Δελφοί

Δελφοί! Τι θλιβερή και μοναχική εικόνα! Το μέρος αυτό, που κάποτε ήταν το κέντρο της ελληνικής τέχνης και θρησκείας, εκεί όπου η διάνοια και η δεισιδαιμονία του πρώτου ανάμεσα στα έθνη αρέσκονταν να επιδεικνύει τη δύναμη και την υπερβολή του, τώρα καταπιέζεται από έναν ξένο λαό.

Δελφοί
Κασταλία πηγή, Χαλκογραφία

Τα ιερά έχουν μετατραπεί για να εξυπηρετούν μια νέα θρησκεία. Τα μνημεία του, διασκορπισμένα και ερειπωμένα από τους βαρβάρους. Και όμως παρ΄ όλα αυτά, έχουν απομείνει μόλις κα μετά βίας κάποια, για να δηλώνουν τη θέση του και να διαλαλούν την κακοδαιμονία του. Αυτή η αίσθηση του ερειπωμένου τοπίου αναμιγνύεται με τη μεγαλοπρέπεια και την αξιοσέβαστη ανάμνηση της φήμης και του μεγαλείου του. Αυτά τα ερείπια φαντάζουν ταυτόχρονα ακέραια και ρημαγμένα. Αυτή η φοβερή κατοικία των θεών, αυτός ο ναός, που περικλείει την εικόνα του Απόλλωνα και δείχνει στον επισκέπτη, που κοιτάζει με δέος τους αναθηματικούς θησαυρούς της δεισιδαιμονίας και τα λαμπρά κομψοτεχνήματα, του Έλληνα καλλιτέχνη τώρα κείτεται κατεστραμμένος και ακρωτηριασμένος.

Το βουητό των ανθρώπων του έχει σωπάσει. Το μαντείο του είναι βουβό. Πάνω στα ερείπια των ναών του έχει φυτρώσει ο σταυρός, που θριαμβολογεί για την κακοδαιμονία του και μαρτυρά τη νίκη της καινούργιας θρησκείας. Αυτό ο λαός, ο τόσο τιμημένος και περήφανος, με ένα μαντείο που έδινε τα φώτα στους λαούς, στενάζει κάτω από το ζυγό της τουρκικής τυραννίας. Μάταια ψάχνω να δω το πλήθος που ανέβαινε κάποτε το βουνό, φέρνοντας τις προσφορές και τις ελπίδες του κάθε ανθρώπου. Έχουν χαθεί όλα. Ακόμη και το μικρό χωριό που υπάρχει σήμερα προσβάλλει τη μνήμη των Δελφών και δεν θυμίζει σε τίποτα ούτε τον πλούτο του, ούτε τη δόξα του, μα ούτε καν το πνεύμα του.

Οι τεράστιοι σωροί των ερειπίων που αψηφούν τη μανία των κατακτητών και την ύπουλη και ακατάπαυστη φθορά του χρόνου, αντέχουν ακόμη για να μεταφέρουν την εικόνα της σπουδαιότητας, της οποίας η ουσία δεν υπάρχει πια.

Η φύση χαμογελά ακόμη στο ερείπιο. Παρά τη βαρβαρότητα, διατρανώνει ακόμη τη δύναμη της. Η εύφορη πεδιάδα που οδηγεί στους Δελφούς είναι ακόμη λαμπρή. Ο Πλειστός κρατάει ακόμη σταθερή την πορεία του. Όλη η περιοχή, που κάποτε ήταν η αιτία ενός βίαιου και φανατικού πολέμου, τώρα ανθίζει για να εκδικηθεί τους διώκτες της πάνω στα ερείπια. Πόσο δυνατή η φύση, πόσο μικρόψυχος ο άνθρωπος.

Ωστόσο, πρέπει να ξεχωρίσω τα αισθήματα από την αφήγηση και να καταγράψω όσα είδα. Φθάσαμε στους Δελφούς, στο σπίτι ενός ιερέα. Θλιβερή η αντιστροφή που έχει υποστεί η ιεροσύνη. Ο ανώτατος ιερέας των Δελφών έχει αντικατασταθεί από την φτωχή ταπεινότητα ενός Έλληνα εφημέριου. Η γενειάδα του είναι ίσως το πιο κοινό σημείο του με τον προκάτοχο του, ενώ η φτώχεια και η τιμιότητα του οι μεγαλύτερες διαφορές τους. Τα ερείπια βρίσκονται όλα στην πλαγιά ενός λόφου, ο οποίος ξεκινά από τους πρόποδες του Παρνασσού και κατεβαίνει στην πεδιάδα. Περπατήσαμε στους πρόποδες του λόφου, όπου υπήρχε μια βρύση που φαινόταν αρχαία. Ο εφημέριος, που ήρθε μαζί μας, μας είπε ότι ήταν η Κασταλία. Λίγο αργότερα, ωστόσο, είδαμε ακόμη μία, που θα έπρεπε να ήταν η αληθινή, μια και η πρώτη ήταν πολύ μικρή και δεν φαινόταν για πηγή. Προέρχεται από δύο πηγές στη βάση της μεγάλης σχισμής που χωρίζει τις δύο πλευρές του Παρνασσού. Η μία είναι μεγάλη 3μ. πλάτος και 6μ. μήκος. Υπάρχουν σκαλιά προς τα κάτω, για τους ανθρώπους που θέλουν να καθήσουν εκεί και να γιατρευτούν, κα ένα μικρό δωμάτιο, που την περικλείει, σκαλισμένο πάνω στο βράχο. Τα σκαλοπάτια και ο βράχος είναι αρχαία. Η άλλη πηγή είναι λίγο πιο ψηλά και είναι μικρή, αλλά σύντομα ενώνονται. Το νερό είναι ωραίο και καθαρό. Γύρω από την πηγή υπάρχουν γυναίκες από τους Δελφούς, που έπλεναν βρόμικα ρούχα.

