Έγριπος

Και το νησί της Εύβοιας και η μεγαλύτερη πόλη που ονομάζονται Έγριπος μια προφανής διαστρέβλωση του ονόματος Εύριπος, το οποίο οι Τούρκοι προφέρουν Γριμπός ή Εγριμπός.

Το σαντζάκι του Εγρίπου (Εύβοιας) περιελάμβανε τους καζάδες της Αθήνας, της Θήβας, της Λιβαδειάς, των Σαλώνων και της Αταλάντης, αλλά τα έσοδα από όλες αυτές τις περιοχές τα διαχειρίζονται βοεβόδες, οι οποίοι διορίζονται κάθε χρόνο από την Πύλη. Η δύναμη του πασά σε καιρό ειρήνης δεν ξεπερνά τα όρια του νησιού.

Έγριπος
Χαλκίδα

Αυτόν τον καιρό ο πασάς απουσιάζει και η διακυβέρνηση είναι στα χέρια του μουσελίμη. Τα έσοδα από την επαρχία ανέρχονται σε περίπου 400 γρόσια και προέρχονται από την πώληση της δεκάτης όλων των χωραφιών που δεν είναι φέουδα, ή από τα χωράφια του σπαχή που έχουν προσαρτηθεί στην επαρχία, καθώς επίσης και από τους δασμούς και το χαράτσι, από το φόρο στα σιτηρά και άλλα καταναλωτικά προϊόντα, και από τις δωροδοκίες για να επιτραπεί η απαγορευμένη εξαγωγή καλαμποκιού και βουτύρου. Η κύρια παραγωγή του νησιού είναι το κρασί. Μόνο από την Κύμη και τον Καστρεβαλά 20.000 βαρέλια των 54 οκάδων στέλνονται στη Σμύρνη και τη Μαύρη Θάλασσα, η μέση τιμή των οποίων στην περιοχή είναι 5 γρόσια το βαρέλι. Σιτάρι και λάδι εξάγονται μόνο όταν οι συνθήκες παραγωγής και ζήτησης είναι ευνοϊκές. Εξάγονται επίσης μικρές ποσότητες σαπούνι, βαμβάκι, μαλλί, πίσσα και νέφτι.

Ο Ρώσος πρέσβης αναγκάστηκε από τους ανωτέρους του να εγκαταλείψει την ευχάριστη διαμονή του στην Αθήνα και να έρθει σε αυτό το μίζερο μέρος, όχι εξαιτίας του εμπορίου, που είναι μικρό αλλά επειδή εδώ είναι η κατοικία του κυβερνήτη αυτού του μέρους της Ελλάδας, και με αυτόν τον τρόπο προστατεύει καλύτερα τα πολυάριθμα ελληνικά πλοία που τώρα πλέουν υπό ρωσική σημαία, ή εκείνα της Δημοκρατίας των Επτανήσων.

Για την προσωπική του προστασία θεώρησε απαραίτητο να πάρει στη δούλεψη του έναν γενίτσαρο με το όνομα Χασάν και επώνυμο Καραμπερέρ ή Μαύρο Πιπέρι, εξαιτίας της σκούρας επιδερμίδας του και της φήμης που απέκτησε εδώ στα νιάτα του, έχοντας σκοτώσει πολλούς συμπατριώτες του σε καυγάδες, για τους οποίους οι Τούρκοι της Χαλκίδας είναι ευρέως γνωστοί.

Τα καλύτερα χωράφια του νησιού βρίσκονται στα χέρια τριάντα τούρκικων οικογενειών που κατοικούν κυρίως στην Κάρυστο, στις Ροβιές, στους Ωρεούς, στον Καστρεβαλά και σε μερικά άλλα μικρότερα μέρη, και αποτελούν ολόκληρο τον τουρκικό πληθυσμό του νησιού. Οι χριστιανοί είναι πέντε φορές περισσότεροι, αλλά στην πόλη του Εγρίπου δεν αποτελούν ούτε το ένα τρίτο των κατοίκων. Πολλά σπίτια έξω από την πόλη είναι κατεστραμμένα και ακατοίκητα, ειδικά στη νότια πλευρά. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πανούκλα που χτύπησε τον πληθυσμό.

Η πόλη παίρνει νερό από πηγάδια, τα καλύτερα από τα οποία, που ήταν παλιάς τεχνοτροπίας, φράχτηκαν πριν μήνες από τη λάσπη που δημιούργησε μια δυνατή βροχόπτωση που διήρκεσε 48 ώρες. Η διάσημη Αρετούσα, που συγκλονίστηκε από σεισμούς τα προηγούμενα έτη, έχει εξαφανιστεί εντελώς.

Τα μόνα απομεινάρια της αρχαίας Χαλκίδας είναι κάποια κομμάτια άσπρου μαρμάρου στους τοίχους των τζαμιών και των σπιτιών, καθώς και το μπούστο κάποιου αγάλματος στον τοίχο ενός σπιτιού στο κάστρο. Το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου παραμένει στην πόρτα του κάστρου. Πολλά από τα καλύτερα σπίτια είναι βενετσιάνικης κατασκευής και υπάρχει και μία εκκλησία με υπερυψωμένο μυτερό τρούλο κα γοτθικά παράθυρα που προφανώς κτίστηκε από τους ίδιους ανθρώπους, καθώς το μέρος βρισκόταν υπό την κατοχή τους τρεις αιώνες πριν τους διαδεχθεί ο Μωάμεθ ο Β΄ το 1470.

Το πιο χαρακτηριστικό τουρκικό μνημείο είναι ένα τεράστιο κανόνι, όπως αυτό στα Δαρδανέλια, που υπερασπίζεται τη νότια πλευρά του κάστρου. Αυτό το κάστρο κατασκευάστηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων. Τετράγωνοι πύργοι ανεγέρθηκαν πριν από την εφεύρεση της πυρίτιδας και ενώθηκαν με βενετσιάνικους προμαχώνες αρχαίας κατασκευής και με τουρκικούς ασβεστωμένους τοίχους και πολεμίστρες. Υπάρχει μια ξερή τάφρος, που μπορούσε να πλημμυρίσει κατά βούληση, αλλά τώρα είναι γεμάτη σκουπίδια. Η πλευρά του κάστρου καταλαμβάνεται από το τουρκικό νεκροταφείο, πέρα από το οποίο είναι η χριστιανική πόλη περιτριγυρισμένη από τείχη σε αξιολύπητη κατάσταση, που κυκλώνουν το ακρωτήριο του κάστρου με μορφή μισοφέγγαρου, από κόλπο σε κόλπο.

Ο κόλπος στη βόρεια πλευρά του Εγρίπου ονομάζεται Άγιος Μηνάς, ενώ αυτός στη νότια πλευρά Βούρκο ή Βούλκο, όνομα που έχει άμεση σχέση με τη ρηχή και λασπώδη μορφή του. Αυτός ο κόλπος επικοινωνεί μέσω ενός στενού ανοίγματος με ένα μακρύ πορθμό με στροφές, που εκτείνεται περίπου 6χλμ. έως ότου συναντήσει ένα δεύτερο στενό άνοιγμα, όπου βρίσκεται ένας πύργος πάνω σε ένα χαμηλό σημείο της ευβοϊκής ακτής, στην πεδιάδα των Βασιλικών. Μόνο βάρκες μπορούν να προσεγγίσουν στη νότια πλευρά του Εγρίπου, πιο πέρα από τον πύργο. Από το Βορρά δεν υπάρχει δυσκολία προσέγγισης, καθώς ο κόλπος έχει βάθος 4 οργιές ή περισσότερο από 6μ. κοντά στα τείχη. Ούτε υπάρχει κίνδυνος στο αραξοβόλι, αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ολόκληρος ο πορθμός, ανάμεσα στο νησί και την ενδοχώρα, μαστίζεται από άγρια μπουρίνια από τα βουνά. Ο Εύριπος για να ακριβολογούμε δεν είναι μεγαλύτερος από στενότερο κομμάτι του πορθμού ανάμεσα στους πρόποδες του βουνού Καραμπαμπά και τα δυτικά τείχη του κάστρου, χωρίζεται, σε σχέση με το πλάτος του, σε ανόμοια μέρη, από ένα μικρό τετράγωνο κάστρο χτισμένο πάνω σε ένα βράχο, το οποίο έχει στρογγυλό πύργο στη βορειοδυτική πλευρά του. Μια πέτρινη γέφυρα, μήκους 18-20μ., συνδέει τη βοιωτική ακτή με αυτό το κάστρο, στο οποίο εισέρχονται από κινητή γέφυρα κοντά στο βορειοανατολικό τμήμα. Μια άλλη ξύλινη γέφυρα, μήκους 100μ., η οποία μπορεί να σηκωθεί και από τις δύο πλευρές για να επιτρέπει το πέρασμα των πλοίων, συνδέει το μικρό κάστρο με την πύλη του μεγάλου κάστρου και βρίσκεται σε έναν πύργο που εξέχει από τα τείχη. Το εσωτερικό κανάλι λέγεται ότι πάντα είχε βάθος γύρω στα 3μ.. Κάτω από την πέτρινη γέφυρα το νερό είναι πολύ πιο ρηχό.

Οι άνθρωποι του Εγρίπου πιστεύουν ότι το μικρό κάστρο στο βράχο του Ευρίπου δεν υπήρχε τον καιρό των Βενετών αλλά χτίστηκε από τους Τούρκους αμέσως μετά την κατάκτηση. Ο Κορονέλι, ωστόσο, ένα χρόνο πριν την κατάκτηση της Αθήνας και την πολιορκία του Νεγροπόντε (Εύβοια) από τους Βενετούς, δηλώνει ότι για την είσοδο του από τη Βοιωτία πρώτα διέσχισε μια πέτρινη γέφυρα με 5 καμάρες, με μήκος περίπου 30 βήματα, μετά πέρασε στη βάση του βενετσιάνικου πύργου πάνω από την πόρτα του οποίου βρισκόταν ακόμη το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου (αν και οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το μέρος για 200 χρόνια), και μπήκε στην πόλη πάνω από μια ξύλινη κινητή γέφυρα. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι αρκετές για να εξηγήσουν ότι ο κυκλικός πύργος είναι βενετσιάνικος, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι του έργου είναι τουρκικό. Ο δρόμος επικοινωνίας της πέτρινης γέφυρας με το τμήμα πάνω από το εσωτερικό κανάλι τώρα περνάει μέσα από τη βορειοανατολική πλευρά του κάστρου, ενώ ο κυκλικός πύργος παραμένει στα δεξιά, πράγμα που συμφωνεί με τον Κορονέλι.   

