Ιστορία

Με τον όρο Ιστορία εννοείται η συστηματική μελέτη του παρελθόντος εστιασμένη κυρίως στην ανθρώπινη, δραστηριότητα έως την παρούσα εποχή. Η ιστορία μελετά κυρίως γραπτές πηγές που μας δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν ενώ ως προϊστορία αναφέρεται η εποχή για την οποία δεν έχουμε γραπτές πηγές ή που αυτές δεν μας είναι κατανοητές. Η μελέτη των γεγονότων περιλαμβάνει την καταγραφή τους, αλλά και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτά, όπως και τους γενικούς νόμους της ιστορικής εξέλιξης.

Η Ιστορία

Ιστορία
Προτομή του Ηροδότου
Θεωρείται ο Πατέρας της Ιστορίας

Η ιστορία δεν αποτελεί απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά προσπάθεια αναδόμησης και ερμηνείας του παρελθόντος, με στόχο συνήθως την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος. Ως εξελισσόμενη επιστήμη υφίσταται διαρκείς αλλαγές και μετασχηματισμούς, παράγοντας διαφορετικές ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. Ο ιστορικός ερευνά τις τάσεις της κοινωνίας σε διάφορες περιόδους και σε διάφορους τομείς, τις οικονομικές συνθήκες, την εξέλιξη του πολιτισμού, της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Υπάρχει ιστορία των εθνών, ιστορία της μουσικής, ιστορία της ιατρικής, ιστορία της αρχιτεκτονικής κ.λ.π. Οι ιστορικοί πάντως εκφράζουν διάφορες απόψεις για το αντικείμενό τους, θεωρώντας το άλλοι επιστήμη και άλλοι τέχνη. Επίσης διαφορετικές απόψεις εκφράζονται και για την δυνατότητα της ιστορίας να είναι αντικειμενική, όπως γενικά και για τη φιλοσοφία της ιστορίας.

Περίοδοι της Ιστορίας

  1. Προϊστορική εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από την εμφάνιση του ανθρώπου έως το 3500 π.Χ. περίπου και εξετάζεται από την Προϊστορία.
  2. Αρχαιότητα: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 3500 π.Χ. έως το 476 μ.Χ.και εξετάζεται από την Αρχαία Ιστορία.
  3. Μεσαίωνας: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 476 έως το 1500 περίπου και εξετάζεται από τη Μεσαιωνική Ιστορία.
  4. Νεότερη Εποχή: Καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 1500 μ.Χ. έως σήμερα και εξετάζεται από τη Σύγχρονη Ιστορία.

Ακολουθούν άρθρα από την ελληνική και παγκόσμια ιστορία.

  • Η γυναίκα και το παιδί

    Είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τη θέση που η γυναίκα και το παιδί κατείχαν στους κόλπους της οικογένειας και την εξέλιξη που υπέστησαν οι συνθήκες της ζωής τους στη μεσαιωνική Δύση. Αναμφίβολα η γυναίκα είναι κατώτερη. Σε αυτήν την στρατιωτική και ανδροκρατούμενη κοινωνία, όπου η επιβίωση πάντοτε απειλείται και κατά συνέπεια η γονιμότητα είναι περισσότερο κατάρα παρά ευλογία, η γυναίκα δεν τιμάται.

    Η γυναίκα και το παιδί

    Η γυναίκα, αν και δεν είναι τόσο χρήσιμη όσο ο άνδρας στη μεσαιωνική κοινωνία, διαδραματίζει ένα μη αμελητέο ρόλο στον οικονομικό επίπεδο. Στην αγροτική τάξη ο ρόλος της στην εργασία είναι αντίστοιχος, αν όχι ίσος με τον άνδρα. Στην ανώτερη τάξη οι γυναίκες έχουν εξίσου σημαντική οικονομική δραστηριότητα αν και οι ασχολίες τους είναι πιο «ευγενείς». Είναι επικεφαλής στον γυναικονίτη όπου τα πολυτελή επαγγέλματα -ύφανση πολυτελών υφασμάτων, κέντημα, κατασκευή χαλιών- παρέχουν ένα μεγάλο μέρος από τα ενδύματα που χρειάζεται ο άρχοντας και οι σύντροφοί του. Πιο πεζά, είναι οι γυναίκες και οι εργάτες της υφαντουργίας της αρχοντικής ομάδας. Για να δηλώσει τα δύο φύλα το λεξιλόγιο, όχι μόνο το τρέχον αλλά και το νομικό λεξιλόγιο, λέγει: «η πλευρά του ξίφους» και «η πλευρά της ρόκας».

    Όταν, ανάμεσα στον 9ο και τον 10ο αιώνα, το ανώτερο στρώμα της οικονομικής τάξης, οι laboratories της εποχής εκείνης, επιτυγχάνει να προαχθεί κοινωνικά, οι γυναίκες που αποτελούν μέρος αυτής της κατηγορίας ευνοούνται και αυτές από την προαγωγή. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε όλες τις εποχές του Μεσαίωνα, η γέννηση κοριτσιών αν και δεν προκαλεί ιδιαίτερη χαρά, δεν τιμωρείται με παιδοκτονία, όπω συμβαίνει σε άλλες μισογυνικές κοινωνίες. Στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας, οι γυναίκες απολαμβάνουν πάντοτε κάποιο γόητρο. Τουλάχιστον ορισμένες από αυτές.

    Διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι οι σταυροφορίες, που άφησαν τις γυναίκες μόνες τους στη Δύση, οδήγησαν στην αύξηση των εξουσιών και των δικαιωμάτων τους. Οι συνθήκες ζωής των γυναικών της κοινωνίας των αρχόντων στο ανώτερο κυρίως στρώμα στη Νότια Γαλλία και στην Ιταλία βελτιώθηκαν δύο φορές: κατά την καρολίγγεια εποχή και τον καιρό των σταυροφοριών και την Reconquista.