Ο Παρνασσός, τόσο διάσημος στην ελληνική μυθολογία, είναι ένα βουνό ελάχιστα ελκυστικό για τον απλό επισκέπτη. Είναι ένας άγονος όγκος, με γαλαζωπό και γκρίζο χρώμα, που κρέμεται κατακόρυφα πάνω από τους Δελφούς. Η κορυφή του Παρνασσού, είναι καλυμμένη με χιόνια δεν είναι ορατή από τους Δελφούς. Οι Δελφοί είναι το νοτιότερο μέρος της κορυφογραμμής και διαχωρίζονται από τον κόλπο με μα μικρή πεδιάδα. Στο σημείο που αναβλύζει η Κασταλία πηγή το βουνό χωρίζεται στη μέση από μία σχισμή που έχει πλάτος 6-9μ. Πιθανώς έχει σχηματιστεί από σεισμό. και εκτείνεται από την κορυφή ως τους πρόποδες, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το βουνό έχει δύο κορυφές.

Ο λόφος είναι πολύ απότομος για να κατέβεις κατ’ ευθείαν στους Δελφούς. Γύρω από την Κασταλία πηγή και μέρος της αίθουσας των σκαλοπατιών υπάρχουν και άλλα ερείπια, τα οποία πιθανόν να αποτελούσαν μέρος του ναού του Απόλλωνα. Απέναντι από το βράχο υπάρχει μια εσοχή, ή κόγχη, η οποία μπορεί να χρησιμοποιούνταν για κάποιο άγαλμα ή για το ίδιο το μαντείο.

Από την εσοχή μέχρι το δωμάτιο πάνω από τη πηγή υπάρχει ένα υπόγειο πέρασμα που φαίνεται από τις πέτρες κάτω από την αίθουσα. Αυτό μάλλον χρησιμοποιούνταν σαν πέρασμα των ιερέων, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση του μαντείου. Η αλήθεια είναι ότι ολόκληρο το βουνό βρίθει από τέτοιους αόρατους δρόμους. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από την ηχώ των εσοχών, καθώς επίσης και από την άμεση παρατήρηση.

Ακριβώς κάτω από τον Παρνασσό υπάρχει ένα είδος γηπέδου με ένα πέτρινο παγκάκι τριγύρω, που πιθανόν να χρησιμοποιούνταν για μουσική και διασκέδαση. Τα μεγάλα ερείπια που βρίσκονται εκεί κοντά αποδεικνύουν ότι πρέπει να ήταν μέρος κάποιου τεράστιου κτιρίου. Πιο χαμηλά στο βουνό υπάρχουν και άλλοι σωροί ερειπίων. Κάποια από αυτά διατηρούν το σχήμα σπιτιών και μαρτυρούν το αρχαίο μεγαλείο τους. Μέσα στους βράχους υπάρχουν σκαμμένες πολλές μεγάλες τρύπες, που προορίζονταν είτε για λουτρά είτε για κρεβάτια. Υπάρχει επίσης μια μεγάλη πεδιάδα, περίπου στα μισά του βουνού, που θα πρέπει να ήταν το γυμνάσιο. Όλα τα ερείπια εξάπτουν τη φαντασία με το παραπάνω, χωρίς όμως να ικανοποιούν την περιέργεια. Ναοί χωρίς όνομα και στενά ανοίγματα στους βράχους είναι ό,τι έχει απομείνει. Και όμως αυτά τα λίγα ερείπια είναι τόσο μεγαλοπρεπή.

Η πόλη των Δελφών κατεβαίνει από τους πρόποδες του Παρνασσού προς το ποτάμι και τη μικρή κοιλάδα που την απομονώνει προς το Νότο. Ανατολικά και δυτικά υπάρχουν τα στενά ανοίγματα. Το ένα οδηγεί προς τη Λιβαδειά κα το άλλο προς την πεδιάδα.

Κρίνοντας από τους ναούς στο Χρισσό, υποθέτω πως η πόλη των Δελφών ήταν εκεί και μετακινήθηκε πάνω από τους μικρούς λόφους που χωρίζουν το Χρισσό από τη μικρή πόλη Καστρί. Το πιο κατοικημένο μέρος ήταν κάτω από την Κασταλία πηγή. Η κάθοδος χωρίζεται στη μέση από το ποτάμι Κασταλία, που χάνεται μέσα σε κάποιο άλλο στους πρόποδες του λόφου. Οι επιγραφές είναι ανεπαρκείς. Είδα μία που ήταν μέσα σε ένα κελάρι, αφού ενόχλησα κάποιες χήνες που κούρνιαζαν εκεί. Διακρίναμε με τη βοήθεια ενός κεριού αρκετά τμήματα επιγραφών στις πέτρες του τοίχου.

Κάποιοι άνδρες που είχαν βρει νομίσματα με πολιόρκησαν ασφυκτικά. Δεν επιθυμούσα να αγοράσω μέταλλα, και αυτά που μου πρόσφεραν ήταν απροσδιόριστα και χωρίς ενδιαφέρον. Μόνο ένα ρωσικό νόμισμα, που θα μπορούσα να αγοράσω λόγω της καλής του συντήρησης, μου κίνησε την περιέργεια. Ο υπηρέτης μου, όμως, αναγνώρισε πως ήταν ρωσική πένα.

Μέχρι τώρα έχω δει όλα τα αξιοπερίεργα στους Δελφούς.

Nicholas Biddle

Ναύπακτος (19ος αιώνας)

Η Ναύπακτος αν και κατά κύριο λόγο αποκτά τη φήμη της στο απόγειο της ελληνικής ιστορίας, εξαιτίας του λιμανιού της στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου, οφείλει τη θέση της στον ισχυρό λόφο, στις γόνιμες πεδιάδες και τα άφθονα τρεχούμενα νερά της.

Ναύπακτος
Η κοιλάδα του Πλειστού

Η πεδιάδα στη δυτική πλευρά της πόλης, που εκτείνεται μέχρι το όρος Κακή Σκάλα, έχει πλάτος ένα μίλι προς το μέρος κοντά στην πόλη. Καλύπτεται με ελιές και χωράφια με καλαμπόκι, καθώς κα με λίγα αμπέλια. Η Πιλαλά, ανατολικότερα, είναι γυμνή, αλλά παράγει κριθάρι, βαμβάκι και λίγα σταφύλια, που, ως συνήθως, στην ηπειρωτική Ελλάδα βρίσκονται σε χαμηλές θαμνώδεις περιοχές, αν και η εμπειρία δείχνει ότι το καλό κρασί βγαίνει μόνο στους λόφους. Τέτοιες θέσεις όμως απαιτούν περισσότερη δουλειά από ό,τι οι πεδιάδες. Οι τελευταίες αποδίδουν μεγαλύτερο και περισσότερο καρπό. Αλλά στην Ελλάδα δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση κρασιού υψηλότερης τιμής όπως αυτό που παράγεται στα υψώματα.

Το κάστρο και η πόλη καταλαμβάνουν τη νοτιοανατολική και τις ανατολικότερες πλευρές του λόφου, ο οποίος είναι ένας από τους πρόποδες του όρους Ρίγανη και φτάνει μέχρι τη θάλασσα, χωρίζοντας την πεδιάδα, της Πιλαλάς από αυτήν που είναι προς το κάστρο της Ρούμελης και του βουνού Κακή Σκάλα. Το μέρος είναι οχυρωμένο με το συνήθη στους αρχαίους τρόπο, που χρησιμοποιούνταν για θέσεις παρόμοιες με αυτήν της Ναυπάκτου, δηλαδή καταλαμβάνει μια τριγωνική πλαγιά με μια ακρόπολη στην κορυφή, και έναν ή περισσότερους τοίχους που διασταυρώνονται και το χωρίζουν σε ενδιάμεσα μέρη. Στη Ναύπακτο υπάρχουν περίπου πέντε εσοχές ανάμεσα στην κορυφή και τη θάλασσα, με πύλες επικοινωνίας από τη μία στην άλλη, και μια παράπλευρη πύλη προς τα δυτικά, που οδηγεί στην έξοδο του κάστρου από τη δεύτερη εσοχή μέχρι την κάθοδο. Είναι πιθανόν τα καινούργια τείχη να ακολουθούν ακριβώς το αρχαίο σχέδιο του κάστρου, γιατί σε πολλά σημεία στηρίζονται πάνω σε αρχαιοελληνικά θεμέλια, διατηρώντας ακόμη κομμάτια του αρχαίου τείχους που έχουν ενσωματωθεί στο νέο. Η σημερινή πόλη καταλαμβάνει μόνο τη χαμηλότερη εσοχή, στη μέση της οποίας υπάρχει το μικρό λιμάνι, που απέκτησε τόσο σπουδαία φήμη στην αρχαία ιστορία. Σήμερα είναι γεμάτο με σκουπίδια και δεν μπορεί να δεχθεί τις μεγαλύτερες βάρκες που πλέουν στον κόλπο.

