Η Λέρος (5000π.Χ-…)

Η Λέρος είναι το νοτιότερο νησί στη συστάδα των Βόρειων Δωδεκανήσων. Είναι, όπως και η Πάτμος, νησί με πεδινές εκτάσεις και χαμηλούς λόφους. Η ψηλότερη κορυφή είναι το Κλειδί. Από τον Πειραιά απέχει 171 μίλια. Πρωτεύουσα της Λέρου είναι ο Πλάτανος με τον οποίο έχουν ενωθεί οι οικισμοί Αγία Μαρίνα και Παντέλι, κάτω από το κάστρο και δεσπόζει σε λόφο ψηλά. Λιμάνι του νησιού είναι το Λακκί (Πόρτο Λάγκο των Ιταλών, που δημιούργησαν εκεί μια «ευρωπαϊκή» πόλη). Με τα σημαντικά οχυρωματικά έργα των Ιταλών στο λιμάνι, το Λακκί έφτασε να θεωρείται από τους καλύτερους ναύσταθμους της Ευρώπης.

Η Λέρος
Αεροφωτογραφία του 1943 από το Λακκί Λέρου

Η Λέρος κατοικήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια. Στην τοποθεσία Παρθένι βρέθηκαν λείψανα Νεολιθικού οικισμού. Πρώτοι κάτοικοι της αναφέρονται οι Κάρες, οι Λέλεγες και οι Φοίνικες. Κατόπιν έρχονται οι Λύκιοι και οι Ετεοκρήτες, την εποχή της θαλασσοκρατίας του Μίνωα.

Αργότερα φτάνουν οι Δωριείς, που τους διώχνουν οι Ίωνες και επικρατούν στο νησί. Συμμετείχε στην τρωική εκστρατεία, σύμφωνα με τον Όμηρο. Μάλιστα, την ηγεσία της αποστολής ανέλαβαν δύο εγγονοί του Ηρακλή, ο Άντιφος και ο Φείδιππος. Το 494π.Χ. η Λέρος καταλαμβάνεται από τους Πέρσες.

Την εποχή που ακολουθεί, το νησί εντάσσεται στις συμμαχικές πόλεις, που, υπό την ηγεσία των Αθηναίων, αποτέλεσαν τον αμυντικό σύνδεσμο εναντίον των Περσών. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο τάσσεται στο πλευρό των Αθηναίων. Περιήλθε στο τέλος του στους Σπαρτιάτες. Οι Πέρσες επανήλθαν, αλλά διώχθηκαν οριστικά με τη νικηφόρα προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Νομίσματα και επιτύμβιες στήλες με ονόματα Μακεδόνων φανερώνουν μια αδιάλειπτη ιστορική πορεία, από τα κλασικά στα ελληνιστικά χρόνια. Φρούριο, που η ανέγερση του ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους, είναι το Μπρούζι, που βρίσκεται στη νότια είσοδο του κόλπου της Αγίας Μαρίνας.

Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Λέρος ακολουθεί την τύχη των υπολοίπων Δωδεκανήσων. Για την τοπική ιστορία σημαντικό γεγονός αποτελεί η απόφαση του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού να παραχωρήσει μεγάλο τμήμα της Λέρου στον κατά κόσμο Ιωάννη Λατρινό, τον μετέπειτα όσιο Χριστόδουλο Πάτμου. Φτάνοντας στην Πάτμο ο Χριστόδουλος χτίζει στο Παρθένι τη μικρή εκκλησία και το μετόχι του Αγίου Γεωργίου, με υλικά από τον αρχαίο ναό της Άρτεμης. Όμως, οι κάτοικοι ήταν αντίθετοι με την απόφαση του αυτοκράτορα και το 1087 ξεσηκώθηκαν. Ένα χρυσόβουλο που εκδόθηκε τον Ιούλιο της χρονιάς εκείνης μας πληροφορεί για τη μεταφορά των εξεγερμένων από το «Κάστρο των Λεπίδων» «ένεκα ερίδων των μοναχών και των κατοίκων».

Το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου κατέλαβαν τη Λέρο. Το νησί δέχεται αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές, κυρίως το 1455 και το 1456. Συχνές είναι και οι επισκέψεις του τουρκικού στόλου. Το 1505 και το 1508 επιτίθεται στη Λέρο ο Κεμάλ Ρέις. Τη δεύτερη φορά διέθετε δύναμη 4.000 ανδρών για την πολιορκία. Χρησιμοποίησε στην έφοδο 26 σκάλες, 4 κανόνια και 4 μπομπάρδες. Η πολιορκία κράτησε τέσσερις μέρες, αλλά απέτυχε. Τον Ιανουάριο του 1523, η Λέρος, μετά την πολιορκία, παραδίνεται στους Οθωμανούς του Σουλεϊμάν.

Οι Λέριοι, όπως όλοι οι Δωδεκανήσιοι, θα πάρουν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) τα Δωδεκάνησα παραχωρούνται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τουρκοκρατία στη Λέρο θα κρατήσει μέχρι τις 13 Μαΐου 1912, οπότε αποβιβάστηκαν στο νησί τα ιταλικά στρατεύματα. Η τουρκική φρουρά δεν μπόρεσε να προβάλει καμία αντίσταση.

Παρά τα σχέδια των Ιταλών, η ελληνικότητα των κατοίκων της Λέρου και των Δωδεκανήσων γενικότερα παρέμεινε ακλόνητη. Δεν ήταν λίγοι οι νέοι που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. 

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά είναι ένα μικρό νησάκι άγονο και αλίμενο έκτασης 42 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό το μικρό νησάκι, όμως, κατάφερε να αναδειχθεί σε σημαντική ναυτική και οικονομική δύναμη κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα.

