Ο Άγιος Νικόλαος Λασιθίου (300π.Χ.-…)

Ο Άγιος Νικόλαος είναι η πρωτεύουσα του Νομού Λασιθίου και βρίσκεται στη βόρεια ακτογραμμή της Κρήτης, στη Δυτική πλευρά του κόλπου του Μιραμπέλλου. Η ονομασία του προήλθε από το βυζαντινό εκκλησάκι που βρίσκεται στον όρμο Αγίου Νικολάου. Παλαιότερα ονομαζόταν «Μαντράκι», καθώς υπήρχαν πολλές μάντρες με κατσίκια που ξεχειμώνιαζαν. Άλλη γνωστή ονομασία, που ακόμα χρησιμοποιούν οι κάτοικοι των γύρω χωριών, είναι «Γιαλός».

Ο Άγιος Νικόλαος
Η Λίμνη Βουλισμένη στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου

Η οικονομία της περιοχής βασίζεται στον τουρισμό, στην καλλιέργεια ελιάς και στη μη σταβλισμένη κτηνοτροφία. Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι 11.421 για την πόλη, 12.638 για την δημοτική ενότητα και 27.074 για τον διευρυμένο δήμο Αγίου Νικολάου. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης είναι οι πολλές παραλίες της, οι οποίες συχνά πιστοποιούνται για την καθαριότητα και τις παροχές τους.

Ο αρχαίος και ο βυζαντινός Άγιος Νικόλαος

Η σημερινή πόλη είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Λατούς προς Καμάρα, επίνειο της Λατούς Ετέρας (σημαντική ορεινή πόλη των Δωριέων, 3,5 χιλιόμετρα βόρεια της Κριτσάς). Οι δύο πόλεις αποτελούσαν μια διοικητική ενότητα τον 3ο π.Χ. αιώνα, λάτρευαν την ίδια θεότητα, την Ειλειθυία, προστάτιδα των τοκετών κι είχαν ενιαία νομίσματα που από το ένα μέρος εικόνιζαν την Ειλειθυία ή την Άρτεμη κι από το άλλο τον Ερμή με τη λέξη ΛΑΤΙΩΝ. Οι πολίτες της Λατούς προς Καμάρα ονόμαζαν τους εαυτούς τους Καμαρίτες.

Η Λατώ προς Καμάρα, ως λιμάνι, αναπτύχθηκε την περίοδο αυτή πληθυσμιακά και οικονομικά ενώ αντίθετα η Λατώ άρχισε να φθίνει. Από την περίοδο αυτή έχουν ανεβρεθεί αγάλματα, επιγραφές και πολλοί τάφοι στην περιοχή του ποταμού. Τα κτερίσματα των τάφων αρκετά από τα οποία είναι ενδιαφέροντα, εκτίθενται στο αρχαιολογικό Μουσείο.

Την πρώτη Βυζαντινή περίοδο εξακολουθούσε να υπάρχει ως αξιόλογη πόλη, η Επισκοπή Καμάρας, όπως αναφέρεται στο Συνέκδημο από τον Ιεροκλή.

Ο Άγιος Νικόλαος των Ενετών

Στις αρχές του 13ου αιώνα, ίσως το 1206, κατασκευάστηκε στο ύψωμα όπου σήμερα είναι η νομαρχία ένα φρούριο, πιθανόν από το Γενοβέζο Ενρίκο Πεσκατόρε. Το φρούριο ονομάστηκε Μιραμπέλλο και έδωσε το όνομά του στην επαρχία Μιραμπέλου και στον κόλπο. Το φρούριο καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό το 1303, αλλά οι Βενετοί το ανακατασκεύασαν. Το 1374 αναφέρεται ως Castro Mirabelli και διέθετε αποθήκη αλατιού από τις αλυκές της Ελούντας, το οποίο στη συνέχεια εξαγόταν στην Ευρώπη. Το φρούριο εγκαταλείφθηκε και έγινε αποθήκη όταν σταμάτησαν οι επαναστάσεις εναντίον των Βενετών.

Το φρούριο Μιραμπέλου καταστράφηκε το 1537 από Τούρκους πειρατές, αλλά ανακατασκευάστηκε σε σχέδιο του Μικέλε Σαμιτσέλι. Γύρω από το φρούριο αναπτύχθηκε οικισμός (βούργος). Στην απογραφή του Καστροφύλακα ο οικισμός αναφέρεται ως Mirabello proprio με 753 κατοίκους, κυρίως ψαράδες. Το 1630 αναφέρεται από τον Φραντσέσκο Μπαζιλικάτα ως Μιράμπελο Καστέλο και ότι στα ελληνικά ο οικισμός λεγόταν Βουλισμένη, από τη λίμνη.

Το 1646, κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κρητικού Πολέμου, ο φρούραρχος Κολονέλο Μπαλντέλα παρέδωσε αμέσως το φρούριο στους Τούρκους που το περικύκλωσαν. Αυτή η πράξη θεωρήθηκε προδοσία και ο Μπαλντέλα κρεμάστηκε. Οι Βενετοί ανακατέλαβαν το φρούριο, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να το κρατήσουν στην κατοχή τους το κατέστρεψαν, αφού το φρούριο της Σπιναλόγκας κάλυπτε τις ανάγκες τους.

Το 1671 αναφέρεται στην τουρκική απογραφή ως Nefs Meranblo με 42 χαράτσια, που σημαίνει ότι κατοικούνταν. Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 δεν αναφέρεται και η περιοχή ήταν ακατοίκητη. Όμως το λιμάνι χρησιμοποιούταν για την εξαγωγή προϊόντων της επαρχίας όπως χαρούπια. Το 1845 ο Victor Raulin αναφέρει ότι υπήρχαν τέσσερις εκκλησίες ερειπωμένες που χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες χαρουπιών.

Το Μαντράκι

Ο σύγχρονος οικισμός δημιουργήθηκε με την επανάσταση του 1866, από κατοίκους της Φουρνής, της Κριτσάς, του Ηρακλείου και των Σφακίων. Τα ερείπια του ενετικού φρουρίου χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικά υλικά των νέων κτιρίων. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην απογραφή του 1881, όταν είχε 87 Χριστιανούς και 8 Τούρκους κατοίκους. Αρχικά ονομαζόταν «Μαντράκι» αλλά πήρε το όνομα «Άγιος Νικόλαος» από το μικρό βυζαντινό εκκλησάκι του 9ου αιώνα που βρίσκεται στην χερσόνησο Αμμούδι, περίπου 2 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης. Το 1900 ο Άγιος Νικόλαος γίνεται η έδρα του Δήμου Κριτσάς. Το 1904 η έδρα του Δήμου Λασιθίου μετακινήθηκε από την Νεάπολη στον Άγιο Νικόλαο.

Η Λίμνη Βουλισμένη

H Λίμνη Βουλισμένη («Λίμνη» για τους Αγιονικολιώτες) είναι μια μικρή λιμνοθάλασσα στο κέντρο της πόλης. Η λίμνη συνδέεται με το λιμάνι της πόλης με ένα κανάλι που ανοίχθηκε το 1870. Πολλοί αρχαίοι μύθοι αναφέρουν τη Λίμνη, οι αρχαιότεροι από τους οποίους θέλουν τις θεές Αθηνά και Άρτεμη να λούζονται σε αυτή. Με τη Λίμνη συνδέονται δύο αστικοί μύθοι, ότι δεν υπάρχει πυθμένας, και ότι η Λίμνη συνδέεται με το ηφαίστειο της Σαντορίνης. Ο τελευταίος μύθος στηρίζεται στο ότι κατά την τελευταία έκρηξη του ηφαιστείου, τα νερά της Λίμνης φούσκωσαν και πλημμύρισαν τις γύρω από αυτήν αποθήκες. Στον πυθμένα της λίμνης υπάρχει πολεμικό υλικό που εγκαταλείφθηκε από τους Γερμανούς στρατιώτες προτού αποχωρήσουν στο τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιος_Νικόλαος_Λασιθίου

Τα Νεκυομαντεία

Τα Νεκυομαντεία είναι τα πιο γοητευτικά από τα ελληνικά μαντεία, αλλά και τα πιο απόμακρα. Πράγμα ασυνήθιστο για τα ελληνικά μαντεία, δεν χρηματοδοτούνταν τακτικά ούτε ελέγχονταν από παρακείμενες πόλεις, ούτε υποστηρίζονταν από προσοδοφόρα ιερά. Ενώ το μαντείο των Δελφών μας έχει αφήσει πολλές επιγραφές, από τις οποίες μπορεί να ανασυσταθεί η ιστορία του, είναι αξιοσημείωτο ότι ούτε μια επιγραφή δεν μπορεί να συνδεθεί με οποιοδήποτε νεκυομαντείο. Αυτό σημαίνει ότι οι ακριβείς θέσεις τους είναι δύσκολο να προσδιοριστούν με βεβαιότητα. Συνεπώς εξαρτιόμαστε για την κατανόηση των μαντείων αυτών κυρίως από το πιο ευφάνταστο είδος λογοτεχνίας: την επική και την τραγική ποίηση, που πλάθονται παράλληλα με την πορεία του μύθου μέσα στους αιώνες, και την πεζογραφία, που εμποτίζεται συχνά από τα εκφραστικά μέσα της λαϊκής αφήγησης.

Τα Νεκυομαντεία
Ο Αχέροντας

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν διάφορους όρους για τα νεκυομαντεία. Εκτός από τον όρο νεκυομαντείον, τα μαντεία ήταν επίσης γνωστά και ως ψυχαγωγεία, ψυχομαντεία, ψυχοπομπεία ή νεκτώρια. Οι λεπτές διαφορές των όρων αυτών διακρίνονται από τις ετυμολογίες τους, αλλά χρησιμοποιούνταν ως συνώνυμα.