    Δεν ισχύει όμως το ίδιο για το παιδί. Για να πούμε την αλήθεια υπάρχουν άραγε παιδιά στη μεσαιωνική Δύση; Ο χρησιμοθηρικός Μεσαίωνας που δεν έχει καιρό να λυπηθεί ή να θαυμάσει ένα παιδί, μόλις που το διακρίνει. Ειπώθηκε ότι στο Μεσαίωνα δεν υπάρχουν παιδιά αλλά μόνο μικροί ενήλικες. Εξάλλου, για να μορφωθεί το παιδί δεν έχει κοντά του αυτόν που είναι ο συνήθης παιδαγωγός στις παραδοσιακές κοινωνίες: τον παππού. Στον Μεσαίωνα η προσδοκώμενη ζωή παραείναι βραχεία για να υπάρχουν πολλά παιδιά που γνώρισαν τον παππού τους. Μόλις βγαίνουν από τον κύκλο των γυναικών, όπου η παιδική τους ύπαρξη δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν, ρίχονται στους κόλπους της αγροτικής εργασίας ή της στρατιωτικής εκπαίδευσης.

    Το παιδί στην λογοτεχνία θα εμφανισθεί με την οικιακή οικογένεια που σχετίζεται με την περιορισμένη συγκατοίκηση μιας στενής ομάδας των άμεσων προγόνων και απογόνων, οικιακή οικογένεια που πολλαπλασιάζεται στο αστικό περιβάλλον και με τη διαμόρφωση της αστικής τάξης. Το παιδί είναι προϊόν της πόλης και της αστικής τάξης που, αντίθετα, καταπιέζουν και πνίγουν την γυναίκα . Η γυναίκα είναι υποδουλωμένη στο σπίτι ενώ το παιδιί απελευθερώνετα και ξαφνικά γεμίζει το σπίτι, το σχολείο και τον δρόμο.

    Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff

  • Το άτομο στη Μεσαιωνική Δύση

    Στη μεσαιωνική Δύση, το άτομο ανήκε καταρχήν στην οικογένεια, ευρεία, πατριαρχική ή φυλετική. Υπό την διεύθυνση του αρχηγού της, η οικογένεια πνίγει το άτομο, επιβάλλοντας του συλλογική ιδιοκτησία, ευθύνη και δράση.

    Το άτομο στη Μεσαιωνική Δύση
    Λουδοβίκος ΙΑ΄ της Γαλλίας

    Το βάρος της οικογενειακής ομάδας είναι γνωστό στο επίπεδο της τάξης των αρχόντων όπου το γένος επιβάλλει στον ιππότη τις δικές του πραγματικότητες, τις δικές του υποχρεώσεις και τη δική του ηθική. Το γένος είναι η κοινότητα αίματος που συντίθεται από τους «συγγενείς» και τους «κατά σάρκαν φίλους» δηλαδή και τους εξ αγχιστείας, ενδεχομένως, συγγενείς. Το γένος δεν είναι υπόλειμμα της πρωτόγονης ευρείας οικογένειας. Είναι ένα χαλαρό στάδιο οργάνωσης της οικογενειακής ομάδας, το οποίο απαντάται στις γερμανικές κοινωνίες του πρώιμου Μεσαίωνα. Τα μέλη του γένους συνδέονται με σχέσεις αλληλεγγύης που εκδηλώνονται κυρίως στο πεδίο της μάχης και στο πεδίο της τιμής.

    Η αλληλεγγύη του γένους εκδηλώνεται κυρίως στη ιδιωτική εκδίκηση. Στην Βουργουνδία, τον καιρό του Ραούλ Γκλάβερ (Βενεδικτίνος μοναχός και σημαντικός χρονικογράφος του 11ου αιώνα) ένα ανεξιλέωτο μίσος στρέφει δύο οικογένειες τη μία εναντίον της άλλης. Η πάλη διαρκούσε πολλά χρόνια. Ήταν μια μέρα του τρύγου, που οι δύο πλευρές άρχισαν να πολεμούν μέσα στο ίδιο έδαφος του κτήματος. Στη μάχη αυτή πολλοί βρήκαν τον θάνατο και από τη μία και από την άλλη πλευρά. Η διαμάχη εξακολούθησε, η διχόνοια εκτραχύνθηκε, και αμέτρητες δυστυχίες συνέχισαν να πλήττουν την οικογένεια και πολλά μέλη της δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια τριάντα και πλέον ετών.

    Για μεγάλο χρονικό διάστημα, στη μεσαιωνική Δύση η βεντέτα ασκείται, αναγνωρίζεται και εξυμνείται. Η υποστήριξη που δικαιούται κανείς να αναμένει από ένα συγγενή οδηγεί στη συχνή δήλωση ότι μεγάλος πλούτος σημαίνει μεγάλο αριθμό συγγενών.

    Το γένος μοιάζει να αντιστοιχεί σε ένα στάδιο της μονοπλευρικής οικογένειας της οποίας το θεμέλιο και ο σκοπός είναι η διατήρηση της κοινής οικογενειακής περιουσίας. Η πρωτοτυπία της μονοπλευρικής φεουδαρχικής οικογένειας είναι ότι για την αρσενική ομαδά του γένους, η στρατιωτική λειτουργία και οι προσωπικές σχέσεις που προϋποθέτουν ανώτερη πίστη έχουν εξίσου μεγάλη σσμασία με τον οικονομικό του ρόλο. Αυτό το σύνολο συμφερόντων και συναισθημάτων προκαλεί άλλωστε εντάσεις εξαιρετικής βιαιότητας στη φεουδαρχική οικογένεια. Το γένος τείνει στο δράμα, περισσότερο και από την πίστη.

