Μύρινα Λήμνου

Από το ένδοξο παρελθόν της, το μόνο που έχει να επιδείξει η Μύρινα είναι το κάστρο της, κτισμένο πάνω σε ένα ακρωτήρι που στέκεται ανάμεσα σε δύο κόλπους, που με τη σειρά τους σχηματίζουν δύο λιμανάκια. Κάποιες πλευρές του τείχους από πέτρες ακανόνιστες χωρίς τσιμέντο, ίχνη από σκαλοπάτια και εγκοπές μέσα στο βράχο αντιπροσωπεύουν την ελληνική αρχαιότητα. Αντίθετα, τα γενοβέζικα προπύργια επιβιώνουν, φέροντας ακόμα το μονόγραμμα του Παλαιολόγου Gatiliusi (Γατελούζου), Γενοβέζου στην καταγωγή, που θα κυβερνούσε ταυτόχρονα τη Λήμνο και τη Μυτιλήνη.

Μύρινα Λήμνου
Το κάστρο της Μύρινας όπως είναι σήμερα

Το κάστρο στη Μύρινα, στην εξωτερική του εμφάνιση, παρουσιάζει μια εικόνα από τις γραφικότερες, χάρη στις απόκρημνες μεριές από τραχείτη όπου και στηρίζεται και τις πολύ απότομες κορυφές, τις παράξενες σε σχήμα που υψώνονται γύρω του, στην πεδιάδα. Ιδιαίτερα δε κατά τη δύση του ηλίου, όταν αυτές οι μαύρες σκιές με τις μορφές φανταστικών τεράτων προβάλλουν στον κόκκινο ουρανό, έχουμε καταπληκτική θέα, από τους λόφους στα ανατολικά, κοντά στον Άγιο Παύλο και τον Κοντιά.

Σαν πόλη, το Κάστρο ή Μύρινα, μοιάζει με όλα τα άλλα μικρά λιμάνια των νησιών του Αιγαίου πελάγους ή των ακτών της Μικράς Ασίας: στενοί δρόμοι, ένας από αυτούς με ανοιχτά καταστήματα και βαρέλια κρασιού, χρησιμεύει για αγορά. Σπίτια από γκρίζα ακατέργαστη πέτρα, με τον πρώτο όροφο να προεξέχει στηριζόμενος σε επικλινή στηρίγματα. Καφασωτά παράθυρα με κιγκλιδώματα στα σπίτια των Τούρκων. Το εσωτερικό των σπιτιών, οι φορεσιές τα έθιμα είναι παρόμοια με των άλλων νησιών του Αιγαίου. Πρόκειται πάντα για τους ίδιους χώρους υποδοχής, με ντιβάνια στρωμένα με πολύχρωμα υφάσματα σε όλο το μήκος των τοίχων. Σε μια γωνία του δωματίου, η στήλη από μαξιλάρια για τους καλεσμένους, το καντήλι αναμμένο μπροστά στην αγία εικόνα, τα υφαντά και τα κεντήματα των γυναικών του σπιτιού.

Για φορεσιά, το παντελόνι σε σχήμα σάκου, με δυο ανοίγματα για τις κνήμες που άνδρες και γυναίκες δένουν, οι μεν στα γόνατα, οι δε στον αστράγαλο, αφήνοντας το να πέφτει λιγότερο ή περισσότερο. Στο κεφάλι το κόκκινο φέσι των ανδρών και η χρωματιστή μαντίλα των γυναικών. Όλα τα ρούχα, τα υφάσματα, τα υποδήματα φτιάχνονται στο σπίτι από τις γυναίκες.

Όσον αφορά τα έθιμα, το σύνηθες είναι να προσφέρεται στους επισκέπτες μαστίχα από τη Χίο, γλυκά, ζαχαρωτά, καφές. Ίδιος ο τρόπος φαγητού, καθιστοί σε ένα χαμηλό τραπέζι, σχεδόν στο ύψος του πατώματος.

Στη Μύρινα οι κάτοικοι, που παραμένουν στην πατρίδα τους, δεν έχουν κανένα λόγο να προσπαθήσουν με την εργασία τους να ευδοκιμήσει η γη τους, αφού δεν τους ωθεί σε αυτό το μεγάλο κίνητρο της ανάγκης. Προσεγγίζοντας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, δεν έχουν, χωρίς αμφιβολία, ούτε ανέσεις, ούτε πολυτέλειες.

Ωστόσο, δεν δοκιμάζονται από τη στέρηση τους. Δεν είναι πλούσιοι, αντίθετα σχεδόν όλοι τους έχουν εξασφαλίσει τη διαβίωση τους, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Οι απέραντες αυτές εκτάσεις, ένα είδος δημοσίων κτημάτων που κανένας δεν γνωρίζει τον ακριβή ιδιοκτήτη, ανήκουν σε όσους θέλουν να οδηγούν εκεί τα κοπάδια τους. Ελάχιστοι είναι οι κάτοικοι που δεν έχουν ένα κομμάτι γης για να καλλιεργήσουν το σιτάρι για το ψωμί της χρονιάς: ζουν με λίγα πράγματα σε αυτές τις θερμές χώρες!

Ίσα που ανάβουν φωτιά για φαγητό και αυτό σπάνιες φορές. Με καρπούζι, τυρί, ψωμί, ψάρια παστά, περνούν καιρό. Το κρασί είναι τόσο άφθονο, που μου το πουλούσαν, σε μένα έναν ξένο, λιγότερο από τρεις δεκάρες το λίτρο.

Στη Μύρινα η μόνη ασχολία ικανού αριθμού κατοίκων της συνίσταται στο να φυλούν τα αιγοπρόβατα, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις υπολογίζονται σε πάνω από 40.000 ζώα. Αρκεί να συναντήσεις τα κοπάδια στα έρημα οροπέδια που προσφέρονται για ελεύθερη βοσκή, για να καταλάβεις για ποιο λόγο στη Λήμνο δεν έχει μείνει ούτε ένας θάμνος. Οι βοσκοί είναι ικανοί να κάψουν ένα θάμνο για να ζεσταθούν, με κίνδυνο πυρκαγιάς στο δάσος, και να βάλουν φωτιά σε εάν αιωνόβιο πεύκο για να έχουν λίγα κάρβουνα. Η φωτιά αποτελεί ένα εύκολο τρόπο αποψίλωσης, που πάντα αφήνει στους γείτονες καυσόξυλα, και ό,τι άρχισε η φωτιά το αποτελειώνει το αδηφάγο δόντι των προβάτων και αιγών. Σε αυτές τις χώρες είναι μοιραίο κάποια από τα δύο να υποκύψουν: ή τα δάση ή τα ζώα. Στη Λήμνο τα ζώα θριάμβευσαν.

Οι Λήμνιοι βοσκοί έχουν ενδυμασία και πολύ παράξενο τύπο. Ντύνονται στα λευκά από το κεφάλι ως τα πόδια με το φουσκωτό παντελόνι και ένα γιλέκο από δέρμα πάνω από το μάλλινο πουκάμισο. Σπάνε λίγο τη μονόχρωμη λευκότητα με το μαύρο των δερμάτινων λουριών που δένουν γύρω από τα πόδια τους, των περικνημίδων που καταλήγουν σε αιχμή πάνω από το γόνατο και της ζώνης τους, από όπου κρέμεται συνήθως μια δερμάτινη θήκη. Στο λευκό μάλλινο σκούφο τους είναι στριμμένη πολλές φορές μια υφασμάτινη άκρη, αφήνοντας να φανούν μακριά κατσαρά μαλλιά που πλαισιώνουν ένα οστεώδες πρόσωπο, με μάτια πολύ κοντά το ένα στο άλλο, διαπεραστικά, με μύτη κυρτή. Στο χέρι κρατούν ένα μακρύ φυσικό μπαστούνι.

Ένα ελληνικό νησιωτικό χωριό πολύ συχνά χαρακτηρίζει μια εκκλησία μεγαλοπρεπής σε κατασκευή. Οι θρησκευτικές κοινότητες, που για τους Έλληνες υπόδουλους στους Τούρκους αντιπροσωπεύουν την πατρίδα, είναι όλες πλούσιες, και όταν πρόσφατα η Τουρκία ήρε παλαιότερη απαγόρευση και τους επέτρεψε, με οικονομικό αντάλλαγμα, να κτίσουν εκκλησίες, αμέσως επιδόθηκαν στην οικοδόμηση τους. Με έκπληξη είδαμε σε φτωχά χωριά τόσο μεγάλα οικοδομήματα, τόσο υπέροχα διακοσμημένα, συχνά δε με μάρμαρα από τα γύρω αρχαία ερείπια.

Εκτός από τις εκκλησίες, υπάρχουν στη Λήμνο επτά μοναστήρια με σπουδαιότερα του Πορτιανού και του Κοντιά. Και κατά μία πολύ παλαιά συνήθεια, ένα είδος λατρείας των ψηλότερων σημείων, όπου ο άνθρωπος πίστευε ότι ήταν πλησιέστερο στον ουρανό, πάνω τις ψηλότερες κορυφές, τις πιο δύσβατες, υπάρχει πάντα ένα μικρό ξωκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία, στον Άγιο Γεώργιο, στον Άγιο Αθανάσιο ή στον Προφήτη Ηλία.