Τα Νεκυομαντεία στον ελληνικό κόσμο

Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε πόσα νεκυομαντεία υπήρχαν στον ελληνικό κόσμο. Κάθε πόλη είχε τη δική της είσοδο στον Κάτω Κόσμο, που βρισκόταν σε μια παρακείμενη σπηλιά ή λίμνη και ήταν πιθανό ότι κάποια από αυτές θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί ως νεκυομαντείο στο πέρασμα του χρόνου. Παρ’ όλ’ αυτά οι τέσσερις προαναφερθέντες όροι φαίνεται ότι είχαν χρησιμοποιηθεί συγκεκριμένα για τέσσερις τοποθεσίες: τον Αχέροντα στη Θεσπρωτία, τη λίμνη Άορνο στην Καμπανία, την Ηράκλεια Ποντική στη νότια ακτή της Μαύρης Θάλασσας και στο Ταίναρο στην άκρη της Μάνης στην Πελοπόννησο. Σε αυτές λοιπόν τις τοποθεσίες πρέπει να βασιστούν οι ιστορικοί και αρχαιολόγοι για την κατανόηση του φαινομένου. Τα νεκυομαντεία της Ηράκλειας και του Ταίναρου πρέπει να έχουν βασιστεί σε σπήλαια που τροποποιήθηκαν με χρήση εργαλείων ή τοιχοποιία, ενώ τα νεκυομαντεία του Αχέροντα και της λίμνης Άορνο βασίστηκαν, πιθανόν, σε απλούς περιβόλους, δίπλα σε λίμνες.

Η ίδρυση του σπηλαιομαντείου της Ηράκλειας ακολούθησε τη θεμελίωση της πόλης των Μεγαρέων, το περίπου το 560π.Χ., στην οποία θεωρείται ότι έδωσε το όνομα της. Λέγεται ότι ο Ηρακλής είχε σύρει τον Κέρβερο από την τρύπα όπου βρισκόταν και τότε το θηρίο, τρομαγμένο από το φως της ημέρας, με το οποίο δεν ήταν εξοικειωμένο, έκανε εμετό πάνω σε ένα αβλαβές φυτό και το μετέτρεψε σε θανατηφόρο ακόνιτο, για το οποίο ήταν φημισμένη η περιοχή.

Μόνο μια υποθετική ιστορική μαρτυρία περί του μαντείου αυτού έχει καταγραφεί και βρίσκεται στο γενικότερο πλαίσιο της τραγικής ιστορίας του Σπαρτιάτη Παυσανία, όπως την αναφέρει ο Πλούταρχος, που εκτυλίχθηκε περίπου το 479-7π.Χ. Ο νικητής των Περσών εισβολέων στις Πλαταιές άρχισε να φέρεται τυραννικά από τότε που οδηγώντας τον ελληνικό στόλο στο Βυζάντιο -πλούσια σε εφόδια και ισχυρότατη περσική βάση- κατέλαβε εύκολα την απροετοίμαστη πόλη. Αποφάσισε να βιάσει μια παρθένα της περιοχής, την Κλεονίκη, αλλά στην πορεία την σκότωσε τυχαία. Το φάντασμα της τον κατεδίωκε στα όνειρα του. «Επειδή το φάντασμα της Κλεονίκης δεν τον άφηνε ήσυχο, ο Παυσανίας έπλευσε στο ψυχοπομπείο στην Ηράκλεια, όπου έκανε εξευμενιστικές θυσίες και σπονδές. Είδε ένα όραμα που του έλεγε ότι θα απαλλασσόταν από τα βάσανά του όσο βρισκόταν στη Σπάρτη. Με την άφιξη του εκεί πέθανε.»

Τα φαντάσματα βαρύνουν πολύ στην παράδοση που σχετίζεται με τον Παυσανία, που ήταν να γίνει και εκείνος φάντασμα, όταν οι Σπαρτιάτες σύντροφοι του τον έχτισαν στο ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Δυστυχώς, η ιστορία της Κλεονίκης, ιστορική ή όχι, δε μας δίνει ουσιαστικά στοιχεία για τη τελετουργικό πληροφόρησης στο μαντείο. Παρ’ όλ’ αυτά άλλες λογοτεχνικές αναφορές ταυτίζουν το μαντείο με μια σκαμμένη εν μέρει σπηλιά πάνω από τον ποταμό Αχέροντα στη χερσόνησο της Ηράκλειας, που τώρα λέγεται Μπαμπά Μπουρνού. Εκεί πρέπει να κατεβεί κάποιος μια περιστροφική σκάλα που οδηγεί σε μια σχεδόν τετράγωνη κύρια αίθουσα, 45 επί 20 μέτρα, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας είναι πλημμυρισμένο. Κολόνες από λειασμένο βράχο στηρίζουν την οροφή.