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά ήταν κατοικημένα από τους αρχαίους χρόνους. Εγκαταλείφθηκε όμως την βυζαντινή περίοδο. Τον 17ο αιώνα Έλληνες από την Εύβοια, την Θεσσαλομαγνησία, τη Δυτική Ήπειρο και αργότερα τη Χίο, που δεν μπορούσαν να ανεχτούν την τουρκική καταπίεση και αναζητούσαν καλύτερη τύχη, εγκαταστάθηκαν στα Ψαρά. Σύμφωνα με τον Νικόδημο, τον  ιστορικό του νησιού, ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στα Ψαρά ήταν ο Ανδρέας ο Καναλιεύς, από τα Κανάλια, χωριό του Πηλίου, το 1643 μαζί με την οικογένεια του και 17 οπλοφόρους. Στο νησί υπήρχαν Οθωμανοί κάτοικοι που πουλούσαν τα κτήματα τους στον ολοένα και αυξανόμενο ελληνικό πληθυσμό και έφευγαν.

Στην αρχή οι Ψαριανοί καλλιέργησαν τη γη, αλλά όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε γη παραγωγή δεν επαρκούσε και έτσι αναγκάστηκαν να στραφούν στη θάλασσα και στο εμπόριο. Κατασκεύασαν πλοιάρια (σακολέβες) και με κεφάλαια των Χιωτών και των Σμυρναίων ταξίδευαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλομαγνησία για να ανταλλάξουν τα δικά τους εμπορεύματα με άλλα πιο αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση τους.

Γύρω στα 1740 το νησί, σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Richard Pococke, είχε περίπου 1.000 κατοίκους και στα 1785, σύμφωνα με το νεαρό Άγγλο γιατρό και περιηγητή Julius Griffiths, είχε 1.500 κατοίκους περίπου και καλοχτισμένα σπίτια. Ο Γάλλος βοηθός του προξένου, Auguste de Jassaud, γράφει ότι το νησί ήταν πετρώδες, υπήρχαν αμπελώνες, ελαιώνες, πορτοκαλεώνες και κήποι που καλλιεργούσαν οι γυναίκες. Υπήρχαν μοναστήρια εκκλησίες και στο νοτιοδυτικό τμήμα του 2.500 καλοχτισμένες και πολυόροφες κατοικίες, καταστήματα, καφενεία, μια πλούσια αγορά και ναυπηγεία, στα οποία είχαν κατασκευαστεί έως το 1802 περισσότερα από 150 πλοία. Οι Ψαριανοί για να προφυλαχθούν από πειρατικές επιδρομές έφτιαξαν ένα κάστρο, στο οποίο αποσύρονταν κάθε βράδυ με τα ζώα τους.

Εφαρμόζοντας δημοκρατική διοίκηση οι Ψαριανοί, έρχονταν κάθε χρόνο το Μάρτιο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και εξέλεγαν 40 άτομα από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία αναδείκνυαν τους νέους δημογέροντες. Στη συνέλευση οι παλαιοί δημογέροντες έδιναν στους νέους τις σφραγίδες της διοίκησης που ήταν δύο, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου. Η πρώτη ήταν χωρισμένη σε τέσσερα κομμάτια και κάθε δημογέροντας έπαιρνε από ένα και για να σφραγιστεί ένα έγγραφο έπρεπε να είναι παρόντες και οι τέσσερις δημογέροντες. Οι δημογέροντες ασκούσαν τη διοίκηση, εκτελούσαν τις αποφάσεις της συνέλευσης, εισέπρατταν τους φόρους και δίκαζαν κοινές υποθέσεις των πολιτών.

Με αυτό το δημογεροντικό σύστημα διοικήθηκε το νησί ως το 1815, οπότε για να αντιμετωπιστούν οι φατρίες έναν διοικητή που εκλεγόταν επίσης κάθε χρόνο. Ο διοικητής ασκούσε την εκτελεστική εξουσία πάντοτε με την έγκριση των δημογερόντων. Τότε χώρισαν και την σφραγίδα της Παναγίας σε πέντε κομμάτια και έδωσαν το κεντρικό στο διοικητή. Ο θεσμός αυτός διατηρήθηκε ως το 1821, οπότε και συγκροτήθηκε η Βουλή των Ψαρών.

Εντυπωσιακό είναι ότι όλοι οι Ψαριανοί γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, που τους δίδασκαν οι ιερείς, ενώ τους νεαρούς ναύτες μάθαιναν γράμματα οι μεγαλύτεροι σύντροφοι. Το πρώτο ελληνικό σχολείο στο νησί το σύστησε ο ιερομόναχος Γρηγόριος Μώρος και το 1806 με έξοδα του Ιωάννη Βαρβάκη χτίστηκε το σχολείο, το οποίο διατηρήθηκε ως την καταστροφή των Ψαρών.

Τα Ψαρά υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον καπουδάν πασά. Έναντι του προνομίου της αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν, ήταν υποχρεωμένοι να καλύπτουν έναν αριθμό ναυτών στον οθωμανικό στόλο, 50 έως 100 εν καιρώ ειρήνης και 200 εν καιρώ πολέμου. Αργότερα έστελναν ετερόχθονες και στο τέλος μόνο τα χρήματα για τη συντήρηση ενός τέτοιου σώματος. Με την υποχρεωτική αυτή υπηρεσία οι Ψαριανοί μάθαιναν την τέχνη του πολέμου.

Μετά τη συνθήκη του Πασάροβιτς του 1718 μεταξύ Βενετών και Τούρκων, που έφερε ειρήνη στο Αιγαίο, άρχισε να αναπτύσσεται η εμπορική ναυτιλία των Ψαρών και των άλλων νησιών, την οποία ενίσχυσε η Πύλη με τις πολλές διευκολύνσεις που παρείχε στους Έλληνες πλοιάρχους για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών κρατών.

Το νησάκι των Ψαρών εμφανίζεται για πρώτη φορά ως υπολογίσιμη δύναμη στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1769-1774). Τον Ιούνιο του 1770 μετά την ατυχή έκβαση του πολέμου στην Πελοπόννησο ο Αλέξιος Ορλόφ, ως αρχηγός του στόλου, έπλευσε προς το Αιγαίο και ξεσήκωσε πολλά νησιά. Οι Ψαριανοί αρχικά απέφευγαν να συμπράξουν με τους Ρώσους. Μετά τη ναυμαχία, όμως, του Τσεσμέ, όπου ο ρωσικός στόλος καταναυμάχησε τον οθωμανικό, ενθουσιάστηκαν με την ιδέα της μελλοντικής τους ελευθερίας και επαναστάτησαν.

Τότε μετέτρεψαν 25 σακολέβες, από τις 36 που διέθεταν, σε καταδρομικά και κατασκεύασαν και 46 μικρότερα πλοία, τις γαλιότες, που ήταν καταλληλότερα ως καταδρομικά.

Με τα πλοία τους άρχισαν τις καταδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, της Μακεδονίας, της Συρίας, αλλά και σε ελληνικά νησιά, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Λήμνο.

Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (10 Ιουλίου 1774), με την οποία έληξε ο πρώτος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση οι Ψαριανοί. Οι εισηγήσεις όμως, του δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, στον καπουδάν πασά Χασάν μπέη, και κυρίως η κακή κατάσταση μετά τη ναυμαχία του Τσεσμέ του τουρκικού στόλου, που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε εναντίον τους, συνετέλεσαν ώστε οι Ψαριανοί να αμνηστευτούν και να μην υποστούν καμία συνέπεια. Επωφελήθηκαν μάλιστα από τα πλεονεκτήματα της συνθήκης του 1774 εξασφάλισε στην Ρωσία, η οποία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τη ρωσική σημαία, που διευκόλυνε τα ταξίδια τους, προώθησαν το εμπόριο τους  μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική.

Τα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1774 ήταν οι σακολέβες, ενώ τις γαλιότες -τα καταδρομικά- τις κατέστρεψαν για να μην εγείρουν τις υποψίες των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να δυσπιστούν απέναντι τους και να αποκαλούν τα Ψαρά «Κιουτσούκ Μάλτα», δηλαδή «Μικρή Μάλτα» και τους Ψαριανούς «χιρσίζ αντάμ» δηλαδή «κλέφτες».

Όταν ξέσπασε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος η Πύλη για να αποφύγει τη συμμετοχή των Ψαριανών απαίτησε από αυτούς να στείλουν στην Κωνσταντινούπολη να υπηρετήσουν στον οθωμανικό στόλο τα δύο μεγάλα πλοία των Μαρκή Μηλαΐτη και των αδελφών Μαμούτη.

Δεν επαναστάτησαν οι Ψαριανοί, αλλά δεν έλειψαν από το στόλο του Λάμπρου Κατσώνη. Μεταξύ των εθελοντών ήταν και ο Νικολής Αποστόλης, ο μετέπειτα ναύαρχος των Ψαρών. Μετά την ήττα του Κατσώνη κοντά στην Άνδρο από τον οθωμανικό στόλο, ενισχυμένο με αλγερινά πλοία, οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς «λαμπρινούς» -όπως λέγονταν οι οπαδοί του Κατσώνη- μεταξύ των οποίων και δέκα Ψαριανούς, που εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απαγχονίστηκαν. Με τη συνθήκη του Ιασίου με την οποία έληξε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, διατηρήθηκαν τα προηγούμενα προνόμια των προηγούμενων συνθηκών.

Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των Ψαρών σημειώθηκε μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης. Η εξαφάνιση του βενετσιάνικου ναυτικού και η κάμψη του γαλλικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για να κυριαρχήσουν οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους τα Ψαρά συγκέντρωσαν τεράστια κέρδη μονοπωλώντας το εμπόριο των σιτηρών. Φόρτωναν σιτάρια από τη Μαύρη Θάλασσα και τα πουλούσαν σε υπέρογκες τιμές στα λιμάνια της Δυτικής Μεσογείου, διασπώντας τον αποκλεισμό που επέβαλλε ο αγγλικός στόλος.

Η συσσώρευση τόσης δύναμης και πλούτου στα Ψαρά, την Ύδρα και τις Σπέτσες την περίοδο της Τουρκοκρατίας οφείλεται στην ανάπτυξη του πνεύματος της συνεργασίας στη ναυτιλία και στο ναυτεμπόριο. 

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του απαιτούμενου κεφαλαίου για τη ναυπήγηση των πλοίων και τη διεξαγωγή του εμπορίου συνεταιρίζονταν κεφαλαιούχοι, ναυτικοί, ξυλουργοί, ξυλέμποροι, σχοινοποιοί, εργατοτεχνίτες και έμποροι τροφίμων. Μοιράζονταν έτσι το κόστος και τον κίνδυνο της ναυτιλίας, αλλά και τα τεράστια κέρδη που απέφερε το εμπόριο στη θάλασσα. Κύριοι παράγοντες των ναυτικών επιχειρήσεων ήταν οι κεφαλαιούχοι-πλοιοκτήτες, που τότε ονομάζονταν νοικοκυραίοι και καραβοκύρηδες, και οι ναύτες, που αποκαλούνταν σύντροφοι, ή συντροφοναύτες. Τα κέρδη χωρίζονταν σε τρία μερίδια, ένα έπαιρνε το πλοίο, ένα το πλήρωμα και το τρίτο οι κεφαλαιούχοι. Κατά την ίδια αναλογία επιμερίζονταν οι ζημιές.

Μετά την επικράτηση της ειρήνης το 1815 το ψαριανό ναυτικό εμπόριο υπέστη κάμψη γιατί σταμάτησε η κερδοσκοπία, οι τιμές μειώθηκαν και το αγγλικό και γαλλικό εμπόριο ξαναβγήκαν στη Μεσόγειο. Η οικονομική αυτή κρίση ίσως ένας από τους λόγους που επιτάχυναν την επανάσταση. Οι Ψαριανοί μετέτρεψαν τα εμπορικά πλοία τους σε πολεμικά και μπήκαν στον Αγώνα. 