Μέσα στα τείχη της Ναυπάκτου κατοικούν περίπου 400 τούρκικες οικογένειες και 30 εβραϊκές. Οι Τούρκοι ζουν σε κατεστραμμένα σπίτια, στη μιζέρια και τη φτώχεια, πολύ περήφανοι για να δουλέψουν, και με την αυθάδεια και την καταπίεση που ασκούν εμποδίζουν την εγκατάσταση των Ελλήνων εδώ. Στους τελευταίους, όπως συνηθίζεται, στις οχυρωμένες πόλεις της Τουρκίας, δεν επιτρέπεται να κατοικούν μέσα στα τείχη. Τα σπίτια τους δημιουργούν ένα προάστιο στις δύο πλευρές, στην καθεμία από τις οποίες υπάρχουν 100 σπίτια, αλλά τώρα κατοικούνται μόνο τα μισά.

Οι Έλληνες ασχολούνται μόνο με την καλλιέργεια των κήπων και με τα χωράφια με τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, τα οποία θα απέδιδαν εδώ λόγω του άφθονου νερού, αν οι παράνομοι και οι πεινασμένοι ακόλουθοι του πασά, δεν κατέστρεφαν και δεν κατανάλωναν τα πάντα πριν ωριμάσουν. Τέτοια είναι η κατάσταση στη Ναύπακτο, που από εδώ μέχρι την Πάτρα δεν μπορεί κανείς να αγοράσει ούτε βότανα, ούτε λάδι, ούτε κρασί, πληρώνει 24 παράδες την οκά για το κρέας μιας προβατίνας, ενώ 20 είναι η τιμή του καλύτερου κρέατος στην Πάτρα.

Ο Μουζά πασάς ήταν κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης και τον έστειλαν εδώ σαν ένα είδος εξορίας. Ζει κυρίως με συνεισφορές από τις γειτονικές περιοχές, ακόμη και από τη Βοστίτσα και κάποια άλλα μέρη στο Μοριά. Το βιλαέτι περιελάμβανε πριν όλη την περιοχή, μέχρι τα σαντζάκια της Άρτας και το Ευρίπου, δηλαδή την ευρύτερη περιοχή της Ακαρνανίας, Αιτωλίας και Λοκρίδας. Αλλά ο Αλή πασάς την περιόρισε μέχρι λίγο πιο πέρα από τα τείχη αυτής της πόλης. Ο Μουζά κατάγεται από οικογένεια της Λάρισας και παίρνει 150 γρόσια το χρόνο από γη στο Mollalik. Η Ναύπακτος του αποφέρει άλλα τόσα, αλλά οι απαιτήσεις της Πύλης, και τα δώρα που είναι υποχρεωμένος να στέλνει εκεί, τον κάνουν τόσο φτωχό, που σύμφωνα με την έκφραση του πληροφοριοδότη μου, το πιλάφι του γίνεται από λάδι, γιατί δεν έχει βούτυρο. Οι υπηρέτες του, με την ανοχή του αφέντη τους, πρόσφατα έκλεψαν καυσόξυλα, που είχαν κοπεί στον Ψαθόπυργο, από τον πρόξενο μας στην Πάτρα, για να σταλούν στη Μάλτα με πλοίο. Η ποσότητα που πήραν αρκούσε για όλη τη χειμερινή κατανάλωση που είχε ο πασάς στο χαμάμ και στην κουζίνα του. Τώρα προσπαθεί να συγκεντρώσει αρκετά γρόσια για να αγοράσει το επαρχείο του Μοριά. Τα λεφτά του πρέπει να είναι μαζεμένα μέχρι το επόμενο Μπαϊράμι, όταν η λίστα με τους κυβερνήτες που είναι στην εξουσία παρουσιάζεται στο σουλτάνο, ο οποίος ανακοινώνει τις αλλαγές στο Κουρμπάν Μπαϊράμι, 70 μέρες μετά το πρώτο.

Η Πύλη απαίτησε τελευταίως από τον Μουζά να στείλει στην Κωνσταντινούπολη 40-50 χιλιάδες γρόσια σε αξία καλαμποκιού, δίνοντας σύμφωνα με το έθιμο και κάποια τιμή στους καλλιεργητές, που δεν επαρκεί ούτε για το κόστος παραγωγής. Ο πασάς, όπως συμβαίνει με τους Τούρκους σε αντιπαλότητα, είναι πολύ ταπεινός και πολιτισμένος. Όπως συμβαίνει συνήθως με τους ανθρώπους που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις, και αυτός και ο καγιάς του ασχολούνται με επιστημονικά θέματα: ο καγιάς μιλάει για γεωγραφία και ο πασάς για ιατρική.

