Το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι (1919)

Το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι ήταν μια ειδική συμφωνία μεταξύ του Πρωθυπουργού της Ελλάδος Ελευθερίου Βενιζέλου και του Υπουργού Εξωτερικών της Ιταλίας Τομάζο Τιττόνι, που αφορούσε διμερή “μυστική” συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας και που συνομολογήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1919 στις Σέβρες της Γαλλίας, στα πλαίσια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων (1919).

Οι  εκπρόσωποι που υπέγραψαν το Σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Τομάζο Τιττόνι

Δραστηριότητα πριν το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι

Τα αίτια του Ελληνοϊταλικού πολέμου δεν περιορίζονται μόνο στην επεκτατική πολιτική του Μπενίτο Μουσολίνι και στα χιμαιρικά σχέδια του περί ανασύστασης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τα πρώτα σπέρματα της ελληνοϊταλικής διαμάχης εντοπίζονται στις αρχές του περασμένου αιώνα όταν η «νεαρή» ακόμη Ιταλία άρχισε να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Μετά την ενοποίησή της, η Ιταλία (1871) προσπάθησε να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται υπολογίσιμη ευρωπαϊκή δύναμη. Το πρώτο βήμα για τη νεοφώτιστη Ιταλία ήταν η απόκτηση αποικιών. Η «πρεμιέρα» της ήταν απογοητευτική αλλά δεν πτοήθηκε. Μετά την αποτυχία κατάληψης της Τύνιδας και της Αιθιοπίας, το 1911, με πρόσχημα την κακή τουρκική διοίκηση, κατέλαβε την Τριπολίτιδα και το επόμενο έτος τα Δωδεκάνησα, τα οποία κράτησε ως εγγύηση για την κατοχή της πρώτης. Η κατάληψη των Δωδεκανήσων δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα στην Ελλάδα, η οποία έβλεπε πλέον πως, πέρα από τη σουλτανική Τουρκία, έπρεπε να αντιμετωπίσει και τις βλέψεις της Ιταλίας. Αλλά η πρώτη ανθελληνική ενέργεια της γειτονικής χώρας εντοπίζεται 34 χρόνια πριν, όταν στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878), οι Ιταλοί παρασκηνιακά συνέργησαν στον περιορισμό των ελληνικών συνόρων στον Άραχθο.

Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-13), όταν ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε τη Βόρεια Ήπειρο, η Ιταλία ανέκοψε με τελεσίγραφο την προέλασή του προς τον Αυλώνα. Στη συνέχεια, σε αγαστή συνεργασία με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία επιδίωξε την απομάκρυνση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή. Στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Μάιος 1913) και κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας (Δεκέμβριος 1913) η Ιταλία εργάστηκε πυρετωδώς για να επιδώσει, όσο το δυνατόν, πιο εκτεταμένα σύνορα στο νεότευκτο αλβανικό κράτος. Οι λόγοι ήταν προφανείς. Η «νεαρή» Αλβανία γρήγορα θα προσδενόταν στο ιταλικό άρμα. Μέσω αυτής, η «αυτοκρατορική» Ιταλία πραγματοποιούσε το πρώτο αποφασιστικό βήμα για την εξασφάλιση επιρροής στη Βαλκανική χερσόνησο. Επιπλέον, η δημιουργία της Αλβανίας ήταν απαραίτητη για να αποκόψει τη διέξοδο της Σερβίας προς την Αδριατική και τη διεύρυνση της Ελλάδας προς τον Βορρά. Η περιοχή έπρεπε να μετατραπεί σε ιταλική «λίμνη» και οι δύο προαναφερόμενες υπολογίσιμες βαλκανικές δυνάμεις ήταν αναγκαίο να κρατηθούν όσο το δυνατόν πιο μακριά.

