιράζονται δωρεάν σε εποχή λιμού.
Οι μεσαιωνικές πόλεις γεννιούνται και αναπτύσσονται στη βάση της οικονομικής της λειτουργίας. Δημιουργείται από την ανανέωση των συναλλαγών και είναι επιτεύγματα των εμπόρων. Οι μεσαιωνικές πόλεις δεν αποτελούν απαραίτητα συνέχεια πόλεων της Αρχαιότητας. Η Βενετία, η Φλωρεντία, η Γένουα, η Πίζα, ακόμη και το Μιλάνο, το Παρίσι, η Μπρυζ, η Γάνδη, το Λονδίνο, είναι μεσαιωνικά δημιουργήματα. Με εξαίρεση τις πόλεις του Ρήνου και κυρίως τη Ρώμη (που κατά την μεσαιωνική εποχή είναι κυρίως θρησκευτικό κέντρο), στον Μεσαίωνα οι πιο σημαντικές πόλεις εξαφανίστηκαν ή πέρασαν σε δεύτερη μοίρα.
Είναι πόλεις που γεννήθηκαν με την εμπορική αφύπνιση, αλλά και με την αγροτική ανάπτυξη της Δύσης, που άρχιζε να τροφοδοτεί καλύτερα αστικά κέντρα με τρόφιμα και με ανθρώπους. Οι μεσαιωνικές πόλεις γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν μέσα από ένα σύνολο κινήτρων και μέσα από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Οι μεσαιωνικές πόλεις προσέλκυσαν τους νεόπλουτους της εποχής, που διέφευγαν από τη γη, από τις μοναστικές familiae, και χωρίς προκαταλήψεις ήταν πρόθυμοι να ριχτούν στις επιχειρήσεις και να κερδίσουν.
Αλλά μαζί με αυτούς ανακατωμένοι μαζί τους ή στηρίζοντας τους -δανείζοντας τους χρήματα τα οποία μόνο αυτοί διέθεταν στην αρχή- ήρθαν και μέλη των κυρίαρχων τάξεων: η γαιοκτημονική αριστοκρατία και ο κλήρος διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο. Μια κατηγορία όπως οι ministeriales, όργανα του άρχοντα που προέρχονταν συνήθως από τους δούλους ή τους δουλοπάροικους αλλά ανήλθαν σχετικά γρήγορα στα ανώτερα στρώματα της φεουδαρχικής ιεραρχίας, συμμετείχε οπωσδήποτε στην αστική ανάπτυξη.
Οι έντονα εξαστισμένες περιοχές της Μεσαιωνικής Δύσης είνια περιοχές στις οποίες καταλήγουν οπωσδήποτε μεγάλοι εμπορικοί δρόμοι. Αλλά αυτές είναι και οι περιοχές με τις πιο πλούσιες πεδιάδες, που παρουσιάζουν τις πιο ασφαλείς προόδους, χάρη στην αμειψισπορά, και τηι περισσότερο διαδεδομένη χρήση του άροτρου και του αλόγου για το όργωμα.
Και εδώ, στη στενή σχέση πόλης-υπαίθρου στο Μεσαίωνα είναι δύσκολο να καθορίσουμε τι ήταν αιτία και τι αποτέλεσμα. Για να γεννηθούν οι πόλεις είναι ανάγκη το ευνοϊκό αγροτικό περιβάλλον, αλλά όσο αναπτύσσονταν ασκούσαν όλο και μεγαλύτερη έλξη στα γαιοκτήματα που τις περιέβαλλαν και τα οποία διαστέλλονταν ανάλογα με τις απαιτήσεις των πόλεων. Ο αστικός πληθυσμός είναι καταναλωτική ομάδα που συμμετέχει στην αγροτική παραγωγή περιθωριακά, αλλά έχει ανάγκη να τρέφεται. Γύρω από τις πόλεις οι εκχερσώσεις επεκτείνονται, οι αποδόσεις αυξάνουν, ιδιαίτερα μάλιστα αφού η πόλη δεν αντλεί από τα αγροτικά της προάστεια μόνο τρόφιμα αλλά αποσπά και ανθρώπους.
