Ίσως το ισχυρότερο έναυσμα για την ατομική έκφραση και με ιστορικούς όρους η πλέον πολύτιμη ένδειξη του τρόπου που τα άτομα απελευθερώθηκαν από το παραδοσιακό πολιτισμικό τους περιβάλλον, ήταν η εγγραμματοσύνη και η εξάπλωσή της στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Παρόλο που στη μεσαιωνική Ευρώπη η γνώση γραφής και ανάγνωσης ήταν επιθυμητή, θεωρούνταν περισσότερο μια πρακτική δεξιότητα, ένα επαγγελματικό προσόν μάλλον παρά μια πολιτισμική αναγκαιότητα. Πολλοί μεσαιωνικοί μονάρχες αλλά και αρχιερείς της Εκκλησίας ήταν αναλφάβητοι. Δεν ήταν όμως ακαλλιέργητοι καθώς διέθεταν άτομα που τους διάβαζαν κείμενα και γραφείς που έγραφαν γι΄αυτούς.

Η σημασία της εγγραμματοσύνης ως πρακτικού προσόντος αναδεικνύεται στους κανόνες που συνέταξε ένας αρχιεπίσκοπος του York για τη λειτουργία ενός κολεγίου που ίδρυσε το 1483, στους οποίους αναφερόταν πως ένας από τους στόχους του ιδρύματος ήταν η «αύξηση της δεξιότητας των νέων στις μηχανικές τέχνες και σε άλλες ενασχολήσεις των εγκοσμίων». Η Εκκλησία αναγνώριζε την πρακτική σημασία της εγγραμματοσύνης καθώς μόνο ένας εγγράμματος κλήρος μπορούσε να λειτουργήσει ως ρυθμιστής της θρησκευτικής, αλλά και της κοινωνικής, ζωής. Η εγγραμματοσύνη αποτελούσε προνόμιο της Εκκλησίας, η οποία στην καθολική Ευρώπη απολάμβανε μονοπωλιακού ελέγχου επί της εκπαίδευσης.

Η εφεύρεση της τυπογραφίας ταχύτερων δηλαδή και οικονομικότερων μεθόδων παραγωγής βιβλίων, έφερε μια επανάσταση σε ένα αναλφάβητο κόσμο. Ζώντας τον αιώνα αμέσως μετά την δεύτερη επινόηση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο (η πρώτη επινόηση έγινε από τους Κινέζους, που έχουν εξελιγμένη τυπογραφία από τον 11μ.Χ. αιώνα), ο Francis Bacon την συμπεριέλαβε στις τρεις μεγαλύτερες εφευρέσεις (οι άλλες είναι η πυρίτιδα και η πυξίδα) που είχαν «αλλάξει τη μορφή ολόκληρου του κόσμου». Από τουλάχιστον τρεις απόψεις, την προώθηση της εκπαίδευσης, την προπαγάνδα και την ανάδυση του καλού γούστου, η εγγραμματοσύνη και ο έντυπος λόγος επηρέαζαν βαθιά το πολιτιστικό επίπεδο του κοινωνικού σώματος.

Εγγραμματοσύνη

Η έλευση του έντυπου κειμένου δεν μπορούσε από μόνη της να προωθήσει την εγγραμματοσύνη. Τα βιβλία δεν είχαν ευρεία διάδοση και στα χωριά οι άνθρωποι τα προμηθεύονταν μόνο από τους πλανόδιους μικροπωλητές. Αυτοί μετέφεραν βιβλία μικρού σχήματος (chapbooks) και φυλλάδια αντί για ογκώδεις τόμους. Το έντυπο υλικό είχε μεγάλο κόστος, έτσι το κοινό στρεφόταν λιγότερο προς τα ποιοτικά βιβλία και περισσότερο προς τις φθηνές εκδόσεις ιστοριών αγάπης και περιπέτειας, γνωστών στην Γαλλία του 17ου και του 18ου αιώνα ως Μπλε Βιβλιοθήκη (από το χρώμα του δεσίματος που πουλούσαν οι γυρολόγοι).

Η μεγαλύτερη πρόσβαση σε αναγνωστικό υλικό συνέβαλε σε μια αύξηση του ενδιαφέροντος για τη μόρφωση. Η διδακτική θεωρία αναπτύχθηκε σημαντικά από την Αναγέννηση και μετά. Μια λόγια μόρφωση θεωρούνταν πια επιθυμητή, όχι μόνο για τη χρηστικότητά της, αλλά και γιατί η απόκτηση γνώσεων θεωρούνταν πλέον ορθή και αρμόζουσα. Στην Αγγλία τουλάχιστον, οι βασικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης διδάσκονταν σε ένα μεγάλο ποσοστό των απλών ανθρώπων.