Στη συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου (Ιούλιος 1913), η Ιταλία τάχθηκε εναντίον της Ελλάδας σε όλα τα θέματα, τα οποία έθεσε ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια προσπάθειά του να αξιοποιήσει τη νίκη της χώρας του στους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τον «τυχοδιώκτη» της Ευρώπης να ικανοποιήσει τους εθνικούς του πόθους. Απαίτησε και εξασφάλισε σπουδαία ανταλλάγματα από την Τριπλή Συνεννόηση (Entente) για να πολεμήσει στο πλευρό της, αν και συνδεόταν με συνθήκες με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Απρίλιος 1915) ικανοποιήθηκε ως προς τις απαιτήσεις της στην Αδριατική και στη Μικρά Ασία, γεγονός το οποίο ερχόταν φυσικά σε αντίθεση με τα ελληνικά συμφέροντα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Ιταλία κατέστησε (Ιούνιος 1917) την αδύναμη Αλβανία προτεκτοράτο της (μάλιστα επωφελήθηκε από την ανώμαλη, εκείνη τη στιγμή, κατάσταση στην Ελλάδα, λόγω του Εθνικού Διχασμού, και κατέλαβε, προσωρινά έστω, τα Ιωάννινα) και διεύρυνε τις διεκδικήσεις της στη Μικρά Ασία. Η συμμετοχή όμως της Ελλάδας, επίσης στο πλευρό της Συνεννόησης, τη δυσαρέστησε ιδιαίτερα. Ο «σύμμαχός» της αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στις βλέψεις της όχι μόνο στη Βαλκανική και τα Δωδεκάνησα, αλλά και στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου υπήρχαν πυκνοί ελληνικοί πληθυσμοί. Μετά το τέλος του πολέμου, η Ιταλία παρουσιάστηκε με υπερβολικές εδαφικές και άλλες απαιτήσεις, αντιστρόφως ανάλογες προς την προσφορά της στον πόλεμο. Η διάλυση της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία, η οποία δεν έπρεπε να χαθεί για κανέναν λόγο. Πέρα από τις υπέρογκες χρηματικές αποζημιώσεις που απαίτησε από τους ηττημένους, επεδίωξε κατοχύρωση της θέσης της στη βόρεια Αφρική, τα Δωδεκάνησα και επέκταση στα παράλια της Αδριατικής και της Μικράς Ασίας. Αυτές τις διεκδικήσεις οι Ιταλοί τις στήριζαν στις προηγηθείσες μυστικές συμφωνίες με τη Βρετανία και τη Γαλλία, σε μια προσπάθεια των δύο τελευταίων να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της στον πόλεμο.

Όροι του Συμφώνου Βενιζέλου-Τιττόνι

Το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι αφορούσε διάφορα θέματα στο χώρο της Μεσογείου καθώς και της Βαλκανικής χερσονήσου. Σύμφωνα με αυτό συνομολογήθηκαν τα ακόλουθα βασικά σημεία:


Εκ μέρους της Ιταλίας: 1. Η Ιταλία εγκαταλείπει τις επιφυλάξεις της που είχε εγείρει στη διάρκεια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων (Μάρτιος 1919) και αναλαμβάνει την υποχρέωση να υποστηρίξει τις ελληνικές αξιώσεις για τη Βόρεια Ήπειρο καθώς και για την Κορυτσά.

2. Η Ιταλία παραχωρεί στην Ελλάδα την κυριαρχία των υπ΄ αυτής κατεχομένων νήσων της Δωδεκανήσου, εκτός της Ρόδου, για την οποία προβλέπεται να διενεργηθεί δημοψήφισμα, όταν η Αγγλία θα εκχωρήσει στην Ελλάδα την Κύπρο.

Εκ μέρους της Ελλάδος: 1. Η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση της υποστήριξης των ιταλικών αξιώσεων περί της οριστικής προσάρτησης του Αυλώνα (Αλβανίας) και την αποκατάσταση του ιταλικού προτεκτοράτου επί του συνόλου του αλβανικού εδάφους, υπό τύπο διεθνούς εντολής, καθώς και τη παραχώρηση ελεύθερης ζώνης στον λιμένα της Σμύρνης.

