Η Άννα Μαρία Λουΐζα των Μεδίκων

Η Άννα Μαρία Λουΐζα των Μεδίκων (Anna Maria Luisa de’ Medici, 11 Αυγούστου 1667 – 18 Φεβρουαρίου 1743) ήταν η τελευταία απόγονος της οικογένειας των Μεδίκων. Μοναχοκόρη και δεύτερο παιδί (από τρία αδέλφια) του Κόζιμο του τρίτου (Μεγάλου Δούκα της Τοσκάνης), και της συζύγου του, Μαργαρίτας Λουΐζας της Ορλεάνης ανιψιάς του Λουδοβίκου ΙΓ ‘της Γαλλίας.

Η Άννα Μαρία Λουΐζα με το σύζυγο της Γιόχαν Βίλχελμ
Η Άννα Μαρία Λουΐζα και ο Γιόχαν Βίλχελμ
Πινακοθήκη Ουφίτσι

Τα πρώτα χρόνια

Παρά τις προσπάθειες της μητέρας της να προκαλέσει αποβολή στην εγκυμοσύνη της, κάνοντας υπερβολική ιππασία, η μικρή παιδούλα γεννήθηκε στις 11 Αυγούστου 1667 στη Φλωρεντία και πήρε το όνομά της από τη θεία της, Anne-Marie Louise της Ορλεάνης, Δούκισσα του Montpensier.

Η σχέση των γονιών της ήταν αρκετά ανταγωνιστική. Η μητέρα της δεν έχανε ευκαιρία και σε κάθε περίσταση πρόσβαλε τον άνδρα της ακόμη και μπροστά στον Παπικό Νούντσιο, αποκαλώντας τον «κακό γαμπρό». Τελικά, ο Κόζιμο τα Χριστούγεννα του 1674 συναινεί και η σύζυγος του αποχωρεί, για να κλειστεί στο Μοναστήρι του Αγίου Πέτρου της Μονμάρτρης στο Παρίσι. Όλα της τα προνόμια και τα περιουσιακά στοιχεία θα περάσουν στα παιδιά της μετά το θάνατό της. Η Άννα Μαρία Λουΐζα δεν την ξαναείδε ποτέ. Την ανατροφή της ανέλαβε η γιαγιά της (από την πλευρά του πατέρα) η Vittoria della Rovere.

Πριγκίπισσα του Παλατινάτου

Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, το 1669 η Άννα Μαρία Λουΐζα θεωρήθηκε πιθανή νύφη για τον Λουδοβίκο τον Μέγα Δελφίνο. Ιδέα που απορρίφτηκε από τον πατέρα της, ο οποίος αντίθετα προσπάθησε να αρχίσει διαπραγματεύσεις για να παντρευτεί η κόρη του τον Πέτρο Β΄της Πορτογαλίας. Οι Πορτογάλοι υπουργοί φοβούμενοι ότι πιθανόν η Άννα Μαρία είχε κληρονομήσει τον ιδιότροπο χαρακτήρα της μητέρας της και ότι θα μπορούσε να επηρεάσει τον αδύναμο χαρακτήρα του ηγεμόνα, απέρριψαν την πρόταση. Μετά από συνεχείς απορρίψεις, ο αυτοκράτορας Λεοπόλδος Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προτείνει για σύζυγο τον Γιόχαν Βίλχελμ (Johann Wilhelm II), δούκα του Neuburg (εκλέκτορα του Παλατινάτου). Πράγματι, ο γάμος γίνεται στις 29 Απριλίου 1691 και αναχωρεί με τον μικρό της αδελφό για το Ντίσελντορφ. Το 1692 μένει έγκυος αλλά αποβάλει, λόγω σύφιλης του συζύγου της, εξαιτίας της οποίας το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Αν κανείς εξαιρέσει αυτό το γεγονός, κατά τα άλλα, είχε έναν αρμονικό γάμο. Παρακολουθούσε μαζί με τον σύζυγό της μουσικές παραστάσεις και άλλες εκδηλώσεις.

Επιστροφή στη Φλωρεντία

Ο σύζυγός της πεθαίνει το 1716 και η πριγκίπισσα μένει μόνη με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο του 1717 να επιστρέψει στην Φλωρεντία. Εκεί αντιμετωπίζει την εχθρότητα της χήρας του αδελφού της Φερδινάνδου, καθώς και του αδελφού της Γκαστόνε που την απεχθανόταν εξαιτίας της ανάμειξης της, στον αποτυχημένο του γάμο με την Άννα Μαρία Φραντζέσκα. Αναγκάζεται λοιπόν να εγκαταλείψει την αριστερή πτέρυγα του βασιλικού παλατιού Πίττι και να εγκατασταθεί στη βίλλα “La Quiete”. Παρ όλη την αντιπάθειά που έτρεφε για τον αδελφό της προσπαθεί πάντα να βελτιώσει την δημόσια εικόνα του, ως Μεγάλου Δούκα ο οποίος σπάνια έκανε δημόσιες εμφανίσεις, με αποτέλεσμα να εξαπλώνονται ανησυχητικές φήμες για υποτιθέμενο θάνατό του.

Τελευταία χρόνια

Ο Γκαστόνε (Gian Gastone) πέθανε στις 9 Ιούλη του 1737, περιβαλλόμενος από ιεράρχες και την αδελφή του. Τότε τα υπάρχοντά των Μεδίκων, συμπεριλαμβανομένων χρημάτων, τεράστιων συλλογών έργων τέχνης, κτηρίων του κράτους και εδαφών του πρώην Δουκάτου του Ουρμπίνο , περιέρχονται στην Anna Maria Luisa. Είναι η τελευταία απόγονος των Μεδίκων, διότι παρά τις προσπάθειες του Κόζιμο του τρίτου (Μεγάλου Δούκα της Τοσκάνης), να αλλάξει το κληρονομικό δίκαιο ‘όταν πέθανε ο γιος του Ferdinand και να παραχωρήσει τα δικαιώματα στους εναπομείναντες συγγενείς του, το σχέδιό του απορρίφθηκε από τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και τον αυτοκράτορα Κάρολο τον έκτο, των Αψβούργων. Η Άννα Μαρία Λουΐζα το ίδιο έτος υπογράφει, την σωτήρια για την Φλωρεντία συμφωνία, με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τον Φραγκίσκο της Λωρραίνης, τη λεγόμενη Patto di Famiglia (σύμφωνο για την οικογένεια). Σε αυτή, υπάρχει απαράβατος όρος ότι όλη η προσωπική περιουσία των Μεδίκων που παραχωρήθηκε από την ιδία στην δυναστεία της Λωρραίνης, δεν θα μεταφερθεί ποτέ έξω από τη Φλωρεντία. Έτσι ξεκινά και η ιστορία της Πινακοθήκης Ουφίτσι.

Η ιδία διαμένει σε ειδική πτέρυγα στο Παλάτσο Πίττι και ασχολείται με την επίβλεψη της ολοκλήρωσης της πρόσοψης της Βασιλικής του Αγίου Λαυρεντίου. Πέθανε σε ηλικία 75 ετών τον Φεβρουάριο του 1743 στο παλάτι Πίττι και θάφτηκε με τιμές στη Βασιλική του Αγίου Λαυρεντίου στη Φλωρεντία.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άννα_Μαρία_Λουΐζα_των_Μεδίκων

Please follow and like us:
error0

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 1511-1574)

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari, 30 Ιουλίου 1511 – 27 Ιουνίου 1574) ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός, γνωστός κυρίως για το έργο του Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων, με βιογραφικά στοιχεία διακεκριμένων καλλιτεχνών, που θεωρείται η ιδεολογική βάση της συγγραφής της ιστορίας της τέχνης.

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι ήταν Ιταλός ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας και ιστορικός.
Ο Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Βίος και καλλιτεχνική δραστηριότητα του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι γεννήθηκε στο Αρέτσο, γιος του αγγειοπλάστη Αντόνιο Βαζάρι και της Μαντελένα Τάτσι. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την εκπαίδευσή του προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την αυτοβιογραφία του. Την περίοδο 1520-1524 μαθήτευσε κοντά στους Αντόνιο ντα Σακόνε και Τζοβάνι Πολάστρα (1465-1540), αποκτώντας γνώσεις λατινικών. Ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη ζωγραφική κάτω από την επίβλεψη του Γκιγιώμ ντε Μαρσιγιά (Guillaume de Marcillat), ενώ αργότερα υπήρξε μαθητής του Καρδινάλιου της Κορτόνα, Σίλβιο Πασερίνι (1470-1529), τον οποίο συνόδευσε στη Φλωρεντία. Εκεί μαθήτευσε κοντά στον Πιέριο Βαλεριάνο (1477-1558), ο οποίος ήταν επίσης δάσκαλος στην αυλή των Μεδίκων, και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο εργαστήριο του Αντρέα ντελ Σάρτο και του Μπάτσιο Μπαντινέλλι. Το 1529 μαθήτευσε στο εργαστήριο του Ραφαέλλο ντα Μπρέσια, ενώ παράλληλα ξεκίνησε να ασχολείται με τη χρυσοτεχνία, κάτω από την επίβλεψη του Βιττόριο Γκιμπέρτι.

Από το καλοκαίρι του 1532, πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως ζωγράφος της αυλής των Μεδίκων και ακολουθώντας την επιθυμία του δούκα της Φλωρεντίας Αλέξανδρου για έργα οχύρωσης της πόλης, ο Βαζάρι ξεκίνησε να ασχολείται εντατικά με την αρχιτεκτονική. Μετά τη δολοφονία του προστάτη του το 1537, εγκατέλειψε την αυλή των Μεδίκων με σκοπό να εργαστεί ως αυτόνομος καλλιτέχνης. Τα επόμενα χρόνια ολοκλήρωσε έργα κατά παραγγελία, κυρίως στη Φλωρεντία, στη Ρώμη, και στη Νάπολη. Από το 1554 ήταν υπεύθυνος για την ανακαίνιση και διακόσμηση του Παλάτσο Βέκιο στη Φλωρεντία, έργο που τον απασχόλησε μέχρι το 1572, μέσα από το οποίο φρόντισε να προβάλει τη συμβολή της οικογένειας των Μεδίκων στην αναγέννηση των τεχνών. Αρκετοί από τους πίνακες του Βαζάρι, που θα χρησιμοποιούνταν για διακοσμητικούς σκοπούς, ολοκληρώθηκαν από βοηθούς του. Σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε την βοήθεια πολυάριθμων βοηθών, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην ολοκλήρωση των έργων του. Για την πλειοψηφία των πινάκων και των νωπογραφιών του, ο ίδιος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τα σχέδιά τους, τα οποία θεωρούσε ως μέρος της αληθινής δημιουργικής διαδικασίας. Συνήθιζε ακόμα να επαναλαμβάνει τις ίδιες μορφές σε περισσότερα έργα του, γεγονός που συνέβαλε στην ικανότητά του να ολοκληρώνει απαιτητικές παραγγελίες σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Την περίοδο από το 1559 μέχρι το 1562, ο Τζόρτζιο Βαζάρι ανέλαβε τις πιο σημαντικές παραγγελίες για αρχιτεκτονικές κατασκευές. Ίσως το σπουδαιότερο αρχιτεκτονικό έργο του, υπήρξε η κατασκευή του παλατιού Ουφίτσι, το οποίο σχεδιάστηκε αρχικά για τη στέγαση δικαστικών γραφείων, σύμβολο της πολιτικής ενότητας που είχε διαμορφώσει ο Κόζιμο Α΄. Τα πρώτα σχέδια για το παλάτι χρονολογούνται από το 1559. Το 1561 ξεκίνησε να εργάζεται για την ανάπλαση του κέντρου της Πίζας, κυρίως ανακαινίζοντας παλαιότερα παλάτια της περιοχής. Σχεδίασε επίσης την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου (1565-69) καθώς και την εσωτερική της διακόσμηση, ζωγραφίζοντας το ιερό της. Την ίδια περίπου περίοδο, άρχισε να ασχολείται με τη συγκέντρωση πληροφοριών για τη δεύτερη έκδοση των Βίων, ο πρώτος τόμος της οποίας τυπώθηκε το 1564 για να ακολουθήσει η έκδοση ακόμα δύο τόμων το 1568. Το Μάιο του 1563 ταξίδεψε στο Αρέτσο, στην Κορτόνα, στην Ασίζη, στην Ανκόνα και στη Βενετία, όπου συνάντησε τον Τιτσιάνο, ενώ την άνοιξη του 1566 επισκέφτηκε πόλεις της βόρειας Ιταλίας, συλλέγοντας στοιχεία και πηγές.