Η Πάτμος (1300π.Χ.-…)

Η Πάτμος είναι γνωστή για το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην κορυφή του λόφου. Γύρω και κάτω από το μοναστήρι απλώνεται ο παραδοσιακός οικισμός της Χώρας. Θυμίζει τόπο άλλης εποχή καθώς τα γραφικά δρομάκια και τα σπίτια εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της άμυνας ενάντια σε κάθε εισβολή, ενώ εκκλησίες με ηλικία ως και πέντε αιώνες αλλά και μοναστήρια δημιουργούν εικόνα βυζαντινού περιβάλλοντος. Στην κατηφοριά το σπήλαιο του Ευαγγελιστή Ιωάννη, πραγματική αποκάλυψη για τον επισκέπτη, συμπληρώνει την ατμόσφαιρα της μυσταγωγίας.

Η Πάτμος
Η Πάτμος

Από την Πάτμο και στην Πάτμο

Ο Όμηρος αναφέρει ότι και άνδρες από την Πάτμο συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Οι κάτοικοι του νησιού, όπως και οι Λέριοι, ακολούθησαν τους Κώες στην Τροία. Το νησί έχει συνδεθεί με τους μύθους που αναφέρονται στα συμβάντα μετά την άλωση της Τροίας και την επιστροφή των ηγετών της εκστρατείας στις εστίες τους.

Απαλλαγμένοι από τον Αγαμέμνονα, που δολοφόνησαν στο λουτρό του, ο σφετεριστής του θρόνου του Άργους, Αίγισθος, και η χήρα του βασιλιά, Κλυταιμήστρα, μπορούσαν πια να χαρούν και το βασίλειο και τον έρωτά τους. Για επτά χρόνια κανένας δεν τους ενόχλησε, στα οκτώ επέστρεψε ο Ορέστης. Είχε φυγαδευτεί στη Φωκίδα, δεκάχρονο παιδί τότε, όταν δολοφόνησαν τον πατέρα του, Αγαμέμνονα. Σκότωσε τον Αίγισθο και τη μητέρα του Κλυταιμήστρα.

Οι τραγικοί ποιητές περιγράφουν με περίσσιο πάθος τα δεινά του, ώσπου να καθαριστεί από το διπλό φονικό και να πάρει το θρόνο του βασιλείου. Κυνηγημένος από τις Ερινύες, βρέθηκε στην Πάτμο. Το «βεβαιώνει» και μια επιγραφή, που σώζεται ως σήμερα στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Όταν τα νησιά πέρασαν στη ρωμαϊκή κατοχή, τίμησαν την παράδοση. Κάθε ανεπιθύμητο τον έστελναν στην Πάτμο ή στη Λέρο. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονταν και πολλοί χριστιανοί, που έτσι γλύτωσαν τα βασανιστήρια και την σταύρωση. Ο αυτοκράτορας Τίτος Φλάβιος Δομιτιανός (51-96μ.Χ.) διαδέχθηκε τον αδελφό του Τίτο το 86μ.Χ. Κατεδίωξε τους Χριστιανούς και κυβέρνησε με σκληρότητα. Την ίδια εποχή ο Ιωάννης, δίδασκε στην περιοχή της μικρασιατικής Εφέσου. Ήταν ένα από τους Δώδεκα Αποστόλους, αγαπημένος μαθητής του Ιησού. Στα 91μ.Χ. οι άνθρωποι του Δομιτιανού τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στη Πάτμο.

Η Δομιτία Λογγίνα είχε χωρίσει τον πρώτο της άνδρα για να παντρευτεί τον αυτοκράτορα, απέκτησε εραστή κάποιον χορευτή και διώχθηκε από την αυλή. Ανακλήθηκε με απαίτηση του λαού, γιατί η Λογγίνα ήταν δημοφιλής λόγω των αγαθοεργιών της. Η Λογγίνα οργάνωσε συνωμοσία που κατέληξε στη δολοφονία του αυτοκράτορα. Ο Ιωάννης αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Έφεσο όπου συνέχισε τη διδασκαλία του. Πέθανε εκεί γύρω στο 100μ.Χ. Στο διάστημα της εξορίας του, κλεισμένος στο βαθύ σκοτεινό σπήλαιο της Πάτμου, που φέρει το όνομά του, έγραψε την «Αποκάλυψη». Τα επόμενα χρόνια η Πάτμος ερήμωσε.

Η Πάτμος, πνευματικό κέντρο του ελληνισμού

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου χτίστηκε πάνω τσο λόφο με τις προδιαγραφές κάστρου. Ο ναός της Άρτεμης που βρισκόταν στην ίδια θέση, ξηλώθηκε και τα μάρμαρα του χρησιμοποιήθηκαν στο χτίσιμο του μοναστηριού που έχει ισχυρές οχυρώσεις και επάλξεις για την άμυνα εναντίον του όποιου εχθρού.

Με τον καιρό εξελίχθηκε σε σπουδαίο πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού και έγινε έδρα πατριαρχικού έξαρχου με τον ηγούμενο να αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη.

Η βιβλιοθήκη της Μονής έφτασε να γίνει ξακουστή για το περιεχόμενο της. Ανάμεσα στα άλλα υπάρχουν εκεί και τα 33 φύλλα του «πορφυρού κώδικα» με αποσπάσματα του 6ου αιώνα από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, 247 φύλλα από το βιβλίο του Ιώβ του 8ου αιώνα, καθώς και το κτητορικό έγγραφο του 1088.

Το μοναστήρι απέκτησε εξαιρετικά προνόμια με αυτοδιοίκηση που ούτε οι Βενετοί ούτε οι Τούρκοι κατήργησαν. Περιορίστηκαν μόνο να εισπράττουν χαράτσι.