2. Η Ελλάδα παραιτείται επίσης, υπέρ της Ιταλίας, των διεκδικήσεών της επί των Σανζακίων της Μικράς Ασίας του Αϊδινίου και του Μεντεσέ καθώς και επί της κοιλάδας του Μαίανδρου όπου ο ελληνικός στρατός τα κατείχε κατά το ήμισυ. Συγκεκριμένα στο σημείο αυτό καθορίσθηκε μια διαχωριστική χωροταξική γραμμή διεκδικήσεων.

Αμφότερα δε τα μέρη αποφασίζουν την διαρκή ουδετερότητα των Στενών της Κέρκυρας, με όλους τους συνεπαγόμενους επ΄ αυτού, σε βάρος της Ελλάδας, περιορισμούς.

Εξελίξεις

  • Και ενώ συνεχίζονταν οι εργασίες (λεπτομέρειες) για τα περί της Συνθήκης Ειρήνης, στις 15 Ιανουαρίου του 1920 το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι αποκαλύπτεται από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι όπου και την επομένη η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου γνωστοποιεί πλέον την απόφασή της ως προς την Βόρεια Ήπειρο επί τη βάσει ότι:

…κοινά συμφέροντα απαιτούν σταθεράν φιλίαν και συνεργασίαν εις την Βαλκανικήν και την Ανατολικήν Μεσόγειον μεταξύ της Ιταλίας και της Ελλάδος, χωρίς η συμφωνία αυτή να δύναται να στραφή ούτε κατά των Δυτικών Δυνάμεων, ούτε κατά της Σερβίας” (κατά το κείμενο τηλεγραφήματος που έστειλε ο Ε. Βενιζέλος).

  • Όμως άλλη τροπή παίρνουν τα πράγματα στην Ιταλία. Στις 22 Ιουλίου του 1920, αιφνίδια, ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, ο Κάρολος Σφόρτσα προσκαλεί τον Έλληνα πρέσβη στη Ρώμη Λάμπρο Κορομηλά στον οποίο και επέδωσε σχετική Διακοίνωση προς την Ελληνική Κυβέρνηση όπου σύμφωνα με την οποία:

…Η περί της Μικράς Ασίας απόφασις των Συμμάχων και αι διαβεβαιώσεις των εθνικοφρόνων του Αλβανικού λαού εδημιούργησαν δια την Ιταλικήν Κυβέρνησιν την ανάγκην να τροποποιήση τους σκοπούς της τους οποίους προετίθετο να επιτύχη και καθορίση νέαν πολιτικήν αναφορικώς προς την περιφρούρησιν των συμφερόντων της εις τας Χώρας αυτάς. Ούτως εχόντων των πραγμάτων η απόφασις η ληφθείσα ως βάσις της μεταξύ των δύο υπουργών των Εξωτερικών της Ιταλίας και της Ελλάδος, προς καθορισμόν εκ συμφώνου της τηρητέας κατευθύνσεως ευρέθη ουσιαστικώς μεταβληθείσα. Επομένως κατά τα καθορισθέντα ρητώς εις το άρθρον 7 της Συμφωνίας ταύτης, η Ιταλία αναλαμβάνει την πλήρη αυτής ελευθερίαν δράσεως ως προς όλα τα σημεία περί των οποίων η Συμφωνία αυτή πραγματεύεται. Εν τούτοις η Ιταλική Κυβέρνησις εξακολουθεί διαπνεομένη υπό της αυτής εγκαρδίου επιθυμίας προς συνεννόησιν επί των αμοιβαίων συμφερόντων, δεν αμφιβάλλει δε ότι και η Ελληνική Κυβέρνησις διαπνέεται υπό της αυτής επιθυμίας. Ελπίζει δε ότι εξετάζουσα εκ συμφώνου την νέαν κατάστασιν, θέλει φθάσει εις συνεννόησιν ικανοποιητικήν, υποκειμενική εις τινας όρους. Η παρούσα ανακοίνωσις, αναφερομένη εις συνεννόησιν, η οποία όπως συνεφωνήθη πρέπει να μείνη μυστική, πρέπει να θεωρηθή απόρρητος.