Η ύπαρξη του νεκυομαντείου του Αχέροντα στη Θεσπρωτία συμπεραίνεται από το ενδέκατο βιβλίο της Οδύσσειας του Ομήρου, Νέκυια, στο οποίο ο Οδυσσέας έρχεται στον Αχέροντα για να συμβουλευτεί το φάντασμα του Τειρεσία. Όπως και με την Ηράκλεια, μόνο μία υποτιθέμενη ιστορική αναφορά παροχής συμβουλών ταυτίζεται με τον Αχέροντα. Αυτή είναι η μνημονευόμενη από τον Ηρόδοτο ιστορία του Περίανδρου, του τυράννου της Κορίνθου κατά το 7ο αιώνα π.Χ., και της συζύγου του Μέλισσας. Την είχε σκοτώσει τυχαία και εκείνη είχε πάρει στον τάφο το μυστικό κάποιου θαμμένου θησαυρού. «Έστειλε σε αυτήν, τη Θεσπρωτία, στον Αχέροντα ποταμό, στο νεκυομαντείο, απεσταλμένους για το ζήτημα της περιουσίας ενός φιλοξενούμενου. Η Μέλισσα εμφανίστηκε και είπε ότι ούτε θα υποδείκνυε ούτε θα έλεγε που βρισκόταν ο θησαυρός, γιατί ήταν κρύα και γυμνή. Τα ρούχα με τα οποία θάφτηκε της ήταν άχρηστα γιατί δεν είχαν καεί. Η μαρτυρία για την αλήθεια των ισχυρισμών αυτών ήταν το γεγονός ότι ο Περίανδρος είχε ρίξει τα καρβέλια του σε έναν κρύο φούρνο. Το σημάδι ήταν απόδειξη: είχε έρθει σε ερωτική επαφή με το πτώμα της Μέλισσας». Ο Περίανδρος μετά ξεγύμνωσε δημοσίως τις καλές κυρίες της Κορίνθου και θυσίασε τα ρούχα τους στη Μέλισσα, οπότε του εκμυστηρεύτηκε που είχε θάψει το θησαυρό. Όμως, η αφήγηση αυτή είναι εμπλουτισμένη σε μεγάλο βαθμό με πολλά μυθικά στοιχεία. Παρόμοια θέματα συναντώνται, στις παραδόσεις για το βασιλιά Ηρώδη και τη σύζυγό του Μαριάμ, της οποίας το σώμα συντηρούσε σε μέλι, συνεχίζοντας να κάνει έρωτα με αυτό. Το απογοητευτικό είναι ότι δε μας λέει τίποτα για το μηχανισμό συμβουλευτικής στον Αχέροντα.

Ο Κάτω Κόσμος του Δάκαρη

Η ιστορία του νεκυομαντείου του Αχέροντα συνδέεται με τον αρχαιολόγο Σωτήριο Δάκαρη, ο οποίος πίστευε ότι βρήκε την τοποθεσία στα ελληνιστικά ερείπια κάτω από το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Μεσοπόταμο, που δεσπόζει στη συμβολή των ποταμών Αχέροντα και Κωκυτού. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της τοποθεσίας εκεί είναι μια περίπλοκη, υπόγεια, τοξωτή «κρύπτη» -ο ίδιος «ο Κάτω Κόσμος»- όπως πίστευε. Πάνω από αυτή υπάρχει μια τετράγωνη κατασκευή με τοίχους πάνω από 3μ πάχος. Εδώ οι προσφεύγοντες συναντούσαν φαντάσματα ή δυνάμεις του Κάτω Κόσμου που είχαν τη μορφή κουκλών, που τις κουνούσαν με βαρούλκα οι ιερείς από μυστικές κοιλότητες, οι οποίες υπήρχαν μέσα στους τοίχους. Η αίσθηση επαφής με φαντάσματα ενισχυόταν περαιτέρω από την κατανάλωση υποτιθέμενων παραισθησιογόνων λούπινων και φασολιών, τα απανθρακωμένα απομεινάρια των οποίων βρέθηκαν στο οικοδόμημα. Το 1981 ένας Γερμανός λόγιος απέδειξε ότι οι μηχανισμοί αναστολέα που υποθετικά ανήκαν στα βαρούλκα του Δάκαρη, ανήκαν μάλλον σε καταπέλτες στρέψεως. Κατέστη σαφές ότι η τετράγωνη κατασκευή ήταν ένα αμυντικό καταφύγιο και η κρύπτη του απλώς ένα κελάρι. Το κτίριο αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν ένα νεκυομαντείο αλλά μια οχυρωμένη αγροικία κοινού ελληνιστικού τύπου. Εγκαταλείπουμε, λοιπόν, τη συναρπαστική υπόθεση του Δάκαρη. Ωστόσο, πρέπει να του είμαστε ευγνώμονες για την πρόκληση του ενδιαφέροντος για τα νεκυομαντεία.

Κατά τη γνώμη του Δάκαρη το νεκυομαντείο του Αχέροντα συνδεόταν αναπόσπαστα με κάποιο είδος σπηλιάς, μολονότι ήταν κατασκευασμένη, όπως στην περίπτωση της Ηράκλειας. Επί πλέον, η διαδικασία παροχής συμβουλών ήταν μια περίτεχνα θεατρική υπόθεση και, τουλάχιστον, ως ένα βαθμό, στηριζόταν στην εξαπάτηση των ατόμων που προσέφευγαν στο μαντείο από δόλιους ιερείς. Με την απώλεια της τοποθεσίας χάνουμε, όμως, και όλες αυτές τις υποθέσεις.

Τα Νεκυομαντεία στον Όμηρο και τον Αισχύλο

Στις φιλολογικές πηγές δεν γίνεται καμιά αναφορά σε σπηλιά. Μάλλον το μαντείο τοποθετούνταν στην περιοχή μιας λίμνης. Ο ομηρικός Οδυσσέας πραγματοποιεί την τελετουργία του δίπλα στο ποτάμι, ίσως στο βράχο που βρισκόταν στη συμβολή των ποταμών.

Στην τραγωδία του Αισχύλου Ψυχαγωγοί ξαναγράφτηκε η ιστορία της Νέκυιας. Εδώ οι ψυχαγωγοί συμβουλεύουν τον Οδυσσέα: «Έλα τώρα, ξένε, στάσου στο χλοερό ιερό περίβολο της φοβερής λίμνης. Κόψε το λαρύγγι του σφαγίου και άφησε το αίμα του να κυλήσει μέσα στα ζοφερά βάθη των καλαμιών, για να το πιουν οι νεκροί. Κάλεσε την πανάρχαια γη και τον χθόνιο Ερμή, το συνοδό των νεκρών, και ζήτα από το χθόνιο Δία να ανεβάσει το πλήθος των νυκτοβατών από την εκβολή του ποταμού, έξω από την κοίτη του οποίου κυλά μελαγχολικά το ακατάλληλο για καθαρμό νερό που ανεβαίνει από τις πηγές της Στύγας». Στην πραγματικότητα ο Οδυσσέας στέκεται σε ένα σημείο δίπλα στη λίμνη και χύνει το αίμα από το λαιμό του θυσιαστικού προβάτου κατ’ ευθείαν μέσα στη λίμνη, από την οποία θα αναδυθούν τα φαντάσματα.

Ο Όμηρος και ο Αισχύλος μας δίνουν κάποιες ενδείξεις του χθόνιου τελετουργικού που ακολουθούσε κάποιος πριν πάρει τις συμβουλές από τους νεκρούς.

Τα φαντάσματα σε νεκυομαντείο

Πώς γινόταν η συνάντηση με τα φαντάσματα στο νεκυομαντείο; Μόνο ο Κράντωρ από τους Σόλους (Κύπρος) μας βοηθάει σε αυτό το ερώτημα, με την παραβολή του για τον Ελύσιο της Τερίνας (νότια Ιταλία). Ο Ελύσιος υποπτευόταν ότι ο νεκρός γιος του, ο Εύθινος, είχε δολοφονηθεί. Επειδή δεν μπορούσε να βρει άκρη πήγε σε κάποιο ψυχομαντείο. Έκανε τις συνηθισμένες προκαταρκτικές θυσίες, πήγε για ύπνο και είδε το ακόλουθο όραμα. Ο ίδιος ο πατέρας του φαινόταν να στέκεται δίπλα του. Του είπαν του Ελύσιου ότι η μοίρα είχε πάρει τον Εύθινο από αυτόν για το καλό όλων. Υποτίθεται ότι θα γινόταν κακός αν συνέχιζε αν ζει. Αν ο Κράντωρ είχε κάποιο συγκεκριμένο νεκυομαντείο κατά νου όταν έγραφε, πιθανόν, να ήταν το Άορνο, με δεδομένο το ιταλικό πλαίσιο. Αλλά το σημαντικό στοιχείο εδώ είναι ο υπαινιγμός ότι κάποιος συμβουλευόταν το νεκυομαντείο μετά από κάποια προετοιμασία, δηλαδή πηγαίνοντας για ύπνο και συναντώντας τα φαντάσματα σε όνειρα. Οι αυθόρμητες επισκέψεις από φαντάσματα γίνονταν συνήθως στα όνειρα, όπως στην περίπτωση του Παυσανία και της Κλεονίκης. Ο Ύπνος και ο Θάνατος ήταν αδέλφια: «Η νύχτα γέννησε τη μισητή Καταδίκη και τη Μαύρη Μοίρα και το Θάνατο, και γέννησε τον Ύπνο και τη φυλή των Ονείρων» (Θεογονία,Ησίοδος).

Πολυάριθμα αγγεία απεικονίζουν την περίφημη σκηνή της Ιλιάδας κατά την οποία το ζεύγος των Ύπνων μεταφέρει το νεκρό Σαρπηδόνα από το πεδίο της μάχης: παρουσιάζονται σαν ταυτόσημοι δίδυμοι. Και έτσι ήταν, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι κατά τον ύπνο κάποιος πλησίαζε την κατάσταση του θανάτου και έμπαινε σε μια κατάσταση κατά την οποία μπορούσε εύκολα να επικοινωνήσει με τους νεκρούς.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Καρδίτσα (6000π.Χ.-…)

Η Καρδίτσα είναι πόλη της Θεσσαλίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης  Περιφερειακής Ενότητας (τέως Νομού Καρδίτσας -και παλαιότερα Θεσσαλιώτιδας) και έδρα του δήμου Καρδίτσας και της Ιεράς μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Θεσσαλικού κάμπου. Διακρίνεται για τα πολλά παραδοσιακά πέτρινα αρχοντικά, τις πλατείες και τους πεζόδρομους. Σε απόσταση 10km απ’ τις υπώρειες της Πίνδου και σε υψόμετρο 110μ. χτισμένη δίπλα σε παραπόταμο του Πηνειού η γεωγραφική της θέση, στην καρδιά της ηπειρωτικής Ελλάδας της προσέδωσε ίσως και το όνομα. Κατά την απογραφή του 2011 η Δημοτική ενότητα Καρδίτσας είχε πληθυσμό 44.002 μόνιμους κατοίκους, ενώ η πόλη της Καρδίτσας είχε 38.554 κατοίκους.