Louis de Launay

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας

Η Μυτιλήνη είναι ένας μεγάλος τόπος με επιβλητική εμφάνιση και περιλαμβάνει πληθυσμό 20.000 ατόμων. Η πόλη είναι χτισμένη εν μέρει πάνω σε μια χερσόνησο, η οποία στο σημείο αυτό προβάλλει προς τη θάλασσα, και εν μέρει στο γειτονικό χώρο και τον ισθμό που τα συνδέει.

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας
Εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο-σαπουνοποιείο στη Λέσβο

Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού, πράγμα που χωρίς αμφιβολία έχει επιβληθεί για δύο λόγους: πρώτον μεγαλύτερη ασφάλεια για τη ναυτιλία, καθώς έτσι το λιμάνι της δεν ήταν εκτεθειμένο στην ανοιχτή θάλασσα και δεύτερον ευκολία επικοινωνίας με την ενδοχώρα καθώς οι ελληνικοί οικισμοί παντού ιδρύονταν με προοπτική το εμπόριο και ειδικότερα την εξαγωγή του προϊόντος της ενδοχώρας. Η πόλη στην πίσω πλευρά περιβάλλεται από σειρά λόφους, οι πλαγιές των οποίων είναι καλυμμένες με όμορφη βλάστηση και διάσπαρτες αγροικίες.

Η ελιά βασιλεύει στη Μυτιλήνη. Ο πληθυσμός είναι αφοσιωμένος στην καλλιέργεια της ελιάς και το λάδι είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν. Ως εκ τούτου το νησί ονομάζεται από τους Τούρκους «κήπος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας».

Η Μυτιλήνη αποτελείται από δύο τομείς, το μεσαιωνικό κάστρο, το οποίο καλύπτει την κορυφή και ένα μεγάλο μέρος των βορείων κλιτών της χερσονήσου, και τη σύγχρονη πόλη, που είναι χτισμένη στον ισθμό και στις πλαγιές αριστερά και δεξιά του. Το κάστρο είναι μια εκτεταμένη και θεαματική κατασκευή, που έχει εσωτερικά και εξωτερικά τείχη, με προμαχώνες, στρογγυλούς και γωνιώδεις πύργους και επάλξεις. Η οχύρωση του φτάνει μέχρι τη θάλασσα και την ακολουθεί για κάποια απόσταση προς τη βορειοδυτική πλευρά. Είναι βυζαντινής κατασκευής, αλλά το 1335 πέρασε στα χέρια των Γενουατών ευγενών της οικογένειας των Γατελούζων, οι οποίοι κατείχαν το νησί, για περισσότερο από έναν αιώνα, μέχρι που δόθηκε σαν δώρο στον Μωάμεθ Β΄το 1462.

Η ιστορία του κάστρου μπορεί να λεχθεί ότι αποτυπώνεται με ακρίβεια στην προμετωπίδα του, γιατί πάνω από την είσοδο, στην κορυφή του λόφου, όπου παραμένει ακόμα η παλιά σιδερένια πόρτα, βρίσκονται δίπλα δίπλα εντοιχισμένα: ένας βυζαντινός αετός, ένας φράγκικος θυρεός και μια τούρκικη επιγραφή. Τώρα κατοικείται από οθωμανικό πληθυσμό, κυρίως κυβερνητικούς αξιωματούχους και ένα σημαντικό αριθμό στρατιωτικών δυνάμεων. Το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου δεν έχει ανοικοδομηθεί και καταλήγει στη θάλασσα σε απότομους βράχους.

Το βόρειο τμήμα της σύγχρονης πόλης, που βρίσκεται πλησιέστερα προς το κάστρο, είναι επίσης τουρκικός τομέας και περιλαμβάνει ορισμένα τζαμιά, ενώ το τμήμα προς τη νότια πλευρά του ισθμού, που έχει μεγάλη έκταση, κατοικείται από τους Έλληνες και Ευρωπαίους πρόξενους.

Henry Fanshawe Tozer

Χίος, ο παράδεισος της Ανατολής

Το Κάστρο ή Χίος, η κύρια πόλη του νησιού της Χίου χτίστηκε από τους Γενουάτες στην περιοχή της αρχαίας Χίου και είναι όμορφα τοποθετημένη στην ανατολική πλευρά του νησιού. Σε μικρή απόσταση πίσω από την πόλη, υψώνονται τα γυμνά βραχώδη βουνά, τα οποία κρύβουν το εσωτερικό του νησιού. Άγονα στην κορυφή, αλλά στους πρόποδες προσεχτικά καλλιεργημένα σε πεζούλες, παράγουν ελιές, ροδάκινα, σύκα, σταφύλια και άλλα φρούτα για τα οποία η Χίος είναι φημισμένη.

Χίος, ο παράδεισος της Ανατολής
Η αγορά της Χίου

Η γη ανάμεσα στη ρίζα των βουνών και τη θάλασσα, για μερικά μίλια γύρω από το Κάστρο, έχει πολλές μονοκατοικίες με κήπους γεμάτους με ημιτροπικά οπωροφόρα δέντρα: πορτοκαλιές, λεμονιές, μπανανιές, ροδιές και αμυγδαλιές. Το πιο φημισμένο προϊόν του νησιού είναι η μαστίχα. Η μαστίχα προέρχεται από εγχαράξεις στο φλοιό του σχίνου, ενός θάμνου που καλλιεργείται ευρέως στο πεδινό μέρος του νησιού, νότια του Κάστρου.

Η πόλη έχει μεν λιμάνι, αλλά είναι ρηχό και όχι καλά προστατευμένο από τον καιρό, με αποτέλεσμα να το επισκέπτονται όχι πολλά εμπορικά πλοία, ενώ το συνηθισμένο αγκυροβόλιο είναι έξω από το μόλο. Στα δεξιά του λιμανιού, κοιτάζοντας προς τη θάλασσα, υπάρχει ένα φρούριο με αρκετά κανόνια, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής και που η πρόσφατη λιθοδομή του δείχνει το σημείο όπου έχουν επισκευαστεί τα παλιά τείχη, μια προφύλαξη που λαμβάνεται για να ελέγχεται οποιαδήποτε εξέγερση των Ελλήνων.

Οι δρόμοι είναι καθαροί και καλοστρωμένοι, σε αντίθεση με τις περισσότερες τουρκικές πόλεις. Οι αγορές φαίνεται να διαθέτουν όλα τα αναγκαία, αλλά και μερικά πολυτελή προϊόντα, παρ’ όλο που η πόλη δεν είναι τώρα, όπως ήταν κάποτε, ένα από τα κέντρα παραγωγής της αυτοκρατορίας. Το νησί έχει ως ένα βαθμό συνέλθει από τη σφαγή του 1822, όταν σφαγιάστηκαν 20.000 Έλληνες Χιώτες. Όμως υπάρχουν ακόμη στην πόλη κάποια κατεστραμμένα σπίτια και οι άστεγοι τοίχοι μερικών μονοκατοικιών γύρω από την πόλη, που μαρτυρούν τη φρικτή πράξη της τουρκικής κτηνωδίας.

Μουσουλμάνοι και χριστιανοί εμφανίζονται τώρα να ζουν μαζί αρκετά ειρηνικά, με τους τελευταίους να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του νησιού, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τον αριθμό των ορθόδοξων και καθολικών εκκλησιών του νησιού, ενώ ένα τζαμί αρκεί για τις ανάγκες των λίγων μωαμεθανών κατοίκων. Πολλά από τα σπίτια είναι χτισμένα σε ρυθμό ιταλικό, βαμμένα με λαμπερά χρώματα, με αναρριχώμενες κληματαριές, πράσινα καφασωτά στα παράθυρα κκαι επικλινείς στέγες.

Εκτός από τον καθαρό αέρα, το ισορροπημένο και εύκρατο κλίμα και το όμορφο τοπίο, και οι χαμηλές τιμές όλων των βασικών προϊόντων κάνουν το Κάστρο ακόμη πιο γοητευτικό. Ένα αυστριακό Lloyd και ένα ρωσικό ατμόπλοιο πιάνουν λιμάνι στη Χίο κάθε εβδομάδα, έτσι ώστε το νησί να έχει επαφή με την Ευρώπη, και παρ΄όλο που οι διασκεδάσεις οποιουδήποτε είδους είναι σπάνιες, υγεία και πλούτος θα μπορούσαν να αναζητηθούν σε χειρότερα μέρη από το «βραχώδες νησί της Χίου».

Η έδρα του Ομήρου είναι μια άγρια βραχώδης χαράδρα περίπου τρία μίλια βόρεια του Κάστρου, μιας και η Χίος είναι από τα μέρη που καυχιέται ότι είναι η πατρίδα του αρχαίου ποιητή. Ανάμεσα στους χαμηλούς λόφους πάνω από την πόλη υπάρχουν πολλές όμορφες κοιλάδες, των οποίων οι έντονες καλλιέργειες μου θύμισαν παρόμοιες εικόνες ανάμεσα στους λόφους γύρω από τη Νίκαια και που η κοίτη του ποταμού που τρέχει ανάμεσα τους παρέχει και στις δύο περιοχές το μοναδικό δρόμο. Τα γαϊδούρια φαίνεται να είναι το μόνο μεταφορικό μέσο για φορτία, αφού δεν παρατήρησα να υπάρχει άμαξα ή αμαξιτός δρόμος.