Επί των παραπάνω φέρεται επίσης ο Σφόρτσα να είχε δηλώσει με έντονο κυνισμό: “Όταν ανήλθον εις την εξουσίαν τον Ιούλιον του 1920 και έλαβον γνώσιν της ανωτέρω Συμφωνίας, την οποίαν ο Τιττόνι ετήρει μυστικήν, δεν ηδυνήθην να εννοήσω εις τι θα εχρησίμευεν εις την Ιταλίαν η Συμφωνία αυτή. Δεικνύων ολίγην έλλειψιν μετριοφροσύνης, εθεώρησα τουλάχιστον ως απρεπές δια μίαν Μεγάλην Δύναμιν όπως η Ιταλία, ότι υπέγραψε μίαν Συμφωνίαν τοιαύτην: ότι η Ελλάς θα υπεστήριζε, παν ουσιώδες συμφέρον της Ιταλίας εις την Αλβανίαν…“.

  • Επίσημα το Σύμφωνο Βενιζέλου – Τιττόνι καταγγέλθηκε εκ μέρους της Ιταλίας στις 25 Αυγούστου του 1922, βάσει του κατά το άρθρο 7, παρεχομένου δικαιώματος.

Έχει γραφτεί ότι «εκ των υστέρων, με την εκ των γεγονότων πείραν, επιτρέπεται να υποστηριχθεί η άποψη ότι οι Ιταλοί υπέγραψαν τη Συμφωνία Τιττόνι – Βενιζέλου με την στερρεάν εκ των προτέρων απόφαση ότι θα αποκομίσουν μεν, από αυτήν οι ίδιοι κάθε όφελος, που θα αναζητήσουν στις μετέπειτα διεθνείς συνθήκες ευκαιρίες και αφορμές προς πλήρη αποδέσμευση των υπὸ τις αναληφθείσες έναντι της Ελλάδος υποχρεώσεις». Πάντως, η υπογραφὴ του συμφώνου αυτού προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στο Βελιγράδι, όπου κατηγόρησαν τον Βενιζέλο για προδοσία.

Μειονέκτημα του Συμφώνου Βενιζέλου – Τιττόνι

Βασικό μειονέκτημα αυτού του συμφώνου αποτέλεσε το άρθρο 10 σύμφωνα με το οποίο προβλεπόταν η επικύρωσή της καθώς και η επίσημη κατάθεση αυτής να γινόταν στο Παρίσι ταυτόχρονα με την κατάθεση των επικυρώσεων της Συνθήκης Ειρήνης με την Τουρκία, έτσι ώστε να συμπέσει η έναρξη εφαρμογής της με εκείνη της Συνθήκης Ειρήνης. Αυτή όμως η συσχέτιση υπήρξε τελικά και η αιτία της μηδέποτε στην πράξη εφαρμογής της, παρόλο που είχε ορισθεί ακόμα ότι σε περίπτωση που οι αξιώσεις της Ιταλίας στη Μικρά Ασία δεν ευοδώσουν δεν θα έφερε καμία δέσμευση επί των σημείων του συμφώνου που την αφορούσαν. Βάσει όμως των παραπάνω η συμφωνία αυτή χαρακτηρίσθηκε μυστική.

Πάντως Αμερικανο-Αγγλο-Γαλλικό “memorandum” στις 9 Δεκεμβρίου 1919 φέρεται να υιοθέτησε τα σημεία της Συμφωνίας αυτής.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σύμφωνο_Βενιζέλου-Τιττόνι

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *