Η Λέρος (5000π.Χ-…)

Η Λέρος είναι το νοτιότερο νησί στη συστάδα των Βόρειων Δωδεκανήσων. Είναι, όπως και η Πάτμος, νησί με πεδινές εκτάσεις και χαμηλούς λόφους. Η ψηλότερη κορυφή είναι το Κλειδί. Από τον Πειραιά απέχει 171 μίλια. Πρωτεύουσα της Λέρου είναι ο Πλάτανος με τον οποίο έχουν ενωθεί οι οικισμοί Αγία Μαρίνα και Παντέλι, κάτω από το κάστρο και δεσπόζει σε λόφο ψηλά. Λιμάνι του νησιού είναι το Λακκί (Πόρτο Λάγκο των Ιταλών, που δημιούργησαν εκεί μια «ευρωπαϊκή» πόλη). Με τα σημαντικά οχυρωματικά έργα των Ιταλών στο λιμάνι, το Λακκί έφτασε να θεωρείται από τους καλύτερους ναύσταθμους της Ευρώπης.

Η Λέρος
Αεροφωτογραφία του 1943 από το Λακκί Λέρου

Η Λέρος κατοικήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια. Στην τοποθεσία Παρθένι βρέθηκαν λείψανα Νεολιθικού οικισμού. Πρώτοι κάτοικοι της αναφέρονται οι Κάρες, οι Λέλεγες και οι Φοίνικες. Κατόπιν έρχονται οι Λύκιοι και οι Ετεοκρήτες, την εποχή της θαλασσοκρατίας του Μίνωα.

Αργότερα φτάνουν οι Δωριείς, που τους διώχνουν οι Ίωνες και επικρατούν στο νησί. Συμμετείχε στην τρωική εκστρατεία, σύμφωνα με τον Όμηρο. Μάλιστα, την ηγεσία της αποστολής ανέλαβαν δύο εγγονοί του Ηρακλή, ο Άντιφος και ο Φείδιππος. Το 494π.Χ. η Λέρος καταλαμβάνεται από τους Πέρσες.

Την εποχή που ακολουθεί, το νησί εντάσσεται στις συμμαχικές πόλεις, που, υπό την ηγεσία των Αθηναίων, αποτέλεσαν τον αμυντικό σύνδεσμο εναντίον των Περσών. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο τάσσεται στο πλευρό των Αθηναίων. Περιήλθε στο τέλος του στους Σπαρτιάτες. Οι Πέρσες επανήλθαν, αλλά διώχθηκαν οριστικά με τη νικηφόρα προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Νομίσματα και επιτύμβιες στήλες με ονόματα Μακεδόνων φανερώνουν μια αδιάλειπτη ιστορική πορεία, από τα κλασικά στα ελληνιστικά χρόνια. Φρούριο, που η ανέγερση του ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους, είναι το Μπρούζι, που βρίσκεται στη νότια είσοδο του κόλπου της Αγίας Μαρίνας.

Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Λέρος ακολουθεί την τύχη των υπολοίπων Δωδεκανήσων. Για την τοπική ιστορία σημαντικό γεγονός αποτελεί η απόφαση του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού να παραχωρήσει μεγάλο τμήμα της Λέρου στον κατά κόσμο Ιωάννη Λατρινό, τον μετέπειτα όσιο Χριστόδουλο Πάτμου. Φτάνοντας στην Πάτμο ο Χριστόδουλος χτίζει στο Παρθένι τη μικρή εκκλησία και το μετόχι του Αγίου Γεωργίου, με υλικά από τον αρχαίο ναό της Άρτεμης. Όμως, οι κάτοικοι ήταν αντίθετοι με την απόφαση του αυτοκράτορα και το 1087 ξεσηκώθηκαν. Ένα χρυσόβουλο που εκδόθηκε τον Ιούλιο της χρονιάς εκείνης μας πληροφορεί για τη μεταφορά των εξεγερμένων από το «Κάστρο των Λεπίδων» «ένεκα ερίδων των μοναχών και των κατοίκων».

Το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου κατέλαβαν τη Λέρο. Το νησί δέχεται αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές, κυρίως το 1455 και το 1456. Συχνές είναι και οι επισκέψεις του τουρκικού στόλου. Το 1505 και το 1508 επιτίθεται στη Λέρο ο Κεμάλ Ρέις. Τη δεύτερη φορά διέθετε δύναμη 4.000 ανδρών για την πολιορκία. Χρησιμοποίησε στην έφοδο 26 σκάλες, 4 κανόνια και 4 μπομπάρδες. Η πολιορκία κράτησε τέσσερις μέρες, αλλά απέτυχε. Τον Ιανουάριο του 1523, η Λέρος, μετά την πολιορκία, παραδίνεται στους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν.

Οι Λέριοι, όπως όλοι οι Δωδεκανήσιοι, θα πάρουν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) τα Δωδεκάνησα παραχωρούνται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τουρκοκρατία στη Λέρο θα κρατήσει μέχρι τις 13 Μαΐου 1912, οπότε αποβιβάστηκαν στο νησί τα ιταλικά στρατεύματα. Η τουρκική φρουρά δεν μπόρεσε να προβάλει καμία αντίσταση.

Παρά τα σχέδια των Ιταλών, η ελληνικότητα των κατοίκων της Λέρου και των Δωδεκανήσων γενικότερα παρέμεινε ακλόνητη. Δεν ήταν λίγοι οι νέοι που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. 

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη

Βορειοδυτικά της Ρόδου, απέναντι από τη μικρασιατική ακτή βρίσκονται τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη, που φράζουν τον «Κόλπο Σύμης» στα τουρκικά παράλια. Τα νησιά συνδέονται ακτοπλοϊκά με τον Πειραιά και τη Ρόδο και τα καλοκαίρια με τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων και τις Κυκλάδες.