Η Καρδίτσα
Η Λίμνη Πλαστήρα

Το όνομα της Καρδίτσας

Οι εκδοχές για την ετυμολογία του ονόματος της Καρδίτσας είναι πολλές. Μία από αυτές, που καταγράφεται στο έργο του Λάμπρου Καταφυγιώτη «Ιστορία της Θεσσαλίας και οι Θεσσαλοί αγρόται» καθώς και στο βιβλίο του Α.Γ. Σαμαρόπουλου «Οδηγός του Νομού Καρδίτσας» αναφέρει ότι η πόλη έλαβε την ονομασία Καρδίτσα επειδή βρίσκεται στο κέντρο (στην καρδιά) του κάμπου και των Αγράφων –ότι δηλαδή η ονομασία της πόλης προέρχεται από τη λέξη καρδιά. Μια δεύτερη εξήγηση απομακρύνεται κατά πολύ από την έννοια της καρδιάς και συνδέει την πόλη με το βαμβάκι. Υποστηρίζεται δηλαδή πως η πόλη πήρε το όνομά της από τη λέξη καρυδίτσα. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, που καταγράφεται από τον Χαρ. Θ. Μηχιώτη, η ονομασία της Καρδίτσας προήλθε από τις καρυδίτσες του βαμβακιού (δηλ. βαμβακοκαρυδίτσα>Καρδίτσα) και ότι αυτό έγινε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει και η άποψη που διατύπωσε ο Γ.Κ. Δελόπουλος σύμφωνα με την οποία ρίζα της λέξης Καρδίτσα είναι η παλιά σλαβική λέξη «Grad» που σημαίνει «πόλη» και απαντά ως δεύτερο συνθετικό στις ονομασίες πολλών πόλεων των σλαβικών χωρών, όπως το Πέτρογκραντ, το Λένινγκραντ κ.α. Η ίδια λέξη περνώντας νοτιότερα, αλλοιώθηκε και στην ελληνική γλώσσα από γκραντ έγινε γραδ (π.χ. Βελιγράδι). Με την πάροδο των χρόνων υπέστη άλλη μια φωνητική μεταβολή, αρκετά συνηθισμένη στη νεοελληνική γλώσσα και από γραδ έγινε γαρδ ή γκαρδ. Σύμφωνα λοιπόν με την εξήγηση αυτή, την οποία υποστηρίζουν και πάρα πολλοί ξένοι ερευνητές, το όνομα Καρδίτσα προέρχεται από τη λέξη Grad (δηλαδή το Grad έγινε γκαρδ και το γκαρδ με τη σειρά του έγινε Γκαρδίτσα, απ’ όπου και Καρδίτσα).

Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε και άλλες πιθανές εκδοχές που αφορούν στην προέλευση του ονόματος της Καρδίτσας. Όπως αναφέρει ο Φαίδων Μαλιγκούδης, σε ένα λειτουργικό χειρόγραφο βιβλίο (Πρόθεσις) της Μονής Βαρλαάμ από το έτος 1613 αναφέρονται τα ονόματα κατοίκων από γειτονικούς θεσσαλικούς οικισμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η Καρδίτσα. Η αναφορά αυτή είναι η αρχαιότερη μνεία που θα συναντήσει κανείς στις ελληνόγλωσσες ιστορικές πηγές για τη θεσσαλική αυτή πόλη.

Η ιστορία της Καρδίτσας

Η Καρδίτσα κατά την αρχαιότητα

Έχοντας κομβική γεωγραφική θέση στην ευρύτερη περιοχή, ο νομός Καρδίτσας, αποτέλεσε σταυροδρόμι διαφορετικών λαών και πολιτισμών. Ευρήματα μαρτυρούν την ανθρώπινη παρουσία από τα 6000 π.χ. Η περιοχή αποτέλεσε τμήμα της αρχαίας Θεσσαλιώτιδας μαζί με τις περιοχές της Φθιώτιδας, της Ιστιαιώτιδας και της Πελασγιώτιδας, την Θεσσαλική Τετράδα, μια πρώτης μορφής συμμαχία. Αναφορά στην περιοχή γίνεται και από τον Όμηρο, στην Ιλιάδα, όπου τρεις πόλεις (Ιθώμη, Τιτάνιο και Αστέριο) συμμετείχαν με πλοία τους στον Τρωικό πόλεμο.
Οι παλαιότερες θέσεις κατοίκησης έχουν επισημανθεί στις πεδινές περιοχές του νομού. Εκεί η εύφορη γη με τα άφθονα νερά ευνοούσε την εγκατάσταση, όπως το Καρποχώρι, η Σικυώνα, η Μύρινα, η Μαγούλα, η Μαγουλίτσα, ο Πρόδρομος, όπου εντοπίστηκαν δείγματα κεραμικής της 6ης χιλιετίας π.Χ. Χαρακτηριστικό είναι το πήλινο ομοίωμα σπιτιού, με θαυμάσια γραπτή διακόσμηση, που βρέθηκε στο νεολιθικό οικισμό Μύρινα, με άνοιγμα στη στέγη για την εστία και στο δάπεδο δύο τρύπες, προφανώς για τους κίονες.
Από τις αρχαιότερες πόλεις, η Άρνη, υπήρξε έδρα των Βοιωτών πριν από την εγκατάσταση των Θεσσαλών, δηλαδή πριν από το 1900 π.Χ. Άρνη ήταν η κόρη του Αίολου και μητέρα του γενάρχη Βοιωτού.
Στα Ιστορικά Χρόνια η πόλη μετονομάστηκε Κιέριο. Σύμφωνα με τις επιγραφές ταυτίζεται με την αρχαία θέση «Ογλά», δυτικά από το χωριό Πύργος Κιερίου, πολύ κοντά στον Κουάριο ή Κουράλιο ποταμό (Σοφαδίτικο). Σώζονται ερείπια από τα ισχυρά τείχη και από άλλα κτίσματα.