Στα 1669 ο Κωνσταντινουπολίτης ομογενής Μανωλάκης Καστοριανός έφτασε στην Πάτμο και ίδρυσε την Πατμιάδα Σχολή, στο χώρο του Σπηλαίου του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στα 1713, η Σχολή είχε αναδειχθεί σε μεγάλο πνευματικό κέντρο. Στα 1799, μεταρρυθμίστηκε σε Κοινή του Γένους Σχολή. Λειτούργησε ως τα 1912, όταν το νησί πέρασε στους Ιταλούς. Σήμερα, είναι Εκκλησιαστική Σχολή.

Τον 11ο αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κλυδωνιζόταν από εξεγέρσεις, στάσεις και εισβολές. Αυτοκράτορες της μιας χρήσης άλλαζαν κάθε χρόνο, ή και κάθε μήνα. Στα 1081, η αυτοκρατορική οικογένεια των Κομνηνών κατέλαβε την εξουσία με τον Αλέξιος Α’ να παγιώνει τη θέση του ως αυτοκράτορας και να σταθεροποιεί το κράτος. Ήταν χρόνια σκοτεινού Μεσαίωνα. Ο μοναχός Χριστόδουλος Λατρινός έπεισε το αυτοκράτορα ότι στον τόπο εξορίας του Ιωάννη στην Πάτμο έπρεπε να χτιστεί μοναστήρι προς τιμήν του. Στα 1088 ο Αλέξιος εξέδωσε Χρυσόβουλο να ιδρύσει το μοναστήρι. Εκείνη την εποχή η Λέρος ανήκε στην κτηματική περιουσία της Άννας Δούκαινας. Χάρισε το νησί στο μοναστήρι ως πηγή πόρων.

Ύδρα (19ος αιώνας)

Με το ξημέρωμα ανακαλύψαμε την Ύδρα. Η πόλη παρουσιάζει μια ευχάριστη όψη. Είναι χτισμένη πάνω σε πολλούς πυραμιδοειδείς βράχους που σχηματίζουν αμφιθέατρο γύρω από το λιμάνι και στην κορυφή τους έχουν ανεμόμυλους ιδιότυπης κατασκευής και οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με έξι ως οκτώ φτερά.

Ύδρα
Η Ύδρα το 1800
Χαρακτικό

Σχεδόν όλα τα σπίτια είναι χτισμένα με πέτρες και περίπου με το ίδιο σχέδιο: είναι τετράγωνα, με μικρό αριθμό παραθύρων, μόνο με έναν όροφο. Μερικά καλύπτονται από στέγες ιταλικού τύπου,, αλλά η πλειονότητα τους καταλήγει σε ταράτσα. Είναι ασβεστωμένα. Αυτό το επίχρισμα τους δίνει την όψη της καθαριότητας και τα κάνει να ξεχωρίζουν τόσο από το πράσινο που τα περιβάλλει όσο και από την καφέ απόχρωση του βράχου που χρησίμευσε για θεμέλιο.

Το λιμάνι είναι μικρό αλλά βαθύ και καλά προστατευμένο. Τα πλοία μπορούν να προσεγγίσουν και να αγκυροβολήσουν στις πιο όμορφες αποβάθρες. Διακρίνουμε στοές που χρησίμευαν για περίπατο και όπου βρίσκονται τα πλούσια σε προϊόντα καταστήματα.

Τη στιγμή που ρίχναμε άγκυρα πολλά υδραίικα καράβια σήκωναν πανιά: τα πάντα ήταν σε κίνηση, η αποβάθρα ήτα γεμάτη από κατοίκους, γυναίκες στα υψώματα κουνούσαν τα μαντήλια τους και με φωνές και χειρονομίες χαρακτηριστικές έστελναν το αντίο στους συζύγους ή τους αγαπημένους τους. Για να τις διακρίνουν περισσότερη ώρα ανέβαιναν διαδοχικά σε ψηλότερα σημεία.

Τα πλοία ήταν σημαιοστολισμένα: παπάδες μέσα σε στολισμένες βάρκες πήγαιναν από το ένα στο άλλο, για να τα ευλογήσουν, να ραντίσουν τη γέφυρα και να προσευχηθούν για το καλό ταξίδι. Αξιωματικοί, ναύτες, επιβάτες, όλοι γονατιστοί στη διάρκεια της ψαλμωδίας, μπροστά στην περιβεβλημένη από λαμπάδες εικόνα της Παναγίας. Αυτή η τελετή φαινόταν να γίνεται με πολλή τάξη από περισυλλογή κι όταν οι ιερείς επιβιβάζονταν ξανά στις βάρκες, τους χαιρετούσαν με ομοβροντία πυροβολικού, στην οποία ανταπαντούσαν με κωδωνοκρουσία των καμπαναριών των εκκλησιών.

Η ιδιότητα των Γάλλων μας επιφύλαξε υποδοχή ελάχιστα ευνοϊκή στην Ύδρα. Με το που πατήσαμε στη στεριά ένα τσούρμο από παιδιά μας επιτέθηκαν με λιθοβολισμούς που μας ακολούθησαν ως ένα καφενείο όπου καταφύγαμε. Ζητήσαμε να μάθουμε το λόγο της αφιλόξενης υποδοχής: μας είπαν πως οι Υδραίοι στη διάρκεια σιτοδείας μετέφεραν σιτάρι στη Μασσαλία και είχαν κακοπληρωθεί. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί κανείς να πιστέψει αυτήν την κατηγορία, διότι οι κάτοικοι της Ύδρας από τότε έγιναν πλουσιότεροι και αύξησαν τον αριθμό των πλοίων τους. Ο καπετάνιος μας τους απείλησε με την οργή του Καπουδάν πασά. Αλλά αδιαφόρησαν. Φαίνεται πως ελάχιστα φοβούνταν τους Τούρκους. Ο καπετάνιος οδηγήθηκε στους πρόκριτους της πόλης για να παραπονεθεί για την προσβολή που μας έγινε. Αυτοί αρκέστηκαν στην προσφορά φρουράς για να μας συνοδεύει, χωρίς ωστόσο να την πραγματοποιήσουν.