Ο πλουσιότερος Τούρκος ιδιοκτήτης στη Ναύπακτο είναι ο Αντέμπεης, που πατέρας του ήταν ο πασάς. Έχει εισόδημα πάνω από 150 γρόσια το χρόνο και είναι τόσο φιλόξενος που ξοδεύει όλο του το εισόδημα στη φιλοξενία. Πρόσφατα έχτισε ένα σπίτι, που, αν και καλύτερο από φράγκικο αχυρώνα, όσον αφορά τα υλικά και την αρχιτεκτονική, εδώ θεωρείται σαν κάτι υπερβολικό. Αλλά το χτίσιμο κοστίζει ακριβά στην Ελλάδα, γιατί είναι ακριβή η εργασία, τα μαδέρια, τα τζάμια και τα καρφιά. Όλα, εκτός από την πέτρα και τους όλμους, έρχονται από την Τεργέστη και το Φιούμε. Ένα καλούτσικο σπιτάκι δεν μπορεί να χτιστεί με λιγότερο από 10.000 γρόσια, που, αν και ποσόν που δεν υπερβαίνει τις 600 στερλίνες, είναι μεγάλο για αυτή τη φτωχή χώρα.

William Martin Leake

Δεσφίνα

Η γη στη Δεσφίνα καλλιεργείται με κριθάρι και σιτάρι μόνο μια φορά στα δύο χρόνια, εκτός από συγκεκριμένα μέρη ανάμεσα στους βράχους, όπου καίνε τους θάμνους, ή εκεί που το χώμα εμπλουτίζεται με την κοπριά των προβάτων και των κατσικιών, τα οποία βρίσκονται σε μαντριά στους βράχους.

Δεσφίνα
Παρνασσός

Αυτές οι περιοχές καλλιεργούνται κάθε χρόνο χωρίς όργωμα. Φέτος (1805), όλο το νότιο άκρο της είναι ακαλλιέργητο, ενώ το βόρειο είναι καλλιεργημένο. Το χωριό Δεσφίνα ή Τζεσφίνα βρίσκεται στη δυική πλαγιά του ψηλού βραχώδους λόφου, στην κορυφή του οποίου υπάρχει ένα ξωκκλήσι και ένα μεγάλο πουρνάρι. Το ύψωμα χωρίζεται από τους βραχώδεις πρόποδες του βουνού Ξηρογιάννη με ένα ρέμα, με βόρεια κατεύθυνση, το οποίο αναβλύζει το οποίο αναβλύζει λίγο πιο πάνω από το χωριό, σε ένα σχίσιμο του βράχου ανάμεσα στα δυο βουνά: απέναντι από το χωριό το φαράγγι φαρδαίνει, και κάτω από αυτό εκτείνεται προς την πεδιάδα.

Το χωριό κατοικείται από περίπου 170 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες ζουν σε σπίτια με δυο πατώματα, άνετα, αν τα συγκρίνουμε με τα φτωχά αγροτόσπιτα των χωρικών της αλβανικής φυλής στην Αττική και τη Βοιωτία. Εδώ, όπως και στην Αράχοβα, και προς τα δυτικά, η αλβανική γλώσσα είναι άγνωστη, αν και πολύ κοντά στα χωριά και τα μοναστήρια του όρους Ελικώνα η γλώσσα αυτή μιλιέται ευρέως, και πολλές από τις γυναίκες δεν γνωρίζουν ούτε καν ελληνικά.

Αν και η Δεσφίνα βρίσκεται στην περιφέρεια Σαλώνων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων ανήκει στους Τούρκους, δεν υπάρχει Τούρκος κάτοικος ή ιδιοκτήτης στην περιοχή της Δεσφίνας. Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδων) και τα χωράφια του σπαχή αγοράζονται από ένα ντόπιο Έλληνα, που μαζεύει τους φόρους και δίνει λόγο στο βοεβόδα των Σαλώνων για δεκάτη του ενός ενάτου στο καλαμπόκι, στα σταφύλια και τις ελιές, για δύο παράδες το κεφάλι στα βοοειδή, και πέντε γρόσια το κεφάλι κατά μέσο όρο για όλους τους άνδρες που υπόκεινται στο χαράτσι. Για τον εαυτό του, παίρνει σαν σπαχής ένα άσπρο το κεφάλι στα βοοειδή και τέσσερα γρόσια το στρέμμα στα αμπέλια.

Τελικώς, το χωριό συνεισφέρει 48 γρόσια το χρόνο στο βοεβόδα, ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Αλή πασά. Τα μοναστήρια πληρώνουν μόνο το χαράτσι για τους καλόγερους, τη δεκάτη για τη γη τους, και το ασπροκέφαλο για τα πράγματα, ή φόρο ενός άσπρου το κεφάλι για τα βοοειδή όλων των ειδών. όταν ρωτάω εδώ αν κάποιος ταξιδιώτης σαν εμένα, έχει επισκεφτεί ποτέ τη Δεσφίνα, κανένας δε θυμάται τίποτα, αν και ένας άνδρας μου δήλωσε ότι θυμάται να έχει δει έναν από τους ανθρώπους που ονομάζονται μιλόρδοι, πολύ κοντά στην Αράχοβα.