Το Φεβρουάριο του 1570 επισκέφτηκε τη Ρώμη για να επιθεωρήσει τρία παρεκκλήσια στο Βατικανό, τα οποία ανέλαβε να διακοσμήσει με παραγγελιοδότη τον Πάπα Πίο Ε΄, ξεκινώντας τις εργασίες για το έργο το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Οι νωπογραφίες ολοκληρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από συνεργάτες του Βαζάρι όπως ο Αλεσάντρο Φέι, ενώ ο ίδιος φιλοτέχνησε επιμελώς το ιερό για κάθε παρεκκλήσι. Τον επόμενο χρόνο ανακηρύχθηκε ιππότης από τον πάπα και επέστρεψε στη Φλωρεντία όπου παράλληλα με τις εργασίες για το Παλάτσο Βέκιο, ανέλαβε τη διακόσμηση του καθεδρικού ναού της πόλης, έργο που έμεινε όμως ημιτελές εξαιτίας του θανάτου του, στις 27 Ιουνίου του 1574.

Βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων

Έκδοση των Βίων του Τζόρτζο Βαζάρι
Έκδοση των Βίων

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι οφείλει τη φήμη του ως «πατέρα» της ιστορίας της τέχνης στη συγγραφή του έργου Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων (Le vite de più eccellenti architetti, pittori, et scultori ή απλώς Vite), καθώς δεν περιορίστηκε στην εξιστόρηση της ζωής των καλλιτεχνών αλλά προχώρησε σε μία κριτική θεώρηση της εξέλιξης των τεχνοτροπιών και του ύφους που επέβαλαν. Το έργο του ήταν αφιερωμένο στον Κόζιμο Α’ των Μεδίκων και η πρώτη έκδοσή του δημοσιεύτηκε το 1550, σε δύο τόμους με συνολικά περισσότερες από χίλιες σελίδες. Περιείχε ένα προοίμιο, μία εισαγωγή στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, καθώς και τρία κύρια μέρη με τις βιογραφίες συνολικά 133 καλλιτεχνών.

Σχετικά με τις πηγές που χρησιμοποίησε για τη συγγραφή της πρώτης έκδοσης, διαθέτουμε λίγες πληροφορίες. Ο ίδιος αναφέρεται σε κείμενα του Βιτρούβιου, σε αρχιτεκτονικές πραγματείες των Αλμπέρτι και Σεμπαστιάνο Σέρλιο, στα κείμενα του Λορέντζο Γκιμπέρτι (Commentari) καθώς και σε άλλα γραπτά του Ραφαήλ και του Ντομένικο Γκιρλαντάιο, τα οποία όμως δεν έχουν καθοριστεί. Ανάμεσα σε άλλα έργα που βρίσκονταν στη διάθεσή του Βαζάρι, περιλαμβάνονται ο οδηγός του Φραντσέσκο Αλμπερτίνι για την πόλη της Φλωρεντίας, η αλληλογραφία του Πιέτρο Αρετίνο και άλλες ανώνυμες πηγές. Μία δεύτερη εμπλουτισμένη έκδοση του έργου ολοκληρώθηκε το 1568 και αυτή αποτέλεσε τη βάση όλων των μελλοντικών εκδόσεων και μεταφράσεων. Εκδόθηκε σε τρεις τόμους, σημαντικά πιο εκτεταμένη από την πρώτη έκδοση, περιέχοντας περισσότερες από 1500 σελίδες και περίπου 30 νέες βιογραφίες. Η δεύτερη έκδοση ανέφερε επίσης πρόσθετες πηγές, μεταξύ αυτών τα ιστορικά έργα του Παύλου Διάκονου (π. 720-799), τα χρονικά των Τζοβάνι και Ματέο Βιλάνι, καθώς και την προσωπική του αλληλογραφία. Σημαντική συμβολή στη δεύτερη αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη έκδοση είχε και ο Βιτσέντζο Μποργκίνι, ο οποίος συμβούλευσε τον Βαζάρι να μην περιοριστεί στις βιογραφικές πληροφορίες για κάθε καλλιτέχνη, αλλά να εστιάσει στο έργο τους και την αξία του.