Η μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, μεταξύ του 10ου και του 14ου αιώνα, είναι ένα από τα μείζονα φαινόμενα του χριστιανικού κόσμου. Η πόλη δημιουργεί μια νέα κοινωνία και αυτή η κοινωνία ανήκει αδιαμφισβήτητα στην «φεουδαρχική» κοινωνία. Στο σύνολο της η πόλη σχηματίζεται ως χωροδεσποτεία. Οι προύχοντες της πόλης μιμούνται τον τρόπο ζωής των ευγενών, κατασκευάζουν πέτρινα σπίτια, κτίζουν πύργους οι οποίοι χρησιμεύουν για την προστασία και την αποθήκευση των τροφίμων, αλλά είναι πάνω από όλα σύμβολα γοήτρου.
Ο ρόλος του καθοδηγητή, του ερεθίσματος, του κινήτρου, που επωμίζεται πλέον η πόλη, θα εκδηλωθεί στο εξής στα οικονομικά πράγματα. Ακόμη και αν η πόλη ήταν κυρίως τόπος συναλλαγής, εμπορικός κόμβος ή αγορά η ουσιαστική της λειτουργία σε αυτόν τον τομέα είναι η παραγωγική της δρατσηριότητα. Είναι ένα εργοτάξιο. Και το πιο σημαντικό είναι ότι σε αυτό το εργοτάξιο εγκαθιδρύεται ο καταμερισμός της εργασίας. Κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, το αγρόκτημα ακόμη και αν παρουσιάζει κάποια τεχνική ή βιοτεχνική εξειδίκευση, συγκέντρωνε στην ύπαιθρο όλες τις λειτουργίες της παραγωγής.
Δεν πρέπει ωστόσο να υπερβάλουμε ούτε το δυναμισμό ούτε την αυτονομία των νέων επαγγελμάτων. Οι «φεουδάρχες» ελέγχουν την οικονομική δραστηριότητα προβάλοντας πάρα πολλά οικονομικά κωλύματα και θεσμικά προσκόμματα. Οι συντεχνίες που πλαισιώνουν τα νέα επαγγέλματα είναι κυρίως «καρτέλ», που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και ανακόπτουν την παραγωγή. Η οικονομία περιορίζεται κυρίως στην ικανοποίηση των τοπικών αναγκών. Οι πόλεις που εργάζονται για εξαγωγές σπανίζουν: μονάχα ο τομέας της υφαντουργίας, στη βορειοδυτική Ευρώπη, στη Φλάνδρα κυρίως, και στη βόρεια Ιταλία, με την παραγωγή πολυτελών και ημιπολυτελών υφασμάτων παίρνει βιομηχανικές σχεδόν διαστάσεις και κινητοποιεί τις προσαρτημένες παραγωγές και ιδιαίτερα την παραγωγή χρωστικών φυτών, ανάμεσα στα οποία, από τον 13ο αιώνα, η ίσατις η βαφική κατέχει επιλεκτική θέση.
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacque Le Goff
- Το έτος 1000από Ζωή Δρακοπούλου
Το απόσπασμα του Βουργούνδιου χρονικογράφου Ραούλ Γκλαμπέρ είναι πασίγνωστο: «Ενώ πλησίαζε η τρίτη χρονιά που ακολούθησε το έτος 1000, είδαμε σε ολόκληρη την γη, αλλά κυρίως στη Γαλατία, να ανοικοδομούν τις εκκλησίες αν και οι περισσότερες ήταν καλοχτισμένες και δεν είχαν ανάγκη, αληθινή άμιλλα έσπρωχνε κάθε χριστιανική κοινότητα να αποκτήσει μια εκκλησία πολυτελέστατη από εκείνη των γειτόνων της. Θα λέγαμε ότι ο κόσμος ολάκερος σειόταν για να παρατήσει την παλαιότητά του και να περιβληθεί με ένα πέπλο από εκκλησίες. Τότε, όλες σχεδόν οι εκκλησίες των επισκοπικών εδρών, των μοναστηριών που ήταν αφιερωμένα σε κάθε λογής άγιο, ακόμη και τα μικρά παρεκκλήσια των χωριών, ξανακτίστηκαν από τους πιστούς ομορφότερα».