William Martin Leake

Λιβαδειά (19ος αιώνας)

Η Λιβαδειά έχει επιβλητική εμφάνιση από τα βόρεια, συνθέτοντας ένα σκηνικό όμορφο και μοναδικό. Τα περισσότερα σπίτια της περιστοιχίζονται από κήπους και έτσι καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο πάνω σε κάποιες απότομες πλαγιές, στους πρόποδες ενός απόκρημνου υψώματος που στεφανώνεται με ένα κατεστραμμένο κάστρο που λέγεται ότι χτίστηκε από τους Καταλανούς. Αυτό το ύψωμα αποτελεί μια απότομη, βόρεια απόληξη του όρους Ελικώνα και χωρίζεται προς τα ανατολικά από παρόμοιους λόφους με ένα χείμαρρο, που αναβλύζει από το βουνό ανάμεσα σε ψηλούς γκρεμούς και πέφτει με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε ένα βραχώδες μέρος, αφού διασχίσει το κέντρο της πόλης. Είναι η αρχαία Έρκυνα. Πάνω από το κάστρο το τοπίο είναι γενικά ξερό.

Λιβαδειά
Η Λιβαδειά το 1819

Η κύρια παροχή νερού γίνεται από κάποιες πηγές στο νότιο άκρο της πόλης και στους κήπους που περιζώνουν τα σπίτια. Υπάρχουν επίσης πηγές σε πολλά μέρη σε αυτήν την πλευρά, έτσι ώστε όλη αυτή η υπερβολή σε νερό, σε συνδυασμό και με το φυσικό καταφύγιο που δημιουργούν τα βουνά που κρέμονται από πάνω, να κάνει τον αέρα το καλοκαίρι, στο βόρειο μέρος της πόλης για κάναδυο ώρες το πρωί και το βράδυ, ευχάριστα δροσερό.

Τα ίδια αυτά βουνά ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς το αεράκι που φυσάει συχνά, κάνουν τη θερμοκρασία πολύ υψηλή, ενώ το χειμώνα δημιουργούν υγρασία στερώντας από την πόλη τις ακτίνες του ήλιου. Ο ήλιος δεν ζεσταίνει ούτε χαμηλότερα σημεία της πόλης της Λιβαδειάς μετά τις δύο το μεσημέρι. Εξαιτίας αυτών των συνθηκών, το κλίμα δεν θεωρείται ευχάριστο ή υγιεινό. Λέγεται δε, ότι το καλοκαίρι, λόγω των αναγκών για εξαερισμό, οι βλαβερές αναθυμιάσεις των ποτιστικών χωραφιών με βαμβάκι και ρύζι γίνονται παντού αισθητές, αν και απέχουν κοντά 3χλμ. από το βόρειο τμήμα της πόλης. Η Βελίτσα, που έχει παρόμοια θέση και θέα, επηρεάζεται από το γειτονικό βουνό, με τον ίδιο τρόπο, και εκεί το χωριό ήταν στη σκιά ακόμη και πριν το μεσημέρι. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις αρχαίες πόλεις της Δωρίδας, της Φωκίδας και της Βοιωτίας που καταλάμβαναν τις ισχυρές και άλλοτε προνομιούχες κάτω από τις βόρειες πλευρές του Παρνασσού και του Ελικώνα, βίωναν τα ίδια προβλήματα και είχαν το ίδιο κλίμα το χειμώνα, όπως σημειώνει ο Παυσανίας, ειδικά στη Λιλαία.

Η Λιβαδειά έχει ένα γενικότερο αέρα χλιδής σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη στην Ελλάδα, χωρίς να εξαιρούνται τα Ιωάννινα. Αυτό οφείλεται και στον μικρό αριθμό Τούρκων, που γενικά δεν είναι μόνον οι ίδιοι φτωχοί, αλλά και αιτία φτώχειας για τους άλλους. Εκεί οφείλεται εν μέρει και η κατασκευή μεγάλων ελληνικών σπιτιών, τα οποία έχοντας ευρύχωρα δωμάτια και εξώστες, σύμφωνα με το τουρκικό στυλ, φαίνεται ότι χτίζονται προωθώντας την πόλη προς τον απότομο γκρεμό του λόφου. Μπορεί να παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι αυτή η αρχιτεκτονική, αποτέλεσμα της ελληνικής ματαιοδοξίας πάντα έτοιμης να μιμηθεί το τουρκικό μεγαλείο, αν και ευχάριστη το καλοκαίρι, δεν ταιριάζει σε ένα μέρος όπου ο χειμώνας είναι βαρύς και μεγάλος. Υπάρχουν περίπου χίλια πεντακόσια σπίτια στην πόλη της Λιβαδειάς, από τα οποία μόνο τα εκατόν τριάντα είναι τούρκικα.

Το πιο ευδιάκριτο σημείο στην πόλης της Λιβαδειάς είναι ένας πύργος με ένα ρολόι. Στην περιοχή υπάρχουν εβδομήντα χωριά, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι το Δαδί και η Αράχοβα. Το Ξεροχώρι, η Φίλα και πολλά άλλα στην Εύβοια έχουν καταχωρισθεί στο βιλαέτι, καθώς επίσης και ο Κάλαμος, και κάποια άλλα στην Αττική.

Η ομηρική Μήδεια βρισκόταν σύμφωνα με τον Παυσανία σε ένα ύψωμα από όπου οι κάτοικοι, υπό την καθοδήγηση του Λέβαδου, ενός Αθηναίου, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερο σημείο και εκεί έχτισαν μια πόλη που της έδωσαν το όνομα Λιβαδειά. Φαίνεται δηλαδή ότι η Μήδεια βρισκόταν στην πλευρά του κάστρου και προς το δυτικό τμήμα της καινούργιας πόλης. Στην ανατολική της πλευρά περιβαλλόταν από την Έρκυνα, ενώ η Λιβαδειά κατελάμβανε το χαμηλότερο μέρος της σημερινής πόλης. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ωστόσο, ότι το κάστρο δεν ήταν ποτέ μέρος της αρχαίας πόλης μια και ήταν τόσο σημαντικό για την ασφάλεια της. Οι μόνες αρχαιότητες είναι κάποιες τετράγωνες ελληνικές πέτρες στα τοιχώματα, του κατεστραμμένου κάστρου, και λίγες επιγραφές και αρχιτεκτονικά κομμάτια διάσπαρτα στην πόλη. Αυτή η ισχυρή και πλούσια σε νερό πόλη, που πάντα είχε μεγάλο πληθυσμό, έχει επιδοθεί σε πολλές ανακατασκευές με βάση τα αρχαία υλικά ώστε τίποτε πλέον δεν έχει παραμείνει στη θέση του.

Η Λιβαδειά σαν βακούφι, διοικείται από βοεβόδα που εκμισθώνει τα εισοδήματα από τη διαχείριση των βασιλικών τζαμιών (της Πύλης). Ή πιο συχνά από βεκίλη ή αντιπρόσωπο, στον όποιο ο βοεβόδας δίνει αναφορά. Ο Τούρκος που τώρα κατοικεί στη Λιβαδειά είναι αντιπρόσωπος, αλλά συλλέγει ο ίδιος και εκμεταλλεύεται τους φόρους.

Η δημοτική εξουσία μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις κυρίαρχες ελληνικές οικογένειες, από τις οποίες η πρώτη είναι του Γιάννη Χονδροδήμα ή Λογοθέτη, εξαιτίας του αξιώματος του στην εκκλησία. Όλες οι υποθέσεις της πόλης περνούν από τα χέρια ενός γραμματικού που τον ορίζουν οι παραπάνω άρχοντες. Ούτε ο Τούρκος βοεβόδας, ούτε ο καδής (ιεροδικαστής) ανακατεύονται, εκτός και αν η υπόθεση αφορά Τούρκο. Ειδικά ο πρώτος απέχει ολοκληρωτικά, καθώς φοβάται μήπως χάσει τα συνηθισμένα δώρα που παίρνει από τους Έλληνες, καθώς και τα αποτελέσματα των διαμαρτυριών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η κύρια ασχολία του είναι να συλλέγει τους φόρους του σουλτάνου, που δίνονται προς το παρόν στα τρία παραπάνω πρόσωπα για 2.500 γρόσια το χρόνο. Αυτοί οι φόροι είναι το μίρι, ή δεκάτη ή αβαρέσι ή φόρος στην προσωπική περιουσία, και το χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.

Το πρώτο υπενοικιάζεται σε μερίδια κάθε χρόνο. Αυτοί που το εκμισθώνουν επισκέπτονται τα χωριά τον καιρό του θερισμού και παίρνουν το μερίδιο τους, που για τα χωράφια που ανήκουν στους Έλληνες είναι περίπου το ένα όγδοο. Ό,τι απομείνει μοιράζεται σε αναλογία δύο τρίτων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και σε αυτόν που έχει την αποθήκη και προμηθεύει τον σπόρο του καλαμποκιού. Οι θεριστές πληρώνονται κυρίως σε είδος δηλαδή, ή μια συμφωνημένη ποσότητα την ημέρα, ή το ένα δέκατο της σοδειάς: ό,τι μένει είναι το μερίδιο του μεταπράτη και μοιράζεται σε ισότιμα μερίδια. Αρκετές φορές τη δεκάτη την εκμεταλλεύεται ο Έλληνας ιδιοκτήτης, αλλά σε αυτήν την περίπτωση το μερίδιο του από το θερισμό είναι δεκαεφτά εικοστά τέταρτα.

Μερικά χωράφια στη Λιβαδειά είναι του σπαχή (ιππέα του οθωμανικού στρατού) και τα διατηρεί καθ’ όλη την διάρκεια της φεουδαρχικής θητείας από τον καιρό της κατάκτησης. Αυτά αποδίδουν λιγότερη δεκάτη στον σπαχή από ό,τι τα ελληνικά χωράφια στον εκμεταλλευτή του βακουφιού. Συνήθως ενοικιάζονται από Έλληνες της Λιβαδειάς και καλλιεργούνται όπως τα άλλα. Τυχαίνει μερικές φορές οι τελευταίοι να έχουν και αυτά του σπαχή, και συμβαίνει ενίοτε ο Έλληνας να έχει τη θέση του σπαχή στο χωριό. Συνήθως, όμως, αυτά τα χωράφια βρίσκονται στα χέρια των Αλβανών στρατιωτών, που τα θεωρούν ως ένα καλό τρόπο για να μαζεύουν αποθέματα, όπως οι σπαχήδες, πέρα από τη δεκάτη, που σύμφωνα με το έθιμο αντιστοιχεί σε ένα γρόσι το χρόνο για κάθε ενήλικο άνδρα και μισό και κάθε αγόρι στο χωριό, συν μια συγκεκριμένη μερίδα φαγητού, που πάντα παίρνουν οι Αλβανοί για τη συντήρηση τους, και άλλα προνόμια που η θέση του μουσουλμάνου στρατιώτη τους προσφέρει. Μερικές φορές τυχαίνει ο σπαχής να μένει στην περιοχή και να μην εισπράττει τη δεκάτη παρά μόνο ως φέουδο και ό,τι άλλο μπορεί να αποσπάσει εκβιαστικά.