Είχαμε χάσει μια άγκυρα που μας ήταν πολύτιμη: ελπίζαμε να την αντικαταστήσουμε στην Ύδρα, και ο καπετάνιος υπέβαλε αίτημα στο όνομα της Υψηλής Πύλης. Οι Υδραίοι απάντησαν πως ευχαρίστως συμφωνούν να μας την προμηθεύσουν, αρκεί να τους πληρώσουμε μετρητοίς, αρνούμενοι χρέωση της Κωνσταντινούπολης. Τους είπαμε να ξανασκεφτούν αυτή την άρνηση, η οποία μπορεί να τους εκθέσει σε κίνδυνο, επιμείναμε σε μια γρήγορη απόφαση, όντας ευνοϊκός ο άνεμος και η αποστολή, την οποία είχαμε αναλάβει, δεν έπαιρνε αναβολή. Απάντησαν με βαρύτητα: «Η θάλασσα είναι ανοιχτή».  Επισημάναμε επίσης πως καθίστανται υπεύθυνοι για ενδεχόμενο ατυχές γεγονός που μπορούσε να μας συμβεί ελλείψει άγκυρας. «Ο Θεός είναι μεγάλος. Θα σας οδηγήσει». Απάντησαν πάντα με την ίδια ψυχραιμία και το ίδιο λακωνικά. Αυτό ήταν ό,τι μπορέσαμε να κερδίσουμε από αυτούς.

Πήγαμε να επισκεφτούμε τη μητρόπολη, της οποίας η όψη μας εντυπωσίασε μπαίνοντας στο λιμάνι. Είναι ένα κτίριο σε σχήμα παραλληλόγραμμου, απομονωμένο, που περιβάλλεται από στοές παρόμοιου σχήματος, με αψίδες υποστηριζόμενες από κολόνες. Αυτό το περιστύλιο της αυλής χρησιμεύει για κατοικία των ιερέων. Ανεβαίνουμε πολλά σκαλιά για να φτάσουμε στο περιστύλιο της εκκλησίας, το οποίο είναι διακοσμημένο επίσης με λευκές μαρμάρινες κολόνες, οι οποίες στηρίζουν τους θόλους.  Στην πρόσοψη έχουν διανοίξει τρεις πόρτες.

Εισερχόμενοι, εκπλαγήκαμε και γοητευθήκαμε από την πολυτέλεια της εκκλησίας. Η Αγία Τράπεζα, ο άμβωνας, τα θεωρεία είναι επιχρυσωμένα και χαραγμένα με λεπτότητα. Το ιερό χωρίζεται από το νάρθηκα με ένα τέμπλο στολισμένο με μαρμάρινους στύλους και με πλούσια ξύλινα αραβουργήματα, όπου παρεμβάλλονται πίνακες και εικόνες αγίων, μερικές των οποίων είναι ζωγραφισμένες με επίχρυσο φόντο. Αυτοί οι πίνακες που μοιάζουν παλαιοί είναι μέτριας τεχνικής, αντίθετα οι μορφές έχουν ένα ορισμένο ύφος, σωστή απόδοση και τα χρώματα διατηρούνται τέλεια. Είναι ζωγραφισμένα με τέμπερα, με επένδυση από ωραίο βερνίκι. Αυτός ο τρόπος ζωγραφικής, ο οποίος ανάγεται σε αιώνες προγενέστερους της ζωγραφικής με λάδι και ίσως στην αρχαιότητα, εφαρμόζεται ακόμη σε όλη την Ανατολή. Υπάρχουν, πάνω από τις πόρτες και στα άκρα της εκκλησίας, υπερυψωμένες και κλειστές θέσεις που προορίζονται για τις γυναίκες. Το φως της ημέρας δεν περνά, παρά μόνο μέσα από θολά βιτρό.

Εδώ και καιρό δεν είδαμε ναό με χαρακτηριστικά χριστιανικής λατρείας. Μέσα σε αυτόν μας διαπέρασε το αίσθημα του σεβασμού: η σιωπή που βασίλευε, η θέα ιερών αντικειμένων, φωτισμένων από ένα μυστηριώδες φως, το άρωμα του θυμιάματος, όλα συνέβαλαν στο να εμπνεύσουν αυτό το συναίσθημα.

Η εξωτερική όψη αυτού του οικοδομήματος είναι ευχάριστη. Είναι χτισμένο με σωστές αναλογίες: το καμπαναριό, που βρίσκεται πάνω από την είσοδο, κατά τον ιταλικό τρόπο, είναι κομψό, φαίνεται φτιαγμένο σχεδόν όλο από μάρμαρο. Το σχέδιο του περιστυλίου της αυλής που περιβάλλει την εκκλησία είναι απλό, όπως επίσης και το συνολικό σχέδιο του μνημείου, το οποίο, με κάποια σοφή κατανομή, μοιάζει πολύ ευρύτερο από ό,τι πραγματικά είναι.

Εφοδιαστήκαμε με αρκετές προμήθειες, πληρώνοντας τες, αλήθεια, πολύ ακριβά. Υποχρεωμένοι να ζούμε εδώ και λίγο καιρό με σουπιές, το ψωμί της Ύδρας μας φάνηκε απολαυστικό. Έχει ένα λευκό χρώμα, είναι νόστιμο και μάλιστα λίγο γλυκό. Ωστόσο το φουρνίσαμε δύο φορές, αφού το ψωμί στην Ανατολική Μεσόγειο ίσα που ψήνεται και είναι σχεδόν χωρίς μαγιά. Το κρασί μας φάνηκε λίγο δυνατό. Όσο για το νερό στάθηκε αδύνατον να μας προμηθεύσουν αρκετό. Αυτό που υπάρχει σε πηγές και σε πηγάδια είναι σε μικρή ποσότητα και ίσα που αρκεί για την κατανάλωση των κατοίκων. Στείλαμε τις βάρκες για να φέρουν νερό από την ξηρά.