Η Άρνη τοποθετείται στη θέση «Μακριά Μαγούλα». Το Κιέριο ήταν μια από τις τρεις σημαντικές πόλεις του σημερινού νομού (οι άλλες δυο ήταν η Μητρόπολη και οι Γόμφοι) και χαρακτηρίζεται πρώτη πρωτεύουσα της Θεσσαλιώτιδας, στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Τότε κόπηκαν και τα πρώτα χάλκινα και αργυρά νομίσματα. Εικονίζει το Δία και την Άρνη, κοριτσάκι να παίζει γονατιστή αστραγάλους. Στα ασημένια εικονίζεται και ο Ασκληπιός, η λατρεία του οποίου έχει τις ρίζες στη Θεσσαλία. Στην πόλη λάτρευαν και τον Ποσειδώνα Κουέριο, επίθετο που συσχετίζει το θεό με το ποτάμι, το νερό και τις πηγές. Επιγραφές σώζουν πληροφορίες για επιφανείς Κιέριους που έγιναν ταγοί, στρατηγοί, γραμματείς του Κοινού των Θεσσαλών, ιερομνήμονες στους Δελφούς, πρόξενοι σε άλλες θεσσαλικές πόλεις, και νίκησαν σε αγώνες. Μια επιγραφή του 1ου αιώνα π.Χ. αναφέρεται σε δικαστική απόφαση του Κοινού των Θεσσαλών, όπου δικαιώθηκε το Κιέριο, σε εδαφική διαφορά με τη Μητρόπολη.

Η Μητρόπολη βρισκόταν στη θέση του σημερινού ομώνυμου χωριού και έχει εντοπιστεί από ενεπίγραφο γωνιόλιθο σε σπίτι. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές δημιουργήθηκε με το συνοικισμό τριών μικρών οικισμών. Η πρώτη αναφορά στην πόλη διασώθηκε σε επιγραφή των Δελφών του 360 π.Χ. όπου η πόλη συμμετείχε στην ανακατασκευή του ναού του Απόλλλωνα με το σεβαστό ποσό των 120 δρχ. Αργότερα συνοικίστηκαν άλλες γειτονικές πόλεις στη Μητρόπολη, όπως το Ονθύριο, οι Πολίχνες και η Ιθώμη, που είχε πάρει μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με τους βασιλείς της Τρίκκης, Ποδαλείριο και Μαχάονα, τους γιους του Ασκληπιού. Τα παλαιότερα αργυρό νομίσματα της Μητρόπολης χρονολογούνται στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. και στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. κόπηκαν χάλκινα νομίσματα με την Αφροδίτη – κύρια θεότητα – ή το περιστέρι, σύμβολο της θεάς. Στη Μητρόπολη λατρεύονταν επίσης ο Δίας, ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας, ο Διόνυσος και οι Μοίρες.

Στη θέση «Επισκοπή», στην αριστερή όχθη του ποταμού Πάμισου, κοντά στο Μουζάκι, έχουν επισημανθεί τα ερείπια της αρχαίας πόλης Γόμφοι. Λείψανα από τα ισχυρό τείχη της έχουν επισημανθεί στην κορυφή του λόφου στα βόρεια της πόλης. Στα χρόνια του Φιλίππου Β’ είχε μετονομαστεί σε Φιλιππόπολη. Τότε, γύρω στα 340 π.Χ., έκοψε τα πρώτα αργυρά νομίσματα και αργότερα χάλκινα, με το όνομα Γόμφοι. Εδώ λάτρευαν το Δία Ακραίο – συναντάται και με το επίθετο Παλάμνιος – και το Διόνυσο Κάρπιο. Το 198 π.Χ. οι Γόμφοι περιέρχονται στο βασίλειο της Αθαμανίας, του Αμύνανδρου.

Οι Αθαμάνες της Καρδίτσας

Η Αθαμανία ήταν η περιοχή της κεντρικής Πίνδου που διαρρέεται από τον Άνω Αχελώο, τον αρχαίο Ίναχο. Περιελάμβανε το νοτιοανατολικό τμήμα της Ηπείρου και το δυτικό ορεινό τμήμα της Θεσσαλίας. Αθαμάνες και Μολοσσοί αποκαλούνται λαοί της Ηπείρου από το Στράβωνα.