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Υπογράφεται στη Σύμη το Πρωτόκολλο παράδοσης των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς στους συμμάχους

Πετρώδης και ορεινή η Σύμη είναι η «Μεσοποντίς» και μετέπειτα «Αίγλη» των αρχαίων («Σουμπεκή αντά», όσο την κατείχαν οι Τούρκοι). Σε αυτή ανήκουν διοικητικά τα νησάκια «Νύμος» και «Σεσκλί». Πρωτεύουσα είναι η Πάνω Σύμη ή Χώρα κοντά στο λιμάνι (Γιαλός). Μουσείο, κάστρο των Ιπποτών και παλιά αρχοντικά αποτελούν ιδιαίτερα αξιοθέατα της πόλης. Ο παραλιακός Εμπορειός και ο Πανορμίτης με την περιώνυμη μονή των Ταξιαρχών στη νότια άκρη του νησιού, συμπληρώνουν τους οικισμούς του νησιού.

Η γραφική Τήλος είναι ορεινή αλλά καλά καλλιεργημένη. Οικισμοί της είναι το Μεγάλο Χωριό, το Μικρό Χωριό και τα Λειβάδια. Ερείπια πελασγικού τείχους και μυκηναϊκοί τάφοι, το κάστρο και παλιά μοναστήρια συμπληρώνουν το σκηνικό του νησιού.

Σε απόσταση πέντε μιλίων από τη Ρόδο βρίσκεται η Χάλκη. Το μικρό αυτό νησάκι διαθέτει ένα παράλιο οικισμό, την ομώνυμη πρωτεύουσα και λιμάνι Χάλκη ή Νημποριό και ένα μεσόγειο, το Χωριό. Το νησί Χάλκη, όπου βρίσκεται η Ιερή Θεολογική Σχολή, είναι διαφορετικό από αυτό των Δωδεκανήσων. Αυτό το νησί «Χάλκη» βρίσκεται στα Πριγκηποννήσια.

Τα τρία νησιά στο πέρασμα των αιώνων είναι συνδεδεμένα με τη Ρόδο και την ιστορική διαδρομή των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Γιος του βασιλιά της Σύμης Χάροπα και της βασίλισσας Αίγλης ήταν ο ωραίος Νηρέας που κάποια στιγμή ταξίδεψε στη Σπάρτη για να διεκδικήσει το χέρι της Ωραίας Ελένης. Εκείνη προτίμησε το Μενέλαο, αλλά ο Νηρέας θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να συμμετάσχει στην εκστρατεία στην Τροία, όταν την έκλεψε ο Πάρις. Συμβολική η συμμετοχή του, μόλις τρία πλοία, αλλά ο Νηρέας έκλεψε καρδιές, καθώς αναδείχτηκε ο πιο ωραίος των Ελλήνων που πολέμησαν στον κάμπο του Ιλίου.

Στα ιστορικά χρόνια η Τήλος απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στην ποιήτρια Ηρίννα. Έζησε τον 4ο π.Χ. αιώνα και κατάφερε να διχάσει το πανελλήνιο με το ποιητικό της ταλέντο, αν και πέθανε στα 19 της χρόνια. Έγραψε λυρικά ποιήματα και πανέμορφα επιγράμματα. Οι στίχοι της «εκρίθησαν ίσοι Ομήρω», αλλά οι κακιές γλώσσες έλεγαν ότι μιμήθηκε τη Σαπφώ. Έτσι κι αλλιώς, τιμήθηκε πολύ από τους συγχρόνους της.

Στα νεότερα χρόνια η Σύμη έγινε ο τόπος, όπου στις 8 Μαΐου 1945 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο με το οποίο οι Ιταλοί παρέδωσαν τα Δωδεκάνησα στους συμμάχους (εν προκειμένω τους Άγγλους).

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Άνθρωποι κάθε ηλικίας ξεχύθηκαν στους δρόμους της Σύμης να γιορτάσουν την απελευθέρωση της

Η Ρόδος (5300π.Χ.-…)

Η Ρόδος είναι το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήδων και βρίσκεται σε απόσταση 250 μιλίων από τον Πειραιά. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η πόλη της Ρόδου χωρισμένη σε νέα και παλιά που περιβάλλεται από μεσαιωνικά τείχη και μεταφέρει τον επισκέπτη στο παρελθόν.

Η προϊστορική Ρόδος

Η Ρόδος κατοικείται τουλάχιστον από την Ύστερη Νεολιθική εποχή (5300 – 4800 π.Χ.). Γενικώς αποδεκτή θεωρία είναι πως οι πρώτοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στο νησί από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Τα παλαιότερα ευρήματα στη Ρόδο προέρχονται από την ανατολική και βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Στο σπήλαιο Ερημόκαστρο στις Καλυθιές οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν απολιθωμένα οστά νάνων ελεφάντων της Λίθινης εποχής. Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα μαρτυρείται στο σπήλαιο Κούμελο στον Αρχάγγελο και το σπήλαιο Αγίου Γεωργίου στις Καλυθιές. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν ακονισμένες πέτρες και οστά ζώων (που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία κοπής ή/και όπλα), θραύσματα αγγείων με υπολείμματα δημητριακών, σκεύη μαγειρικής, εργαλεία για το γνέσιμο του μαλλιού κ.α.

Η Ρόδος
Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Καμείρου.