Η βασική κοινωνική διαστρωμάτωση του Μεσαίωνα: κληρικός, ευγενής και χωρικός. Ιδού η πιο περίλαμπρη εξωτερική ένδειξη για την άνθηση της Χριστιανοσύνης που εκδηλώνεται γύρω στο έτος 1000. Αυτό το μεγάλο ρεύμα ανοικοδόμησης έπαιξε οπωσδήποτε θεμελιώδη ρόλο στη πρόοδο της Δύσης μεταξύ του 10ου και του 14ου αιώνα. Καταρχήν με τη λειτουργία του ως οικονομικό κίνητρο. Η μαζική παραγωγή πρώτων υλών (πέτρα, ξύλο, σίδηρος), η τελειοποίηση τεχνικώς και η κατασκευή εργαλείων για την εξόρυξη, τη μεταφορά και την ανέγερση υλικών αξιόλογων σε μέγεθος και σε βάρος, η στρατολόγηση εργατικού δυναμικού, η χρηματοδότηση των εργασιών, όλα αυτά ανέδειξαν τα εργοτάξια των οικοδομών σε κέντρο πρώτης και μοναδικής σχεδόν μεσαιωνικής βιομηχανίας.
Αλλά η οσμή της ανοικοδόμησης δεν είναι πρωτογενές φαινόμενο. Ανταποκρίνεται σε ανάγκες, η κυριότερη των οποίων είναι η αναγκαιότητα να στεγασθεί ένας πολυπληθέστερος πληθυσμός. Αναμφίβολα, δεν υπάρχει πάντοτε άμεση σχέση μεταξύ του ποσοστού των εκκλησιών και του αριθμού των πιστών. Κίνητρα του γοήτρου και λατρείας έπαιξαν ασφαλώς ρόλο στη αναζήτηση του μεγάλου. Αλλά ήταν επίσης κεφαλαιώδης η επιθυμία να επιτραπεί στον αυξανόμενο χριστιανικό πληθυσμό να χωρέσει ολόκληρος μέσα σε θρησκευτικά οικοδομήματα.
Είναι δύσκολο να διακρίνουμε τα αίτια από τα αποτελέσματα στην εξέλιξη της Χριστιανοσύνης, αφού οι περισσότερες από τις όψεις αυτής της διαδικασίας ήταν και τα δύο συγχρόνως. Είναι ακόμη δυσκολότερο να διακρίνουμε την πρωταρχική και αποφασιστική αιτία αυτής της προόδου. Μπορούμε πάντως να αποδώσουμε αυτόν τον ρόλο σε παράγοντες τους οποίους επικαλούνται συχνά για να ερμηνεύσουν την απογείωση της Δύσης, όπως η δημογραφική αύξηση, που ήταν το πρώτο και το πιο θεαματικό από τα αποτελέσματα της προόδου. Η σχετική ειρήνευση επίσης που αποκαθίσταται κατά τον 10ο αιώνα: τέλος των επιδρομών, πρόοδος των θεσμών «ειρήνης» που ρυθμίζουν τον πόλεμο, περιορίζοντας τον χρόνο της στρατιωτικής δραστηριότητας και θέτοντας κάποιες μη μάχιμες κατηγορίες του πληθυσμού υπό την προστασία εγγυήσεων που υπόσχονται με όρκο οι πολεμιστές.
Η μείωση της έλλειψης ασφάλειας ήταν και αυτή συνέπεια της επιθυμίας ευρέων στρωμάτων της χριστιανικής κοινωνίας να προστατέψουν την πρόοδο που τότε γεννιόταν. Η προστασία που παραχωρείται ειδικά στους αγρότες, τους εμπόρους, τα ζώα και τα υποζύγια είναι χαρακτηριστική: η πίεση της οικονομικής προόδου κάνει τα όπλα να υποχωρήσουν, επιβάλλει το περιορισμένο και ελεγχόμενο αφοπλισμό.