Ο φτωχός Έλληνας χωρικός δεν παίρνει παρά ψίχουλα από τη γη που κατέχουν οι ομόθρησκοι του. Αν και σπάνια μπορεί να καταφέρει ένα τίμιο παζάρεμα για το μερίδιο του στην παραγωγή, γενικώς πρέπει και από αυτό να δίνει τον υπέρμετρο τόκο που ο Έλληνας ιδιοκτήτης γης ή ο σπαχής τον έχουν αναγκάσει να δίνει, αφού του έχουν δημιουργήσει την ανάγκη να δανειστεί: με λίγα λόγια δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν εργάτη σε ένα τούρκικο τσιφλίκι. Η δυστυχία του ολοκληρώνεται, επειδή η ανώτερη τάξη των Ελλήνων στη Λιβαδειά είναι τόσο προκλητική και αναίσθητη προς τους κατώτερους της, όσο ζηλεύονται με κακεντρέχεια και μεταξύ τους. Αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ταυτόχρονα διαθέτουν όλη τη φιλοξενία, την εξυπνάδα και την κοινωνική προδιάθεση του λαού, και αντίθετα προς τους θησαυρίζοντες Εβραίους και Αρμένιους, γενικά ζουν τη ζωή τους.

Τον Αλή πασά φοβούνται στη Λιβαδειά πιο πολύ από ό,τι την Πύλη. Και προσφέρονται να στείλουν κάθε άνοιξη μια αντιπροσωπεία από άρχοντες στα Ιωάννινα με δώρο να ανέρχεται στα 100 γρόσια. Λίγο καιρό πριν ο Αλή πασάς προσπάθησε να κατακτήσει το Δαδί, αλλά με την παρέμβαση των αρχηγών της Λιβαδειάς η καταστροφή της ανερχόμενης αυτής κοινότητας αποφεύχθηκε προσωρινά. Οι επιδιώξεις του, ωστόσο, τείνουν να αυξάνονται προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο γιος του, Βελής, πρόσφατα κατέκτησε την επαρχία της Αταλάντης

William Martin Leake

Δελφοί

Δελφοί! Τι θλιβερή και μοναχική εικόνα! Το μέρος αυτό, που κάποτε ήταν το κέντρο της ελληνικής τέχνης και θρησκείας, εκεί όπου η διάνοια και η δεισιδαιμονία του πρώτου ανάμεσα στα έθνη αρέσκονταν να επιδεικνύει τη δύναμη και την υπερβολή του, τώρα καταπιέζεται από έναν ξένο λαό.

Δελφοί
Κασταλία πηγή, Χαλκογραφία

Τα ιερά έχουν μετατραπεί για να εξυπηρετούν μια νέα θρησκεία. Τα μνημεία του, διασκορπισμένα και ερειπωμένα από τους βαρβάρους. Και όμως παρ΄ όλα αυτά, έχουν απομείνει μόλις κα μετά βίας κάποια, για να δηλώνουν τη θέση του και να διαλαλούν την κακοδαιμονία του. Αυτή η αίσθηση του ερειπωμένου τοπίου αναμιγνύεται με τη μεγαλοπρέπεια και την αξιοσέβαστη ανάμνηση της φήμης και του μεγαλείου του. Αυτά τα ερείπια φαντάζουν ταυτόχρονα ακέραια και ρημαγμένα. Αυτή η φοβερή κατοικία των θεών, αυτός ο ναός, που περικλείει την εικόνα του Απόλλωνα και δείχνει στον επισκέπτη, που κοιτάζει με δέος τους αναθηματικούς θησαυρούς της δεισιδαιμονίας και τα λαμπρά κομψοτεχνήματα, του Έλληνα καλλιτέχνη τώρα κείτεται κατεστραμμένος και ακρωτηριασμένος.

Το βουητό των ανθρώπων του έχει σωπάσει. Το μαντείο του είναι βουβό. Πάνω στα ερείπια των ναών του έχει φυτρώσει ο σταυρός, που θριαμβολογεί για την κακοδαιμονία του και μαρτυρά τη νίκη της καινούργιας θρησκείας. Αυτό ο λαός, ο τόσο τιμημένος και περήφανος, με ένα μαντείο που έδινε τα φώτα στους λαούς, στενάζει κάτω από το ζυγό της τουρκικής τυραννίας. Μάταια ψάχνω να δω το πλήθος που ανέβαινε κάποτε το βουνό, φέρνοντας τις προσφορές και τις ελπίδες του κάθε ανθρώπου. Έχουν χαθεί όλα. Ακόμη και το μικρό χωριό που υπάρχει σήμερα προσβάλλει τη μνήμη των Δελφών και δεν θυμίζει σε τίποτα ούτε τον πλούτο του, ούτε τη δόξα του, μα ούτε καν το πνεύμα του.

Οι τεράστιοι σωροί των ερειπίων που αψηφούν τη μανία των κατακτητών και την ύπουλη και ακατάπαυστη φθορά του χρόνου, αντέχουν ακόμη για να μεταφέρουν την εικόνα της σπουδαιότητας, της οποίας η ουσία δεν υπάρχει πια.

Η φύση χαμογελά ακόμη στο ερείπιο. Παρά τη βαρβαρότητα, διατρανώνει ακόμη τη δύναμη της. Η εύφορη πεδιάδα που οδηγεί στους Δελφούς είναι ακόμη λαμπρή. Ο Πλειστός κρατάει ακόμη σταθερή την πορεία του. Όλη η περιοχή, που κάποτε ήταν η αιτία ενός βίαιου και φανατικού πολέμου, τώρα ανθίζει για να εκδικηθεί τους διώκτες της πάνω στα ερείπια. Πόσο δυνατή η φύση, πόσο μικρόψυχος ο άνθρωπος.

Ωστόσο, πρέπει να ξεχωρίσω τα αισθήματα από την αφήγηση και να καταγράψω όσα είδα. Φθάσαμε στους Δελφούς, στο σπίτι ενός ιερέα. Θλιβερή η αντιστροφή που έχει υποστεί η ιεροσύνη. Ο ανώτατος ιερέας των Δελφών έχει αντικατασταθεί από την φτωχή ταπεινότητα ενός Έλληνα εφημέριου. Η γενειάδα του είναι ίσως το πιο κοινό σημείο του με τον προκάτοχο του, ενώ η φτώχεια και η τιμιότητα του οι μεγαλύτερες διαφορές τους. Τα ερείπια βρίσκονται όλα στην πλαγιά ενός λόφου, ο οποίος ξεκινά από τους πρόποδες του Παρνασσού και κατεβαίνει στην πεδιάδα. Περπατήσαμε στους πρόποδες του λόφου, όπου υπήρχε μια βρύση που φαινόταν αρχαία. Ο εφημέριος, που ήρθε μαζί μας, μας είπε ότι ήταν η Κασταλία. Λίγο αργότερα, ωστόσο, είδαμε ακόμη μία, που θα έπρεπε να ήταν η αληθινή, μια και η πρώτη ήταν πολύ μικρή και δεν φαινόταν για πηγή. Προέρχεται από δύο πηγές στη βάση της μεγάλης σχισμής που χωρίζει τις δύο πλευρές του Παρνασσού. Η μία είναι μεγάλη 3μ. πλάτος και 6μ. μήκος. Υπάρχουν σκαλιά προς τα κάτω, για τους ανθρώπους που θέλουν να καθήσουν εκεί και να γιατρευτούν, κα ένα μικρό δωμάτιο, που την περικλείει, σκαλισμένο πάνω στο βράχο. Τα σκαλοπάτια και ο βράχος είναι αρχαία. Η άλλη πηγή είναι λίγο πιο ψηλά και είναι μικρή, αλλά σύντομα ενώνονται. Το νερό είναι ωραίο και καθαρό. Γύρω από την πηγή υπάρχουν γυναίκες από τους Δελφούς, που έπλεναν βρόμικα ρούχα.

Ο Παρνασσός, τόσο διάσημος στην ελληνική μυθολογία, είναι ένα βουνό ελάχιστα ελκυστικό για τον απλό επισκέπτη. Είναι ένας άγονος όγκος, με γαλαζωπό και γκρίζο χρώμα, που κρέμεται κατακόρυφα πάνω από τους Δελφούς. Η κορυφή του Παρνασσού, είναι καλυμμένη με χιόνια δεν είναι ορατή από τους Δελφούς. Οι Δελφοί είναι το νοτιότερο μέρος της κορυφογραμμής και διαχωρίζονται από τον κόλπο με μα μικρή πεδιάδα. Στο σημείο που αναβλύζει η Κασταλία πηγή το βουνό χωρίζεται στη μέση από μία σχισμή που έχει πλάτος 6-9μ. Πιθανώς έχει σχηματιστεί από σεισμό. και εκτείνεται από την κορυφή ως τους πρόποδες, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το βουνό έχει δύο κορυφές.

Ο λόφος είναι πολύ απότομος για να κατέβεις κατ’ ευθείαν στους Δελφούς. Γύρω από την Κασταλία πηγή και μέρος της αίθουσας των σκαλοπατιών υπάρχουν και άλλα ερείπια, τα οποία πιθανόν να αποτελούσαν μέρος του ναού του Απόλλωνα. Απέναντι από το βράχο υπάρχει μια εσοχή, ή κόγχη, η οποία μπορεί να χρησιμοποιούνταν για κάποιο άγαλμα ή για το ίδιο το μαντείο.

Από την εσοχή μέχρι το δωμάτιο πάνω από τη πηγή υπάρχει ένα υπόγειο πέρασμα που φαίνεται από τις πέτρες κάτω από την αίθουσα. Αυτό μάλλον χρησιμοποιούνταν σαν πέρασμα των ιερέων, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση του μαντείου. Η αλήθεια είναι ότι ολόκληρο το βουνό βρίθει από τέτοιους αόρατους δρόμους. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από την ηχώ των εσοχών, καθώς επίσης και από την άμεση παρατήρηση.