Στην περιοχή Ασώματος Κρεμαστής, στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, βρέθηκε ο παλαιότερος Νεολιθικός οικισμός, που χρονολογείται στο 2400 – 1950 π.Χ.. Δεν είναι ξεκάθαρο αν υπήρξε Μινωική αποίκιση στη Ρόδο, όμως ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχαν, τουλάχιστον, εμπορικές επαφές με τους Μινωίτες. Η γεωγραφική θέση της Ρόδου την κατέστησε, από νωρίς, κόμβο εμπορίου, με προϊστορικά ευρήματα να υποδεικνύουν εμπορικές επαφές, πέρα από τη Μινωική Κρήτη, με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και φυσικά τον Ελλαδικό χώρο.

Η αποίκιση της Ρόδου από τους Μυκηναίους χρονολογείται τον 15ο αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου προέρχονται από τάφους, με ενδιαφέροντα κτερίσματα, όπως διάφορα αγγεία τελετουργικής χρήσης, ξίφη, δόρατα, χάλκινα εργαλεία καθημερινής χρήσης, αλλά και κοσμήματα υψηλής τεχνικής. Εκτιμάται πως τη Μυκηναϊκή εποχή χτίστηκε η αρχαιότερη πόλη της Ρόδου, η Αχαΐα, γνωστή από φιλολογικές πηγές. Κατά τις μετακινήσεις των ελληνικών φύλων τον 11ο αιώνα π.Χ., η Ρόδος αποικίστηκε από τους Δωριείς.

Η αρχαία και μεσαιωνική Ρόδος

Στα τέλη του επόμενου αιώνα, οι τρεις ηγέτιδες ροδιακές πόλεις (Λίνδος, Ιαλυσός, Κάμειρος) αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία της πανίσχυρης Δωρικής Εξάπολης. Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Λίνδο αναδείχθηκε τύραννος ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος. Ο βίος και η πολιτεία του τον κατέταξαν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας. Στα 408 π.Χ. Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος ενώθηκαν και σχημάτισαν την πόλη της Ρόδου. Με θαυμαστούς εμπορικούς νόμους και με ικανότατο ναυτικό, η Ρόδος για μακρά περίοδο εξελίχθηκε σε θαλασσοκράτειρα.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή με 3.000 αγάλματα να την κοσμούν καθώς συγκέντρωνε στο έδαφος της πολλούς καλλιτέχνες. Ανάμεσα τους και ο Λίσιππος, επίσημος ανδριαντοποιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαθητής του Λίσιππου ήταν ο χαλκουργός Χάρης, ο οποίος φιλοτέχνησε τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου.

Οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν στον Αντίγονο, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θέλησε να τους συμπεριλάβει στο πρόσκαιρο κράτος του. Με εξαίρεση τη συμμαχία με τον Αντίοχο Α΄(βασιλιά της Συρίας) και τον Αντίγονο Γονατά (βασιλιά της Μακεδονίας) σε μαι σύγκρουση με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου οι Ρόδιοι έζησαν μεγάλη ειρηνική περίοδο, διατηρώντας δύσκολη ουδετερότητα.

Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η Ρόδος αναπτυσσόταν ως μεγάλο εμπορικό και οικονομικό κέντρο, όπου είχαν την έδρα τους εξειδικευμένοι «εμπορικοί πράκτορες». Ροδίτικα αγγεία αυτής της εποχής βρέθηκαν στην κυρίως Ελλάδα στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τις βόρειες ακτές του  Εύξεινου Πόντου, την Ιταλία και την Καρχηδόνα. Και αυτό σημαίνει τεράστιο δίκτυο εξαγωγικού εμπορίου. Η οικονομία του νησιού πήγαινε τόσο καλά, ώστε δεν σημειώθηκαν εκεί εξεγέρσεις όπως σε άλλες περιοχές. Αν και το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό τη Ρόδο διοικούσαν λίγες πλούσιες οικογένειες. Άλλωστε, η κοινωνία των Ροδίων ήταν αρκετά συντηρητική: Αν Ρόδιος παντρευόταν μια ξένη, τα παιδιά τους δεν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Οι αρχές της Ρόδου συντηρούσαν στρατό και στόλο, όπου οι γόνοι των «λαών οικογενειών» κατατάσσονταν για να εξασφαλίσουν ναυτική σταδιοδρομία. Οι λεπτές διπλωματικές ισορροπίες παραμερίστηκαν αργότερα, όταν οι Ρόδιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην περιοχή, καθώς ασκούσαν έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα 44 π.Χ., συνωμοσία δημοκρατικών με αρχηγούς τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο και τον Λογγίνο Γάιο Κάσιο, κατέληξε στη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα στη Ρώμη. Οι συνωμότες δεν είχαν υπολογίσει την αντίδραση του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου που τους κυνήγησαν. Δύο χρόνια αργότερα (42π.Χ.), οι δυνάμεις του Κάσσιου βρισκόταν στη Ρόδο. Ο Κάσσιος ζήτησε τη βοήθεια των ντόπιων. Του την αρνήθηκαν. Πολιόρκησε και  κατέστρεψε την πόλη. 

Οι Ρόδιοι όμως είχαν διαλέξει το σωστό στρατόπεδο. Την ίδια χρονιά, στους Φιλίππους, Βρούτος και Κάσσιος νικήθηκαν και αυτοκτόνησαν. Η Ρόδος συνήλθε από το χτύπημα και συνέχιζε να ακμάζει για διακόσια ακόμα χρόνια. Ο σεισμός, όμως, του 155 μ.Χ., που έπληξε το νησί, ήταν καταστροφικός. Η Ρόδος δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Ξεκίνησε μακρά περίοδος παρακμής.

Μετά από δυόμισι αιώνες όταν το νησί ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Ήταν τα χρόνια που οι δρόμοι του θαλάσσιου εμπορίου διασταυρώνονταν στα νερά της.