Αλλά η προέλευση αυτής της ανάπτυξης θα πρέπει να αναζητηθεί στον τομέα της γαιοκτησίας, που στο Μεσαίωνα είναι η βάση για τα πάντα. Από τη στιγμή που η κυρίαρχη τάξη εξαγροτίζεται, γίνεται μια τάξη μεγαλογαιοκτημόνων. Η αριστοκρατία της γης υποκινεί την πρόοδο στην αγροτική παραγωγή. Η κυρίαρχη τάξη -με εξαίρεση κάποιους εκκλησιαστικούς άρχοντες και κάποιους υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους των Καρολιδών– δεν ενδιαφέρθηκε μάλλον άμεσα και την εκμετάλλευση των γαιοκτημάτων της. Αλλά οι οφειλές και οι υπηρεσίες που απαιτούσαν από τη μάζα των αγροτών παρότρυναν μάλλον τους τελευταίους να βελτιώσουν κάπως τις μεθόδους καλλιέργειας για να τους ικανοποιήσουν. Οι αποφασιστικές πρόοδοι που συνέθεσαν, μεταξύ τους 10ου και του 13ου αιώνα, αυτό που αποκαλούμε «αγροτική επανάσταση», είχαν ήδη εμφανισθεί δειλά από τον 7ο-8ο αιώνα και αναπτύχθηκαν με αργό ρυθμό μέχρι το έτος 1000, εποχή κατά την οποία γνώρισαν σημαντική επιτάχυνση.
Η ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής έφερε και αύξηση του πληθυσμού στην Δυτική Ευρώπη. Από 14,7 εκατομμύρια γύρω στο έτος 600 έφθασε τα 22,6 το 950 και τα 54,4 εκατομμύρια πριν τη Μαύρη Πανούκλα το 1348, 27 γύρω στο 700, σε 42 το έτος 1000 και σε 73 εκατομμύρια το 1300.
Η δημογραφική ανάπτυξη ήταν, κι αυτή με τη σειρά της, αποφασιστική για την επέκταση της Χριστιανοσύνης. Οι συνθήκες του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής θα μπορούσαν να υποκινήσουν κάποια τεχνική πρόοδο, αλλά ασφαλώς παρακώλυαν την υπέρβαση ενός μέτριου επιπέδου και δεν επέτρεπαν ποιοτικές προόδους στην αγροτική παραγωγή, οι οποίες θα επαρκούσαν για να αντιμετωπισθούν οι ανάγκες που γέννησε η δημογραφική αύξηση. Η αύξηση της απόδοσης και της θρεπτικής ικανότητας της συγκομιδής παρέμενε μικρή. Η λύση που απέμενε ήταν η αύξηση του καλλιεργούμενου χώρου. Η πρώτη όψη της επέκτασης της Χριστιανοσύνης, μεταξύ του 10ου και του 14ου αιώνα, είναι ένα τεράστιο ρεύμα εκχερσώσεων.
Συνήθως οι νέοι αγροί αποτελούν επέκταση των παλιών εδαφών, καθώς «μια προοδευτική διερεύνηση του ξέφωτου» εξαπλώνεται στη ζώνη του χέρσου εδάφους και των βοσκοτόπων. Τα εδάφη που εκχερσώθηκαν καίγοντας δάση επέκτειναν τα όρια των βατοπεδίων, αλλά σπάνια εθιξαν τους δρυμούς, τόσο εξαιτίας των περιορισμένων εργαλείων, όσο εξαιτίας της επιθυμίας των μεν αρχόντων να διατηρήσουν τα κυνηγετικά τους πεδία και των δε κοινοτήτων των χωριών να μη θίξουν τον δασικό πλούτο, που ήταν σημαντικός για την μεσαιωνική οικονομία. Η κατάκτηση του εδάφους έγινε αποξηραίνοντας έλη και δημιουργώντας πόλντερ [εκτάσεις ξηράς που ανακτήθηκαν από τη θάλασσα, λίμνες ή ποτάμια, συνήθως σε χαμηλό υψόμετρο (κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας), προστατευόμενες από τεχνητά αναχώματα, τάφρους και αντλιοστάσια]. Στη Φλάνδρα, η οποία από νωρίς επηρεάστηκε έντονα από τη δημογραφική πρόοδο, η εξέλιξη αυτή αρχίζει γύρω στο 1100 με την κατασκευή φραγμάτων σε διάφορα μέρη.
