Τα δημόσια αξιώματα ήταν πάντα απαραίτητα στη διαδικασία κοινωνικής ανέλιξης. Τον 15ο αιώνα πια, οι τοπικές ελίτ σε όλες τις πόλεις είχαν εξασφαλίσει τον έλεγχο των διοικητικών θέσεων. Όπου δεν είχαν εξασφαλίσει το μονοπώλιο των θέσεων αυτών, αυτό οφειλόταν είτε στην ισχύ της τοπικής αριστοκρατίας είτε στην προσκόλληση στο παλαιότερο σύστημα των ανοικτών εκλογικών διαδικασιών για την πλήρωσή τους. Ο έλεγχος από τις ελίτ των τοπικών αξιωμάτων συνεπαγόταν ένα καθεστώς ολιγαρχικής διακυβέρνησης, προσέδιδε, όμως, στην τοπική πολιτική το στοιχείο της συνέχειας και της σταθερότητας.
Στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης το κλειδί για την εξασφάλιση τοπικών αξιωμάτων δεν ήταν ο πλούτος αλλά η οικογενειακή επιρροή και άλλες μορφές, κοινωνικής καθιέρωσης. Οι περισσότεροι αξιωματούχοι δεν ήταν κάτοχοι τίτλου, αλλά συνήθως λαϊκής καταγωγής, ένα σημαντικό τμήμα, όμως, του στρώματος αυτού ήταν ευγενείς.
Όσο εντονότερο ήταν το ολιγαρχικό στοιχείο στη διακυβέρνηση των κοινοτήτων αυτών, τόσο λιγότερο πιθανό ήταν τα χρήματα να παίξουν σημαντικό ρόλο στην αναρρίχηση σε κάποιο αξίωμα, είτε σε τοπικό είτε σε εθνικό επίπεδο. Στην Αγγλία οι θέσεις στο Κοινοβούλιο ή στον διοικητικό μηχανισμό των κομητειών, όλες μη αμειβόμενες, αποτελούσαν ένα είδος ανταμοιβής για την κοινωνική ανέλιξη και όχι το όχημα για την εξασφάλιση ανώτερης κοινωνικής θέσης, συνεπώς τα χρήματα έπαιζαν έναν έμμεσο ρόλο. Στη Βενετία και τις Ενωμένες Επαρχίες τα ανώτερα αξιώματα ελέγχονταν από μια μειοψηφία στην οποία ήταν σχεδόν αδύνατον να συμπεριληφθεί κάποιος, παρά μόνο μέσω της σύναψης του κατάλληλου γάμου ή μέσω της εύνοιας των ισχυρών.

Οι απαρχές του φαινομένου της «εκποίησης αξιωμάτων» εντοπίζονται στη διερεύνση του δικτύου πατρωνείας της κεντρικής κυβέρνησης με στόχο τη συγκέντρωση οικονομικών πόρων. Στη Βενετία αυτό οδήγησε στην πώληση των κατώτερων αξιωμάτων. Στην Ισπανία η τακτική πώλησης των κρατικών αξιωμάτων εγκαινιάστηκε το 1540 και υιοθετήθηκε από τον Φίλιππο Β΄, κυρίως σε αστικά κέντρα όπου το στέμμα ήλεγχε τους διορισμούς στον κρατικό μηχανισμό. Το 1600 πλέον στην Ισπανία τα δημοτικά αξιώματα αντιπροσώπευαν τα τρία τέταρτα σε αξία όλων των εκποιούμενων αξιωμάτων. Παρ’ όλο που οι πωλήσεις αυτού του είδους αρχικά έμοιζαν να απειλούν τις τοπικές ολιγαρχίες, τελικά εδραίωσαν τον ολογαρχικό έλεγχο της εξουσίας, καθώς ήταν οι τοπικές ελίτ που προσχώρησαν στην αγορά αυτών των αξιωμάτων.
Για πολλούς ανερχόμενους αστούς η αγορά αξιωμάτων ήταν το πρώτο βήμα προς την απόκτηση τίτλου ευγενείας. Το επόμενο βήμα ήταν η απόκτηση γης και η διαδικασία ολοκληρωνόταν με τη στροφή προς τις αριστοκρατικές ασχολίες, όπως η στρατιωτική υπηρεσία. Η διαδοχή των σταδίων μπορεί να ήταν διαφορετική ή αυτά να συνέπιπταν χρονικά. Η αξία των αξιωμάτων ήταν προφανώς υψηλότερη έαν ήταν κληρονομικά.
Το 1604 η γαλλική κυβέρνηση επέτρεψε την κληροδότηση αξιωμάτων με αντίτιμο την καταβολή ενός ετήσιου φόρου, του Paulette. Είχαν προηγηθεί άτυποι τρόποι κληροδότησης αξιωμάτων. Ο νέος φόρος νομιμοποίησε την κληρονομική κατοχή αξιωμάτων και αναπόφευκτα προκάλεσε πληθωρισμό στις τιμές.
Ο Charles Loyseau (Γάλλος νομικός) παρατηρεί πως η αστική τάξη θεωρούσε: «την κληρονομική περιουσία (γαίες) ως τη σημαντικότερη, καθώς είναι πιο σταθερή και ασφαλής μορφή ιδιοκτησίας, από την οποία θα πρέπει να αποτελείται κατά κύριο λόγο η οικογενειακή περιουσία. Στη συνέχεια ακολουθούν τα αξιώματα, καθώς εκτός των εσόδων που αυτά εξασφάλιζαν, παρείχαν κοινωνική καταξίωση, ισχύ και απασχόληση στον αρχηγό της οικογένειας και συνέβαλλαν στο να συντηρεί την υπόλοιπη περιουσία του. Τοποθετούν τα rentes στην τελευταία θέση καθώς αυτά απλώς εξασφάλιζαν κάποια επιπλέον έσοδα».
Μέσω της εξαγοράς αξιωμάτων η αστική τάξη άλωσε τον κυβερνητικό τομέα της Γαλλίας παράγοντας δημοσίους λειτουργούς. Αυτοί αποτέλεσαν την αριστοκρατία της τηβέννου (noblesse de robe), που ο Δούκας του Saint-Simon χαρακτήρισε την περίοδο του Λουδοβίκου ΙΔ΄ως «πρόστυχους αστούς», οι οποίοι όμως ήταν από κάθε άποψη ευγενείς. Πριν το 1600 το τριαντακονταμελές βασιλικό συμβούλιο αποτελούνταν από μέλη της παραδοσιακής αριστοκρατίας του ξίφους. Το 1624 είκοσι τέσσερις από αυτούς ήταν ευγενείς της τηβέννου.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