Η ακμή είχε το δικό της κόστος. Σαρακηνοί πειρατές προκάλεσαν καταστροφές το 651μ.Χ. Μπήκαν στην πόλη, βρήκαν ριγμένο τον Κολοσσό της Ρόδου, τον τεμάχισαν και πήραν τα κομμάτια του να τα πουλήσουν για μέταλλο. Οι Άραβες Αλ Ρασίντ που μάχονταν το Βυζάντιο, αποβιβάστηκαν το 807 στη Ρόδο και προκάλεσαν νέες καταστροφές.

Το 1097 ήταν η σειρά των σταυροφόρων. Έπλεαν στους Αγίους Τόπους αλλά δεν έλεγαν «όχι» σε ληστείες και αρπαγές, όπου μπορούσαν. Ήταν οι «πολεμιστές του Χριστού» της Α΄ Σταυροφορίας. Η Β΄ Σταυροφορία απέτυχε, η Γ΄ Σταυροφορία προτίμησε να ασχοληθεί με την Κύπρο και η Δ΄ Σταυροφορία σταμάτησε στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους έκοψε τους δεσμούς της Ρόδου με τη μητρόπολη. Το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία του τοπικού αφέντη Λέοντα Γαβαλά και στη συνέχεια του αδελφού του Ιωάννη.

Οι «Ιππότες» της Ρόδου

Στα 1309 ήρθαν οι «Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ». Ένα πανίσχυρο κάστρο περιέβαλλε την πόλη της Ρόδου. Επτά εντυπωσιακές πύλες επέτρεπαν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο . Κάθε πύλη ανήκε στη δικαιοδοσία μιας από τις επτά «γλώσσες» των Ιπποτών, ανάλογα με την καταγωγή τους: Προβηγκία (Νότια Γαλλία), Ωβέρνη (Κεντρική Γαλλία), Γαλλία (λοιπή χώρα), Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Αργότερα η ισπανική «γλώσσα» χωρίστηκε στης Αραγονίας και της Καστίλης, χωρίς φυσικά να δημιουργηθεί καμία επιπλέον πύλη.  

Κάθε «γλώσσα» είχε το δικό της τόπο συγκέντρωσης αλλά οι Ιππότες διατηρούσαν κατοικίες στο «κολλάκιο», ένα είδος συνοικίας αποκλειστικά για τα μέλη του τάγματος. Στο τέρμα του δρόμου των Ιπποτών, υψώθηκε το παλάτι του Μεγάλου Μάγιστρου. Η πόλη διαμορφώθηκε στα πρότυπα του δυτικού κράτους της εποχής και η ζωή των Ιωαννιτών και των Ελλήνων εξελίχθηκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του αμοιβαίου συμφέροντος.

Οι Έλληνες της πόλης εξελίχθηκαν σε σπουδαίους εμπόρους, τραπεζίτες, διπλωμάτες και διοικητικά στελέχη της μικτής κοινωνίας. Αναφέρεται πλήθος Ελλήνων που ανέλαβαν λεπτές διπλωματικές αποστολές, ενώ, το 1401, ο Δραγονέτος Κλαβέλλης αγόρασε τη Νίσυρο. Ο ίδιος εξελίχθηκε σε σύμβουλο του Μεγάλου Μαγίστρου και αργότερα σε διαχειριστή των οικονομικών του τάγματος. Οι Έλληνες της υπαίθρου, σε τουλάχιστον σε 45 οικισμούς, συνέχισαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι. Η πόλη, όπου δεν έλειπαν οι φτωχοί (σκλάβοι, πόρνες, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί αποτελούσαν το υπόστρωμα, πάνω στο οποίο ζούσε η αριστοκρατία του πλούτου), τους είχε ανάγκη, καθώς ο αστικός πληθυσμός μεγάλωνε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυε την κατανάλωση.

Κάποια στιγμή, απαγορεύτηκε η εξαγωγή σιταριού, λαδιού, κρασιού και παστού κρέατος επειδή η παραγωγή δεν κάλυπτε την ντόπια ζήτηση. Σε ροδίτικα κείμενα της εποχής αναφέρεται ότι «Φράγκισσες και Ρωμιές» είχαν τις ίδιες φορεσιές. Με όλα αυτά η πνευματική ανάπτυξη ήρθε φυσιολογικά. Με επακόλουθο να ανθήσουν τα Γράμματα και οι Τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αγιογραφία), η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική και η τέχνη των οχυρωματικών έργων.

Οι Τούρκοι στη Ρόδο

Στα 1522, στην επιτροπή των Ιπποτών που έκανε τις διαπραγματεύσεις με το σουλτάνο Σουλεϊμάν, υπήρχαν και Έλληνες. Χάρη σε αυτούς, οι κάτοικοι του νησιού μπόρεσαν να φύγουν μαζί με τα μέλη του τάγματος, ενώ, όσοι έμειναν, γλύτωσαν το τούρκικο μαχαίρι της εκδίκησης. Στους επόμενους αιώνες η Ρόδος είχε την κοινή τύχη των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Ενσωματώθηκε στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Το Καστελόριζο (5.000π.Χ.-…)

Το Καστελόριζο βρίσκεται στο πιο ανατολικό σημείο της ελληνικής επικράτειας, νότια στις νοτιοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, 72 μίλια από τη Ρόδο, 320 από τον Πειραιά. Διοικητικά, υπάγεται στην επαρχία Ρόδου και έχει εξαρτημένα νησάκια τον Άγιο Γεώργιο (ή Γευ), την Στρογγύλη (ή Υψηλή), τη Ρω και πολλές βραχονησίδες.