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff
- Μια ανανέωση είναι έτοιμηαπό Ζωή Δρακοπούλου
Όταν σβήνει το ρωμαϊκό όνειρο του έτος 1000, μια ανανέωση είναι έτοιμη να δει το φως της ημέρας: η ανανέωση ολόκληρης της Δύσης. Η ξαφνική της εκδήλωση καθιστά τον 11ο αιώνα εποχή αληθινής εκκίνησης της Δυτικής Χριστιανοσύνης. Αυτή η πρόοδος μπορούσε να αναπτυχθεί μόνο πάνω σε οκονομικές βάσεις. Οι βάσεις αυτές τέθηκαν νωρίτερα από όσο νομίζουμε. Μπορούμε να πούμε, ότι αν υπήρξε Καρολίγγεια Αναγέννηση, ήταν πρώτα από όλα οικονομική Αναγέννηση. Όπως και εκείνη του πολιτισμού, ήταν περιορισμένη, επιφανειακή και εύθραστη και μάλιστα δέχθηκε μεγαλύτερο πλήγμα από τις εισβολές και τις λεηλασίες των Νορμανδών, των Ούγγρων, των Σαρακηνών, τον 9ο αιώνα και στις αρχές του 10ου αιώνα, που αναμφίβολα καθυστέρησαν κατά έναν ή δύο αιώνες την Αναγέννηση της Δύσης, όπως οι επιδρομές του 4ου και του 5ου αιώνα είχαν επισπεύσει την παρακμή του ρωμαϊκού κόσμου.

Είναι ευκολότερο να αντιληφθούμε κάποιες ενδείξεις αναβίωσης του εμπορίου κατά τον 8ο και τον 9ο αιώνα: απόγειο της δραστηριότητας του εμπορίου της Φρισίας και του λιμανιού της Δουουρστέδης, νομισματική μεταρρύθμιση του Καρλομάγνου, εξαγωγή υφασμάτων φλαμανδικών που από τότε αποκαλούνται φρίσια.
Ωστόσο σε αυτήν την πρωταρχικά αγροτική οικονομία, πολλές ενδείξεις μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι η αγροτική παραγωγή βελτιώθηκε: νέα τμήματα στην οικογενειακή γη, που προέρχονται από εκχερσώσεις, εμφάνιση ενός νέου τρόπου ζεύξης, του οποίου η πρώτη γνωστή αναπαράσταση βρίσκεται σε ένα χειρόγραφο της Τρεβ, που χρονολογείται στο 800 περίπου, μεταρρύθμιση του ημερολογίου του Καρλομάγνου, ο οποίος δίνει στους μήνες ονόματα που ανακαλούν την πρόοδο στις τεχνικές της καλλιέργειας. Οι μικρογραφίες που αναπαριστούν τις εργασίες του κάθε μήνα αλλάζουν ριζικά, εγκαταλείπονται τα σύμβολα της Αρχαιότητας και αντικαθίστανται από συγκεκριμένες σκηνές, στις οποίες εκδηλώνεται η τεχνική κυριαρχία του ανθρώπου: «Ο άνθρωπος και η φύση είναι τώρα δύο πράγματα ξεχωριστά και ο άνθρωπος είναι ο αφέντης».
Τον 10ο αιώνα η πρόοδος στη Δυτική Ευρώπη είναι ολοφάνερη. Πιθανόν σε αυτήν την πρόοδο να συνέβαλαν η ανάπτυξη του σκανδιναβικού εμπορίου, η σλαβική οικονομία, που διεγείρεται από το διπλό ερέθισμα του νορμανδικού εμπορίου των εβραιο-αραβικών συναλλαγών κατά μήκος του δρόμου που ενώνει την Κόρδοβα με το Κίεβο διαμέσου της κεντρικής Ευρώπης, οι χώρες του Μεύση και του Ρήνου που αρχίζουν να αναπτύσονται, η βόρεια, κυρίως, Ιταλία, που ήδη ευημερεί, η αγορά της Πάβιας, που αποκτά διεθνή χαρακτήρα, και το Μιλάνο, που γνωρίζει αύξηση των τιμών, «σύμπτωμα νέας προόδου της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής».