Ακριβώς κάτω από τον Παρνασσό υπάρχει ένα είδος γηπέδου με ένα πέτρινο παγκάκι τριγύρω, που πιθανόν να χρησιμοποιούνταν για μουσική και διασκέδαση. Τα μεγάλα ερείπια που βρίσκονται εκεί κοντά αποδεικνύουν ότι πρέπει να ήταν μέρος κάποιου τεράστιου κτιρίου. Πιο χαμηλά στο βουνό υπάρχουν και άλλοι σωροί ερειπίων. Κάποια από αυτά διατηρούν το σχήμα σπιτιών και μαρτυρούν το αρχαίο μεγαλείο τους. Μέσα στους βράχους υπάρχουν σκαμμένες πολλές μεγάλες τρύπες, που προορίζονταν είτε για λουτρά είτε για κρεβάτια. Υπάρχει επίσης μια μεγάλη πεδιάδα, περίπου στα μισά του βουνού, που θα πρέπει να ήταν το γυμνάσιο. Όλα τα ερείπια εξάπτουν τη φαντασία με το παραπάνω, χωρίς όμως να ικανοποιούν την περιέργεια. Ναοί χωρίς όνομα και στενά ανοίγματα στους βράχους είναι ό,τι έχει απομείνει. Και όμως αυτά τα λίγα ερείπια είναι τόσο μεγαλοπρεπή.

Η πόλη των Δελφών κατεβαίνει από τους πρόποδες του Παρνασσού προς το ποτάμι και τη μικρή κοιλάδα που την απομονώνει προς το Νότο. Ανατολικά και δυτικά υπάρχουν τα στενά ανοίγματα. Το ένα οδηγεί προς τη Λιβαδειά κα το άλλο προς την πεδιάδα.

Κρίνοντας από τους ναούς στο Χρισσό, υποθέτω πως η πόλη των Δελφών ήταν εκεί και μετακινήθηκε πάνω από τους μικρούς λόφους που χωρίζουν το Χρισσό από τη μικρή πόλη Καστρί. Το πιο κατοικημένο μέρος ήταν κάτω από την Κασταλία πηγή. Η κάθοδος χωρίζεται στη μέση από το ποτάμι Κασταλία, που χάνεται μέσα σε κάποιο άλλο στους πρόποδες του λόφου. Οι επιγραφές είναι ανεπαρκείς. Είδα μία που ήταν μέσα σε ένα κελάρι, αφού ενόχλησα κάποιες χήνες που κούρνιαζαν εκεί. Διακρίναμε με τη βοήθεια ενός κεριού αρκετά τμήματα επιγραφών στις πέτρες του τοίχου.

Κάποιοι άνδρες που είχαν βρει νομίσματα με πολιόρκησαν ασφυκτικά. Δεν επιθυμούσα να αγοράσω μέταλλα, και αυτά που μου πρόσφεραν ήταν απροσδιόριστα και χωρίς ενδιαφέρον. Μόνο ένα ρωσικό νόμισμα, που θα μπορούσα να αγοράσω λόγω της καλής του συντήρησης, μου κίνησε την περιέργεια. Ο υπηρέτης μου, όμως, αναγνώρισε πως ήταν ρωσική πένα.

Μέχρι τώρα έχω δει όλα τα αξιοπερίεργα στους Δελφούς.

Nicholas Biddle

Ναύπακτος (19ος αιώνας)

Η Ναύπακτος αν και κατά κύριο λόγο αποκτά τη φήμη της στο απόγειο της ελληνικής ιστορίας, εξαιτίας του λιμανιού της στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου, οφείλει τη θέση της στον ισχυρό λόφο, στις γόνιμες πεδιάδες και τα άφθονα τρεχούμενα νερά της.

Ναύπακτος
Η κοιλάδα του Πλειστού

Η πεδιάδα στη δυτική πλευρά της πόλης, που εκτείνεται μέχρι το όρος Κακή Σκάλα, έχει πλάτος ένα μίλι προς το μέρος κοντά στην πόλη. Καλύπτεται με ελιές και χωράφια με καλαμπόκι, καθώς κα με λίγα αμπέλια. Η Πιλαλά, ανατολικότερα, είναι γυμνή, αλλά παράγει κριθάρι, βαμβάκι και λίγα σταφύλια, που, ως συνήθως, στην ηπειρωτική Ελλάδα βρίσκονται σε χαμηλές θαμνώδεις περιοχές, αν και η εμπειρία δείχνει ότι το καλό κρασί βγαίνει μόνο στους λόφους. Τέτοιες θέσεις όμως απαιτούν περισσότερη δουλειά από ό,τι οι πεδιάδες. Οι τελευταίες αποδίδουν μεγαλύτερο και περισσότερο καρπό. Αλλά στην Ελλάδα δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση κρασιού υψηλότερης τιμής όπως αυτό που παράγεται στα υψώματα.

Το κάστρο και η πόλη καταλαμβάνουν τη νοτιοανατολική και τις ανατολικότερες πλευρές του λόφου, ο οποίος είναι ένας από τους πρόποδες του όρους Ρίγανη και φτάνει μέχρι τη θάλασσα, χωρίζοντας την πεδιάδα, της Πιλαλάς από αυτήν που είναι προς το κάστρο της Ρούμελης και του βουνού Κακή Σκάλα. Το μέρος είναι οχυρωμένο με το συνήθη στους αρχαίους τρόπο, που χρησιμοποιούνταν για θέσεις παρόμοιες με αυτήν της Ναυπάκτου, δηλαδή καταλαμβάνει μια τριγωνική πλαγιά με μια ακρόπολη στην κορυφή, και έναν ή περισσότερους τοίχους που διασταυρώνονται και το χωρίζουν σε ενδιάμεσα μέρη. Στη Ναύπακτο υπάρχουν περίπου πέντε εσοχές ανάμεσα στην κορυφή και τη θάλασσα, με πύλες επικοινωνίας από τη μία στην άλλη, και μια παράπλευρη πύλη προς τα δυτικά, που οδηγεί στην έξοδο του κάστρου από τη δεύτερη εσοχή μέχρι την κάθοδο. Είναι πιθανόν τα καινούργια τείχη να ακολουθούν ακριβώς το αρχαίο σχέδιο του κάστρου, γιατί σε πολλά σημεία στηρίζονται πάνω σε αρχαιοελληνικά θεμέλια, διατηρώντας ακόμη κομμάτια του αρχαίου τείχους που έχουν ενσωματωθεί στο νέο. Η σημερινή πόλη καταλαμβάνει μόνο τη χαμηλότερη εσοχή, στη μέση της οποίας υπάρχει το μικρό λιμάνι, που απέκτησε τόσο σπουδαία φήμη στην αρχαία ιστορία. Σήμερα είναι γεμάτο με σκουπίδια και δεν μπορεί να δεχθεί τις μεγαλύτερες βάρκες που πλέουν στον κόλπο.

Μέσα στα τείχη της Ναυπάκτου κατοικούν περίπου 400 τούρκικες οικογένειες και 30 εβραϊκές. Οι Τούρκοι ζουν σε κατεστραμμένα σπίτια, στη μιζέρια και τη φτώχεια, πολύ περήφανοι για να δουλέψουν, και με την αυθάδεια και την καταπίεση που ασκούν εμποδίζουν την εγκατάσταση των Ελλήνων εδώ. Στους τελευταίους, όπως συνηθίζεται, στις οχυρωμένες πόλεις της Τουρκίας, δεν επιτρέπεται να κατοικούν μέσα στα τείχη. Τα σπίτια τους δημιουργούν ένα προάστιο στις δύο πλευρές, στην καθεμία από τις οποίες υπάρχουν 100 σπίτια, αλλά τώρα κατοικούνται μόνο τα μισά.

Οι Έλληνες ασχολούνται μόνο με την καλλιέργεια των κήπων και με τα χωράφια με τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, τα οποία θα απέδιδαν εδώ λόγω του άφθονου νερού, αν οι παράνομοι και οι πεινασμένοι ακόλουθοι του πασά, δεν κατέστρεφαν και δεν κατανάλωναν τα πάντα πριν ωριμάσουν. Τέτοια είναι η κατάσταση στη Ναύπακτο, που από εδώ μέχρι την Πάτρα δεν μπορεί κανείς να αγοράσει ούτε βότανα, ούτε λάδι, ούτε κρασί, πληρώνει 24 παράδες την οκά για το κρέας μιας προβατίνας, ενώ 20 είναι η τιμή του καλύτερου κρέατος στην Πάτρα.

Ο Μουζά πασάς ήταν κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης και τον έστειλαν εδώ σαν ένα είδος εξορίας. Ζει κυρίως με συνεισφορές από τις γειτονικές περιοχές, ακόμη και από τη Βοστίτσα και κάποια άλλα μέρη στο Μοριά. Το βιλαέτι περιελάμβανε πριν όλη την περιοχή, μέχρι τα σαντζάκια της Άρτας και το Ευρίπου, δηλαδή την ευρύτερη περιοχή της Ακαρνανίας, Αιτωλίας και Λοκρίδας. Αλλά ο Αλή πασάς την περιόρισε μέχρι λίγο πιο πέρα από τα τείχη αυτής της πόλης. Ο Μουζά κατάγεται από οικογένεια της Λάρισας και παίρνει 150 γρόσια το χρόνο από γη στο Mollalik. Η Ναύπακτος του αποφέρει άλλα τόσα, αλλά οι απαιτήσεις της Πύλης, και τα δώρα που είναι υποχρεωμένος να στέλνει εκεί, τον κάνουν τόσο φτωχό, που σύμφωνα με την έκφραση του πληροφοριοδότη μου, το πιλάφι του γίνεται από λάδι, γιατί δεν έχει βούτυρο. Οι υπηρέτες του, με την ανοχή του αφέντη τους, πρόσφατα έκλεψαν καυσόξυλα, που είχαν κοπεί στον Ψαθόπυργο, από τον πρόξενο μας στην Πάτρα, για να σταλούν στη Μάλτα με πλοίο. Η ποσότητα που πήραν αρκούσε για όλη τη χειμερινή κατανάλωση που είχε ο πασάς στο χαμάμ και στην κουζίνα του. Τώρα προσπαθεί να συγκεντρώσει αρκετά γρόσια για να αγοράσει το επαρχείο του Μοριά. Τα λεφτά του πρέπει να είναι μαζεμένα μέχρι το επόμενο Μπαϊράμι, όταν η λίστα με τους κυβερνήτες που είναι στην εξουσία παρουσιάζεται στο σουλτάνο, ο οποίος ανακοινώνει τις αλλαγές στο Κουρμπάν Μπαϊράμι, 70 μέρες μετά το πρώτο.