    Ανταγωνισμός μεταξύ αδελφών καταρχήν δεδομένου ότι η εξουσία δεν εξασφαλίζεται εξαρχής στον πρωτότοκο, αλλά εμπίπτει σε εκείνον από τα αδέλφια στον οποίο οι άλλοι αναγνωρίζουν ηγετικές ικανότητες. Η αναγνώριση γίνεται συχνά με επιφυλάξεις και τίθεται συχνά υπό αμφισβήτηση. Στις φεουδαρχικές βασιλικές οιικογένειες επιτείνεται ο ανταγνωνισμός και το αδελφικό μίσος που υποκινούνται από το δόλωμα του στέμματος.

    Το γένος γεννούσε και κάποιους Κάιν. Γεννούσε και ασεβείς γιους. Η μικρή απόσταση που χώριζε τις γενιές. Η βραχεία προσδοκώμενη ζωή, η ανάγκη του άρχοντα, του στρατιωτικού ηγέτη δηλαδή, όταν είναι ενήλικος, να εκδηλώνει την εξουσία του στη μάχη, όλα αυτά εξαντλούν την ανυπομονησία των νεαρών φεουδαρχών. Εδώ οφείλεται και η εξέγερση των γιων εναντίον των πατέρων: από τον Ερρίκο τον Νεότερο, τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο και τον Γοδεφρείδο της Βρετάνης που στρέφονται εναντίον του Ερρίκου Β΄ της Αγγλίας, μέχρι και την εξέγερση εναντίον του Καρόλου Ζ΄, με την οποία ο γιος του, ο μελλοντικός Λουδοβίκος ΙΑ΄, αναδεικνύεται σε φεουδαχικό κληρονόμο.

    Οικονομικοί λόγοι και λόγοι γοήτρου συνδυάζονται, εξάλλου, ώστε ο νεαρός άρχοντας, με την ενηλικίωση του να απομακρύνεται από τον πατέρα του και, αναμένοντας την κληρονομιά, να γίνεται περιπλανώμενος ιππότης. Εντάσεις προκαλούνται επίσης από τους πολλαπλούς γάμους και από την παρουσία πολυάριθμων νόθων. Μολονότι η νοθογένεια που είναι ατιμωτική για τους αδυνάτους, δεν επισύρει καμία ντροπή για τους ισχυρούς.

    Σε μια μονοπλευρική οικογένεια υπάρχει μια εξαιρετικά σημαντική σχέση θείου και ανηψιού, και συγκεκριμένα τον αδελφό της μητέρας με τον γιο της. Τα ιπποτικά άσματα και πάλι παρουσιάζουν ένα μεγάλο αριθμό ζευγών θείου-ανηψιού: Καρλομάγνος-Ρολάνδος, Γουλιέλμος της Οράγγης-Βιβιέν, Ραούλ του Καμπραί-Γκωτιέ. Στη μεσαιωνική κοινωνία υπάρχει νεποτισμός.

    Αυτή η μονοπλευρική μάλλον, παρά πατριαρχική, οικογένεια απαντάται και στην αγροτική τάξη. Συγχέεται πιο άμεσα με την αγροτική εκμετάλλευση, με την οικονομική οικογενειακή ιδιοκτησία. Ενώνει όλους αυτούς που κατοικούν στο ίδιο σπίτι και αφοσιώνονται στην αξιοποίηση της ίδιας γης. Η αγροτική οικογένεια, που αποτελεί το θεμελιώδες οικονομικό και κοινωνικό κύτταρο των κοινωνιών που μοιάζουν με την κοινωνία της μεσαιωνικής Δύσης, μας είναι σχετικά άγνωστη. Είναι πραγματική κοινότητα, αλλά δεν έχει πολιτική έκφραση. Είναι σαφώς αυτό που στη Γαλλία του Παλαιού Καθεστώτος ονομάζεται «σιωπηλή κοινότητα» και της οποίας ακόμη και το όνομα -«σιωπηλό» είναι αυτό που αποσιωπάται, κάτι μυστικό σχεδόν- δηλώνει ότι το δίκαιο απρόθυμα αναγνωρίζει την ύπαρξή της.

    Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff

  • Η χριστιανική κοινωνία του Μεσαίωνα

    Γύρω στο έτος 1000, η χριστιανική κοινωνία παρουσιάζεται μέσα από τη λογοτεχνία σύμφωνα με νέο σχήμα: ένας «τριπλός λαός»συνθέτει την κονωνία: ιερείς, πολεμιστές, αγρότες. Οι τρεις κατηγορίες είναι ξεχωριστές και συμπληρωματικές, καθεμιά έχει ανάγκη τις δύο άλλες. Το σύνολό τους σχηματίζει το αρμονικό σώμα της κοινωνίας. Οι πρώτοι προσεύχονται, οι δεύτεροι πολεμούν και οι τρίτοι εργάζονται. Τα τρία αυτά μέρη συνυπάρχουν. Δεν μπορούν να αποσπασθούν. Οι υπηρεσίες που προσφέρει το ένα μέρος είναι προϋπόθεση του έργου των δύο άλλων καθένα με τη σειρά του επωμίζεται να ανακουφίζει το σύνολο. Έτσι, η τριπλή αυτή συναρμογή είναι ενωμένη και έτσι μπόρεσε να θριαμβεύσει ο νόμος και να απολαύσει ο κόσμος την ειρήνη.

    Η χριστιανική κοινωνία του Μεσαίωνα

    Στον ύστερο Μεσαίωνα, στη Γαλλία η τριμερής κοινωνία θα γίνει κοινωνία των τριών τάξεων: κλήρος, ευγενείς και τρίτη τάξη. Αλλά η τελευταία δεν συγχέεται με το σύνολο των μη ευγενών. Δεν αντιπροσωπεύει ούτε καν ολόκληρη την αστική τάξη, αποτελείται από τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης, τους προύχοντες. Το διφορούμενο αυτό υπάρχει ήδη από τον Μεσαίωνα και αφορά στη φύση αυτής της τρίτης τάξης, που είναι θεωρητικά το σύνολο όλων όσων δεν εμφανίζονται στις δύο πρώτες, αλλά στην πραγματικότητα περιορίζεται στο πιο μορφωμένο ή το πιο πλούσιο μέρος του υπόλοιπου και καταλήγει στη σύγκρουση της Γαλλικής Επανάστασης.