Την Κυριακή το απόγευμα ολόκληρος ο χριστιανικός πληθυσμός του Κάστρου συνωστιζόταν στο χώρο περιπάτου ανάμεσα στην πόλη και το φρούριο. Οι άνδρες γενικά φορούσαν μαύρο φράκο και ψηλά καπέλα, ενώ οι γυναίκες ήταν υπέροχες με τα μεταξωτά τους φορέματα και τα καπέλα τους. Πολλές από τις γυναίκες θα ήταν πραγματικά πολύ όμορφες, αν δεν έβαφαν το πρόσωπο τους σε βαθμό που να το παραμορφώνουν, παρ΄όλο που χωρίς αμφιβολία οι ίδιες είχαν τη γνώμη ότι γίνονταν «όμορφες για πάντα».

Οι πιο πολλοί από τους χωριάτες φορούσαν τη μακριά κόκκινη ελληνική τραγιάσκα, αν και κάθε τόσο εμφανιζόταν το στρογγυλό φέσι ή το άσπρο σαρίκι κάποιου Τούρκου.

Το ότι δεν υπήρχαν πολλοί Άγγλοι στο νησί το καταλάβαμε από το βαθμό περιέργειας που προκάλεσε η παρουσία μας στην πόλη, παρ΄όλο που μερικοί Έλληνες επισκέφτηκαν τη θαλαμηγό μας. Κάποιοι μιλούσαν υποφερτά αγγλικά, που είχαν μάθει στο αγγλικό κολέγιο, που υπήρχε κοντά στο Κάστρο, ένα ίδρυμα για το οποίο φαινόταν πολύ περήφανοι.

Εκτός από τους φόρους στη μαστίχα και στα άλλα στεριανά προϊόντα, φαίνεται ότι επιβάλλεται κάποιος φόρος στα θαλασσινά προϊόντα. Θέλοντας κάποια μέρα να αγοράσω ψάρια από ψαράδες που η βάρκα τους ήταν κοντά μας, μας είπαν με σπασμένα ιταλικά ότι δεν τολμούσαν να μας πουλήσουν, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν όλη την ψαριά στην αγορά, όπου επιβαλλόταν ένας φόρος πριν να πουληθούν.

Σηκώθηκε από την Ανατολή μια συγκρατημένη αύρα και ο οικείος ήχος της άγκυρας σήμανε την αναχώρηση μας, η προοπτική να φτάσουμε σύντομα στις ακτές της Αιγύπτου μας έκανε να ξεχάσουμε η θλίψη που είχαμε, αφήνοντας πίσω μας τον παράδεισο της Ανατολής.

Frederick Trench Townshend

Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη

Κανένα από τα νησιά που επισκεφτήκαμε με την κρουαζιέρα δεν μας εντυπωσίασε τόσο όσο η Θήρα. Διασχίσαμε τη θάλασσα και καταλήξαμε σε ένα τεράστιο όρμο που λειτουργεί ως λιμάνι για τη Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη. Κανένα αξιόλογο λιμάνι δεν θα μπορούσε να είναι τόσο καλά προετοιμασμένο.

Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη
Κάτοικοι της Θήρας στο (τέλος του 19ου αιώνα)

Ανεβήκαμε στο ψηλότερο σημείο του νησιού. Από εκεί η πόλη Φηρά έμοιαζε με κυματιστή λευκή θάλασσα, οι στέγες χωρίζονταν σχεδόν ομοιόμορφα ανάμεσα στις επίπεδες με στηθαίο, σχεδιασμένο για να συγκεντρώνουν το νερό της βροχής που είναι υπερπολύτιμο για το νησί, και τις θολωτές που μαρτυρούν την έλλειψη ξυλείας, που καθιστά αναγκαία αυτήν την αυτοστηριζόμενη αψίδα από κονίαμα. Αυτό ξαναφέρνει στο μυαλό την έλλειψη ξύλου και νερού. Σε μια στροφή του κεντρικού δρόμου αποκαλυπτόταν μια γοητευτική μακρινή θέα άσπρων τοίχων που πλαισίωναν καθαρές αυλές, στρωμένες με μαύρα και άσπρα βότσαλα, που περιέβαλλαν σε απόσταση ένα καμπαναριό με πολλές καμάρες, ένα καθαρό ανάγλυφο με φόντο το λαμπρό ουρανό, με τη λάμψη της λευκότητας να αμβλύνεται από τις δυνατές πλάγιες σκιές και το χαλκοπράσινο των καμπανών.

Γυρίζοντας στους δρόμους και σταματώντας που και που για να εξετάσουμε τα παράξενα μαγαζιά ή να ατενίσουμε επίμονα από ανοίγματα ανάμεσα στους τοίχους των σπιτιών προς το φανταστικό κόλπο που απλωνόταν πέρα και κάτω, πέσαμε πάνω σε ένα καφενείο που τράβηξε την προσοχή μας. Ο ιδιοκτήτης του, που όμως αποδείχθηκε μιλούσε αρκετά ιταλικά για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε, μας συνόδευσε έξω σε ένα μπαλκόνι με φάτσα προς τη θάλασσα και έβγαλε μια τεράστια καράφα με ντόπιο κρασί. Τι υπέροχο κρασί! Ήταν κίτρινο, γλυκό όσο χρειάζεται για να μη γίνει αηδιαστικό. Ήταν ευχάριστο όσο το έπινες και σε έκανε καλοκάγαθο καθώς το ρουφούσες.

Πάνω από τα κεφάλια μας πλατάγιζε μια ταλαιπωρημένη βρώμικη τέντα από την τεμπέλικη δυτική αύρα. Από κάτω ανέβαινε ο ελικοειδής δρόμος, με τις σειρές των γαϊδουριών να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν σιωπηρά κάτω από τις τρεμοφέγγουσες ζεστές ακτίνες του απριλιάτικου πρωινού.

Μακριά κάτω, και σχεδόν κάτω από τα πόδια μας βρίσκονταν σαν παιδικά παιχνίδια και τα πλοία και το ατμόπλοιο, κοντά στον οικισμό της αποβάθρας, όπου μικροσκοπικοί άνθρωποι, σαν μυρμήγκια, έσπευδαν πολυάσχολοι, αλλά τώρα η απόσταση έσβηνε κάθε ήχο τους. Μέσα από τη θάλασσα των σκεπών που ανέβαιναν και κατέβαιναν ερχόταν το κουδούνισμα μιας επίμονης καμπάνας, που καλούσε τους πιστούς κάποιας εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης. Τέτοια υπέρτατη ευτυχία είναι φτηνή για τρεις δραχμές και κάποια προσθήκη μερικών ευτελών ελληνικών χάλκινων κερμάτων για έκφραση καλοσύνης! Ήταν το στενό αυτό μπαλκόνι που δέσποζε στον όρμο, που μας έκανε να ερωτευτούμε τη Θήρα. Πριν από αυτό ήμασταν απλά επηρεασμένοι.

Στο βόρειο άκρο της πόλης, όπου τελείωναν τα σπίτια άρχιζε η ελεύθερη κορυφογραμμή του βουνού, εκεί υπήρχε ένας παλιός μύλος, στα σπηλαιώδη βάθη του οποίου μας παρότρυνε να μπούμε μια ζαρωμένη γριά. Είχε κάποιο πρωτόγονο μηχανικό εξοπλισμό, με γρανάζια φτιαγμένα από τεράστια στρογγυλά κούτσουρα, πάνω στα οποία είχαν σχηματιστεί χονδροειδή δόντια. Ακριβώς απ΄έξω υπήρχε ένας καπνισμένος φούρνος, γιατί ο μυλωνάς δεν άλεθε μόνο το καλαμπόκι, αλλά το έκανε και ψωμί.

Πέρα από το μύλο δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα που κατοικούνταν, παρ΄ότι σε μια μακρινή στροφή του κρατήρα ήταν ορατό ένα λευκό κομμάτι γης από βασάλτη, που έδινε την εντύπωση πυκνοκατοικημένης πόλης με πύργους και επάλξεις. Ακόμη πιο μακριά προς Βορρά, στο ακρωτήρι που βρίσκεται δίπλα από το πέρασμα στην ανοιχτή θάλασσα, βρίσκεται μια ασήμαντη πόλη, στην κορυφογραμμή επίσης, ενώ κατά μήκος του όρμου προς το Νότο υπάρχουν οικισμοί εδώ κι εκεί και ανεμόμυλοι. Αλλά η πόλη της Θήρας είναι η μόνη που έχει συγκεντρωμένο πληθυσμό.