Κριτική για το συγγραφικό έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι

Η έκδοσή του έργου θεωρήθηκε πολύ σημαντική στο σύνολο της Ευρώπης προκαλώντας τόσο τον άκριτο θαυμασμό όσο και την περιφρόνηση ή τα δυσμενή σχόλια από άλλους καλλιτέχνες της εποχής, μεταξύ αυτών και ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Ο Ελ Γκρέκο διαφώνησε με αρκετές από τις κριτικές τοποθετήσεις του Βαζάρι, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για το συγγραφέα των Βίων. Οι παρατηρήσεις του Θεοτοκόπουλου απηχούσαν τις απόψεις ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού κόσμου του 16ου αιώνα, καθώς έχουν διασωθεί και άλλα σχόλια καλλιτεχνών και φιλότεχνων με ανάλογο περιεχόμενο.

Τα υπόλοιπα γραπτά κείμενα του Βαζάρι θεωρούνται μικρότερης αξίας, ωστόσο παρέχουν αρκετές πληροφορίες σχετικά με το έργο του ίδιου, ειδικότερα η αλληλογραφία του, τμήματα της οποίας εμφανίζουν αξιόλογες λογοτεχνικές αρετές, ωστόσο κατά το μεγαλύτερο ποσοστό δεν έχει διασωθεί.

Κριτική για τον Τζόρτζιο Βαζάρι

Το έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι παρά τα κενά, τα λάθη, τη μέθοδο για την οποία μπορεί κανείς να έχει επιφυλάξεις, αποτελεί χωρίς καμιά αμφιβολία την απαρχή της επιστημονικής αντιμετώπισης των καλλιτεχνικών φαινομένων. Ο Τζόρτζιο Βαζάρι βλέπει στο σύνολο της την καλλιτεχνική δημιουργία της Ιταλίας, κάτι που δεν είχε επιχειρήσει κανείς στο παρελθόν.

Εκεί που η επιστημονική κριτική ελέγχει τον Τζόρτζιο Βαζάρι είναι κυρίως η επιφανειακή έρευνα των πηγών και το ότι οι χρονολογίες που δίνει είναι πολλές φορές λανθασμένες. Δεν είναι πάντα αντικειμενικός στις κρίσεις του αλλά δεν είναι και άδικος. όλα αυτά όμως δεν ανατρέπουν το γεγονός ότι ο Βαζάρι αποτελεί έναν μεγάλο πρωτοπόρο, που δημιουργεί τεράστιες προϋποθέσεις στην έρευνα και την κατανόηση τόσο των δημιουργών όσο και των δημιουργημάτων τους.

Στον Τζόρτζιο Βαζάρι αποκαλύπτεται για μια ακόμη φορά η οικουμενικότητα του αναγεννησιακού ανθρώπου. Ζωγράφος, αρχιτέκτονας, συγγραφέας, υπήρξε, με την παρότρυνση του Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, ο ιδρυτής της Φλωρεντινής Ακαδημίας, η οποία συμπεριέλαβε όλους τους καλλιτέχνες που εργάζονταν στη Φλωρεντία, διαχωρίζοντας για πρώτη φορά τους καλλιτέχνες από τους τεχνίτες. Αυτό συνέτεινε στην εξύψωση της θέσης τους και μέσα στα πλαίσια αυτού του διαχωρισμού εντάσσονται και οι Βίοι, που κατοχυρώνουν τη μοναδικότητα των δημιουργών της τέχνης, οι οποίοι συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της.

Τέλος του Τζόρτζιο Βαζάρι

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι πέθανε στη Φλωρεντία στις 27 Ιουνίου 1574, μόλις 2 μήνες μετά το θάνατο, στις 21 Απριλίου 1574, του δούκα Κόζιμο Α΄των Μεδίκων, του μεγάλου του πάτρωνα, στον οποίο είχε αφιερώσει και τις δύο εκδόσεις του έργου του.

Please follow and like us:
error0