Το Καστελόριζο
Χαλκογραφία του Καστελόριζου του 1837

Ο ένας και μοναδικός οικισμός του (Καστελόριζο ή Μεγίστη) βρίσκεται στον μυχό κόλπου στην βορειοανατολική ακτή. Κάποτε πάνω από το λιμάνι του Καστελόριζου δέσποζε το Κάστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών. Σήμερα σώζονται μόνο λίγα τμήματά του.

Νεολιθικά ευρήματα μαρτυρούν την κατοίκηση του νησιού από το 5.000π.Χ. Το νησί πρέπει να υπήρξε μινωικός εμπορικός σταθμός, ενώ, στη συνέχεια, δέχτηκε Μυκηναίους αποίκους. Οικιστής του νησιού θεωρείται ο Μεγιστεύς (από τον οποίο πήρε το όνομα Μεγίστη), ενώ λατρευόταν ο Δίας ο Μεγιστεύς.

Στα ιστορικά χρόνια έφτασε σε μεγάλη ακμή και εξελίχθηκε σε μητρόπολη αποικιών στην απέναντι μικρασιατική ακτή της Λυκίας. Εντάχθηκε όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στις Α΄ και Β΄ Αθηναϊκές Συμμαχίες. Πέρασε στη ρωμαϊκή κατοχή το 79π.Χ.

Το κάστρο πάνω από το λιμάνι χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες που το 1309 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο. Επειδή στηρίζεται πάνω σε κόκκινα βράχια, το είπαν «Καστέλο Ρόσο» που παραφράστηκε σε Καστελόριζο, δίνοντας νέο όνομα στο νησί.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι του Καστελόριζου απέκτησαν αξιόλογο εμπορικό στόλο και ναύλωναν τα καράβια τους στην «γραμμή» Αλεξάνδρεια (Αίγυπτο)-Ιταλία και Καραμανία (περιοχή Μικράς Ασίας)-Ιταλία, μεταφέροντας βαμβάκι και μέλι. Τον 17ο αιώνα, Νεοέλληνες μετανάστες πύκνωσαν τον πληθυσμό του νησιού. Στα μέσα του αιώνα αυτού, το νησί βρέθηκε στη δίνη του πολέμου ανάμεσα στη Βενετία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1659, οι Βενετοί έκανα απόβαση στο νησί και κατέστρεψαν το κάστρο. Αργότερα, ο Τούρκοι ξαναπήραν το νησί και επιδιόρθωσαν το οχυρό.

Στα 1788, ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος με τη Μεγάλη Αικατερίνη να επιζητεί το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο Αιγαίο εμφανίστηκε ο μικρός στόλος του Λάμπρου Κατσώνη, χιλίαρχου της Αυτοκράτειρας. Στα μέσα Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, με δέκα πλοία, περιέπλεε τα παράλια της Λυκίας και πολιορκούσε το Καστελόριζο. Η εκεί τουρκική φρουρά παραδόθηκε.

Ο Κατσώνης πέρασε τους Τούρκους στη μικρασιατική ακτή, κατεδάφισε το κάστρο και έπλευσε ανατολικά. Στα 1792, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Οι Τούρκοι ξαναγύρισαν στο νησί. Διώχθηκαν το φθινόπωρο του 1821, όταν έφτασε εκεί ο επαναστατικός άνεμος.

Το Καστελόριζο έμεινε στην τουρκική κατοχή μετά το διακανονισμό των συνόρων (1830). Η αλλαγή περιορίστηκε στην άφιξη ενός αγά. Το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Απογραφή του 1911 κατέγραψε εκεί 12.000 κατοίκους.

Στα 1913, έφτασαν στην Αθήνα πληροφορίες για σφαγές. Μοίρα του ελληνικού στόλου με αρχηγό τον αντιπλοίαρχο Δ. Παπαχρήστο έσπευσε εκεί (1η Απριλίου 1913) και διαπίστωσε ότι το μόνο που είχε γίνει ήταν ότι οι Καστελοριζιώτες είχαν κηρύξει την ένωση τους με την Ελλάδα, ενθουσιασμένοι με τις ελληνικές επιτυχίες στους Βαλκανικούς πολέμους. Οι Τούρκοι απάντησαν φυλακίζοντας κάποιους ως «πρωταίτιους». Ο Παπαχρήστος απέφυγε να επισημοποιήσει την ένωση, αφού δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και γνωρίζοντας ότι ανάμεσα στο Καστελόριζο και την Ελλάδα υπήρχαν τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1915, ενώ μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καστελόριζο, καθώς οι Τούρκοι εντάσσονταν στη συμμαχία των κεντρικών αυτοκρατοριών και οι Ιταλοί ήταν ακόμα ουδέτεροι. Στα 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του Καστελόριζου, υπέρ της Ιταλίας.

Οι Γάλλοι παρέδωσαν το νησί στους Ιταλούς, την 1η Μαρτίου 1921. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), οι Ιταλοί απέκτησαν και τυπικά το νησί που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς το 1943, όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε. Πέντε χρόνια αργότερα μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα ενσωματωνόταν και το Καστελόριζο.

Κρητικός Πόλεμος (205-201π.Χ.)

Οι λεπτομέρειες του πολέμου αυτού, που στις πηγές αναφέρεται ως «Κρητικός πόλεμος» δεν είναι γνωστές. Φαίνεται πως την πρωτοβουλία είχαν η Ιεράπυτνα (σημ. Ιεράπετρα) και η Ολούς (σημ. Ελούντα) οι οποίες στράφηκαν εναντίον της Ρόδου.