Προσπαθώντας να αναλύσουμε τις εντυπώσεις που μας δημιούργησε η Θήρα έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κύρια ομορφιά της, εκτός από την παράξενη θέση της, είναι το χρώμα της, και ότι η δυσκολία στην περιγραφή της οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αδυναμία να αποδοθούν με λέξεις οι εκπληκτικές αντιθέσεις των βράχων, της πόλης, του ουρανού και της θάλασσας. Μπορεί κανείς να απεικονίσει κάπως άτονα την αρχιτεκτονική γοητεία της με τη βοήθεια της φωτογραφικής μηχανής, ή αν είναι εξαιρετικά προικισμένος να πλέξει το εγκώμιο του κρασιού της Θήρας. Με τη βοήθεια της γεωλογικής στατιστικής μπορεί κανείς να υποθέσει πως θα ήταν το βουνό αν μπορούσαμε να τραβήξουμε τη θάλασσα και να αποκαλύψουμε τα βαθύτερα σημεία του, αφήνοντας έναν κύκλο από βουνά να σχηματίζει μια κούπα 1.000 μέτρων και κομμένους κεντρικούς κώνους. Μπορεί κανείς, με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, να δικαιολογήσει τη φορτική συμπεριφορά των παιδιών της πόλης, που ζητιανεύουν.

Αλλά για να γίνει μια αληθινή περιγραφή της Θήρας χρειάζεται ο καλλιτέχνης με τα χρώματα του, ενώ το πιο αποτελεσματικό είναι μια προσωπική επίσκεψη, που συνεπάγεται κάποιο χρόνο και κόπο -μικρό σε σύγκριση με τις ομορφιές που βλέπει κανείς στη Θήρα. Και μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι ο κάθε επισκέπτης θα κατηφορίσει, πατώντας προσεκτικά πάνω στις γλιστερές πλάκες, προς το μόλο με ένα σπαρακτικό αίσθημα λύπης που αφήνει αυτό το πανέμορφο νησί του Αιγαίου, και θα αποπλεύσει, περνώντας από το βόρειο πορθμό, με έναν αναστεναγμό, κοιτώντας πίσω του τα φώτα της Θήρας, στο βραχώδες ύψωμα πάνω από τον όρμο, με τα φώτα που τρεμοπαίζουν να ανακατεύονται με τα σταθερά αστέρια της μεσογειακής νύχτας.

Philip Sanford Marden

Πάσχα στην Πάρο

Περάσαμε την Κυριακή του Πάσχα στην Πάρο. Ήταν μια ήρεμη μέρα, χωρίς τίποτα το εντυπωσιακό, στην τοπική εκκλησία που ήταν παλιά και ασυνήθιστη και είχε, ενδιαφέρουσα εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία, γιατί ορισμένα τμήματα της ανάγονται στην ειδωλολατρική εποχή. Το πάτωμα της ήταν στρωμένο με αρωματικά φύλλα που είχαν πέσει και πατηθεί κατά την προηγούμενη νύχτα από τους πιστούς της μεσονύχτιας λειτουργίας, μέρος της οποίας παρακολουθήσαμε στο γειτονικό νησί, Ίος. Οι δρόμοι της Πόλης της Πάρου ήταν έρημοι, γιατί το Πάσχα στην Πάρο είναι μια σπιτική γιορτή. Ο ήχος κάποιου πυροτεχνήματος ακουγόταν κάθε τόσο.

Πάσχα στην Πάρο
Αρχαιοελληνικά και χριστιανικά στοιχεία στην Εκατονταπυλιανή της Πάρου

Κάναμε ένα πρωινό περίπατο στους δρόμους της πόλης και φθάσαμε στην σε μια μεγάλη άσπρη εκκλησία, όχι μακριά από τη θάλασσα που ήταν αφιερωμένη στην Παναγία, που λέγεται Παναγία Εκατονταπυλιανή: ήταν ένα είδος τριπλής εκκλησίας μ δύο παρεκκλήσια αριστερά και δεξιά της κύριας αίθουσας της εκκλησίας και περίπου στο ίδιο μέγεθος. Στο δεξιό παρεκκλήσι υπήρχε μια σταυροειδής κολυμπήθρα αρκετά παλιά και σε μικρό ύψος από το επίπεδο του πατώματος, πράγμα που φανέρωνε τη χρήση αυτού του τμήματος του ναού.

Η παρουσία των αρχαίων μαρμάρινων κιόνων που ήταν ενσωματωμένοι στο πρώιμο χριστιανικό οικοδόμημα ήταν εξίσου εντυπωσιακή. Στο κύριο μέρος του ναού, το πιο αξιοσημείωτο, υπήρχε ένα πέτρινο τέμπλο με τρεις θύρες που οδηγούν μέσα στο Ιερό αντί για τη συνηθισμένη μία θύρα, μια διαρρύθμιση που πολλοί θεωρούν ότι προσομοιάζει το προσκήνιο του αρχαίου θεάτρου.

Ήταν εντελώς άδεια και υπήρχε μια βαριά μυρωδιά από λιβάνι και μυρωδιά βάλσαμου από τα φύλλα και τα κλαδιά που είχαν πέσει την προηγούμενη νύχτα. ήταν όλα ακίνητα, πολύ υγρά και κρύα και εμφανώς πολύ παλιά, που χωρίς αμφιβολία έχουν αντικαταστήσει κάποιον προηγούμενο ειδωλολατρικό ιερό χώρο.

Στην αυλή μπροστά στην εκκλησία υπήρχε ένα είδος εγκαταλελειμμένου μοναστηριού, που με τους τοίχους περιέκλειε το χώρο μπροστά από τη εκκλησία. Σε ένα τμήμα των κτιρίων αυτού του περιφραγμένου χώρου υπάρχει ένα μικρό μουσείο, γνωστό κυρίως για τις επιγραφές, μία από τις οποίες αναφέρεται στον Αρχίλοχο, το συγγραφέα της ιαμβικής ποίησης, που ζούσε στην Πάρο τον 7ο αιώνα π.Χ. Η Πάρος ήταν, φυσικά, γνωστή για τα μάρμαρα της. Το λατομείο από όπου προέρχονταν οι τεράστιοι ογκόλιθοι βρισκόταν στα βορειοανατολικά.

Τριγυρνώντας στην μικρή σύγχρονη πόλη, που βρίσκεται στην ίδια τοποθεσία που βρισκόταν η αρχαία πόλη της Πάρου, και λέγεται Παροικιά, διαπιστώσαμε ότι δεν έλειπε το χρώμα που ήταν τόσο ευχάριστο στα μάτια, παρ΄όλο που οι δρόμοι ήταν γενικά λασπωμένοι και βρώμικοι.

Στη νότια πλευρά του λιμανιού υπάρχει ένα ύψωμα πάνω στο οποίο υπήρχε στην αρχαιότητα μια μικρή ακρόπολη, που ακόμη και έχει στην κορυφή ένα σχετικά ογκώδη πύργο, χτισμένο από τους Φράγκους, λίγο πιο πέρα από τα αρχαία μαρμάρινα οικοδομήματα. Απ΄έξω είχε κανείς μια παράξενη εικόνα μιας καλύβας φτιαγμένης από κορμούς, εικόνα που δημιουργούνταν από τη χρησιμοποίηση μαρμάρινων κιόνων για τα τείχη, με τον κάθε κίονα με τις πλευρές στραμμένες προς τα έξω, που δέσποζε και εντυπωσίαζε.

Μέσα βρήκαμε μια μικρή λάρνακα, ερειπωμένη όπως ήταν και η μεγάλη εκκλησία, που όμως έχει ακόμη μαρτυρίες πρόσφατης θρησκευτικής δραστηριότητας. Εκτός από τα απομεινάρια παλαιών ναών, που χρησιμοποιήθηκαν στα τείχη του φράγκικου φρουρίου, λίγα πράγματα στην Πάρο θυμίζουν την εποχή που ήταν η πλουσιότερη από όλες τις περιοχές που ήταν υποτελείς στην Αθήνα.

Τα πιο διατηρημένα από τα κλασικά μνημεία είναι τα λατομεία, τώρα εγκαταλελειμμένα, που όμως φέρουν τα σημάδια της αρχαίας σμίλης από όπου προήλθε η πρώτη ύλη για τα περισσότερα από τα φημισμένα ελληνικά γλυπτά που μας παραδόθηκαν.

Philip Sanford Marden

Ανάσταση στην Ίο

Η κύρια τελετή της γιορτής του Πάσχα στην Ελληνική Εκκλησία γίνεται τη νύχτα πριν το Πάσχα μάλλον, παρά ανήμερα. Αισθανθήκαμε πολύ τυχεροί που παρακολουθήσαμε αυτήν την νυχτερινή λειτουργία και κάναμε Ανάσταση στην Ίο.

Ανάσταση στην Ίο
Η πόλη της Ίου

Εκεί η εκκλησία ήταν μικροσκοπική με άσπρους τοίχους, χαμηλή σκεπή και γεμάτη μέχρι έξω από την πόρτα, ενώ από την ανοιχτή είσοδο έβγαινε η μονότονη ψαλμωδία μιας ανδρικής χορωδίας, με τις φωνές να επιστρέφουν πάντα σε ένα έντονα τονισμένο και μελωδικό ρεφρέν.

Τα κεριά αποτελούσαν το μόνο φωτισμό. Στα δεξιά μια χορωδία ανδρών και αγοριών, υπό τη διεύθυνση του σχολείου, έψαλλε την ατελείωτη και επίμονη λιτανεία του ελάσσονα. Ένας γέρος διοπτροφόρος παπάς περιεργαζόταν το εκκλησίασμα από την είσοδο του ιερού. Οι άνδρες φαίνονταν ιδιαίτερα ευσεβείς, παίρνοντας στα χέρια τους την εικόνα που βρισκόταν μπροστά στην είσοδο και φιλώντας τη πολλές φορές. Καθώς μπαίναμε μας έδωσαν από ένα κερί περίπου 30 εκατοστών και στεκόμασταν στριμωγμένοι ανάμεσα στο μικρό ακροατήριο κρατώντας τα μπροστά μας και με τους καλοσυνάτους ανθρώπους να μας κοιτάζουν ζωντανή και καλοπροαίρετα χιουμοριστική περιέργεια. Σε λίγο ο παπάς προχώρησε μπροστά από την πόρτα του ιερού με το κερί του αναμμένο, που ήταν το σύνθημα για ένα συναρπαστικό στριμωξίδι πολλών μικρών αγοριών που βρέθηκαν γύρω του, προσπαθώντας το καθένα να ανάψει πρώτο το κερί του. Έπειτα από αυτό η φλόγα πήγε από κερί σε κερί μέχρι που ο καθένας κρατούσε το δικό του μικρό φανάρι, και ακολουθώντας το γέροντα παπά προχωρήσαμε όλοι μαζί προς την πλατεία που βρισκόταν μπροστά στην εκκλησία όπου συνεχίστηκε η λειτουργία.

Η Ανάσταση στην Ίο ήταν ένα θέαμα που δεν μπορεί εύκολα να ξεχαστεί: η μικρή πλατεία, με το βάθρο του Χριστού στο κέντρο της και το πλήθος των πιστών γύρω γύρω, με τον καθένα να κρατά το αναμμένο κερί του και όλη η περιοχή να πλημμυρίζει από μια κίτρινη λάμψη. Η μονοτονία της λειτουργίας συνεχιζόταν όπως πριν. Η ήπια νυχτερινή αύρα επαρκούσε τώρα για να σβήσει ένα απροστάτευτο κερί, αλλά όποτε συνέβαινε αυτό, οι διπλανοί έδιναν τη φλόγα τους και ο φωτισμός ανανεωνόταν με το ρυθμό που διακοπτόταν.

Η γραφική λειτουργία κορυφώθηκε με την ανακοίνωση του «Χριστός Ανέστη». Με αυτές τις μαγικές λέξεις όλοι οι φραγμοί έπεσαν. Όλοι οι πιστοί έγιναν φορείς αυτής της ιερής χαράς. Ένας σωματώδης άνδρας άρπαξε το σκοινί της καμπάνας που κρεμόταν έξω από την εκκλησία και χτύπαγε με ζωηρό ρυθμό τις πολλές καμπάνες που υπήρχαν ψηλά. Διαχυτικά πληθωρικά αγόρια εξακόντιζαν εκρηκτικά πυροτεχνήματα στους τοίχους των γειτονικών σπιτιών, προκαλώντας ένα χαρούμενο βουητό με γνήσιο μεσογειακό τρόπο.

Οι θρησκευτικές γιορτές όλων των νότιων περιοχών φαίνεται ότι αποτελούν κατάλληλες ευκαιρίες για ζωηρές εκδηλώσεις παρόμοιες με αυτές που είμαστε συνηθισμένοι να παρακολουθήσουμε στη δική μας εθνική εορτή. Γρήγορα αντιληφθήκαμε ότι και οι άλλες εκκλησίες στην περιοχή είχαν φτάσει στο «Χριστός Ανέστη» περίπου την ίδια ώρα, γιατί μακρινές καμπάνες και πυροτεχνήματα γρήγορα ανήγγειλαν την Ανάσταση του Κυρίου.

Χωρίς αμφιβολία ένα μέρος της πασχαλινής χαλάρωσης οφείλεται στην αντίδραση στην αυστηρή νηστεία της Σαρακοστής των Ελλήνων, καθώς και σε ένα αίσθημα πίστης και αφοσίωσης που ανανεώνεται κάθε χρόνο κατά τη γιορτή αυτή με ένα ζήλο που παραπέμπει στην πρώτη μυθιστορηματική ανακάλυψη της αιώνιας σωτηρίας ως θείας αλήθειας. Η ελληνική Σαρακοστή είναι μια αυστηρή περίοδος κατά την οποία η αποχή από φαγητό και κρασί, είναι εκπληκτικά πλήρης: έχει αναφερθεί από ταξιδιώτες στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια ότι αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες από την αδυναμία εξασφάλισης τροφής, ειδικότερα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας,

Η αγροτιά ακολουθούσε πρόθυμα τη νηστεία. Οι ντόπιοι καταφέρνουν να επιβιώνουν με εκπληκτικά λίγη τροφή κατά τη διάρκεια των σαράντα ημερών. Δεν είναι παράξενο που με τον ερχομό του Πάσχα αποβάλλουν κάθε συγκράτηση σε μυρωδιές και εκδηλώνουν μια χωρίς όρια ευχαρίστηση. Από αυτά δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι επικρατεί ανάρμοστη ελευθεριότητα. Η λειτουργία μετά από τη διακοπή από τις καμπάνες και τα βαρελότα, επανήλθε στον ρυθμό της και διήρκεσε μέχρι τις τρεις το πρωί, γεγονός το οποίο φανερώνει ότι η ευχάριστη ατμόσφαιρα του Πάσχα συνοδεύεται από μια κόσμια συγκράτηση και αναβλητικότητα.

Αφού έγινε η Ανάσταση στην Ίο και ανταλλάξαμε πολλά «Χριστός Ανέστη» μεταξύ μας και με τους χωρικούς, ξεκινήσαμε περνώντας από τα στενά σοκάκια της πόλης και ακολουθήσαμε τον τραχύ δρόμο προς το πλοίο, κρατώντας τα αναμμένα κεριά, προστατεύοντας τα από τον δυνατό άνεμο. Σχηματίσαμε μια μακριά πομπή φώτων, καθώς ανηφορίζαμε την πλαγιά, προς τις βάρκες, μια ταιριαστή κορύφωση μιας από τις πιο παράδοξες εμπειρίες που είχαμε στο Αιγαίο.

Βρήκαμε τα κόκκινα αυγά, χαρακτηριστικά του ελληνικού Πάσχα, να μας περιμένουν στο πλοίο. Αυγά σφιχτά και βαμμένα με χυμό από παντζάρι ή άλλη ανάλογη χρωστική ουσία, που τα βλέπαμε να υπάρχουν σε γαβάθες για 1-2 βδομάδες μετά το Πάσχα. Οι Έλληνες τηρούν το έθιμο αυτό γιατί πιστεύεται ότι είναι η ανάμνηση ενός θαύματος που έγινε για να πεισθεί μια δύσπιστη γυναίκα για την αλήθεια της Ανάστασης.

Philip Sanford Marden

Το Ιερό της Δήλου

Αναρριχηθήκαμε ανάμεσα σε χωράφια με κριθάρι, με κατακόκκινες παπαρούνες και περπατήσαμε ανάμεσα σε ανθισμένο τριφύλλι για να φτάσουμε μέχρι το Ιερό της Δήλου.

Το Ιερό της Δήλου
Ο στεγασμένος με ογκόλιθους γρανίτη χώρος, όπου γεννήθηκαν οι δύο θεοί στον Κύνθο της Δήλου

Αν ο ίδιος ο Όμηρος ήταν εδώ για να τραγουδήσει στις μεγάλες συνάξεις των Ιώνων και όντως τραγούδησε αυτόν τον ύμνο της Δήλου, βρήκε σίγουρα τα άνθη του και την ευωδία του, αν όχι και το φοίνικα του. Και στο σημείο αυτό η προσευχή της Χρυσηίδας θα μπορούσε να έχει διαμορφωθεί στο μυαλό του. Ενώ ο Κύνθος δεν είναι παρά ένας χωματόλοφος ανάμεσα σε βουνά, για το μάτι του νου όμως κανένα επιβλητικό βουνό στη Γη δεν προσφέρει πλατύτερο ορίζοντα από αυτό το παρατηρητήριο στη μικρή Δήλο. Αν κάποιος θέλει να γοητευτεί από το Αιγαίο και τις ιστορίες που το συνοδεύουν, πρέπει να βρεθεί σε εκείνο το μέρος. Στρογγυλά σαν δαχτυλίδια, τα νησιά σχηματίζουν έναν κύκλο που υψώνεται από τον ορίζοντα. Τα νησιά αυτά που σχηματίζουν ένα κύκλο, «Κυκλάδες», ήταν το παλιό ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα «Τα μαργαριτάρια της Ελλάδος» -και κατά τον ποιητή Καλλίμαχο «ένας χορός που χόρευε γύρω από την εύοσμη Αστερία», όπως ονομαζόταν η Δήλος σε παλαιότερους χρόνους.

Το Ιερό της Δήλου είναι ο βωμός στη μεγάλη πλατιά ορχήστρα του Αιγαίου. Σε αυτή θάλασσα που φουσκώνει ελαφρά και τρεμοφέγγει, έχεις την εντύπωση μιας ρυθμικής κίνησης των νησιών. Και παρ΄όλο που ο Κύνθιος βάρβιτος έχει σιωπήσει από καιρό, υπάρχει μια αίσθηση λεπτής μελωδίας των πρωινών άστρων.

Τα ερείπια των ναών που κάποτε ήταν αφιερωμένοι στον Κύθνιο Δία ή την Αθηνά σε αυτήν την κορυφή του λόφου. Αλλά τα λίγα υπολείμματα ενός φράγκικου κάστρου στη θέση αυτή δείχνουν ότι κατά το Μεσαίωνα η Δήλος δεν ήταν έρημος τόπος, όπως υπήρξε για δεκαοχτώ αιώνες. Ο Παυσανίας τη βρήκε να κατοικείται από έναν μόνο άνθρωπο που φύλασσε τον Ιερό της Δήλου και ένας ποιητής, έναν αιώνα πριν, είχε γράψει: «Ποιος θα περίμενε να είναι πιο έρημη από την Τήνο;». Σήμερα το σύνολο του πληθυσμού του ιερού του νησιού, όταν δεν αυξάνεται από άτομα που βρίσκονται σε καραντίνα λόγω πανώλους, σε περιοχές της Ανατολής αποτελείται από τον έφορο των μαρμάρινων ερειπίων και δύο κοπάδια από κατσίκια από τη Μύκονο, που είναι πράγματι κάτοικοι της Δήλου μόνο όταν υπάρχει βοσκή.

Αλλά πρέπει να πας στην Τήνο αν θέλεις να δεις τους Έλληνες να συγκεντρώνονται από τρεις ηπείρους εκεί τώρα, όπως παλαιότερα συνωστίζονταν στη Δήλο, και αν ήθελες να ακούσεις τους κανονιοβολισμούς. Και μια ματιά στα μάρμαρα της Δήλου που έχουν χρησιμοποιηθεί για το χτίσιμο της εκκλησίας, του προσκυνήματος θα εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό την ερείπωση της Δήλου.

Irving Manatt

Προσκύνημα στην Τήνο

Δύο φορές το χρόνο μπορεί να μπαρκάρει κανείς για Τήνο από σχεδόν κάθε ελληνικό λιμάνι. Γιατί το νησί αυτό έχει παραγκωνίσει την Ιερή Δήλο ως τόπο προσκυνήματος και εκεί στη μεγάλη και μικρή πανήγυρη τον Μάρτιο και τον Αύγουστο εναλλάξ, συρρέουν Έλληνες από τρεις ηπείρους. Πείστηκα για αυτό το γεγονός, όταν ταξίδεψα για πρώτη φορά με τον μικρό Αττικό Σιδηρόδρομο από Αθήνα για Λαύριο: κάθε ενδιάμεσος σταθμός ήταν ασφυκτικά γεμάτος με γραφικούς χωρικούς με τις καλές τους φορεσιές και φορτωμένους με όλα τα εφόδια νομαδικών φυλών. Το τρένο ήταν μακρύ, αλλά όχι αρκετό για ολόκληρο τον πληθυσμό, και πολλοί χωρικοί αφήνονταν να περιμένουν το επόμενο. Όταν το τρένο έφτασε στο Λαύριο, ξεφόρτωσε το πολύχρωμο φορτίο του στα βρώμικα μικρά ατμόπλοια που ήδη σφύριζαν για την αναχώρηση. Ήταν το ανοιξιάτικο προσκύνημα στην Τήνο.

Προσκύνημα στην Τήνο
Χαλκογραφία της Τήνου

Μέσα από τα ελικοειδή σοκάκια κατευθύνθηκα προς την εκκλησία του 15ου αιώνα που συνέρρεαν οι πιστοί. Ήταν γεμάτη με κόσμο που μπαινόβγαινε και σταματούσε μόνο για να ανάψει ένα κερί και να ασπαστεί τις εικόνες των Αγίων. Το φως από τα κεριά, τα θυμιατά και το λιβάνι, οι παπάδες με το ράσο τους και οι ευσεβείς προσκυνητές, συνδυάζονταν σε μια σκηνή αλλόκοτη και σοβαρή.

Προχωρήσαμε προς τη μεγάλη εκκλησία του προσκυνήματος. Ο δρόμος ήταν μια πλατιά ανηφορική λεωφόρος στρωμένη με χοντροκομμένες μαρμάρινες πλάκες και με πάγκους ξύλινους στη σειρά, αριστερά και δεξιά. Είχε κατεύθυνση προς το Βορρά και κατέληγε στις πύλες του τεράστιου και ακανόνιστου τετραγώνου που βρίσκεται περίπου 800μ. από τη θάλασσα και αρκετά πιο ψηλά από την πόλη. Μπροστά από τις πύλες αυτού του αυλόγυρου, στις δύο πλευρές ενός ημικυκλικού προαυλίου στρωμένου με βότσαλα, υπήρχε μια μαρμάρινη κρήνη και ένα μικρό άλσος. Κατά μήκος του ανοιχτού περιστυλίου περπατούσαμε προσεκτικά ανάμεσα σε εκατοντάδες ξαπλωμένους ανθρώπους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που είχαν απλωθεί για να περάσουν τη νύχτα, και άλλους που έκαναν άγαρμπες μετάνοιες. Μετά τους ξαπλωμένους υπήρχαν καταλύματα που ήταν πιασμένα από τους προνομιούχους προσκυνητές. Ένα παρεκκλήσι ήταν ασφυκτικά γεμάτο, ενώ ακόμη και τα σκαλοπάτια ταλαιπωρούνταν από ανθρώπους που ροχάλιζαν.

Το σκηνικό δεν είναι νέο. Τα αρχαία χρόνια στη Δήλο και στην Επίδαυρο οι θεοί λατρεύονταν σε ανοιχτό χώρο, όπως εδώ η Παρθένος. Όχι πολύ πριν τις ένδοξες μέρες της Δήλου, αυτό το ίδιο σημείο ήταν τόπος συγκέντρωσης του λαού των νησιών της Ιωνίας: εδώ στη μέση του ιερού κήπου υψωνόταν επιβλητικός ο ναός του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, με χώρους γευμάτων και αναψυχής για όσους συνέρρεαν στη μεγάλη γιορτή του θεού.

Πώς όμως συμβαίνει η αρχαία Ελλάδα να επαναλαμβάνεται στο ίδιο ακριβώς σημείο; Στην περίπτωση της Τήνου υπάρχει μια γνωστή ιστορία. Η ιστορία λέει ότι το 1823 μια μοναχή ονειρεύτηκε ότι υπήρχε εδώ μια εικόνα της Παναγίας. Η πιστή έσκαψε και τη βρήκε. Το θαύμα διαδόθηκε πέρα από το νησί. Πιστοί κατέφθαναν από την Ανατολή για Προσκύνημα στην Τήνο. Για να γιορτάσουν τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Με τα δώρα και τον απλήρωτο μόχθο των Τηνίων, πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας, χτίστηκε η μεγάλη μαρμάρινη εκκλησία. Τα έσοδα με τον καιρό αυξήθηκαν και προστέθηκαν τμήματα για τον κλήρο, καταλύματα για τους προσκυνητές, ένα σχολείο και ένα νοσοκομείο. ολόκληρο το ίδρυμα συντηρείται χωρίς να επιβάλλεται κανένας φόρος στο λαό της Τήνου. Στην πραγματικότητα η εκκλησία έχει χτίσει και συντηρεί την πόλη. Έχει φτιάξει τους μόλους, έχει στρώσει τους δρόμους, έχει φτιάξει δίκτυο ύδρευσης και έχει ενθαρρύνει τις τέχνες.

Το πανηγύρι στο νησί δεν είναι απλά ένα προσκύνημα στην Τήνο, είναι πατριωτική εκδήλωση. Στο λιμάνι δύο ελληνικά πλοία χαιρετούσαν με κανονιοβολισμούς, καθώς η εορταστική πομπή, που συνοδευόταν από στρατιωτικό άγημα, έφτασε στη μικρή πλατεία και σταμάτησε για να απαντήσει στους κανονιοβολισμούς με τον Εθνικό Ύμνο. Εδώ οι Έλληνες της Αιχμαλωσίας από όλη την Ανατολή έρχονται να φιλήσουν το χώμα της ελεύθερης Ελλάδας. Και η ελεύθερη Ελλάδα φρόντισε να τους συναντήσει με μια θαυμάσια εκδήλωση. όπως η Αθήνα συνήθιζε να στέλνει τος λαμπρές «θεωρίες» στη Δήλο, έτσι τώρα στέλνει τις φρεγάτες στην Τήνο, και πιο ευχάριστη από τη μονότονη λειτουργία, ακόμη και από τον Εθνικό ύμνο, ήταν για το μακρινό προσκυνητή η μουσική των ελληνικών κανονιών.

Ακούγοντας αυτή τη μουσική και βλέποντας αυτή την ετερόκλητη πομπή, που όμως έχει το ίδιο αίμα και την ίδια πίστη, αναρωτιέται κανείς γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει εδώ στην Τήνο μια νέα Συμμαχία της Δήλου.

Irving Manatt

Κέρκυρα, λίγο πριν την Ένωση με την Ελλάδα

Η πρώτη εντύπωση μετά την απόβαση στην Κέρκυρα δεν διαφέρει από αυτήν του Γιβραλτάρ. Η ίδια χαμηλή, στενή, βρώμικη είσοδος και καθολική έλλειψη ευπρεπών καταλυμάτων. Το ίδιο πλήθος δίποδων και τετράποδων, η ίδια ανάμειξη ψαριών και πορτοκαλιών. Υπάρχει, όμως, μια διαφορά: η εικόνα εγκατάλειψης του τελωνείου από όπου έπρεπε να περάσουμε.