William Martin Leake

Μονή Βαρνάκοβας

Στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζουμε το ταξίδι μας μέσα από δάση με βελανιδιές και κακοτράχαλα, λασπωμένα μονοπάτια. Φτάσαμε στην οροσειρά από όπου ο δρόμος αρχίζει να κατεβαίνει προς την παραλία. Από κει έχουμε πολύ ωραία θέα της εισόδου του κόλπου της Κορίνθου με τα δυο της κάστρα, της παραλίας του Μοριά μέχρι το ακρωτήρι Άραξος, και της θάλασσας κοντά στο Χλεμούτσι. Στην κάθοδο μας προς την παραλιακή πεδιάδα, που είχε διάρκεια μιάμισης ώρας πέρασε η ώρα και έπρεπε να σκεφτούμε που θα περάσουμε τη νύχτα. Επειδή η Ναύπακτος ήταν πολύ μακριά, τελικά αποφασίσαμε να πάμε στη Μονή Βαρνάκοβας.

Μονή Βαρνάκοβας
Παναγία Βαρνάκοβα

Η Μονή Βαρνάκοβας βρίσκεται στην κορυφή μιας απότομης οροσειράς, ανάμεσα στα δάση με τις βελανιδιές στα δεξιά. Ένας Τούρκος, στον οποίο ανήκουν τα περισσότερα από τα άλογα, συμφωνεί πρόθυμα με την απόφαση, καθώς αυτό μεγαλώνει την απόσταση από τη Ναύπακτο. Απορρίπτεται όμως η απόφαση από τους Αλβανούς στρατιώτες και αφού αρχίσαμε να ανεβαίνουμε μέσα από το δάσος πάνω σε κάποιους απότομους λόφους, περάσαμε μέσα από το ζευγολατιό του μοναστηριού, στο οποίο φτάσαμε αργά το απόγευμα και λίγο αργότερα οι αποσκευές μας.

Οι καλόγεροι μας απαγόρευσαν την είσοδο, με το πρόσχημα των διαταγών που είχε δώσει ο ίδιος ο βοεβόδας, δηλαδή να μην ανοίγουν οι πόρτες μετά το ηλιοβασίλεμα. Αρχίσαμε ακόμη μια διαπραγμάτευση που όμως κράτησε πολύ ώρα, εξαιτίας του φόβου των καλογέρων, της εθνικής τάσης που υπάρχει προς τη λογομαχία και της αντιξοότητας που δημιουργούσε η συζήτηση στην πόρτα. Πάνω από όλα όμως δυσκολευτήκαμε να του δώσουμε να καταλάβουν ποιοι ακριβώς είμαστε, μια και δεν είχαν δει στο παρελθόν τέτοιους «περίεργους» χαρακτήρες, όπως εγώ και οι σύντροφοι μου. Μ τα πολλά, έπειτα από καθυστέρηση μιάμισης ώρας, οι πόρτες άνοιξαν, επειδή ο Αλβανός φρουρός που ήταν στο μοναστήρι γνώριζε καλά κάποιον από τους συνοδούς μου. Μόλις είχε στρώσει το στρώμα μου στο έδαφος και ετοιμαζόμουν να περάσω η νύχτα έξω.

Ανάμεσα σε καλόγερους και Αλβανούς στρατιώτες, ο χώρος ήταν απολύτως γεμάτος: για τους τελευταίους το μοναστήρι είναι καλή περιοχή και άνετος σταθμός για τις επιχειρήσεις τους εναντίον των κλεφτών, οι οποίοι τώρα χάνουν τη βοήθεια του μοναστηριού, που στο παρελθόν ήταν η κύρια πηγή ανεφοδιασμού τους.

Στον καταυλισμό του μοναστηριού υπάρχουν γύρω στα τριάντα άτομα. Οι περισσότεροι είναι κοσμικοί. Ανταγωνίζονται τους Αλβανούς φρουρούς στην αγριότητα και τη βρομιά, αν και τα οικονομικά του μοναστηριού είναι σε καλή κατάσταση και τώρα χτίζεται μια καινούργια εκκλησία.

William Martin Leake

Η Μάχη στις Καρούτες (1944)

Τον Αύγουστο του 1944 οι χιτλερικοί εξαπέλυσαν ενάντια των ελεύθερων περιοχών της Στερεάς τις τελευταίες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τους. Στις επιχειρήσεις αυτές, που άρχισαν στις 5 Αυγούστου ’44, πήραν μέρος περίπου 19.000 Γερμανοί με πολλά τανκς, πυροβολικό, όλμους και θωρακισμένα οχήματα. Σκοπός τους: να συντρίψουν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ της περιοχής ή τουλάχιστον να τους διώξουν από τους κύριους ορεινούς όγκους που ήταν και τα ορμητήριά τους, για να κρατηθεί ανοιχτή η οδική αρτηρία Αθήνας-Θεσσαλονίκης ενόψει της επικείμενης αναχώρησης των γερμανικών τμημάτων από την Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτών των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων ανήκει και η μάχη στις Καρούτες.

Η Μάχη στις Καρούτες
Το χωριό Καρούτες

Δραστηριότητα πριν τη μάχη στις Καρούτες

Επίλεκτο γερμανικό τάγμα των SS, πάνω από 300 άνδρες, κατάφερε να ανατρέψει στις 4 Αυγούστου τα φυλάκια του ΕΛΑΣ στην τοποθεσία Έλατος και να εγκατασταθεί στο χωριό Καρούτες με προορισμό το Λιδωρίκι, όπου η έδρα της 5ης ταξιαρχίας ΕΛΑΣ.

Παράλληλα στις 4 Αυγούστου του 1944 ένας λόχος ανταρτών του ΕΛΑΣ της Ρούμελης είναι στρατοπεδευμένος στη Στρώμη, ένα μικρό χωριό στις βορεινές πλαγιές της Γκιώνας κοντά στις όχθες του Μόρνου. Οι αντάρτες με διοικητή το Μήτσο Δημητρίου (καπετάν Νικηφόρο) πήραν το μεσημεριανό συσσίτιό τους και ξεκίνησαν. Ήρθε η πληροφορία πως οι Γερμανοί ξεκίνησαν απ’ την Άμφισσα για το 51 χιλιόμετρο. Εκεί λοιπόν θα πήγαιναν να τους χτυπήσουν.
Έφτασαν στο χωριό Λευκαδίτη κι έκαναν μικρή στάση. Τους μοίρασαν λίγο μπομπότα και λίγα φύλλα καπνού και ξεκίνησαν ξανά. Ανέβηκαν σχεδόν κατακόρυφα σχεδόν στην Γκιώνα. Στην κορυφή έκαναν μια καινούργια στάση και τους μίλησαν για την αποστολή τους. Τους είπαν πως ένα χιτλερικό τάγμα Ες Ες κινήθηκε από την Άμφισσα και βρίσκεται στο χωριό Καρούτες. Αυτό θα χτυπούσαν.
Η διοίκηση έστειλε μια διμοιρία μπροστά ν’ ανιχνεύσει το ύψωμα πάνω απ’ τις Καρούτες και οι υπόλοιποι περίμεναν εκεί. Έριξαν στις πλάτες τους τις χλαίνες τους, γιατί παρόλο που ήταν Αύγουστος έκανε πολύ κρύο. Ήταν σε υψόμετρο κοντά στα 2.000 μέτρα. Και άρχισαν τις προετοιμασίες τους.

Τμήματα της Ταξιαρχίας και του 5ου Ανεξάρτητου Τάγματος Παρνασσίδος, ακολουθώντας καλυμμένα δρομολόγια, κυκλώνουν τους Γερμανούς και κατά το μεσημέρι τους επιτίθενται αιφνιδιαστικά και ύστερα από σκληρή μάχη τους εκμηδενίζουν ολοκληρωτικά.

Σκοτώθηκαν 220 Γερμανοί, ενώ 122 πιάστηκαν αιχμάλωτοι, από τους οποίους πολλοί τραυματίες. Όσοι επέζησαν παραδόθηκαν στην Αγγλική Αποστολή. Ανάμεσά τους και ο υποδιοικητής του Γερμανικού Τάγματος.

Οι αντάρτες πήραν πολλά λάφυρα: ένα πυροβόλο των 7.5, δύο ομαδικούς όλμους, πολλούς ατομικούς όλμους, πυροβόλα, μυδράλια. Στη μάχη αυτή έπεσαν 28 μαχητές του ΕΛΑΣ. Ένας από τους 28 αυτούς ΕΛΑΣίτες ήταν και ο Θεόδωρος Μισαηλίδης, 20 ετών, γιος του πρώτου Δήμαρχου Δραπετσώνας Δημήτρη Μισαηλίδη.

Ο Θεόδωρος Μισαηλίδης

Ο Θεόδωρος Μισαηλίδης, γνωστός με το αντάρτικο όνομα «Ακρίτας», ήταν ανθυπολοχαγός της Σχολής Αξιωματικών του ΕΛΑΣ, εκπαιδευτής των Εφεδροελασιτών στο στρατόπεδο που είχε οργανωθεί στο Κάλλιο της Δωρίδας. Στη μάχη που προαναφέραμε πολέμησε επικεφαλής του μεγαλύτερου τμήματος των Εφεδροελασιτών που κινήθηκαν από το νοτιοδυτικό μέρος του χωριού, και σκοτώθηκε στο προαύλιο του σχολείου μπροστά στο εχθρικό πυροβόλο κατά την πρώτη έφοδο των ανταρτών εναντίον των Γερμανών που αμύνονταν μέσα στο σχολείο.

«Όταν τον είδαμε,» γράφει ο συμπολεμιστής του Αθηναίος, «ήταν καθισμένος και ακουμπισμένος σε ένα πεζούλι. Είχε σφιχτά αγκαλιασμένο το όπλο του και στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η έκφραση… σα να ήθελε να μας πει: “Το όπλο αυτό δεν μπορεί να μου το πάρει κανείς!”» (εφ.Προοδευτική Εύβοια, 14/5/81).