Κρητικός Πόλεμος

Τι όπλισε τις δύο κρητικές πόλεις

Η πολιτική του Φιλίππου Ε΄της Μακεδονίας στο Αιγαίο οδήγησε την Κρήτη σε νέες περιπέτειες. Ο μεγαλεπήβολος εκείνος μονάρχης ονειρευόταν να κυριαρχήσει σε όλον τον ελληνικό χώρο και η συμμαχία του με την Κρήτη ευνοούσε τα επεκτατικά του σχέδια. Η μόνη δύναμη, που ήταν σοβαρό εμπόδιο στα σχέδια αυτά, ήταν η Ρόδος, φαινομενικά φίλη και σύμμαχος του. Με τον ισχυρό στόλο της η Ρόδος ήλεγχε όλους τους θαλάσσιους δρόμους της Ανατολής και το θαλάσσιο εμπόριο βρισκόταν κατά κύριο λόγο στα χέρα των Ροδίων. Η ροδιακή ναυτική δύναμη θα μπορούσε να πληγεί σοβαρά με δύο τρόπους: με την πειρατεία και τον πόλεμο. Ο Φίλιππος τους χρησιμοποίησε και τους δύο. Σε πρώτη φάση έστρεψε τους Κρητικούς, που είχαν μακρότατη πειρατική εμπειρία, κατά των Ροδίων. Στις πειρατικές αυτές επιχειρήσεις συμμετείχαν και οι Αιτωλοί με αρχηγό τους τον Δικαίαρχο, και οι Σπαρτιάτες με τον πονηρότατο βασιλιά τους Νάβι. Μετά το 205 π.Χ. η πειρατεία προσέλαβε απειλητικές διαστάσεις για το ροδιακό εμπόριο και ήταν ήδη καιρός για παράλληλη πολεμική δράση. Ο Φίλιππος παρακίνησε διάφορες πόλεις της Κρήτης να αναλάβουν ανοιχτό πόλεμο κατά των Ροδίων.

Ο «Κρητικός πόλεμος»

Η Ρόδος αντέδρασε διπλωματικά. Στράφηκε προς τους Ρωμαίους και κατήγγειλε τα σχέδια του Φίλιππου. Έτσι, όταν οι Ρωμαίοι κινήθηκαν κατά του Φίλιππου, η Ρόδος είχε όλη την άνεση να αντιμετωπίσει με τις δικές της δυνάμεις τους Ιεραπυτνίους και τους Ολουντίους. Στον πόλεμο αυτό η Ρόδος είχε σύμμαχο την Κνωσό, που κήρυξε και αυτή με τη σειρά της πόλεμο κατά των Ιεραπυτνίων (200π.Χ.), και με την Κνωσό συμπαρατάχθηκαν πολλές πόλεις της κεντρικής Κρήτης. Η Ιεράπυτνα δε μπορούσε να διεξάγει διμέτωπο αγώνα, εξωτερικό και εσωτερικό. Ο «Κρητικός πόλεμος» απέληξε υπέρ των Ροδίων. Μια συνθήκη, που μας σώθηκε, περιλαμβάνει τους όρους της ανακωχής, που για την Ιεράπυτνα ήταν ιδιαιτέρως επαχθείς. Οι Ιεραπύτνιοι υποχρεώθηκαν να διαλύσουν όλες τις συμμαχίες τους και να θέσουν στη διάθεση των Ροδίων όλα τα λιμάνια, τους κόλπους και τα ορμητήρια τους. Ανάλογη επιγραφή από την Ολούντα επιβεβαιώνει ότι πλήρη επιβολή της ροδιακής δύναμης και στην πόλη αυτή. Οι Ρόδιοι ήλεγχαν πια το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου και οι ναυτικές τους βάσεις σε θέσεις επίκαιρες κλείνουν τους δρόμους των πειρατών.

Τα Δωδεκάνησα μεγαλώνουν την Ελλάδα

Τα Δωδεκάνησα γνώρισαν επιδρομείς και κατακτητές στο πέρασμα των αιώνων. Όλα αυτά τα πάθη και οι κακουχίες που πέρασαν οι Δωδεκανήσιοι δεν μπόρεσαν παρά να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την ιστορική στέρεη αλυσίδα της ελληνικότητας των νησιών μας. Γιατί τα Δωδεκάνησα δεν ήταν τίποτα άλλο από ελληνικά. Με τη Συνθήκη των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947 τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν επίσημα στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Τα Δωδεκάνησα μεγαλώνουν την Ελλάδα
Τα Δωδεκάνησα

Τα Δωδεκάνησα και τα οικονομικά τους

Η οικονομία τους ήταν διαλυμένη, όχι μόνο γιατί προηγήθηκε ο καταστροφικός πόλεμος, που εκδικήθηκε ιδιαίτερα το Αιγαίο, αλλά κυρίως γιατί η ιταλική κατοχή των νησιών εξουδετέρωσε κάθε παραδοσιακή παραγωγική δραστηριότητα του γηγενή πληθυσμού, εξαναγκάζοντας τον σε φυγή. Ευνόησε το εβραϊκό και τουρκικό στοιχείο, ιδιαίτερα αισθητό σε Ρόδο και Κω, χρησιμοποιώντας και σαν αιχμή στην αφελληνική της τακτική. Συνέδεσε και στήριξε την όλη δομή της οικονομίας των νησιών στα συμφέροντα της μικροπολιτικής Ιταλίας, στις βραχυπρόθεσμες ανάγκες του κατακτητή και στις μακρόπνοες βλέψεις του ιταλικού φασισμού σ’ αυτό το νευραλγικό σημείο της Μεσογείου.