Σε τι, σε ποιον θα πρέπει αποδώσουμε την αφύπνιση της μεσαιωνική Δύσης; Στον αντίκτυπο που είχε η διαμόρφωση του μουσουλμανικού κόσμου, που είναι ένας κόσμος με αστικές, καταναλωτικές μητροπόλεις που προκαλούν στη Δύση αυξημένη παραγωγή πρώτων υλών, οι οποίες εξάγονται προς την Κόρδοβα, το Καιρουάν, τη Δαμασκό, τη Βαγδάτη. Μελετητές που αποδίδουν το κλείσιμο της Μεσογείου και την εξάντληση του δυτικού εμπορίου στην αραβική κατάκτηση, θεωρούν την ζήτηση των πρώτων υλών κίνητρο της οικονομικής αφύπνισης της δυτικής Χριστιανοσύνης.
Μια άλλη θεωρία αποδίδει την αφύπνιση στις τεχνικές προόδους που αναπτύχθηκαν στο ίδιο το έδαφος της Δύσης: αγροτική προόδος που αυξάνει τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και την απόδοσή τους. Στρατιωτική επίσης πρόοδος που με τον αναβολέα, επιτρέπει να δαμαστεί το άλογο και φέρνει την γέννηση μιας νέας τάξης πολεμιστών, των ιπποτών, οι οποίοι ταυτίζονται, επιπλέον, με τους μεγάλους γαιοκτήμονες που έχουν τη δυνατότητα να εισαγάγουν στα κτήματά τους τα νέα εργαλεία και τις νέες τεχνικές. Αυτή είναι μια ερμηνεία που στηρίζεται στην εσωτερική εξέλιξη και διαφωτίζει επιπροσθέτως, τη μετάθεση του κέντρου βάρους της Δύσης προς τον Βορρά, σε χώρες, σε πεδιάδες και σε μεγάλες επιφάνειες όπου μπορεί να αναπτυχθεί το βαθύ όργωμα και να διανυθούν αποστάσεις που κόβουν την ανάσα.
Είναι αναμφισβήτητη αλήθεια ότι η άνοδος των ισχυρών -γαιοκτημόνων και ιπποτών- δημιουργεί μια τάξη ικανή να εκμεταλλεύεται τις οικονομικές ευκαιρίες που της προσφέρονται: αυξημένη εκμετάλλευση της γης και περιορισμένες ακόμη αγορές, που αφήνουν σε κάποιους ειδικούς -στους πρώτους δυτικούς εμπόρους- ένα τμήμα των κερδών που αντλεί από αυτές ο χριστιανικός κόσμος.
Είναι δελεαστική η σκέψη ότι οι κατακτήσεις του Καρλομάγνου και οι στρατιωτικές του επιχιερήσεις, στη Σαξωνία, τη Βαυαρία, κατά μήκος του Δούναβη, στη Βόρεια Ιταλία, προς τη Βενεντία και πέρα από τα Πυρηναία, κατευθύνονταν στις ζώνες των συναλλαγών και επιζητούσαν να περιλάβουν τις οδούς του αναγεννώμενου εμπορίου. Και η συνθήκη του Βερντέν θα μπορούσε έτσι να θεωρηθεί μοίρασμα τμημάτων αυτών των οδών, όπως και των ζώων καλλιέργειας.
Πάνω από όλα, όμως, η μεγάλη γαιοκτησία, συνέχεια της αρχαίας villa, παραχωρεί τη θέση της σε ένα νέο πλαίσιο εξουσίας που ανανεώνει τις μορφές της οικονομικής εκμετάλλευσης, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και την ιδεολογία. Πρόκειται για την χωροδεσποτεία (seigneurie). Στηρίζεται σε νέα κέντρα όπου συναθροίζονται οι άνθρωποι: το χωριό, το κάστρο και λίγο αργότερα τη διφορούμενη πόλη. Μετά το έτος 1000 η αλλαγή επιταχύνεται. Η μεσαιωνική Χριστιανοσύνη εισέρχεται επί σκηνής.
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques De Goff
