Οι γάμοι στη δυτική Ευρώπη την εποχή της Αναγέννησης σπάνια ήταν δια βίου. Εξαιτίας σε μεγάλο βαθμό της υψηλής θνησιμότητας, το μέσο ζεύγος προσέβλεπε σε μία βραχύτερη γαμήλια ζωή σε σχέση με σήμερα. Μια πυρηνική οικογένεια ήταν έρμαιο όχι μόνο του θανάτου των παιδιών αλλά και του ενός γονέα. Ο πρώιμος θάνατος και όχι το διαζύγιο συνέβαλλε στην πρώιμη διάλυση των γάμων.Η δευτερογαμία αποτελούσε κατά συνέπεια κανόνα και όχι την εξαίρεση, λαμβάνοντας υπόψιν βέβαια τις οικονομικές δυνατότητες και την ευκολία πρόσβασης σε έναν δεύτερο σύντροφο.

Σε μια γαλλική αγροτική ενορία του 17ου αιώνα, σύμφωνα με ένα σύγχρονο: «Όταν ένας άνδρας χάσει τη σύζυγό του ή αυτή τον σύζυγό της, καλεί αμέσως όλους σε γεύμα, αυτό μερικές φορές γίνεται στο σπίτι που έχει εκτεθεί το σώμα του νεκρού, και οι καλεσμένοι γελούν, πίνουν, τραγουδούν και κανονίζουν τον δεύτερο γάμο του οικοδεσπότη τους. Ο χήρος ή η χήρα δέχεται προτάσεις και εξηγεί τους λόγους αποδοχής ή απόρριψης τους: σπάνια αυτές οι γιορτές τελειώνουν πριν ολοκληρωθεί κάποιος γαμήλιος διακανονισμός».
Το βραχύβιο της γαμήλιας ζωής και η πολύ υψηλή παιδική θνησιμότητα σημαίνει ότι το ισοζύγιο γεννήσεων και θανάτων διατηρούνταν με μεγάλη δυσκολία. Τεράστια σημασία, επομένως, θα πρέπει να αποδοθεί στα ποσοστά γεννήσεων αυτής της περιόδου. Σχεδόν σε όλα τα αστικά κέντρα οι θάνατοι, υπό κανονικές συνθήκες, υπερέβαιναν τις γεννήσεις και τα πληθυσμιακά επίπεδα συντηρούνταν μόνο με τη συνεχή μετανάστευση. Η σχετικά προχωρημένη ηλικία γάμου είχε σημαντικές επιπτώσεις στη γυναικεία γονιμότητα, καθώς οι γυναίκες άρχιζαν να τεκνοποιούν δέκα χρόνια μετά την απαρχή της εμμηνόρροιας. Αυτό το φαινόμενο έχει χαρακτηριστεί ως φυσικός μηχανισμός ελέγχου των γεννήσεων της προβιομηχανικής Ευρώπης.
Λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι περισσότερες γυναίκες είχαν γεννήσει το τελευταίο παιδί στην ηλικία των σαράντα ετών είναι προφανές πως η μέση αναπαραγωγική περίοδος διαρκούσε 15 χρόνια, λιγότερο δηλαδή από το μισό της γόνιμης περιόδου μιας γυναίκας. Αναπόφευκτα αποτέλεσμα αυτού ήταν ο μικρότερος αριθμός παιδιών. Ένας συσχετισμός ποσοστών γονιμότητας με την ηλικία της μητέρας δείχνει ότι οι γυναίκες που παντρεύονταν σε ηλικία 25-29 ετών αποκτούσαν τέσσερα παιδιά. Στις μεγαλύτερες ηλικίες αυτό ήταν χαμηλότερο.
Αυτός ο σχετικά χαμηλός αναπαραγωγικός ρυθμός σε μια κοινωνία με μεγάλο ποσοστό γυναικών που παρέμεναν άγαμες, είχε ως αποτέλεσμα ένα χαρακτηριστικό πρότυπο οικογένειας. Στην Ευρώπη του 20ου και του 21ου αιώνα οι οικονομικά προνομιούχες τάξεις και έθνη τείνουν να χαρακτηρίζονται από ολιγομελείς οικογένειες, οι οικονομικά ασθενέστερες κοινότητες από περισσότερο πολυπληθείς. Στην προβιομηχανική Ευρώπη ίσχυε το ακριβώς αντίθετο: οι φτωχοί είχαν λιγότερα παιδιά, οι πλούσιοι είχαν την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσουν περισσότερα.
Η απόλυτη εξάρτηση της γονιμότητας από την ηλικία της μητέρα αποτελεί απόδειξη ότι δεν γινόταν ευρεία χρήση τεχνητών μέσων αντισύλληψης. Ταυτόχρονα, όμως, υπήρχαν μηχανισμοί ελέγχου των γεννήσεων. Έχει υποστηριχθεί ότι η ίδια η επιλογή του γάμου σε σχετικά προχωρημένη ηλικία αποτελούσε αυτή καθαυτή μία συνειδητή μέθοδο ελέγχου των γεννήσεων, παρ΄όλο που κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει σε αυτήν την θεωρία το παράδειγμα της Ισπανίας, όπου η χαμηλότερη ηλικία γάμου δεν διαμόρφωνε διαφορετικά ποσοστά γεννήσεων.
Ο θηλασμός που μειώνει τις πιθανότητες σύλληψης, παρέμεινε διαδεδομένη πρακτική. Η πλέον διαδεδομένη πρακτική ελέγχου μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης ήταν η εγκατάλειψη του βρέφους μετά τον τοκετό. Θύματα αυτής της πρακτικής ήταν κυρίως τα νόθα βρέφη, αλλά έκθετα βρέφη ήταν συχνά και αυτά των γονέων πολύ φτωχών για να τα συντηρήσουν. Η πρακτική εγκατάλειψης των βρεφών στο κατώφλι των εκκλησιών και των νοσοκομείων αυξάνεται σταθερά κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο, οδηγώντας στην ίδρυση βρεφοκομείων στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