Ο αγροτικός πληθυσμός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γη και να μεταναστεύσει στην ελεύθερη Ελλάδα και στο εξωτερικό, για να επιβιώσει εθνικά και βιολογικά, είτε να μετασχηματιστεί σε εργάτη οικοδομών, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’30, στα εργοτάξια των δημοσίων έργων του κατακτητή, όπου με μειωμένο μεροκάματο σε σύγκριση με το μεροκάματο που εισέπραττε ο Ιταλός «άποικος». Τα εντυπωσιακά κτίρια σε Ρόδο και Κω έγιναν κυριολεκτικά με τον ιδρώτα και το αίμα του δωδεκανησιακού λαού. Αυτό αποτέλεσε και το επιχείρημα της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο των Παρισίων που τερμάτιζε το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραχωρούσε τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα, να αποκρούσει την αξίωση της Ιταλίας, που ζητούσε αποζημίωση για τα κτίρια που κατασκεύασε στα νησιά.

Το εμπόριο στα νησιά ελεγχόταν κυρίως από από δυο-τρεις μεγάλες ιταλικές εισαγωγικές επιχειρήσεις, που είχαν την αμέριστη συμπαράσταση των ιταλικών τραπεζών και κυρίως από το εβραϊκό εμπορικό κατεστημένο, που διέθετε και την τράπεζα του (Τράπεζα Αλχαδέφ), που συνεργαζόταν αρμονικά με την κρατούσα τάξη. Οι μόνες αξιόλογες εμπορικές επιχειρήσεις που ανήκαν στο γηγενή ελληνικό πληθυσμό, ήταν οι σπογγοεμπορικές, που δρούσαν στη Σύμη και την Κάλυμνο.

Τα νησιά αυτά από τα μέσα του 19ου αιώνα ήλεγχαν το παγκόσμιο εμπόριο των φυσικών σπόγγων με καταστήματα που διατηρούσαν στο Λονδίνο, την Τεργέστη, την Οδησσό και την ελεύθερη Ελλάδα. Το εμπόριο κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής ήταν κυρίως εισαγωγικό, με ευνοϊκή μεταχείριση των ιταλικών προϊόντων, μέσω ενός ειδικού τοπικού δασμολογίου, που εξυπηρετούσε τις αυξημένες και εξειδικευμένες ανάγκες των Ιταλών «αποίκων» και του στρατού κατοχής, που αριθμούσε μερικές δεκάδες χιλιάδες.

Αλλά και στη μεταποίηση η κατάσταση δεν ήταν διαφορετική. Κάποιες βασικές βιομηχανίες, όπως η αλευροβιομηχανία, η καπνοβιομηχανία, η επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, η ελαιουργία, η οινοποιία και η κεραμουργία, δημιουργήθηκαν και ελέγχονταν από τους «αποίκους» βιομήχανους του Μιλάνου, για να εξυπηρετούν και αυτές τις ανάγκες της κατάκτησης. Οι παραδοσιακές μικροβιομηχανίες του ντόπιου στοιχείου (βυρσοδεψία, σαπωνοποιία, οινοποιία) συνθλίβονταν υπό την πίεση του άνισου ανταγωνισμού και διατηρούνταν σε λειτουργία για λόγους κυρίως οικογενειακού γοήτρου.

Και ο τουρισμός, τον οποίο ιδιαίτερα πρόσεξε η ιταλική διοίκηση, ελεγχόταν σχεδόν αποκλειστικά από επιχειρήσεις ιταλικών συμφερόντων. Από τος αρχές της δεκαετίας του ’30, οι Ιταλοί διέβλεψαν τις δυνατότητες της Ρόδου για τουριστική ανάπτυξη και άρχισαν να εκτελούν μια σειρά από έργα, με τα οποία στόχευαν να καθιερώσου το νησί ως διεθνές τουριστικό κέντρο της Μεσογείου. Κατασκεύασαν το «Ξενοδοχείον των Ρόδων», ένα από τα πολυτελέστατα ξενοδοχεία της Ανατολικής Μεσογείου, το οποίο σήμερα στεγάζει το Καζίνο της Ρόδου, καθώς και άλλα ξενοδοχεία. Οι Ιταλοί ανέδειξαν την μεσαιωνική πόλη και κατασκεύασαν το «Μέγαρο των Ιπποτών», αξιοποίησαν το Υδροθεραπευτήριο της Καλλιθέας,δημιούργησαν λουτρικές εγκαταστάσεις και γήπεδα γκολφ, καθώς και άλλα έργα τουριστικής υποδομής και συνέδεσαν τη Ρόδο με την Ιταλία αεροπορικώς και θαλάσσια με την «Adriatica» που εκτελούσε περιηγητικά δρομολόγια στη Μεσόγειο.

Τα έργα αυτά, που αποτέλεσαν τη βάση για το ξεκίνημα μετά την απελευθέρωση του ροδιακού τουρισμού, ήταν το μόνο θετικό στοιχείο της ιταλικής κατοχής των νησιών.

Ο πληθυσμός των Δωδεκανήσων

Οι οικονομικές συνθήκες στα νησιά είχαν και επιπτώσεις στις δημογραφικές εξελίξεις της περιοχής. Το 1947 στην πρώτη γενική απογραφή πληθυσμού οι κάτοικοι των Δωδεκανήσων ήταν 115.343. Λιγότεροι κατά 32.000 από το 1910 και κατά 20.000 κατά το 1936, σύμφωνα με τις αντίστοιχες απογραφές της τουρκικής και της ιταλικής διοίκησης. Από τη μέρα που οι Ιταλοί ήρθαν στα Δωδεκάνησα (Μάιος 1912), άρχισε η μαζική φυγή του πληθυσμού και ολοκληρώθηκε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πενήντα χιλιάδες Δωδεκανήσιοι είχαν εγκατασταθεί στην Αμερική, την Αυστραλία και την ελεύθερη Ελλάδα. Η παρουσία των Καρπαθίων και των Νισύριων ήταν έντονη στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, όπου πολλοί από αυτούς διατηρούσαν εστιατόρια την 36 Λεωφόρο. Οι Ροδίτες συγκεντρώθηκαν στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Οι Χαλκίτες, οι Συμιακοί και οι Καλύμνιοι εγκαταστάθηκαν στο Τάρπον Σπρινγκ της Φλόριδας. Οι Καστελοριζιοί της Αυτσραλίας έφτασαν τους 15.000.