    Στη μεσαιωνική εποχή αυτές οι τρεις κατηγορίες του τριμερούς σχήματος θεωρούνται ordines και στη μεσαιωνική εποχή στις τρεις λειτουργίες αντιστοιχούν τρεις ordines. Ο όρος «ordines» είναι περισσότερο καρολίγγειος παρά φεουδαρχικός, ανήκει στο θρησκευτικό λεξιλόγιο και εφαρμόζεται συνήθως σε μια θρησκευτική θεώρηση της κοινωνίας, τους κληρικούς, τους λαϊκούς, το πνευματικό και το κοσμικό.

    Η αντικατάσταση ήδη από τον 11ο αιώνα του ordo από την conditio και γύρω από στο 1200 από το etat, δηλώνει μια βαθιά αλλαγή. Αυτή η εκκοσμίκευση της θεώρησης της κοινωνίας θα ήταν και από μόνη της σημαντική. Αλλά συνοδεύεται κυρίως από την καταστροφή του τριμερούς σχήματος και αντιστοιχεί έτσι σε μια κεφαλαιώδη εξέλιξη της ίδιας της μεσαιωνικής κοινωνίας.

    Μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του τριμερούς σχήματος σε μια κοινωνία παρουσιάζεται όταν εμφανίζεται μια νέα τάξη που μέχρι τότε δεν είχε θέση στο σχήμα. Οι λύσεις που υιοθετούν διάφορες κοινωνίες ποικίλλουν. Τρεις από αυτές ελάχιστα αναστατώνουν την παραδοσιακή θεώρηση: αυτή που καταφέρνει να κρατήσει τη νέα τάξη στο περιθώριο και της αρνείται μια θέση στο σχήμα, αυτή που την συνταιριάζει και την εντάσσει μέσα σε μία από τις προϋπάρχουσες τάξες και τέλος, η πιο επαναστατική, αυτή που για να της κάνει θέση μεταμορφώνει το τριμερές σχήμα σε τετραμερές.

    Γενικά, η ενοχλητική τάξη είναι αυτή των εμπόρων που σημαδεύουν τη μετάβαση από την κλειστή στην ανοιχτή οικονομία και την εμφάνιση μιας ισχυρής οικονομικής τάξης, η οποία δεν ικανοποιείται από την υποταγή της στην τάξη των κληρικών και στην στρατιωτική τάξη.

    Το σημαντικό γεγονός είναι ότι στο δεύτερο μισό του 12ου αιώνα και κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα, το τριμερές σχήμα της κοινωνίας εξασθενεί και υποχωρεί μπροστά σε ένα πολύπλοκο και εύκαμπτο σχήμα που είναι αποτέλεσμα και καθρέφτισμα κοινωνικής αναταραχής.

    Την τριμερή κοινωνία τη διαδέχεται η κοινωνία των etats που είναι κατηγορίες κοινωνικο-επαγγελματικές. Το νέο σχήμα είναι σχήμα με την αστική ανάπτυξη του 11ου-13ου αιώνα μιας ιεραρχημένης κοινωνίας, που κατεβαίνει από το κεφάλι στην ουρά. Αλλά πρόκειται για μια ιεραρχία διαφορετική από εκείνη των ordines της τριμερούς κοινωνίας, μια ιεραρχία περισσότερο οριζόντια παρά κάθετη, περισσότερο ανθρώπινη παρά θεϊκή, η οποία δεν αμφισβητεί τη βούληση του θεού, αλλά δεν εξαρτάται από το θεϊκό δίκαιο, και μπορεί σε κάποιο βαθμό να υποστεί αλλαγές.

    Η καταστροφή του τριμερούς σχήματος συνδέεται με την αστική ανάπτυξη του 11ου-13ου αιώνα. Το τριμερές σχήμα διαλύεται την ίδια εποχή με το σχήμα των επτά ελεύθερων τεχνών και τη στιγμή που αποκαθίστανται οι γέφυρες ανάμεσα στους πνευματικούς και τους τεχνικούς κλάδους. Το αστικό εργοτάξιο είναι η χοάνη όπου διαλύεται η τριμερής κοινωνία και γίνεται η επεξεργασία της νέας εικόνας.

    Παρά τον κατακερματισμό της κοινωνίας, οι πνευματικοί ηγέτες διατηρούν την νοσταλγία της ενότητας. Το χριστιανικό ποίμνιο που για μεγάλο χρονικό διάστημα διατηρούσε αμυντική στάση, φτωχό, καταφρονεμένο από τον υπόλοιπο κόσμο που από την Κόρδοβα, έως το Βυζάντιο, το Κάιρο, τη Βαγδάτη και το Πεκίνο, είτε το αγνοεί είτε το περιφρονεί, μπορεί να ισχυροποιηθεί, σύμφωνα με τους οδηγούς του, μόνο αν είναι ενωμένο. Η χριστιανική κοινωνία πρέπει να σχηματίσει ένα σώμα, ένα corpus.

    Στη μεσαιωνική Χριστιανοσύνη, που είναι κόσμος μοναδικών μαχών, η χριστιανική κοινωνία είναι καταρχήν πεδίο της πάλης ανάμεσα στην ενότητα και τη διαφορά, όπως είναι γενικότερα πεδίο μονομαχίας ανάμεσα στο καλό και το κακό. Διότι, για μεγάλο χρονικό διάστημα το ολοκληρωτικό σύστημα της μεσαιωνικής Χριστιανοσύνης ταυτίζει το καλό με την ενότητα και το κακό με τη διαφορά.

    Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff

  • Ο μεσαιωνικός χρόνος

    Ο μεσαιωνικός χρόνος αλλάζει με αργό ρυθμό. Οι επιτυχίες του κινήματος των πόλεων, οι πρόοδοι της αστικής τάξης των εμπόρων και των εργοδοτών που νιώθουν την ανάγκη να μετρήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον χρόνο της εργασίας και των εμπορικών συναλλαγών -τραπεζικών κυρίως συναλλαγών με την πρόοδο της συναλλαγματικής- διασπούν και ενοποιούν τους παραδοσιακούς χρόνους.

    Ο μεσαιωνικός χρόνος

    Στην καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι του Μεσαίωνα χρησιμοποιούν χρονολογικά σημεία αναφοράς, τα οποία δανείζονται από διάφορα κοινωνικο-χρονικά σύμπαντα που τους επιβάλλουν διάφορες οικονομικές και κοινωνικές δομές. Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν μεταφράζει καλύτερα τη δομή της μεσαιωνικής κοινωνίας από ό,τι τα μετεωρολογικά φαινόμενα και οι συγκρούσεις που αποκρυσταλλώνονται γύρω τους.

    Τα μέτρα -του χώρου και του χρόνου- είναι εργαλεία κοινωνικής κυριαρχίας με εξέχουσα σημασία. Όποιος είναι κύριος τους ισχυροποιεί, με μοναδικό τρόπο, την εξουσία του στην κοινωνία. Και η πολλαπλότητα των μεσαιωνικών χρόνων απεικονίζει τους κοινωνικούς αγώνες εκείνης της εποχής. Όπως στην ύπαιθρο και στις πόλεις αγωνίζονται για τα μέτρα χωρητικότητας-που καθορίζουν τις μερίδες και το βιοτικό επίπεδο- υπέρ ή εναντίον των μέτρων του άρχοντα ή της πόλης, έτσι και στη μέτρηση του χρόνου διακυβεύονται αγώνες που αποσπούν κάπως αυτά τα μέτρα από τις κυρίαρχες τάξεις, τον κλήρο και την αριστοκρατία.

    Όπως η γραφή, έτσι και η μέτρηση του χρόνου, για ένα μεγάλο διάστημα στον Μεσαίωνα, παραμένει κτήμα των ισχυρών και αποτελεί στοιχείο της εξουσίας τους. Η μάζα δεν κατέχει τον χρόνο της, είναι ανίκανη και να τον καθορίσει. Υπακούει στον χρόνο που επιβάλλεται από τα καμπαναριά, τις τρομπέττες και τις μικρές σάλπιγγες.

    Ο μεσαιωνικός χρόνος είναι καταρχήν αγροτικός και στρατιωτικός

    Σε αυτόν τον κόσμο όπου το βασικό είναι η γη και όπου το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού ζει από αυτήν, πλουσιοπάροχα ή φτωχά, η πρώτη χρονολογική αναφορά είναι αγροτική. Ο αγροτικός χρόνος είναι καταρχήν χρόνος της μακράς διάρκειας. Ο αγροτικός χρόνος, ο χρόνος του χωρικού ειναι χρόνος των αναμονών και της υπομονής, των νέων ξεκινημάτων, των καθυστερήσεων και αν όχι της ακινησίας πάντως της αντίστασης στην αλλαγή. Μη συμβαντολογικός, διαφεύγει από την ανάγκη της ημερομηνίας ή μάλλον οι ημερομηνίες του διακυμαίνονται αργά ακολουθώντας τον ρυθμό της φύσης.

    Ο αγροτικός χρόνος είναι φυσικός χρόνος. Οι μεγάλες διαιρέσεις είναι η μέρα, η νύχτα και οι εποχές. Χρόνος κατ΄ αντιδιαστολή τροφοδοτεί τη μεσαιωνική τάση προς τον μανιχαϊσμό: αντίθεση του σκότους στο φως, του κρύου με το ζεστό, της δραστηριότητας με την αεργία, της ζωής με τον θάνατο.

    Μέσα σε αυτόν τον κόσμο όπου το τεχνητό φως σπανίζει, η νύχτα βαραίνει από απειλές και κινδύνους, η νύχτα είναι επικίνδυνη, προκαλεί πυρκαγιές σε έναν κόσμο φτιαγμένο από ξύλο. Μπροστά στις ανθρώπινες απειλές οι πόρτες κλείνουν και οι περίπολοι στις εκκλησίες, τους πύργους, τις πόλεις επαγρυπνούν. Η μεσαιωνική νομοθεσία τιμωρεί με εξαιρετική δύναμη τα αδικημάτα και τα εγκλήματα που έγιναν τη νύχτα. Στη μεσαιωνική δικαιοσύνη η νύχτα είναι μείζον επιβαρυντικό στοιχείο. Η νύχτα είναι, κυρίως, ο καιρός των υπερφυσικών κινδύνων. Καιρός των πειρασμών, των φαντασμάτων, του Διαβόλου.

    Ο κύκλος παραμένει κύκλος γεωργικών εργασιών, ή μάλλον, θα πρέπει να διακρίνουμε, πάντοτε σχεδόν, στο εσωτερικό του αγροτικού κύκλου -Απρίλιος-Μάιος- μια χασμωδία, με την εισβολή ευγενών, μια αρχοντική δηλαδή εισβολή, στην αγροτική ακολουθία. Πρόκειται για την επέλαση του άρχοντα, του νεαρού συνήθως άρχοντα, νέου όπως η ανανέωση: πρόκειται για το φεουδαρχικό κυνήγι. ‘Ενα ταξικό, λοιπόν, θέμα γλιστρά μέσα στο οικονομικό θέμα.

    Αυτό σημαίνει ότι δίπλα ή μάλλον μαζί με τον αγροτικό χρόνο επιβάλλονται και άλλοι κοινωνικοί χρόνοι: ο αρχοντικός και ο κληρικός χρόνος. Ο αρχοντικός χρόνος είναι καταρχήν στρατιωτικός χρόνος. Μέσα στη χρονιά δίνει προνομιακή θέση στην περίοδο που ξαναρχίζουν οι μάχες και απαιτείται η υπηρεσία του υποτελούς. Είναι ο χρόνος του στρατού.