Η Πύλη απαίτησε τελευταίως από τον Μουζά να στείλει στην Κωνσταντινούπολη 40-50 χιλιάδες γρόσια σε αξία καλαμποκιού, δίνοντας σύμφωνα με το έθιμο και κάποια τιμή στους καλλιεργητές, που δεν επαρκεί ούτε για το κόστος παραγωγής. Ο πασάς, όπως συμβαίνει με τους Τούρκους σε αντιπαλότητα, είναι πολύ ταπεινός και πολιτισμένος. Όπως συμβαίνει συνήθως με τους ανθρώπους που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις, και αυτός και ο καγιάς του ασχολούνται με επιστημονικά θέματα: ο καγιάς μιλάει για γεωγραφία και ο πασάς για ιατρική.

Ο πλουσιότερος Τούρκος ιδιοκτήτης στη Ναύπακτο είναι ο Αντέμπεης, που πατέρας του ήταν ο πασάς. Έχει εισόδημα πάνω από 150 γρόσια το χρόνο και είναι τόσο φιλόξενος που ξοδεύει όλο του το εισόδημα στη φιλοξενία. Πρόσφατα έχτισε ένα σπίτι, που, αν και καλύτερο από φράγκικο αχυρώνα, όσον αφορά τα υλικά και την αρχιτεκτονική, εδώ θεωρείται σαν κάτι υπερβολικό. Αλλά το χτίσιμο κοστίζει ακριβά στην Ελλάδα, γιατί είναι ακριβή η εργασία, τα μαδέρια, τα τζάμια και τα καρφιά. Όλα, εκτός από την πέτρα και τους όλμους, έρχονται από την Τεργέστη και το Φιούμε. Ένα καλούτσικο σπιτάκι δεν μπορεί να χτιστεί με λιγότερο από 10.000 γρόσια, που, αν και ποσόν που δεν υπερβαίνει τις 600 στερλίνες, είναι μεγάλο για αυτή τη φτωχή χώρα.

William Martin Leake

Στα Σάλωνα

Φθάσαμε στα Σάλωνα, διασχίσαμε το Πλειστό, μετά περάσαμε ένα ανοιχτό μέρος στην Κρισαία πεδιάδα, και φθάσαμε στην αριστερή όχθη του ξεροπόταμου των Σαλώνων. Ακολουθήσαμε τον ποταμό, περνώντας μέσα από ένα χωράφι με ελιές, και τον διασχίσαμε για λίγο, κάτω από την είσοδο της κοιλάδας των Σαλώνων. όπου το επίπεδο στις όχθες του είναι λιγότερο από ένα μίλι σε πλάτος, και οριοθετείται από ένα βράχο του βουνού Χρισσού προς τα δεξιά και από μια προέκταση από άλλα βραχώδη βουνά στα αριστερά. Πέρα από το στενό, η κοιλάδα φαρδαίνει, ο δρόμος στρίβει περισσότερο προς τα δυτικά, πάλι μέσα από ελαιώνες, και δύο μίλια από τα Σάλωνα διασχίζουμε πάλι μια ανοιχτή πεδιάδα.

Στα Σάλωνα
Σάλωνα

Το κάστρο των Σαλώνων είναι ένα εκτεταμένο ερείπιο χτισμένο από τους Φράγκους ή από τους Έλληνες στο κατώτερο σημείο του, πάνω στα απομεινάρια των τειχών μιας αρχαίας πόλης. Ο κεντρικός πύργος του κάστρου βρίσκεται στην ακρόπολη και οι εξωτερικοί τοίχοι ακολουθούν σχεδόν εκείνους της πόλης. Τα απομεινάρια των δύο από τους ελληνικούς πύργους φαίνονται στην κατωφέρεια του λόφου προς το Βορρά, πάνω στην κορυφή μιας βραχώδους πλαγιάς, που κρέμεται πάνω από τα καινούργια σπίτια σε αυτό το σημείο.

Η αρχαία πόλη δεν φαίνεται να είχε μεγάλες διαστάσεις και είχε θέα προς τα βουνά. Κάτω από τους βράχους του κάστρου, προς τα νότια, αναβλύζει μια πολύ πλούσια πηγή με πολλούς πίδακες, που σχηματίζουν την κύρια πηγή του ποταμού. Υπάρχει μια άλλη πηγή, με λίγο νερό, στην πλαγιά του λόφου. Ο ποταμός ενώνεται με έναν παραπόταμο από το Βορρά, αλλά το νερό καταναλώνεται στο πότισμα των χωραφιών στην κοιλάδα, και αν δεν πέσουν δυνατές βροχές δεν φτάνει καθόλου νερό στον Πλειστό.

Στα Σάλωνα υπάρχουν 300 τούρκικες και 400 ή 500 ελληνικές οικογένειες. Στα χωριά της περιοχής ζουν μόνο Έλληνες. Σύμφωνα με έναν πρόχειρο υπολογισμό του κοτζαμπάση, υπάρχουν 100.000 ρίζες ελιές, δηλαδή τα ελαιόδεντρα στην περιοχή παράγουν περίπου 5 λίτρα κατά μέσο όρο το καθένα, που είναι για όλη την περιοχή μισό εκατομμύριο λίτρα. Όταν εξάγονται 3 καλά φορτωμένα πλοία, τότε είναι καλή χρονιά. Το λάδι είναι άριστης ποιότητας. Τώρα μαζεύουν τον καρπό, με τον ίδιο τρόπο που τον μαζεύουν και στην Αθήνα, τινάζοντας τα κλαδιά με μια μακριά βέργα, που έχει αποτέλεσμα να πέφτουν κάτω και πολλά φύλλα και μικρά κλαδιά. Οι κάτοικοι λένε ότι αυτό δεν καταστρέφει τον καρπό της επόμενης χρονιάς, γιατί τα δέντρα παράγουν άφθονες ελιές μόνο μια φορά στα δυο χρόνια, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτός ο βάναυσος τρόπος που μαζεύουν τις ελιές μπορεί να είναι η κύρια αιτία που οι ελιές δεν παράγουν καρπό κάθε χρόνο.

William Martin Leake

Δεσφίνα

Η γη στη Δεσφίνα καλλιεργείται με κριθάρι και σιτάρι μόνο μια φορά στα δύο χρόνια, εκτός από συγκεκριμένα μέρη ανάμεσα στους βράχους, όπου καίνε τους θάμνους, ή εκεί που το χώμα εμπλουτίζεται με την κοπριά των προβάτων και των κατσικιών, τα οποία βρίσκονται σε μαντριά στους βράχους.

Δεσφίνα
Παρνασσός

Αυτές οι περιοχές καλλιεργούνται κάθε χρόνο χωρίς όργωμα. Φέτος (1805), όλο το νότιο άκρο της είναι ακαλλιέργητο, ενώ το βόρειο είναι καλλιεργημένο. Το χωριό Δεσφίνα ή Τζεσφίνα βρίσκεται στη δυική πλαγιά του ψηλού βραχώδους λόφου, στην κορυφή του οποίου υπάρχει ένα ξωκκλήσι και ένα μεγάλο πουρνάρι. Το ύψωμα χωρίζεται από τους βραχώδεις πρόποδες του βουνού Ξηρογιάννη με ένα ρέμα, με βόρεια κατεύθυνση, το οποίο αναβλύζει το οποίο αναβλύζει λίγο πιο πάνω από το χωριό, σε ένα σχίσιμο του βράχου ανάμεσα στα δυο βουνά: απέναντι από το χωριό το φαράγγι φαρδαίνει, και κάτω από αυτό εκτείνεται προς την πεδιάδα.

Το χωριό κατοικείται από περίπου 170 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες ζουν σε σπίτια με δυο πατώματα, άνετα, αν τα συγκρίνουμε με τα φτωχά αγροτόσπιτα των χωρικών της αλβανικής φυλής στην Αττική και τη Βοιωτία. Εδώ, όπως και στην Αράχοβα, και προς τα δυτικά, η αλβανική γλώσσα είναι άγνωστη, αν και πολύ κοντά στα χωριά και τα μοναστήρια του όρους Ελικώνα η γλώσσα αυτή μιλιέται ευρέως, και πολλές από τις γυναίκες δεν γνωρίζουν ούτε καν ελληνικά.

Αν και η Δεσφίνα βρίσκεται στην περιφέρεια Σαλώνων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων ανήκει στους Τούρκους, δεν υπάρχει Τούρκος κάτοικος ή ιδιοκτήτης στην περιοχή της Δεσφίνας. Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδων) και τα χωράφια του σπαχή αγοράζονται από ένα ντόπιο Έλληνα, που μαζεύει τους φόρους και δίνει λόγο στο βοεβόδα των Σαλώνων για δεκάτη του ενός ενάτου στο καλαμπόκι, στα σταφύλια και τις ελιές, για δύο παράδες το κεφάλι στα βοοειδή, και πέντε γρόσια το κεφάλι κατά μέσο όρο για όλους τους άνδρες που υπόκεινται στο χαράτσι. Για τον εαυτό του, παίρνει σαν σπαχής ένα άσπρο το κεφάλι στα βοοειδή και τέσσερα γρόσια το στρέμμα στα αμπέλια.

Τελικώς, το χωριό συνεισφέρει 48 γρόσια το χρόνο στο βοεβόδα, ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Αλή πασά. Τα μοναστήρια πληρώνουν μόνο το χαράτσι για τους καλόγερους, τη δεκάτη για τη γη τους, και το ασπροκέφαλο για τα πράγματα, ή φόρο ενός άσπρου το κεφάλι για τα βοοειδή όλων των ειδών. όταν ρωτάω εδώ αν κάποιος ταξιδιώτης σαν εμένα, έχει επισκεφτεί ποτέ τη Δεσφίνα, κανένας δε θυμάται τίποτα, αν και ένας άνδρας μου δήλωσε ότι θυμάται να έχει δει έναν από τους ανθρώπους που ονομάζονται μιλόρδοι, πολύ κοντά στην Αράχοβα.

William Martin Leake

Θερμοπύλες, Μώλος, Μενδενίτσα

Ήμουν αποφασισμένος να δω τις Θερμοπύλες. Έτσι με έναν βαρκάρη πέρασα για λίγο μέσα από τον κόλπο της Λαμίας, σε ένα μέρος που ονομάζεται Μώλος, κοντά στο οποίο άκουσα ότι υπάρχει μια πηγή με ζεστό νερό. Ο Μώλος ανήκει στο Βελή πασά στον οποίο πληρώνει 1.000 γρόσια το χρόνο.