Στην Αθήνα και στο Πειραιά είχαν εγκατασταθεί χιλιάδες Δωδεκανήσιοι. Χατζηκυριάκειο, Δραπετσώνα, Άγιος Νείλος είναι περιοχές με μεγάλο πληθυσμό από τη Σύμη. Τα «Καρπάθικα» ίδρυσαν οι Καρπάθιοι που βρέθηκαν και στο Μαρούσι και στην Πεντέλη, τεχνίτες άριστοι στο λάξευμα της πέτρας και του μαρμάρου και ακόμη και στου Ψυρρή και στην Πλάκα.

Οι Δωδεκανήσιοι τα χρόνια της διασποράς συντηρούσαν τα σχολεία στα νησιά, έχτισαν εκκλησίες, ξεχρέωσαν τα χρέη των γονιών τους και πάντρεψαν τις αδελφές που έμειναν πίσω. Και το πιο σημαντικό: σήκωσαν το βάρος του Δωδεκανησιακού Αγώνα.

Τα Δωδεκάνησα διοικούνται από Έλληνες

Μετά το πέρας των εορτών για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων το ελληνικό κράτος έστειλε ό,τι καλύτερο διέθετα για να στελεχώσει τη νεοσύστατη Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου. Σύμβουλοι Επικρατείας τέθηκαν επικεφαλής των τοπικών υπηρεσιών, ανώτατοι διπλωματικοί υπάλληλοι ανέλαβαν τις εξωτερικές υποθέσεις, γνωστοί οικονομολόγοι ανέλαβαν τα οικονομικά, διακεκριμένοι δικαστές ίδρυσαν τα πρώτα δικαστήρια. Οι μεγάλες τότε τράπεζες, η Εθνική, η Ιονική, η Αγροτική, η Τράπεζα της Ελλάδος, ίδρυσαν αμέσως υποκαταστήματα στη Ρόδο, με διευθυντές έμπειρους τραπεζίτες που αφουγκράστηκαν τις ανάγκες της αγοράς και συμπαραστάθηκαν στους επιχειρηματίες στα πρώτα τους βήματα.

Από τα πρώτα μελήματα του ελληνικού κράτους ήταν να αποδώσει στους αγρότες τη γη που τους είχε δημεύσει ο κατακτητής. Έπειτα να νοικοκυρέψει την ακίνητη περιουσία που βρήκε, δημιουργώντας ένα ειδικό τοπικό φορέα διαχείρισης. Να διατηρήσει και να κατοχυρώσει το τοπικό δασμολογικό καθεστώς για να τονώσει την αγορά και να κρατήσει το κόστος ζωής χαμηλό. Ακόμη να εφαρμόσει χαμηλούς συντελεστές στην άμεση φορολογία που σταδιακά εξομοιώθηκε. Να μην επιβάλλει ορισμένους φόρους κατανάλωσης που ίσχυαν στην υπόλοιπη Ελλάδα ή να τους εφαρμόσει μεμονωμένα. Να χρηματοδοτήσει γενναία τον ιδιωτικό τομέα στην αρχή και στη συνέχεια να εφαρμόσει με χαλαρότητα τους πιστοδοτικούς περιορισμούς που ίσχυαν στη λοιπή Ελλάδα. Και ακόμη να ενισχύσει τον τουρισμό των Δωδεκανήσων, αξιοποιώντας τις ευνοϊκές φυσικές και πολιτιστικές συνθήκες με έργα υποδομής και με την παροχή μακροπρόθεσμων κατασκευαστικών δανείων, για τη δημιουργία των απαραίτητων έργων για τον τουρισμό.

Επιπλέον, στα Δωδεκάνησα κατασκευάστηκαν λιμάνια και αεροδρόμια σε όλα τα νησιά, λαϊκές κατοικίες, δρόμοι και σχολεία. Ιδρύθηκε η τότε Παιδαγωγική Ακαδημία στη Ρόδο. Ενισχύθηκε η τοπική αυτοδιοίκηση με ειδικούς οικονομικούς πόρους. Το ελληνικό κράτος έδωσε όσα έπρεπε και όσα μπορούσε. ήταν προκλητικά ευνοϊκό με τα Δωδεκάνησα. Αλλά και ο γηγενής πληθυσμός έδωσε πολλά στο ελληνικό κράτος. Έμεινε στον τόπο του και δημιούργησε. Το «αναπτυξιακό θαύμα» ήταν η συγκυρία: της εύνοιας της φύσης, της στοργής του κράτους και της θέλησης του γηγενή πληθυσμού για δημιουργία.

Οι δημογραφικές εξελίξεις, οι μεταβολές στα οικονομικά μεγέθη και οι δείκτες ευημερίας στα πιστοποιούν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την πρόοδο που σημειώθηκε στα Δωδεκάνησα μετά την απελευθέρωση τους. Μια πρόοδος που οφείλεται αποκλειστικά στην ανάπτυξη του τουρισμού.

Πηγή: http://www.enet.gr