    Ο αρχοντικός χρόνος είναι επίσης ο χρόνος των αγροτικών οφειλών. Τα σημεία αναφοράς μέσα στο έτος είναι οι μεγάλες γιορτές. Ανάμεσα σε αυτές υπάρχουν κάποιες που λειτουργούν ως καταλύτες της χρονικής ευαισθησίας των αγροτικών μαζών: οι φεουδαρχικές προθεσμίες, στις οποίες πληρώνονται οι οφειλές σε είδος ή σε χρήμα. Οι ημερομηνίες ποικίλουν ανάλογα με τις περιοχές και τα γαιοκτήματα, αλλά μια εποχή ξεχωρίζει στη χρονολόγηση των προθεσμιών: το τέλος του καλοκαιριού, όταν γίνεται το μεγαλύτερο μέρος των αρχοντικών κρατήσεων επί της συγκομιδής. Η σημαντική ημερομηνία του χρονικού ορίου, είναι η γιορτή του Αγίου Μιχαήλ (29 Σεπτεμβρίου) που μερικές φορές αντικαθίσταται από τη γιορτή του Αγίου Μαρτίνου (11 Νοεμβρίου).

    Ο στρατιωτικός χρόνος συνδέεται άμεσα με τον φυσικό χρόνο. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν αρχίζουν πριν το καλοκαίρι και τελειώνουν μαζί του. Επίσης όσον αφορά στον κόσμο της βιοτεχνίας και του εμπορίου η επιρροή του χρόνου μέσα από τις αντιθέσεις μέρα και νύχτα, χειμώνας και καλοκαίρι είναι εμφανής στους κανονισμούς των συντεχνιών. Η συνήθης απαγόρευση της εργασίας κατά τη διάρκεια της νύχτας σχετίζεται εν μέρει με την εξάρτηση των μεσαιωνικών χρόνων από τον φυσικό χρόνο.

    Ο μεσαιωνικός χρόνος είναι κυρίως θρησκευτικός και κληρικός χρόνος

    Θρησκευτικός χρόνος διότι η χρονιά ειναι καταρχήν η χρονιά της λειτουργίας. Επειδή η λειτουργική χρονιά ήταν βασικό χαρακτηριστικό της μεσαιωνικής νοοτροπίας, ακολουθούσε το δρόμο της Ενσάρκωσης και της ιστορίας του Χριστού, από το Σαρανταήμερο προς των Χριστουγέννων μέχρι τη Πεντηκοστή και σιγά σιγά παρεμβλήθηκαν κάποιες στιγμές, σημαντικές ημέρες που είναι δάνεια από έναν άλλο κύκλο, τον κύκλο των αγίων. Οι γιορτές των σημαντικών αγίων παρεμβάλλοντα στο χριστολογικό ημερολόγιο και η γιορτή των Αγίων Πάντων (1 Νοεμβρίου) έγινε, μαζί με τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την Ανάληψη και την Πεντηκοστή, μία από τις πιιο σημαντικές ημερομηνίες του θρησκευτικού έτους.

    Αυτό που επιτείνει την προσήλωση των ανθρώπων του Μεσαίωνα σε αυτές τις γιορτές και τους προσδίδει οριστικά τον χαρακτήρα ημερομηνίας, είναι ότι εκτός από ειδικές θρηκευτικές τελετές που τις χαρακτηρίζουν και είναι συχνά θεαματικές, οι γιορτές αυτές χρησιμεύουν και ως σημεία αναφοράς της οικονομικής ζωής: ημερομηνίες των αγροτικών οφειλών, ημέρες αργίας για τους βιοτέχνες και τους εργάτες.

    Κληρικός χρόνος διότι χάρη στην παιδεία του ο κλήρος είναι κύριος της μέτρησης του χρόνου. Μονάχα αυτός έχει ανάγκη να μετρά το χρόνο για τη λειτουργία, και μονάχα αυτός είναι ικανός να το κάνει, τουλάχιστον κατά προσέγγιση. Το εκκλησιαστικό ημερολόγιο και πρώτα από όλα ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα είναι αιτία των πρώτων προόδων στη μέτρηση του χρόνου. Ο κλήρος, κυρίως, είναι κύριος των δεικτών του χρόνου. Οι καμπάνες σημαίνουν τον μεσαιωνικό χρόνο. Οι χτύποι της καμπάνας γνωστοποιούν τον καθημερινό χρόνο που μπορεί να μετρηθεί κατά προσέγγγιση, τον χρόνο των κανονικών ωρών, με τις οποίες όλοι οι άνθρωποι ρυθμίζουν τη ζωή τους.

    Ήδη τον 13ο αιώνα η φωνή ή η σάλπιγγα το φρουρού σήμαινε το τέλος της ημέρας και λίγο αργότερα η καμπάνα της εργασίας εμφανίζεται σε υφαντουργικές πόλεις, στη Φλάνδρα, την Ιταλία και τη Γερμανία. Η τεχνική πρόοδος που υποστηρίζεται από την εξέλιξη της επιστήμης, η οποία ασκεί κριτική στη φυσική του Αριστοτέλη και του Ακινάτη, διασπά τον χρόνο, τον καθιστά ασυνεχή και επιτρέπει την εμφάνιση ρολογιών που μετράνε την ώρα με τη σύγχρονη έννοια του ενός εικοστοτεσσαρακοστού της ημέρας.

    Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff

  • Ιμάμ αμάντ

    Τον Φεβρουάριο του 1979, ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, ο οποίος είχε εξοριστεί από τον σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί για την ανατρεπτική του δράση, επέστρεψε αεροπορικώς από το Παρίσι, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια εξορίας του. Του επιφυλάχθηκε υποδοχή μεσσία, με το πλήθος να φωνάζει «Ιμάμ αμάντ» («ο ιμάμης ήρθε»). Έγινε αμέσως δεκτός ως ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της χώρας. Ο στρατός αποσκίρτησε από τον σάχη και στήριξε το νέο καθεστώς, ενώ σε όλη τη χώρα συγκροτήθηκαν επαναστατικές επιτροπές.

    Ιμάμ αμάντ

    Η εξουσία περιήλθε τώρα στο σιιτικό θρησκευτικό κατεστημένο και σχηματίστηκε ένα Συμβούλιο της Επανάστασης, στο οποίο κυριαρχούσαν οι κληρικοί. Την πρωτοκαθεδρία έναντι της κοσμικής Τεχεράνης, αποκτούσε τώρα η Ιερή Πόλη του Κομ, που ήταν από παλιά το κυριότερο κέντρο της αντιπολίτευσης του καθεστώτος του σάχη. Ο αντικληρικαλισμός του παλαιού καθεστώτος έγινε πολύ γρήγορα παρελθόν, ενώ οι αντιδράσεις στην επιστροφή του ισλάμ και τις ισλαμικές ιδέες ήταν αναιμικές.

    Τον Μάρτιο του 1979, σε δημοψήφισμα για τη μορφή της διακυβέρνησης που θα αντικαθιστούσε τη μοναρχία, το 97% του εκλογικού σώματος τάχθηκε υπέρ της εγκαθίδρυσης Ισλαμικής Δημοκρατίας. Τον Οκτώβριο συντάχθηκε νέο σύνταγμα, το οποίο εισήγαγε κυρίως τον «διττό έλεγχο» από πολιτειακούς και θρησκευτικούς θεσμούς. Τα μέλη του Ματζλίς, του κοινοβουλίου, θα εκλέγονταν με λαϊκή ψήφο, ενώ το Συμβούλιο της Επανάστασης το αποτελούσαν διορισμένοι κληρικοί.

    Ο πρόεδρος θα εκλεγόταν άμεσα από τον λαό, αλλά υπήρχε μια άλλη κυρίαρχη μορφή, ο «ανώτατος ηγέτης», με πρώτο τον ίδιο τον Χομεϊνί. Ο ανώτατος ηγέτης είχε στα χέρια του τη μεγαλύτερη εξουσία στη χώρα, καθώς υπερίσχυε τόσο του προέδρου όσο και του Ματζλίς. Ταυτόχρονα έφερε και μία άλλη ιδιότητα αυτή του Βιλαγιάτ-ε Φακίχ, Φρουρού του Νόμου, η οποία τον καθιστούσε επίσης επόπτη της ηθικής του έθνους. Αργότερα ο Αγιατολάχ ίδρυσε το δικό του «Εκτελεστικό Συμβούλιο», γνωστό και ως Συμβούλιο για τη Διάκριση των Συμφερόντων του Κράτους, τα μέλη του οποίου διορίζονταν από τον ίδιο και συνέρχονταν υπό την προεδρία του. Στο συμβούλιο αυτό λαμβάνονταν και επικυρώνονταν οι πιο σημαντικές αποφάσεις.

    Όταν γίνονται επαναστάσεις και εγκαθιδρύονται νέα καθεστώτα που προβάλλουν νέες ιδέες και ιδεολογίες τότε θεωρείται ότι το παρελθόν, στην καλύτερη περίπτωση δεν αξίζει μεγάλη προσοχή, και στην χειρότερη, ότι εκπροσωπεί κάτι σατανικό. Και στις δύο περιπτώσεις κάθε σημάδι του παρελθόντος πρέπει να απαλειφθεί. Όταν κάποια καθεστώτα, όπως των Βουρβόνων στη Γαλλία και των Ρομανώφ στη Ρωσία, ανατράπηκαν με τη βία από επαναστατικά κινήματα, η συγκεκριμένη διαδικασία θεωρήθηκε σάρωση των μελανών χρόνων της ιστορίας.

    Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε ό,τι ακολούθησε την ανατροπή αυτών των ευρωπαϊκών καθεστώτων και σε ό,τι ακολούθησε την ανατροπή των Παχλαβί. Το καθεστώς των Παχλαβί δεν το αντικατέστησε μια νέα ιδεολογία που θα πρωτοδοκιμαζόταν στην πράξη,αλλά μια παλιά θρησκεία με ιστορία πολλών αιώνων. Στην περίπτωση αυτή δεν σαρώθηκε το παρελθόν, αλλά το ένα παρελθόν αντικαταστάθηκε από το άλλο. Ενώ οι Παχλαβί για να δικαιολογούν τις ενέργειες τους επικαλούνταν το παρελθόν των Αχαιμενιδών, το νέο καθεστώς βασιζόταν στο ισλαμικό καθεστώς. Όπως ο σάχης είχε ζητήσει έμπνευση επιστρέφοντας στον Κύρο, έτσι και ο Χομεϊνί αναζήτησε και εκείνος έμπνευση στον προφήτη Μωάμεθ. Το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις ήταν πολύ διαφορετικό, αλλά αυτή η επιστροφή στο παρελθόν ήταν κάτι θεμελιωδώς ιρανικό.

    Η σιιτική ισλαμική παράδοση είχε γίνει οργανωτικό κομμάτι της ιρανικής ζωής ήδη από την εποχή του τελευταίου ορθόδοξου χαλίφη. Θεμέλιο της ήταν η πεποίθηση ότι το χαλιφάτο αντλούσε την νομιμότητά του από τη δυναστική διαδοχή των εξ αίματος απογόνων του Προφήτη. Επρόκειτο για τον «οίκο» ή τη «φυλή» του Προφήτη. Πεποίθηση λοιπόν των σιιτών ήταν ότι το δικαίωμα να κυβερνούν το Ισλάμ και επομένως να γίνονται διάδοχοι ή χαλίφες, είχαν μόνο τα μέλη της δυναστείας.