Θερμοπύλες, Μώλος, Μενδενίτσα
Το μνημείο των Σπαρτιατών στις Θερμοπύλες, Χαλκογραφία (19ος αιώνας)

Κατά την αποβίβαση μου, βρήκα τον αρχιεπίσκοπο Βουτονίτσας (Μενδενίτσας) να κάθεται κάτω από ένα υπόστεγο. Καταγόταν από την Ιθάκη και φαινόταν λογικός άνθρωπος. Έδωσε οδηγίες σε ένα χωρικό να με συνοδεύσει στην πηγή με το ζεστό νερό, που ήταν σε απόσταση περίπου περίπου δώδεκα χιλιομέτρων. Ξεκίνησα σύμφωνα με τις οδηγίες του. Ύστερα όμως από μια δυνατή νεροποντή με κεραυνούς, βράχηκα μέχρι το κόκαλο. Ωστόσο, καθώς επιθυμούσα διακαώς να δω τις Θερμοπύλες, δεν με πείραζε καθόλου.

Και προς μεγάλη μου έκπληξη, ανταμείφθηκα πλουσιοπάροχα όταν ανακάλυψα το μέρος. Υπάρχει μια μεγάλη πρόσχωση στην παραλία, στους πρόποδες του βουνού. Πιστεύω, όμως, ότι το Στενό (των Θερμοπύλων) είναι ένα μέρος που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 1.600μ. από την πηγή, όπου το έδαφος είναι ακόμη σαν έλος. Ένα ποταμάκι μας βοήθησε να εξακριβώσουμε τη θέση του Στενού. Ένα ποταμάκι που κατεβαίνει από τους λόφους, ενώνεται με άλλα δύο στους πρόποδες, τα οποία αναβλύζουν από το έδαφος, και αφού διασχίσουν το δρόμο χάνονται. Το νερό είναι σε ανεκτή θερμοκρασία, κάτι περισσότερο από χλιαρό. Η πηγή έχει ακόμη το όνομα Θερμοπύλες και η κοιλάδα που οδηγεί στην θάλασσα είναι πολύ όμορφη.

Ο δρόμος είναι στενός, όπως όλοι οι παλιοί δρόμοι, αλλά το μέγεθος του δεν δήλωνε κάτι για το Στενό, μιας και δεν είναι μικρότερος από άλλους δρόμους. Πράγματι, η εικόνα του Στενού έχει αλλάξει ολοκληρωτικά. Η θάλασσα έχει υποχωρήσει 1,6 χλμ. και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πια Στενό. Το ελώδες έδαφος καλλιεργείται πλέον, το νερό έχει εξαφανιστεί από το λόφο, και η Εύβοια έχει πλησιάσει πολύ στην ηπειρωτική χώρα.

Λίγο πιο πέρα φαίνεται ο μικρός λόφος πάνω στον οποίο ήταν ο τάφος του Λεωνίδα, και ακόμη πιο πέρα το μεγάλο βουνό, που περικλείει τη θεσσαλική κοιλάδα και σχηματίζει τη κορυφογραμμή του όρους Οίτη. Το τείχος των Φωκαέων, ο τάφος και η πέτρα του Ηρακλή έχουν εξαφανιστεί, και θα ήταν αβάσιμο να ψάχνω για το μονοπάτι που υπέδειξε στους Πέρσες η εσχάτη προδοσία. Πράγματι, έχουν αλλάξει όλα τόσο πολύ που το μόνο αξιοθέατο των Θερμοπυλών είναι το αξιοσέβαστο συναίσθημα των πράξεων που μαρτυρεί. Αυτές οι αναμνήσεις είναι πράγματι ενδιαφέρουσες. Η ιστορία ίσως να υπερβάλει όσον αφορά τον αριθμό των Περσών, αλλά η εθελοντική αυτοθυσία των ελεύθερων ανδρών της Ελλάδας εναντίον οποιουδήποτε αριθμού κατακτητών είναι το πιο εντυπωσιακό αξιοθέατο. Αυτοί οι άνδρες ήταν ελεύθεροι. Υπάκουαν μόνο στο ένστικτο της ανδρείας και στην πιο περήφανη περιφρόνηση της δουλείας.

Ο οδηγός μου ανέφερε ότι, κατά την παράδοση, το μέρος ήταν θάλασσα μέχρι το βάθος του βράχου, πάνω στο οποίο ήταν προσαρμοσμένοι μπρούντζινοι κρίκοι για να δένουν τα πλοία. Υπάρχουν επίσης ερείπια ενός κτιρίου κοντά στο σημείο που έφτασα, που ίσως να είναι αυτά του ναού όπου συναθροίζονταν οι Αμφικτιονίες.

Η δημοσιά περνάει από το Μώλο. Εγώ πήγα από τα βουνά και έφτασα στη Μενδενίτσα, περίπου δύο ώρες απόσταση από τις Θερμοπύλες. Είναι μια μικρή πόλη με μοναστήρι και ένα μεγάλο κάστρο. Πρέπει να υποθέσω ότι το μέρος κατοικούνταν από τη αρχαιότητα. Αν δεν είναι το Θρόνιο στην περιφέρεια της Λοκρίδας, που λέγεται ότι ήταν στην πεδιάδα, πρέπει να καταλήξω ότι ήταν αυτό το μέρος.

Ο λαουτζίκος των Ελλήνων, που ζει γύρω από τη Λαμία και τον Μώλο, δεν γνωρίζει την ανδρεία που σηματοδοτούν οι Θερμοπύλες, και οι ατελείς θεσμοί τους δεν τους έχουν εμφυσήσει ακόμη τον εκλεπτυσμένο και φλογερό πόθο της ελευθερίας. Αλλά είναι γενναίοι. Έχουν αρκετή συναίσθηση της κακοδαιμονίας τους, αλλά όχι αρκετή κινητικότητα για να την απαλείψουν. Μπορεί ωστόσο κάποια μέρα, όταν βοηθηθούν από το εξωτερικό και κινητοποιηθούν από αυτά τα παθήματα τους, να ενεργήσουν όπως τους αξίζει.

Έχοντας δει αυτά που ήθελα να δω επέστρεψα το βράδυ στο Μώλο. Κοιμήθηκα σε ένα μίζερο χάνι πάνω στο πάτωμα και το πρωί συνέχισα το ταξίδι μου.

Nicholas Biddle

Τύρναβος

Ο Τύρναβος επικοινωνεί με τη Λάρισα με δρόμο που επιτρέπει τη μετακίνηση με κάρο, πράγμα που στην Ελλάδα συμβαίνει σε ελάχιστους δρόμους μήκους δέκα χιλιομέτρων. Ο Τιταρήσιος (παραπόταμος του Πηνειού) μοιάζει με ρηχό ρεύμα, παρ’ όλο που δεν υπήρξε λειψυδρία τελευταίως. Δικαίως πάντως φαίνεται ότι πήρε το όνομα «Ξεράγκι» και έτσι είναι γνωστός στις περιοχές του Τυρνάβου. Ωστόσο μερικές φορές, όταν έχει ρίξει πολλή βροχή ή όταν έχει λιώσει το χιόνι από τον Όλυμπο, ο ποταμός γίνεται ορμητικός και φαρδαίνει, οπότε καθίσταται απόλυτα απαραίτητη για την επικοινωνία με τη Λάρισα η γέφυρα στην είσοδο της πόλης. Διαφορετικά πρέπει κανείς να κάνει κύκλο από τη γέφυρα του Βερνέζη και γύρω από τη λίμνη Καρατζάιρ ή σχεδόν την τριπλή απόσταση.

Τύρναβος
Κάτοικος της Θεσσαλίας

Έχω ήδη παρατηρήσει ότι ο ποταμός στερεύει λόγω των αρδευτικών έργων, αλλά και διότι ένα κανάλι μεταφέρει νερό για να ποτίζονται οι φυτείες και οι κήποι της Λάρισας στη βόρεια πλευρά της Σαλαμβρίας. Στην εποχή του Ομήρου, όταν δεν γνώριζαν τον καπνό και η καλλιέργεια κριθαριού και βαμβακιού ήταν περιορισμένη στην Ελλάδα, ο Τιταρήσιος έφθανε πιθανόν μέχρι τον Πηνειό. Σήμερα δεν μπορεί κανείς εύκολα να γίνει μάρτυρας του φαινομένου που ο Όμηρος περιγράφει ποιητικά ως ροή προς την επιφάνεια του νερού, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από το διαυγή Τιταρήσιο που ενώνεται με τον θολό Πηνειό.

Ο Τύρναβος παρακμάζει. Ο πόλεμος περιόρισε την αγορά για τα προϊόντα του στα παζάρια της Ρούμελης, ενώ για τον ίδιο λόγο αυξήθηκαν οι τιμές των αγαθών και η φορολογία. Ο κόσμος παραπονιέται ότι οι προεστοί τα τελευταία δύο χρόνια έχουν επιβάλει αυθαίρετα επιβαρύνσεις στις οικογένειες δίχως να δίνουν λογαριασμό στο κοινό. Τα παράπονα αυτά φαίνεται ότι έφτασαν στα αυτιά του βεζίρη, που έστειλε μπουγιουρντί και ζήτησε από τις αρχές να μεταφέρουν προσωπικά στο Τεπελένι τα έσοδα της φετινής χρονιάς, εξέλιξη που τους δημιουργεί το φόβο ότι η επόμενη κατοικία τους θα είναι η φυλακή των Ιωαννίνων.

Λέγεται ότι ο Τύρναβος έχει το καλύτερο κλίμα της Θεσσαλίας. Η ζέστη του κατακαλόκαιρου είναι λιγότερο ανυπόφορη από ό,τι στη Λάρισα και τα Τρίκαλα. Η κακοκαιρία σπανίως κρατάει πολλές ημέρες και ο Ιανουάριος είναι απλώς η προέκταση του χειμώνα. Το αμμώδες έδαφος γύρω από την πόλη δεν δημιουργεί πρόβλημα στην κίνηση αλόγων και κάρων ακόμα και όταν ο καιρός είναι εξαιρετικά υγρός. Η ανωφέρεια από την όχθη του ποταμού εξάλλου εμποδίζει τη συσσώρευση βρώμικου νερού το καλοκαίρι. Κάθε σπίτι διαθέτει πηγάδι με πόσιμο νερό, το οποίο ακόμα και στα μέσα του καλοκαιριού είναι δροσερό. Στα Τρίκαλα και τη Λάρισα το νερό του Πηνειού χρησιμοποιείται ως πόσιμο. Θεωρείται μάλιστα καλό και ελαφρύ. Είναι όμως ζεστό και θολό και χρειάζεται φιλτράρισμα. Οι δύο αυτές τις δύο πόλεις υποφέρουν από τον φθινοπωρινό πυρετό πιο συχνά απ’ ό,τι ο Τύρναβος.