Σύμφωνα με αφήγηση του πατέρα του και του αδελφού του Αλέκου, ο «Ακρίτας» φυγαδεύτηκε στο βουνό τον Οκτώβρη του 1942 καταδιωκόμενος από τη γερμανική αστυνομία, γιατί είχε βοηθήσει τρεις Άγγλους αιχμαλώτους να δραπετεύσουν από στρατόπεδο συγκέντρωσης και στη συνέχεια τους έκρυβε σε φιλικά σπίτια. Το όνομα του Θεόδωρου Μισαηλίδη αναφέρεται σε όλα τα δημοσιεύματα για τη μάχη στις Καρούτες.

Μια ιστορία από τη μάχη στις Καρούτες


Ο Γιώργος που είχαν τρυπήσει τα τσαρούχια του απ’ τα λιθάρια τα έσιαζε σιγομουρμουρίζοντας:
«Εχ, ρε έρμα ποδάρια, καμιά φορά δεν είχατε τύχ’ να ιδήτε ποδήματα. Σήμερα, όμως, όπως και ναχ’ το πράμα θα σας μποτοφορέσω».«Μήπως φορούσες και στο χωριό σου μπότες;» τον πείραξε ένας δίπλα του απ’ την Αγιαθυμιά που άκουσε το μουρμουρητό του Γιώργου.«Όχι, ρε Αη-Θυμιώτ’, είμνα φτωχός, πολύ φτωχός. Δούλευα με τη Μαριώ μ’ απ’ την αυγή ως το βράδυ και δε χορταίναμε ψωμί με τα κουτσούβαλά μας, όχ’ να φουρέσω και παπούτσια. Τσ’ Κυριακές σαν έβγαινα κι εγώ στην πλατέα τ’ χουριού μ’ αυτά τα “γλαρώνια” έβγαινα».Έγινε η μάχη. Μακελιοκόπηκαν οι Γερμανοί. Όσοι γλίτωσαν ξεπρόβαιναν μέσα απ’ τα ερείπια του χωριού με άσπρα μαντήλια δεμένα στις κάνες των όπλων τους και παραδίνονταν. Και άλλους τους ξετρύπωναν οι αντάρτες απ’ τους φράχτες, τα κατώγια των σπιτιών, τους φούρνους, φωνάζοντας:«Ψηλά τα χέρια, ρεμάλια!»«Νίξ’ καπούτ;» ρωτούσαν φοβισμένοι στη γλώσσα τους οι Γερμανοί.«Νίξ’ καπούτ. Ψηλά τα χέρια», τους απαντούσαν.Η μάχη στις Καρούτες τέλειωσε. Περίλαμπρη νίκη για τους αντάρτες. Στην πλατεία έγινε προσκλητήριο για να βρεθεί πόσοι λείπουν. Έλειπε ο Γιώργος κι ένας άλλος μόνο. Τι όμως απόγιναν; Μας πληροφορεί η ιστορία της Εθνικής Αντίστασης: «Ο Αη-Θυμιώτης που προχωρούσε δίπλα-δίπλα με το Γιώργο κι ήταν υπεύθυνος για τη σύνδεση μαζί του λέει:“Αν χτυπήθηκε, χτυπήθηκε σ’ αυτά τα σπίτια”, κι έδειξε τον ανήφορο. “Ως εκεί κρατούσαμε σύνδεση, έπειτα δεν τον ξανάδα”. Ξεκινήσαμε να τους βρούμε. Μόλις ανηφορήσαμε βλέπουμε το Γιώργο κεφαλοδεμένο μ’ ένα όπλο χιαστί κι ένα στο δεξί του χέρι να συνοδεύει ένα Γερμανό γυμνό που απ’ το πλευρό του έτρεχε αίμα.\“Τι έγινε, πού χάθηκες βρε Γιώργο; Νομίσαμε πως… ”“Δε σας τόπα το πρωί ρε συναγωνιστές ότι τέλειωσαν οι αμαρτίες των ποδαριών μου κι ότι σήμερα θα τα μποτοφορέσω. Όμως ο κερατάς παραλίγο να μου φάει το στάρι. Είχ’ ανεβεί στα καδρόνια της σκεπής και μ’ φύτεψε μια στ’ αριστερό μου μπράτσο. Αν δεν πάθαινε μπλοκή το πιστόλι τ’ θα με σκότωνε. Φωτιά τόχου κι εγώ πλέτι και τον έφερα σαν τσόνι κάτω. Τον αφόπλισα του ’βγαλα τσ’ μπότες και τα ρούχα και να μ’ έκανε βαφτιστήρ’ αυγουστιάτικα”.“Στο κεφάλι έχεις τραύμα; Γιατί δέθηκες έτσι;”“Δεν είναι τίποτα συναγωνιστές, μια γκρατσουνιά μοναχά”.Άμαθος ο Γιώργος να βαδίζει με μπότες πήγαινε σαν βαρυφορτωμένη μαούνα. “Σαν μαούνα πας”, τον πείραζαν οι άλλοι. Κι από τότε του έμεινε και το όνομα “Μαούνας”.Το Μήτρο τον βρήκαμε σκοτωμένο σ’ ένα καμένο σπίτι. Τον είχε βρει η σφαίρα στο κούτελο».

Πηγή: http://karteria1.blogspot.com/2015/04/blog-post_223.html