    Μολονότι αυτή σιιτική πεποίθηση υπήρχε στο Ιράν όλα τα χρόνια της υποταγής του στο χαλιφάτο, αλλά και αργότερα την εποχή των τουρκικών και μογγολικών εισβολών. Πρώτοι ανακήρυξαν το σιισμό επίσημη εθνική θρησκεία, το 1501, οι Πέρσες Σαφαβίδες, η δυναστεία που αποκατέστησε την ανεξαρτησία της χώρας. Έτσι, οι Σαφαβίδες εκλαμβάνονταν από την Ισλαμική Δημοκρατία ως πρότυπο για τη νέα τάξη πραγμάτων. Επικεφαλής του κινήματος για την αναζωογόνηση του σιισμού ήταν ο Μουτζταμπά Μιρλαουχί, ο οποίος μετά το 1945 είχε ιδρύσει το Φιντα’ιγιάν-ι Ισλάμ, τους Πιστούς του Ισλάμ. Ο Μιρλαουχί ήταν εκείνος που εξήρε τον ρόλο της δυανστείας των Σαφαβιδών, λαμβάνοντας τον τίτλο του Ναββάχ-ι Σαφαβί, του υπηρέτη των Σαφαβιδών.

    Υπό το πρίσμα αυτό το σιιτικό ισλάμ μπορεί να θεωρηθεί προτίστως εθνικό ή εθνικιστικό, όπως αποδεικνύεται ξεκάθαρα από την αντίθεσή του στον καπιταλισμό και τον δυτικό επεκτατισμό. Οι σιίτες δίδασκαν για τον «Κρυφό Ιμάμη» ο οποίος θα επέστρεφε και θα εγκανίαζε μια εποχή γνήσιας ισλαμικής διακυβέρνησης. Τούτη την έννοια ανέπτυξε περαιτέρω ο Χομεϊνί, για τον οποίο οι οπαδοί του έφτασαν να πιστεύουν ότι εκείνος ήταν ο Κρυφός Ιμάμης.

    Ο Χομεϊνί οραματίστηκε μια ισλαμική κυβέρνηση βασισμένη στις διδασκαλίες του Κορανίου, γι΄αυτό και θεωρούσε ζωτικής σημασίας την ορθή ερμηνεία του ιερού βιβλίου. Ως ερμηνευτής του ισλαμικού νόμου, μπορούσε να προσαρμόσει την ισλαμική διδασκαλία στον σύγχρονο κόσμο και να της προσδώσει ένα κοινωνικό μήνυμα. Και με αυτόν ακριβώς τον τρόπο το ισλάμ μετασχηματίστηκε σε ιδεολογία. Όταν ο Χομεϊνί άρχισε τη δεκαεία του 1980 να προσαρμόζει τη θρησκεία στις συνθήκες του Ιράν, το προλεταριάτο της χώρας τη βρήκε πιο ελκυστική από τον σοσιαλισμό και τον κομμουνιμσό, και έτσι το ισλάμ δεν δυσκολεύτηκε πολύ να παίξει ρόλο ιδεολογίας.

    Η Ισλαμική Δημοκρατία όχι μόνο απέφυγε να απορρίψει το παρελθόν, σύμφωνα με τα παραδοσιακά επαναστατικά πρότυπα, αλλά έχτισε το νεό Ιράν πάνω στα θεμέλια του ισλαμικού παρελθόντος. Ανέτρεξε στους Σαφαβίδες χωρίς να τους προσεγγίσει ως δημιουργούς του σιιτικού Ιράν, αλλά ως γέφυρα ανάμεσα στα πρώτα χρόνια του Ισλάμ και στη νεότερη εποχή.

    Στο νέο Ιράν η αρχαία περσική αυτοκρατορία κατέλαβε εξαρχής τιμητική θέση. Σε μια πρώτη φάση δεν δινόταν η εντύπωση πως δεν θα γινόταν κάτι τέτοιο, καθώς κάθε αρχαιολογική και άλλη εργασία στην Περσέπολη και στον περιβάλλοντα χώρο της σταμάτησε. Το νέο ισλαμικό καθεστώς αναζήτησε τους ισλαμικούς του προπάτορες του Σαφαβίδες, σίγουρα λοιπόν δεν θα είχε προτεραιότητα τον αρχαίο πολιτισμό. Ήδη από το 1979 οι καταστευές που συνδέονταν με τις λαμπρές τελετές στην Περσέπολη είχαν φθαρεί. Τα ανάγλυφα των ζωροαστρικών χρόνων απλά αγνοήθηκαν. Τα πρώτα χρόνια της Ισλαμικής Δημοκρατίας τους αρχαίους χώρους χαρακτήριζε η ερήμωση. Τα μνημεία φαίνονταν να επιστρέφουν στην άμμο από όπου τα είχαν σώσει οι αρχαιολόγοι του 19ου αιώνα.

    Η πραγματικότητα όμως ήταν ότι το νέο καθεστώς ήθελε να επιδώσει τα ισλαμικά του διαπιστευτήρια. Δεν είχε καμία πρόσθεση να αγοήσει ή να καταστρέψει το προϊσλαμικό παρελθόν της χώρας. Η διατήρηση της ζωτικής εθνικής ταυτότητας ανέκαθεν θεωρούνταν ουσιώδης για την αυτοσυνειδησία του έθνους και την κατανόηση του παρελθόντος.

    Η ιδιαίτερη σημασία της Παρς ως λίκνου του Ιράν αναγνωριζόταν ανέκαθεν και από όλους. Η σημασία της δυναστείας των Αχαιμενιδών, που από εκεί ξεκίνησε την θριαμβευτική ιστορική πορεία της, επίσης συνέβαλε στο να αντιμετωπίζεται η επαρχία ως η καρδιά του περσικού κράτους. Αυτό ήταν αποδεκτό και από το νέο καθεστώς.

    Πηγή: Οι Πέρσες