Στην Τσαρίτσανη οι βράχοι γύρω υποτίθεται ότι επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα και θα πρέπει να συγκεντρώνουν θερμότητα, καθώς είναι εκτεθειμένοι προς τα νοτιοδυτικά. Ωστόσο η Τσαρίτσανη είναι η πλέον ακμάζουσα πόλη της Θεσσαλίας μαζί με τα Αμπελάκια. Θυσιάζοντας ένα ποσό που καταλήγει στο βεζίρη, οι άρχοντες έχουν εκδώσει διάταγμα που απαγορεύει σε αγόρια χορευτές να ασκήσουν το επάγγελμα τους σε αυτήν την πόλη. Αυτό ενόχλησε τους κατοίκους του Τυρνάβου, καθώς οι χορευτές εκ των πραγμάτων επισκέπτονταν συχνότερα την πόλη τους, προσελκύοντας Τούρκους και μουσουλμάνους Αλβανούς των χειρότερων κοινωνικών τάξεων που οι Έλληνες ήταν υποχρεωμένοι να διασκεδάζουν. Οι αγάδες της Λάρισας συχνά δεν επιτρέπουν στους χορευτές να εμφανίζονται στην πόλη, καθώς η παρουσία τους συνήθως συνοδεύεται από αναστάτωση και τσακωμούς μεταξύ των Γενιτσάρων, από τους οποίους και τα ίδια τα αγόρια αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να δολοφονηθούν.

Στο σπίτι του σούμπαση (διοικητής επαρχίας) στο Δάμασι υπάρχει ένας τετράγωνος λίθος που μοιάζει με εκείνους του Τυρνάβου, μόνο που η διακόσμησή του είναι στο κάτω μέρος όχι στο πάνω. Επιγραφή σε μια από τις στενές πλευρές του δείχνει ότι στήριζε το άγαλμα της ιέρειας Ιουλίας Αυγούστας και είχε ανεγερθεί από το Δήμο Λαρισαίων. Στο ίδιο σπίτι, σε μια γωνία, βρίσκεται ένα μαρμάρινο γλυπτό δίχως επιγραφή, που παριστάνει έναν άνδρα ο οποίος φέρει στο αριστερό χέρι στρογγυλή ασπίδα. Από την ασπίδα και τα νύχια των χεριών του άνδρα, τα μόνα μέρη που διατηρούνται σε καλή κατάσταση, διαπιστώνουμε ότι το άγαλμα θα πρέπει να ήταν καλοφτιαγμένο. Από τα ευρήματα αυτά είναι προφανές ότι το Δάμασι είναι το σημείο όπου βρισκόταν μια από τις πόλεις της Περραιβίας και τείνω να πιστέψω ότι το κάστρο κατασκευάστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του στους ελληνιστικούς χρόνους, παρ’ όλο που τα οικοδομικά υλικά δεν μοιάζουν τόσο πολύ με εκείνα που οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν.

William Martin Leake

Σχολές των Ιωαννίνων

Ένα από τα χαρακτηριστικά των Ιωαννίνων είναι οι δύο σχολές και οι βιβλιοθήκες τους. Συλλογή συγγραμμάτων βρίσκει κανείς και στον καθεδρικό ναό, αν και οι καλόγεροι θα μπορούσαν να καυχώνται μόνο για τους ιερούς Πατέρες και τη Βυζαντινή Ιστορία. Επικεφαλής της παλιάς σχολής, της οποίας η αυθεντικότητα ξεπερνά την παράδοση, είναι ο Κοσμάς Μπαλάνος, ένας αξιοσέβαστος γέροντας του οποίου ο πατέρας ήταν και εκείνος διευθυντής. Σε αυτή τη σχολή που στηρίζεται κυρίως από τους Ζωσιμάδες, διδάσκονται γραμματική και Έλληνες συγγραφείς, όπως και σε πολλά σχολεία της Ελλάδας.

Στην άλλη σχολή 100 μαθητές διδάσκονται ελληνικά, ιστορία, γεωγραφία, και φιλοσοφία. Το κολλέγιο αυτό ιδρύθηκε από τον Πικροζώη, έναν ντόπιο έμπορο, που κληροδότησε 800 βαλάντια, των οποίων ο τοκισμός συν κάποιες άλλες δωρεές αρκούν για να πληρώνεται με περίπου 2.000 πιάστρα ο αρχιδιδάσκαλος Αθανάσιος Ψαλίδας, για το μισθό δύο βοηθών και για μια μικρή υποτροφία που δίνεται ετησίως σε κάθε μαθητή. Ο Πικροζώης έχτισε επίσης στα Ιωάννινα μια εκκλησία και ένα νοσοκομείο. Το σύνολο των διαφόρων ή ετήσιων τόκων από την περιουσία των δύο σχολείων είναι περίπου 60 βαλάντια. Εκτός από αυτά τα ιδρύματα πολλά ακόμα, υπάρχουν μικρά, τα οποία συντηρούν ιδιώτες, αλλά η γνώση που παρέχουν δεν ξεπερνά τα ελληνικά των ελληνικών ευαγγελίων.

Στο μέσο του καλοκαιριού δεν είναι σύνηθες να βλέπει κανείς κάποιον από τους δασκάλους αυτούς να κάθεται κάτω από ένα δέντρο στα προάστια της πόλης, περιβαλλόμενος από τριάντα-σαράντα μαθητές. Συνήθως οι δάσκαλοι παίρνουν ένα πιάστρο από τους φτωχότερους μαθητές.

Λέγεται εδώ ότι το μεγαλύτερο αποτέλεσμα στην προσπάθεια για να πειστούν οι Έλληνες ότι τα σχολεία είναι ο καλύτερος τρόπος για να βελτιωθεί το έθνος έφερε το έργο του μοναχού από το Απόκουρο, του Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος για οκτώ χρόνια ταξίδευε στη χώρα κάνοντας κήρυγμα με κεντρικό θέμα αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Ο Κοσμάς ήταν και για άλλους λόγους μεταρρυθμιστής, καθώς έπεισε τις γυναίκες του Ζαγορίου να αλλάξουν ένα μεγάλο, δίχως σχήμα κεφαλομάντηλο παρόμοιο με εκείνα των γυναικών του Αιγαίου, με ένα απλό μαντήλι. Μαρτύρησε το 1780, δολοφονηθείς από τον Κουρτ πασά.

Ο βεζίρης ενθαρρύνει την εκπαίδευση των Ελλήνων ίσως γιατί αδιαφορεί για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τέτοιας στάσης και επειδή υποθέτει ότι άμεσα ωφελείται. Συχνά λοιπόν διατυπώνει αυτή την συμβουλή προς τους επισκόπους, οι περισσότεροι των οποίων -καθώς έχουν το μυαλό τους μόνο στο να κάνουν κομπόδεμα και ενεργούν ακριβώς όπως οι Τούρκοι που βρίσκονται στην εξουσία- τείνουν να την αγνοούν. Και με τον παλιό διδάσκαλο Μπαλάνο ο βεζίρης χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα ξορκίζοντας τον να διδάσκει τους μαθητές που αφήνονται στα χέρια του με φιλοπονία, να τους δίνει το καλό παράδειγμα και να μην τους αφήσει καμία αμφιβολία ότι θα έχουν την εύνοια και την προστασία του.

Η καταπίεση που επιδεικνύει απέναντι στα μοναστήρια είναι πολύ μικρότερη από ό,τι στα χωριά και τους ιδιώτες. Τελευταίως μάλιστα έδειξε εύνοια στο μοναστήρι του Αγίου Ναούμ, που βρίσκεται ανάμεσα στην Κορυτσά και την Αχρίδα. Δεν ξοδεύεται βέβαια ο ίδιος όταν υπάρχει ανάγκη. Πρόσφατα, όταν ένας βράχος έπεσε πάνω στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα στο νησί των Ιωαννίνων, διέταξε τα έξοδα για τις επισκευές να πληρώσουν ορισμένοι από τους προεστούς των Ιωαννίνων. Και, τελικά, την πτώση του βράχου πλήρωσε ο μεγαλύτερος έμπορος της πόλης, ο οποίος είχε δυσαρεστήσει με μια ενέργεια του το βεζίρη.

Τα ελληνικά μιλιούνται στα Ιωάννινα είναι πιο εξευγενισμένα από οπουδήποτε αλλού στην κυρίως Ελλάδα. Οι φράσεις είναι πιο ελληνικές και η δομή περισσότερο γραμματική. Αυτό συνιστά συνέπεια του γεγονότος ότι οι σχολές λειτουργούσαν από πολλά χρόνια και οι διαμένουν στην πόλη πολλοί έμποροι οι οποίοι έχουν ταξιδέψει ή κατοικήσει στην πολιτισμένη Ευρώπη. Τούτο πάντως ισχύει μόνο στην περίπτωση των Ελλήνων. Τούρκοι και μουσουλμάνοι Αλβανοί χρησιμοποιούν μια τούρκικη λέξη κάθε δέκα ελληνικές. Αυτές οι τούρκικες, μάλιστα, είναι ό,τι ξέρουν όλο κι όλο οι ιθαγενείς μωαμεθανοί.

Στην Ήπειρο, όπως και σε όλη την Ελλάδα, οι αγροίκοι χρησιμοποιούν ορισμένες λέξεις με γνήσιες ελληνικές ρίζες, δεν συνηθίζονται όμως αλλού, ούτε βέβαια και στις ανώτερες τάξεις εδώ, οι οποίες μιλούν εξευγενισμένα ελληνικά. Τις λέξεις αυτές μπορεί να μην τις βρούμε ούτε στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς που διασώζονται ούτε βέβαια και να τις ακούσουμε στις πόλεις, αλλά διατηρήθηκαν στη γλώσσα των χωρικών όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα.