Μας μίλησαν για ένα φημισμένο πηγάδι που βρίσκεται έξω από την πόλη, σε μεγάλο ύψος. Πήγαμε, φαίνεται είναι έργο των αρχαίων. Είναι πλατύ, βαθύ, κτισμένο στέρεα και με τρόπο που σου επιτρέπει να το κατέβεις σε ορισμένες περιπτώσεις. Όταν φτάσαμε εκεί, τριγύρω  υπήρχαν γυναίκες που αντλούσαν νερό, με τη δύναμη του χεριού, σε χάλκινα δοχεία δεμένα στην άκρη με μακριά σκοινιά. Μεταξύ των γυναικών υπήρχαν ορισμένες αρκετά όμορφες, μα πάρα πολύ μελαχρινές. Η ενδυμασία τους δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από το ότι αφήνουν ακάλυπτο το πρόσωπο και δεν φορούν παρά ένα μεγάλο πέπλο στο κεφάλι που δένεται απλά κάτω από το πηγούνι και πέφτει με φαρδιές πτυχές πίσω από τους ώμους. Παρατηρήσαμε με έκπληξη μεγάλα αγόρια να τρέχουν εντελώς γυμνά στην ακτή και η έκπληξη μας μεγάλωνε βλέποντας νεαρά κορίτσια οχτώ ή εννιά χρονών, που δεν είχαν άλλο ένδυμα πλην των μακριών μαλλιών τους. Συμμετείχαν στα παιχνίδια των αγοριών στη θάλασσα, κολυμπούσαν πάρα πολύ καλά, και για να στεγνώσουν κυλιόντουσαν στην άμμο. Έτσι το δέρμα τους εκτεθειμένο διαρκώς στον ήλιο ήταν σχεδόν μαύρο.

Η Ύδρα διαφέρει από την πλειονότητα των άλλων νησιών της Ελλάδας, όπου συναντάει κανείς έναν λαό εκφυλισμένο, ταπεινωμένο κάτω από ξένη κυριαρχία, φτωχό μέσα σε μια πλούσια χώρα, άθλιο και νοσηρό κάτω από ένα κλίμα-βάλσαμο. Στην Ύδρα αναγνωρίζεις τον ελληνικό χαρακτήρα σε πλήρη ενέργεια: οι Υδραίοι είναι χαρούμενοι, ρωμαλέοι και δραστήριοι. Η πόλη μεγαλώνει καθημερινά, τα σπίτια καθαρά, αερισμένα, πιστοποιούν προκοπή, αφθονία και μάλιστα μια κάποια πολυτέλεια. Βλέπουμε μαγαζιά γεμάτα προϊόντα της βιομηχανίας και του εμπορίου, ένα ναό κομψής αρχιτεκτονικής, επενδυμένο με μάρμαρο, και του οποίου το εσωτερικό είναι πλούσια διακοσμημένο. Πλήθος πλοίων γεμίζουν το λιμάνι ή μεταφέρουν μακριά τα προϊόντα της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και ακόμη το άφθονο αγροτικό πλεόνασμα της Ινδίας. Είναι οι Υδραίοι αυτοί που εφοδιάζουν την Κωνσταντινούπολη και τις σκάλες της Μεσογείου, που επιτρέπουν σε όλους μας να απολαμβάνουμε τα σκορπισμένα πλούτη των αποικιών: φέρνουν πορτοκάλια της Μάλτας, αρώματα και καφέ της Αραβίας, ρύζι της Αιγύπτου, σταφίδα της Ζακύνθου, λάδι της Ιταλίας και της Προβηγκίας, χουρμάδες της Μικράς Ασίας, βιομηχανικά προϊόντα της Γαλλίας και μικροτεχνήματα της Βενετίας.

Αυτοί είναι που διενεργούν το εμπόριο σιτηρών σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Οι Υδραίοι, σχετικά ανεξάρτητοι, δεν πληρώνουν παρά ένα μικρό φόρο υποτέλειας στην Οθωμανική Πύλη. Οι Τούρκοι αποκομίζουν πάρα πολλά από αυτή τη χώρα για να σκεφτούν να την υποδουλώσουν ολοκληρωτικά. Η Ύδρα και τα Ψαρά, άλλο ανεξάρτητο νησί, τους εφοδιάζουν με τους καλύτερους ναυτικούς και μάλιστα με το μεγαλύτερο μέρος των αξιωματικών του ναυτικού. Αυτοί οι νησιώτες, διενεργώντας σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους ακτοπλοϊκό εμπόριο, γνωρίζουν τέλεια τις ακτές της Μεσογείου και αποκτούν αρκετά εκτεταμένες πρακτικές γνώσεις. Είναι αλήθεια πως τους λείπει η θεωρητική κατάρτιση και σπάνια ριψοκινδυνεύουν στην ανοιχτή θάλασσα. Αλλά αυτό περισσότερο οφείλεται σε μια συνήθεια που τους έχει μεταδοθεί προ αμνημονεύτων ετών και στα μικρά πλοιάρια τους, παρά στη μικροψυχία για την οποία δε μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει.

Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των Ελλήνων της Ύδρας και των γειτόνων τους της ξηράς, αυτή είναι η επιρροή της κυβέρνησης στα ήθη και την ευδαιμονία των λαών. Ο Υδραίος εργάζεται για τον εαυτό του, βρίσκει στην πατρίδα του ένα σίγουρο καταφύγιο. Δεν ξοδεύεται στην απόλαυση της περιουσίας που απέκτησε από τη δουλειά του. Αυτό το νησί, η Ύδρα, είναι ένας ξερός βράχος, δεν υπάρχουν ούτε δασύλλια, ούτε κήποι, ούτε καν ένα ρυάκι, εντούτοις παρατηρούμε έναν λαό έξυπνο, δραστήριο και ευτυχισμένο. Ο Τούρκος, φιλάργυρος και ανέμελος, πεθαίνει από αθλιότητα και πλήξη εν μέσω των θησαυρών της ελεύθερης φύσης και ο Έλληνας ελεύθερος μετατρέπει τους βράχους σε γόνιμη πηγή πλούτου.

Antoine-Laurent Castellan

Αδάμας της Μήλου

Η πόλη Αδάμας, σήμερα εξελισσόμενη πόλη, ήταν μέχρι το 1824 έρημη. Τα μόνα κτίσματα που υπήρχαν εκεί ήταν μια μισοερειπωμένη εκκλησία της Αγίας Τριάδος στη νοτιοανατολική πλευρά του λόφου, καθώς και ένα κτίσμα στην κορυφή του που ονομαζόταν Πύργος. Η περιοχή παραχωρήθηκε περίπου το 1824-1825 σε Σφακιανούς πρόσφυγες και τότε δόθηκε η ονομασία Αδάμας.

Αδάμας της Μήλου

Σύμφωνα με παλιά έγγραφα η εκκλησία της Αγίας Τριάδος ονομαζόταν τότε «των Αδαμάντων». Η συγκεκριμένη ονομασία ενδεχομένως προέρχεται από το «Αλάμαντος», παραδοσιακή μορφή εκφοράς τοπωνυμίου. Δεν επιδέχεται όμως αμφισβήτηση η μαρτυρούμενη καταγραφή «Παναγία των Αδαμάντων», γενική πτώση που αποσκοπεί στη δήλωση και τον ακριβή προσδιορισμό του κτήτορα του ναού ή την περιοχή στην οποία βρίσκεται ο ναός. Από αυτήν προέκυψε η λαϊκή εκφορά του τοπωνυμίου «των Αδαμάντω», με παράλειψη του ν, η οποία καταγράφηκε εσφαλμένα σε αιτιατική ενικού «τον Αδάμαντο».

Δεκάδες χωριά στα ελληνικά νησιά τα οποία φέρουν την κατάληξη -άδο, αποδείχτηκε ότι δηλώνουν «φεουδαρχική» προέλευση και ότι η ονομασία τους προέκυψε από την αρχική οικογένεια που εγκαταστάθηκε εκεί και ίδρυσε το χωριό, όπως τα Βροντά της Χίου (εκ των Βροντάδων>των Βροντάδω>τον Βροντάδο>και τελικά Βροντάδος, στην ονομαστική).

Αντίστοιχα από το κτητικό «τα Αδάμα» προέκυψε των Αδαμάτων>των Αδαμάντω>τον Αδαμάντο>ο Αδάμαντος και με τροπή του δ σε λ κατέληξε στον ιδιωματικό τύπο Αλάμαντος. Φαινόμενα τροπής ενός συμφώνου σε άλλο είναι γνωστά στα ιδιώματα και φυσιολογικά. Αυτό συμβαίνει με τα περισσότερα τοπωνύμια στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα, όποτε οι κάτοικοι θέλουν να προσδιορίσουν μια περιοχή, συνήθως αναφέροντάς τη στον πληθυντικό.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα και το Αδάμας είναι τοπωνύμιο το οποίο δηλώνει τον πρώτο οικιστή του χώρου και ιδιοκτήτη της συγκεκριμένης περιοχής, θα πρέπει κανείς να αναζητήσει ένα ισχυρό κίνητρο για την παρουσία του σε αυτό το σημείο της Μήλου, όπως συνέβη με αρκετούς Έλληνες του Βυζαντίου και με Δυτικούς φεουδάρχες, οι οποίοι κατέλιπαν το όνομα τους ως τοπωνύμιο.

Ο Αδάμας παραπέμπει στην προχριστιανική περίοδο, όπως και τόσα άλλα τοπωνύμια του ελληνικού χώρου και ότι θα μπορούσε να συνδεθεί με την παρουσία ενός συνεργείου εξειδικευμένων τεχνιτών σε αυτή την περιοχή της Μήλου, το οποίο ερευνούσε για την ανεύρεση και εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών μέσα από εξορυκτικές δραστηριότητες.

Το τοπωνύμιο «Θειάφες» στην ίδια θέση είναι χαρακτηριστικό μιας επικερδούς εκμετάλλευσης και η ύπαρξη του πύργου στην κορυφή του λόφου βρίσκει την εξήγηση του όχι μόνο ως σημείο κατόπτευσης του χώρου. αλλά και προστασίας του συνεργείου ή και αποθήκευσης του παραγόμενου προϊόντος, όπως καταδεικνύεται από τη μελέτη αντίστοιχων πύργων στη Σίφνο, στη Νάξο, στην Αμοργό, στη Σέριφο, στην Άνδρο, στην Κέα, στη Θάσο και στην Τήνο.

Επομένως, είναι λογικό να συνδέσουμε το τοπωνύμιο Αδάμας με την επιγραφική μαρτυρία για κάποιον αρχιτεχνίτη Ρωμαίο αυτοκράτορα, ο οποίος κατέλιπε το όνομα του στο σπήλαιο των Νυμφών της Πάρου, από όπου εξαγόταν το περίφημο λευκό μάρμαρο και χάραξε το αφιέρωμα του το ΑΔΑΜΑΣ ΟΔΡΥΣΗΣ.

Η παρουσία του στη Μήλο και η εγκατάσταση του στη συγκεκριμένη περιοχή, όπου σταδιακά δημιουργήθηκε κάποιος μικρός οικισμός, φαίνονται περισσότερο από πιθανές, κάτι που ενισχύει και η ανακάλυψη τάφων.