Κέρκυρα, λίγο πριν την Ένωση με την Ελλάδα

Το πλήθος, που βλέπαμε στην από θαλάσσης είσοδο της πόλης, δεν λιγοστεύει όσο προχωράμε προς τους μεγάλους κεντρικούς δρόμους. Περνάμε, στην αρχή, μέσα από ένα είδος αγοράς, ένα παζάρι, τόσο γεμάτο από ανθρώπους, πάγους φρούτων και λαχανικών, ώστε είναι πραγματικά δύσκολο να προχωρήσεις.

Οι στενοί δρόμοι αυτού του μέρους στην Κέρκυρα συνδυάζουν όλα τα εντυπωσιακά του Γιβραλτάρ, της Γένουας, του Αλγερίου, της Μπολόνιας, του Τορίνου και της Μασσαλίας. Καμάρες, όπου βρίσκουν καταφύγιο άνθρωποι όλων των τάξεων. Θλιβερές στοές, ανοιχτές πράγματι προς το δρόμο αλλά σκοτεινές στο βάθος, έτσι ώστε οι Έλληνες και οι Εβραίοι που κάθονται εκεί να είναι τόσο δυσδιάκριτοι όσο η αράχνη στον ιστό της.

Σπίτια πλουσίων Ελλήνων, με δωμάτια πολυτελώς επιπλωμένα, αλλά που μπορεί να τα επισκεφτεί κανείς από βρώμικες φθαρμένες πόρτες και ακόμη πιο βρώμικες και φθαρμένες σκάλες. Συνεχόμενα ετοιμόρροπα σπίτια και εκκλησίες που ξεχώριζαν από στάβλους μόνο από το καμπαναριό. Καθώς προχωράμε στο εσωτερικό της πόλης, οι δρόμοι είναι λιγότερο πολυάνθρωποι και τα σπίτια πιο αραιά και καλοχτισμένα, και τελικά φτάνουμε σε μια υπέροχη πλατεία, στη μια άκρη της οποίας βρίσκεται η κομψή κατοικία του πρώτου αξιωματούχου της περιοχής, γνωστού στη περιοχή ως «η Υψηλότης», αλλά που στην Αγγλία ονομάζεται με τον πλήρη τίτλο του: Ύπατος Αρμοστής των Ιονίων Νήσων. Στη μέση της απέναντι πλευράς φαίνεται η ακρόπολη, πάνω σε ένα παράξενο ακρωτήρι, να υψώνεται μέχρι τους δύο περίβλεπτους βράχους. Από το παζάρι και την ακρόπολη η θέα είναι γοητευτική και αποκαλύπτει την εικόνα του πορθμού της Κέρκυρας που μοιάζει με λίμνη, για το οποίο ήδη έχει γίνει σύντομη αναφορά.

Άλλα τμήματα της πόλης είναι κανονικά και κάπως καλύτερα χτισμένα από ότι οι δρόμοι κοντά στην είσοδο της πόλης, αλλά όπως γίνεται παντού, όσο κανονικά και άνετα είναι, άλλο τόσο χάνουν ό,τι χαρακτηριστικό, ενδιαφέρον και όμορφο έχουν. Είναι παράδοξο το γεγονός ότι το πρακτικό και λιτό στιλ που εισήχθη από τη Δυτική Ευρώπη είναι αντίθετο και συγκρούεται με τις παλαιότερες αρχιτεκτονικές νόρμες, γοτθικές ή κλασικές.

Το Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα έχει λίγους φοιτητές, μέχρι 20 σε κάθε ειδικότητα, που σπουδάζουν ιατρική και νομική. Το κτίριο του Πανεπιστημίου είναι ένα μεγάλο οίκημα στην άκρη της παραλίας, όχι άσχημα διαμορφωμένο για το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται, χωρίς, όμως, πολύ οργάνωση και τάξη. Στο ισόγειο υπάρχουν μερικές αρχαιότητες, σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα ερείπια της αρχαίας Κέρκυρας. Περιλαμβάνουν μερικές πολύ παλιές επιγραφές, βάζα και κομμάτια κεραμικών και μερικά άλλα αντικείμενα, πιθανόν τς ελληνιστικής εποχής και ένα μεγάλο αριθμό αρχαιοτήτων από τη ρωμαϊκή περίοδο. Στον επάνω όροφο του κτιρίου του Πανεπιστημίου υπάρχουν αίθουσες, ένα εργαστήριο και ένα μουσείο. Το τελευταίο αξίζει να σημειωθεί επειδή περιλαμβάνει την αρχική φάση μιας τοπικής ορνιθολογικής συλλογής.

Οι πλέον αξιοσέβαστοι από τις μεσαίες τάξεις είναι εκ καταγωγής κάτοικοι των Ιονίων Νήσων, αλλά και άλλοι, οι οποίοι ασχολούνται με το εμπόριο. Από αυτούς μεγάλος αριθμός είναι Άγγλοι και λίγοι Γερμανοί, πολλοί από τους οποίους έχουν εγκατασταθεί από καιρό στο νησί ως έμποροι ή τραπεζίτες. Οι περισσότεροι είναι εύποροι και πολύ ικανοποιημένοι με το σταθερό και σθεναρό χέρι που έχει καταπιέσει του πολιτικούς πόθους τους, αλλά έχει εξασφαλίσει για το λαό τα υλικά αγαθά που ασφαλώς θα έχανε αν μπορούσαν να αποδιώξουν την ήπια προστασία της βασίλισσας της Αγγλίας για χάρη της άθλιας κακοδιοίκησης και αληθινής τυραννίας του Όθωνα. Οι πιο πολλοί το ξέρουν και είναι έτοιμοι να το αποδεχθούν. Αλλά εάν η Ελλάδα μπορεί να κυβερνηθεί σταθερά και με σύνεση υπό συνταγματική μοναρχία, δεν είναι ντροπή για τους κατοίκους των Ιονίων να επιθυμούν να αποτελέσουν, για άλλη μια φορά, μέρος της μητέρας πατρίδας. ίσως να προσδοκούν και να απαιτήσουν ένα μερίδιο των κυβερνητικών εξουσιών, όταν ενωθούν με την Ελλάδα.

Παρ΄όλο που μόνο το 1/3 του ενεργού πληθυσμού στην Κέρκυρα και στα περίχωρα ειλικρινά θα επιθυμούσε και θα ήταν περήφανο να επιστρέψει στην Ελλάδα, ενώ ένα άλλο 1/3 θα ήταν αδιάφορο, και το υπόλοιπο αντίθετο με μια τέτοια αλλαγή, είναι προφανές ότι οι φωνές πρέπει να ζυγιστούν και όχι να εκτιμηθούν απλά από τη δύναμη και τον αριθμό τους. Αυτό είναι, πιθανόν, πολύ δυσκολότερο από ό,τι κατ΄αρχάς φαίνεται και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, παρ΄όλο που ο ελληνικός πληθυσμός στην Κέρκυρα είναι θορυβώδης και εκδηλωτικός, το νησί της Κέρκυρας είναι παρά μόνο ένα από τα νησιά της Δημοκρατίας των Επτανήσων.

David Thomas Ansted

Αγία Μαύρα ή Λευκάδα

Η Αγία Μαύρα καταστράφηκε από έναν σεισμό το 1826 και ξαναχτίστηκε κατόπιν με την προοπτική της αντιμετώπισης της επανάληψης μιας παρόμοιας κατάστασης. Έτσι τα θεμέλια των περισσότερων κτιρίων είναι βαθιά, με συμπαγή πέτρα, είναι ανωδομή είναι απλός, γερός σκελετός, από ξύλο δρυός και η τοιχοποιία από πλίνθους και γυψομάρμαρο. Σε περίπτωση μελλοντικών σεισμών, ελπίζεται ότι οι ζημιές θα είναι μηδαμινές, παρ΄όλο που σε περίπτωση φωτιάς οι συνέπειες θα είναι σοβαρές. Οι μικρές σεισμικές δονήσεις είναι συχνές.

Αγία Μαύρα ή Λευκάδα
Άλμα της Σαπφούς στο ακρωτήρι Δουκάτο, Λευκάδα

Ο ρυθμός στην καλύτερη κατηγορία οικοδομών είναι μάλλον ιταλικός παρά οτιδήποτε άλλο και δεν στερείται γραφικότητας. Έχει «σπασμένες» γραμμές και κανένα από τα παρακείμενα σπίτια δεν είναι ίδιο με το άλλο. Όλοι οι δρόμοι, εκτός από τους κύριους, είναι στενοί, βρώμικοι και κακοστρωμένοι. Τα καλύτερα σπίτια έχουν μεγάλα ευρύχωρα δωμάτια, γαλλικά παράθυρα, μάλλον ελαφριά, γιατί το κλίμα σπάνια απαιτεί μεγάλη προστασία από το κρύο και η ζέστη λέγεται ότι δεν είναι υπερβολική. Τα μικρότερα σπίτια είναι σκοτεινά και βρώμικα και τα δωμάτια μικρά και άθλια.