Κάποιες από αυτές τις λέξεις είναι ο «τροχοτός», ή ρεύμα τη λίμνης, και το «σκιάδιον», άλλως το καπέλο που φορούν οι χωρικοί την εποχή του θερισμού, το οποίο όμως οι ψαράδες της λίμνης, που επίσης το χρησιμοποιούν, το λένε «καλαμία». Οι λέξεις «αντλώ, αντλία, τροπωτήρι», χρησιμοποιούνται από τους ναυτικούς του Αιγαίου. Στο Ζαγόρι η «θύρα» σημαίνει «πόρτα». Η δεύτερη αυτή λέξη είναι που χρησιμοποιείται ανά την Ελλάδα. Το «προθηλάζω» χρησιμοποιείται στην ίδια περιοχή και περιγράφει τη στιγμή που ένα προβατάκι πίνει γάλα από το στήθος της προβατίνας που δεν είναι η μάνα του. «Κατεθροήθησαν τα όρνια» δηλαδή οι κότες είναι ανήσυχες, είναι μια ακόμα έκφραση που χρησιμοποιείται στο Ζαγόρι. Στην τοπική διάλεκτο τα ίχνη της άφησε και η σλαβική φυλή περισσότερο όμως στα τοπωνύμια , την κατάληξη και την προφορά λέξεων ελληνικής προέλευσης. Στην ντοπιολαλιά έχουν επίσης ενταχθεί ιταλικές λέξεις από τα γειτονικά νησιά, εξαιτίας του εμπορίου που διατηρούν τα Ιωάννινα με την Ιταλία.

William Martin Leake

Στη Σιάτιστα (19ος αιώνας)

Ξεκινάμε νωρίς το πρωί με σκοπό να φτάσουμε στα Γρεβενά και από εκεί στη Σιάτιστα. Διασχίζουμε το ποτάμι και αφού ακολουθούμε την αριστερή του όχθη, ανεβαίνουμε σε ένα μικρότερο παραπόταμο και φτάνουμε τη Μητρόπολη των Γρεβενών, όπου βρίσκεται ο καθεδρικός ναός και το επισκοπικό μέγαρο ανάμεσα σε περίπου είκοσι ελληνικά σπίτια.

Στη Σιάτιστα
Αρχοντικό στη Σιάτιστα

Ο τουρκικός μαχαλάς των Γρεβενών βρίσκεται σε απόσταση ενός μιλίου. προς τα βορειοανατολικά και παρ’ όλο που φιλοξενεί μόνο ογδόντα οικογένειες θεωρείται το πιο σημαντικό σημείο της πόλης, που μάλιστα περιλαμβάνει τουρκικά χωριά. και τσιφλίκια. η περιοχή, που μοιάζει με τη Βόρεια Ευρώπη πιο πολύ από ό,τι η Ήπειρος ή άλλα μέρη της Ελλάδας, παρουσιάζει την εικόνα μιας κυματοειδούς επιφάνειας που τροφοδοτείται με άφθονο νερό, καθώς συναντώνται εκεί διάφορα υδάτινα ρεύματα. Το τοπίο πλουτίζει η παρουσία πανέμορφων δασυλλίων με βελανιδιές και άλλα δέντρα που προμηθεύουν ξυλεία. Σε αυτόν τον τόπο δεν βλέπει κανείς ούτε ελιές, ούτε μουριές, παρά μόνον σιτηρά, λίγα κλήματα και κοπάδια ζώων. Το έδαφος δεν είναι κακό, αλλά η παραγωγή καλαμποκιού θα ήταν σαφώς μεγαλύτερη αν υπήρχε μια αρμονία μεταξύ του πληθυσμού και των φυσικών πόρων.

Σε αντίθεση με τις μεγάλες πεδιάδες της Άρτας, των Ιωαννίνων και του Αργυρόκαστρου, εδώ χρησιμοποιούνται κάρα, με τέσσερις γερούς τροχούς και ένα τετράγωνο χώρο για το φόρτωμα, ο οποίος είναι φτιαγμένος από καλάμια. Από τις «φορτωμένες πραμάτειες», δηλαδή τα άλογα και τα μουλάρια που συναντήσαμε καθ’ οδόν από το Μέτσοβο, τα περισσότερα φορτωμένα με αλεύρι, καταλάβαμε ότι η περιοχή εξακουλουθεί να τροφοδοτεί την Ήπειρο και τα νησιά με ψωμί.

Από τα τούρκικα χωριά των Γρεβενών ο δρόμος περνά μέσα από ένα πλούσιο και ευχάριστο τοπίο, όπου δεν υπάρχουν πολλές καλλιέργειες, και φθάνουμε σε ένα χάνι και μια ψηλή, στενή γέφυρα με έξι αψίδες που ονομάζεται Πασά Κιούπρι. Η γέφυρα διασχίζει τον Βίστριτσα στο σημείο που στρίβει αριστερά κατά μήκος του βουνού Βουρίνου. Στη συνέχεια αφήνουμε στα δεξιά το δρόμο προς τη Βένια και τα Σέρβια και ανεβαίνουμε την πλαγιά που οδηγεί στη Σιάτιστα, αφήνοντας πίσω μας, προς τα αριστερά, το τούρκικο χωριό Γιάνκοβο. Από ένα άνοιγμα μπαίνουμε ανάμεσα στο βουνό της Σιάτιστας και το όρος Βούρινος και βλέπουμε το νουνό της Βέροιας, το αρχαίο Βέρμιο.

Αμέσως μετά μπαίνουμε στους αμπελώνες της Σιάτιστα και ανεβαίνοντας στον πετρώδη λόφο φθάνουμε στο κεντρικό μαχαλά που λέγεται χώρα. Ύστερα από κάποια ώρα μας στέλνουν την κάτω γειτονιά, τη «γιεράνη», κι από κει και πάλι στη χώρα στο σπίτι ενός από τους άρχοντες και ανηψιό του επισκόπου της Σιάτιστας, που το σπίτι του είναι εδώ, αλλά αυτός είναι στη Σέλιτζα. Ο τίτλος του είναι επίσκοπος Σισανίου και Σιατίστης, της οποίας η βαριά προφορά είναι Σάτστα. Ανώτερος του είναι ο επίσκοπος Αχρίδας.

Η πόλη, που αποτελείται από 500 σπίτια, βρίσκεται μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού επιπέδου του πετρώδους όρους, στους πρόποδες του οποίου βρίσκονται αμπελώνες. Από τα σταφύλια οι Σιατιστάνοι παράγουν μερικά από τα καλύτερα κρασιά της Ρούμελης τα οποία πουλάνε πολύ στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, σπανίως όμως στέλνονται στην Ήπειρο εξαιτίας της δυσκολίας τους στη μεταφορά τους μέσω της Πίνδου. Το κρασί είναι τεσσάρων ποικιλιών: 1) Το «ηλιούμενον», που βγαίνει από άσπρα και κόκκινα σταφύλια, τα οποία αφήνονται για οκτώ μέρες στον ήλιο ή για έξι εβδομάδες σε έναν καλυμμένο χώρο και παράγουν λευκό γλυκό κρασί με δυνατή μυρωδιά και παχιά υφή, 2) Ένα ξηρό λευκό κρασί, 3) Ένα ξηρό κόκκινο κρασί, 4) το αψιθινό, που φτιάχνεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και παίρνει τη μυρωδιά από κάποιες ποικιλίες Αρτεμίσιας, που βγαίνει από τα σταφύλια μετά την επεξεργασία τους στη στροφιλιά. Το κρασί είναι γλυκό και με δυνατή μυρωδιά, όχι όμως και το καλύτερο αψιθινό. Οι Σιατιστανοί κρατούν τα κρασιά τους για τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια, πολλές φορές και για μεγαλύτερα διάστημα. Κάθε σοβαρός ιδιοκτήτης έχει πρέσα κρασιού, ενώ κελάρια υπάρχουν κάτω από όλα τα μεγάλα σπίτια, όπου εκτίθενται σε ένα πολύ ωραίο θέαμα με βαρέλια, τακτοποιημένα, όπως στην πολιτισμένη Ευρώπη. Μου έκανε εντύπωση πόσο έντονα είναι τα σημάδια της ξηρασίας στα αμπέλια, καθώς ο καιρός εδώ είναι πολύ διαφορετικός από της Ηπείρου. Αποδεικνύει πράγματι τη σημαντική κλιματολογική διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών της Πίνδου.

Εκτός από το κρασί τους οι Σιατιστάνοι μπορούν να καυχώνται και για το προβατίσιο κρέας τους -τα πρόβατα τρέφονται με χορτάρι από το βουνό ασβεστόλιθου- αλλά και για το κυνήγι τους. Οι λαγοί είναι μάλιστα τόσο πολλοί, που συχνά δημιουργούν προβλήματα. Όταν το χιόνι έχει καλύψει τους αμπελώνες, πράγμα που συμβαίνει συχνά το χειμώνα και για πολλές ημέρες, συνηθίζεται το κυνήγι των λαγών χωρίς σκύλους. Οι κάτοικοι χτυπούν τα ζώα με ξύλα και τα σκοτώνουν εύκολα, μιας και αυτά, καθώς είναι πεινασμένα, είναι αδύνατον να τρέξουν για να ξεφύγουν.

Ούτε εδώ ούτε σε κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας έχω δει κυνήγι πέρδικας, όπως εμείς το συνηθίζουμε, με όπλα. Τα πουλιά εδώ είναι μεγαλύτερα, πιο άγρια, όλα τα είδη με κόκκινα πόδια και η πτήση τους διαρκεί περισσότερο. Έτσι, είναι μάλλον δύσκολο να τα πυροβολήσεις. Συνήθως οι Έλληνες τα πιάνουν με δίχτυ αλλά και πάλι σπανίως θα τα δεις να πουλιούνται στην αγορά. Πάντως στη Μακεδονία και την Ήπειρο συναντά κανείς πολύ περισσότερα πουλιά απ’ ό,τι στη Νότια Ελλάδα.

Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι στη Σιάτιστα έχουν κάποιο μέλος της οικογένειας τους στην Ιταλία, την Ουγγαρία, την Αυστρία ή άλλα μέρη της Γερμανίας και λίγοι είναι οι ηλικιωμένοι που δεν έχουν περάσει δέκα ή δώδεκα χρόνια της ζωής τους σε αυτές τις χώρες. Τα γερμανικά ομιλούνται ευρέως και τα ιταλικά σχεδόν το ίδιο.

Τα σπίτια είναι άνετα, καθαρά και όμορφα επιπλωμένα και ο κόσμος με τις περισσότερες ιδιαιτερότητες στο τραπέζι από κάθε άλλον στην Ελλάδα. Το φαγητό στη Σιάτιστα ίσως είναι τελικά η μόνη πηγή ασθενειών, μια και το κλίμα καθώς και η ατμόσφαιρα είναι εξαίρετα. Όμως πίνουν πολύ, από το δικό τους καλό κρασί. Μάλιστα ένας Σιατιστανός, που ήπιε πολύ, έπεσε από το άλογο και τώρα πεθαίνει.

William Martin Leake