Ένας συγγραφέας στην κεντρική Σουηδία ανέφερε το 1631 ότι οι άνθρωποι «έδειχναν τέτοια δίψα για τα γράμματα που παρόλο που τα δημόσια σχολεία ήταν λίγα, οι εγγράμματοι διδάσκουν τους άλλους με τόση ζέση που η πλειοψηφία των απλών ανθρώπων και ακόμα και οι χωρικοί ειναι εγγράμματοι». Τι σήμαινε όμως να είναι κανείς εγγράμματος: οι ιστορικοί στο παρελθόν όριζαν την εγγραμματοσύνη ως την ικανότητα κάποιου να υπογράφει με το όνομα του. Είναι, όμως, σήμερα σαφές ότι πάρα πολλοί που γνώριζαν να γράψουν το ονομά τους δεν ήξεραν γραφή και ανάγνωση. Ακόμη και η κατοχή βιβλίων δεν αποτελούσε απόδειξη γνώσεων ανάγνωσης, όπως στην περίπτωση των κληρικών που στηρίζονταν στην μνήμη τους και όχι στα ογκώδη βιβλία τους για την τέλεση της θείας λειτουργίας και την εκφώνηση άλλων προσευχητηρίων δεήσεων.

Στη Σουηδία η λουθηρανική Εκκλησία θεωρούσε την εγγραμματοσύνη προϋπόθεση για την ενεργό συμμετοχή σε αυτήν. Οι γνώσεις ανάγνωσης, όμως, δεν ισοδυναμούσαν πιθανώς παρά με τη στοιχειώδη ικανότητα κατανόησης του περιεχομένου της κατήχησης. Οι περισσότεροι που μπορούσαν να «διαβάζουν» φαίνεται πως ποτέ δεν είχαν έρθει σε επαφή με βιβλίο.

Η εξέταση της εγγραμματοσύνης στα λαϊκά στρώματα ήταν ιδιαίτερα έντονη στις προτεσταντικές χώρες. Η Βίβλος αποτελούσε τη βάση της νέας πίστης και η Βίβλος έπρεπε να διαβάζεται. «Οι Γραφές», διακήρυσσε ο Λούθηρος, «δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές χωρίς τη γλώσσα και η γλώσσα μπορεί να διδαχθεί μόνο στο σχολείο». Μεγάλο μέρος της απήχησης του μεταρρυθμιστικού κινήματος στη Γαλλία οφειλόταν στην προώθηση της εγγραμματοσύνης. Στοιχειώδη εκπαιδευτικά εγχειρίδια και αλφαβητάρια διανέμονταν στον πληθυσμό. Η εγγραμματοσύνη ήταν υψηλότερη στο βορρά από ό,τι στο μεσογειακό νότο. Οι θρησκευτικοί μεταρρυθμιστές των δύο δογμάτων είχαν αποδυθεί σε μια προσπάθεια εκπαίδευσης των λαϊκών στρωμάτων, προκειμένου να μπορούν να διαβάζουν τη Βίβλο και τα εγχειρίδια κατήχησης.

Η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν συνιστούσε απαραίτητα ένα βήμα προς την εγγραμματοσύνη. Στις περισσότερες χώρες η «γραμματική», που διδασκόταν στα σχολεία ως παρεπόμενο της ανάγνωσης και της γραφής, ήταν η λατινική. Η χρήση των λατινικών καλλιεργούνταν από τους συγγραφείς που πίστευαν πως η γνώση ήταν προνόμιο των λίγων. Ακόμα και νεωτεριστές όπως ο Κοπέρνικος προτιμούσαν να γράφουν στα λατινικά πιστεύοντας πως τα λαϊκά στρώματα δεν θα έπρεπε να γίνουν κοινωνοί των μυστικών της επιστήμης. Τα λατινικά αποτέλεσαν ένα σύμβολο σκοταδισμού για τους προτεστάντες μεταρρυθμιστές, που πίστευαν πως αυτά απέτρεπαν την πρόσβαση των ανθρώπων στην αλήθεια. Τα κηρύγματα και τα βιβλία στην καθομιλουμένη, επομένως, επενδύθηκαν με μία σημασία μεγαλύτερη από ποτέ.

Όταν ο Thomas More ισχυρίστηκε το 1533 ότι σχεδόν τα 3/5 του αγγλικού λαού μπορούσαν να διαβάζουν την αγγλική, και, επομένως, και τη μετάφραση της Βίβλου στην καθομιλουμένη, στόχος του ήταν να εκφράσει την ανησυχία του για τις πιθανές βλαβερές επιδράσεις της ανεξέλεγκτης πρόσβασης σε κάθε είδους έντυπο υλικό. Τα ποσοστά που παρέθεσε ο More ήταν σίγουρα ανακριβή, αλλά ο φόβος της γνώσης ανάγνωσης στη μητρική γλώσσα παρέμεινε έντονος.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».