Οι εκκλησίες δεν είναι μεγάλες και χτίζονται σε ρυθμό που είναι κοινός στην Ανατολή, εκτός από εκείνες που χτίζονται στις πλούσιες και πολυτελείς πόλεις. Είναι επιμήκεις, λιτές κατασκευές, με ένα μικρό πρόσθετο καμπαναριό με δύο καμπάνες. Εξωτερικά είναι χωρίς διάκοσμο, ενώ η εσωτερική διακόσμηση περιλαμβάνει κάποιες μορφές, που είναι ζωγραφισμένες πάνω στο χώρισμα μεταξύ κυρίως ναού και Αγίας Τράπεζας, που φτάνει μέχρι την οροφή. Ο αριθμός των εκκλησιών είναι μεγάλος σε σχέση με το μέγεθος και τον πληθυσμό της πόλης. Η Αγία Μαύρα είναι έδρα Αρχιεπισκοπής και υπάρχει μεγάλος αριθμός ιερέων, οι οποίοι ανήκουν στην κατηγορία των άγαμων ιερέων.

Έξω από την πόλη βρίσκεται ένα ημιτελές, κομψό, πέτρινο κτίριο σε ρυθμό αρχαίου ναού, που προοριζόταν να αφιερωθεί στην προστάτιδα της πόλης Αγία Μαύρα. Αφού μπήκαν τα θεμέλια και οι τοίχοι σηκώθηκαν σε ύψος 1,30 μ. από το έδαφος και όταν μεταφέρθηκε στο σημείο ανέγερσης ένας τεράστιος αριθμός τετραγωνισμένων και αδιαμόρφωτων ογκόλιθων από τα ερείπια της αρχαίας Λευκάδας, οι εργασίες σταμάτησαν και φαίνεται ότι θα παραμείνει ένα μνημείο απερισκεψίας, επιδεικτικής εκκεντρικότητας, βάρβαρης και ανώφελης καταστροφής ενός από τα μεγαλοπρεπέστερα απομεινάρια αρχαιοτήτων. Θα ήλπιζε κανείς ότι οποιοσδήποτε είχε το παραμικρό ίχνος φιλελεύθερης μόρφωσης και εκτιμούσε την αξία των αρχαίων μνημείων τέχνης, δεν θα κατέστρεφε εντελώς, με τη θέληση του, ένα από τα ελάχιστα υπάρχοντα κατάλοιπα των ολοκληρωμένων πυλών των κυκλώπειων τειχών. Μια τέτοια πύλη όμως, υπήρχε στη Λευκάδα μέχρι που καταστράφηκε χάριν ενός σύγχρονου ναού, που οι πέτρες του μπορούν ακόμη να αναγνωριστούν ανάμεσα στους μεγάλους ογκόλιθους και τον παρακείμενο δρόμο.

Μπροστά και σε κάθε πλευρά της Αμαξικής, βρίσκονται τα ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας. βαθμιαία μειούμενα σε βάθος και σε πολλά σημεία ήδη περιορισμένα σε λίγα εκατοστά του μέτρου. Λιγότερη ζημιά προκύπτει από τη λιμνοθάλασσα αυτή απ΄ό,τι θα περίμενε κανείς, και λίγες φορές περνά ένα καλοκαίρι και ένας χειμώνας με πολύ πυρετό. Τόσο λίγο ανθυγιεινό, πράγματι είναι το τελματώδες, ρηχό, θαλασσινό νερό, ώστε το οχυρό που περιβάλλεται εξ ολοκλήρου λέγεται ότι είναι μοναδικό υγιεινό. Πιθανόν ο μικρός πληθυσμός και η απόσταση του οχυρού σχετίζονται με την εξαίρεση αυτή. Υπάρχουν πολλές αλατούχες πηγές στην περιοχή, οι οποίες δεν θεωρούνται ότι δηλητηριάζουν τον αέρα. Φαίνεται ότι ολόκληρο το καλοκαίρι, τότε που τα περισσότερα νησιά υποφέρουν από από ελονοσία, οι μόνιμες στεριανές και θαλασσινές αύρες διατηρούν την πόλη και την περιοχή σε καλή υγεία. Λίγη οργανική ύλη βρίσκεται μέσα στο νερό και υπάρχει αφθονία ψαριών.

Το παλιό οχυρό, χτισμένο σε μια από τις κύριες προεκτάσεις της γενικά στενής λωρίδας γης που περιβάλλει τη λιμνοθάλασσα, είναι ενδιαφέρον και κατά το Μεσαίωνα πρέπει να ήταν ισχυρό. Δεν θα μπορούσε βέβαια να σταθεί απέναντι στο σύγχρονο πυροβολικό. Καλύπτει μεγάλη έκταση και περιλαμβάνει και άλλα μικρότερα οχυρά. Φέρει τα σύμβολα των επιτυχημένων διοικητών του, οι οποίοι σε κάθε τροποποίηση στο κτίριο επιστράτευαν τα παλιά υλικά κάθε είδους.

Υπάρχουν τείχη όλων των ειδών, προμαχώνες, προωθημένα αμυντικά έργα, κατασκευασμένα κυρίως από Τούρκους, αλλά οι φυλακές και τα μπουντρούμια προστέθηκαν από τους Βενετούς, τους παλαιούς τυράννους και τώρα σκλάβους της Ανατολικής Μεσογείου. Σε αυτά έχουν προστεθεί σύγχρονες στρατώνες και προχώματα. Το οχυρό παρουσιάζει ενδιαφέρον για τις ιστορικές του μνήμες παρά για τα σημερινά του λείψανα.

Υπάρχει ένα τούρκικο τζαμί, αρχικά ίσως ένα ειδωλολατρικός ναός και τελικά εκχριστιανισμένο από τους Βενετούς. Ως χριστιανικός ναός έχει με τη σειρά του χρησιμοποιηθεί από Έλληνες και Ρωμαίους, παπικά και ορθόδοξα εκκλησιάσματα και τώρα, τελικά, υπό την αγγλική διοίκηση, έχει μετατραπεί σε αποθήκη.

Όταν βλέπει κανείς τη λιμνοθάλασσα από οποιονδήποτε από τους γύρω λόφους,η χαμηλή λωρίδα ξηράς από άσπρη άμμο που φτάνει μέχρι το κάστρο Teki στην ηπειρωτική Ελλάδα, η μεγάλη καλλιεργημένη έκταση γης, με ένα σπίτι και μια εκκλησία και ελιές, που προβάλλει από την αμμώδη λωρίδα ξηράς, προς τη λίμνη κοντά και απέναντι από την πόλη, το μεγάλο περιτείχισμα του οχυρού με τους προμαχώνες του και τα προωθημένα οχυρά του, οι αλατούχες πηγές νότια και ένας κωνικός λόφος κοσμημένος με τα ερείπια ενός διαλυμένου οχυρού, οικοδομημένου από τους Τούρκους, απέναντι από τις αλατούχες πηγές, όλα αυτά μαζί αποτελούν ένα ευχάριστο και εντυπωσιακό σύνολο.

Αμέσως μετά την Αγία Μαύρα, μέχρι τους πρόποδες των λόφων, μερικά μίλια μέσα στην ηπειρωτική χώρα, υπάρχει μια πεδιάδα λίγο πιο πάνω από το επίπεδο της λωρίδας της ξηράς καλυμμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου στη δυτική πλευρά με υπέροχα ελαιόδεντρα, και στην άλλη πλευρά, καλλιεργημένη εν μέρει με κηπευτικά, οπωροφόρα δέντρα και σιτηρά. Αυτή η εύφορη, μεγάλη έκταση αποδίδει πλούσια και κερδοφόρα σοδειά και συνδυάζει ομορφιά με πλούτο. Οι ελαιώνες είναι πολύ παλαιοί και έχουν δέντρα με τεράστια ανάπτυξη. Σε ένα μέρος παρατήρησα τρεις κορμούς, καθένας από τους οποίους είχε περίμετρο 2-2,5 μέτρα, που μεγαλώνουν μέσα στον ίδιο φλοιό. Η ολική περίμετρος δεν θα έπρεπε να είναι μικρότερη από 10 μέτρα. Την ηλικία ορισμένων από αυτούς τους κορμούς μόνο να τη μαντέψει μπορεί κανείς, αλλά σίγουρα πρέπει να είναι εξαιρετικά μεγάλη.

Δεν παρατηρείται κάποια τάξη στο φύτεμα αυτών των δέντρων και τα νέα δέντρα είναι ατάκτως τοποθετημένα με τα παλιά, αλλά όλα είναι καλά φροντισμένα, καθώς και το χώμα, που είναι γενικά καλής ποιότητας σε αυτό το μέρος στην Αγία Μαύρα, και που στο μεγαλύτερο μέρος του είναι οργωμένο ή είναι τουλάχιστον διαθέσιμο για βοσκή προβάτων και βοοειδών. Οι ελαιώνες τώρα φτάνουν σχεδόν μέχρι την άκρη της λιμνοθάλασσας, όπου πρέπει να έχουν προχωρήσει βαθμιαία ακολουθώντας την υποχώρηση του νερού.

David Thomas Ansted