Η ορεινή περιοχή του νομού Καρδίτσας, όπου βρίσκονται τα χωριά της Αργιθέας, αποτελούσαν στην αρχαιότητα τμήμα της Αθαμανίας. Οι Αθαμάνες ήταν ένα από τα ελληνικά φύλα που εγκαταστάθηκαν εδώ τη 2η χιλιετία π.Χ. και πήραν μέρος στις μετακινήσεις των Ελλήνων στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ. ως τον 9ο αιώνα π.Χ. Γενάρχης τους, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Απολλόδωρου, ήταν ο Αθάμας, βασιλιάς της Βοιωτίας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στις πλαγιές της Πίνδου μετά από περιπλανήσεις και «φιλοξενήθηκε» από άγρια ζώα. Διώχθηκε από την πατρίδα του επειδή είχε σκοτώσει το γιο του – με την Ινώ – Λέαρχο.
Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. οι Αθαμάνες ήταν φίλοι των Λακεδαιμονίων, ενώ το 395 π.Χ. συμμετείχαν στη συμμαχία Αθηναίων, Βοιωτών, Θεσσαλών και άλλων.
Το 375 π.Χ. συμμετείχαν στη Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία και στον Γ’ Ιερό πόλεμο, το 355 π.Χ., συμμάχησαν με Θεσσαλούς, Μακεδόνες και άλλους Έλληνες εναντίον των Φωκέων. Γνωστοί βασιλείς των Αθαμάνων υπήρξαν ο Θεόδωρος και ο Αμύνανδρος. Στα χρόνια που κυβέρνησε ο Αμύνανδρος, η Αθαμανία υπήρξε σημαντικός πολιτικός και στρατιωτικός παράγων, λόγω της θέσης της ανάμεσα στην Αιτωλία και τη Μακεδονία.
Στα 198 – 191 π.Χ. τα όριά της είχαν επεκταθεί ανατολικά σε αρκετές θεσσαλικές πόλεις, την Τρίκκη, τη Φαλώρεια, το Αιγίνιο, τις οποίες ο Αμύνανδρος είχε αποσπάσει από το Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας. Στην κρίσιμη για την ιστορία του έθνους μας μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ., Μολοσσοί και Αθαμάνες τάχθηκαν στο πλευρό του Μακεδόνα Περσέα, σε μια τελευταία προσπάθεια να αντισταθούν στους Ρωμαίους.
Οι Έλληνες έχασαν τη μάχη και ο νικητής Αιμίλιος Παύλος επιδόθηκε σε λεηλασίες και καταστροφές. Αργότερα, το 48 π.Χ., τις διαφορές Πομπηίου Καίσαρα στο ρωμαϊκό εμφύλιο πλήρωσαν οι Γόμφοι με λεηλασία, καταστροφές και θανατώσεις πολιτών.

Επιγραφή του 165 π.Χ., που βρέθηκε στους Δελφούς, αναφέρεται στο Κοινό των Αθαμάνων, το οποίο κράτησε τουλάχιστον ως το 80 π.Χ., σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε στη Λάρισα. Πρωτεύουσα των Αθαμάνων ήταν η Αργιθέα. Λείψανα έχουν εντοπιστεί κοντά στο ομώνυμο χωριό. Άλλες σπουδαίες πόλεις ήταν η Θευδορία ή Θεοδωρία (Θεοδωριανά Άρτας), η Τετραφυλία στην κοιλάδα του Αχελώου, η Ηράκλεια (Βουλγαρέλι ή Δροσοπηγή Άρτας), η Χαλκίδα (Χαλίκι Τρικάλων), το Πότναιο ή Πότνειο (στην περιοχή της Ελάτης Τρικάλων).

Ο Χριστιανισμός στην Καρδίτσα

Ο χριστιανισμός επικράτησε νωρίς στην Καρδίτσα και το πανθεσσαλικό ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς, «παρά τον Κουράλιον», μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία. Ανακαλύφθηκαν λείψανα παλαιοχριστιανικής βασιλικής (5ου αιώνα), ρωμαϊκό ή παλαιοχριστιανικό ψηφιδωτό δάπεδο και χριστιανικοί τάφοι μεταγενέστεροι της βασιλικής.
Οι Γόμφοι και η Μητρόπολη ήταν από τις σημαντικότερες πόλεις της Θεσσαλίας και ο Ιουστινιανός (527-565) ανακαίνισε την οχύρωση.
Κατά την Βυζαντινή περίοδο η Καρδίτσα γνώρισε αλλεπάλληλες εισβολές από Σλάβους, Βλάχους, Καταλανούς. Εξαιρετικό βυζαντινό μνημείο στην περιοχή, το κάστρο του Φαναρίου δεσπόζει στις παρυφές των Αγράφων αγναντεύοντας τον Θεσσαλικό κάμπο.

Η Καρδίτσα κατά την Τουρκοκρατία

Ευτυχές γεγονός για τους ιστορικούς και τους σημερινούς επισκέπτες είναι η διατήρηση πολλών εκκλησιών και μοναστηριών όπως η Μονή Παναγίας Πελεκητής και η Μονή Κορώνης στην περιοχή λίμνης Ν. Πλαστήρα, η Μονή Σπηλιάς στην Αργιθέα, η Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ρεντίνα, κομμάτια ζωντανής ιστορίας που παρέμειναν αναλλοίωτα στο χρόνο. Όταν κατέλαβαν το νομό οι Τούρκοι στα 1420, οι κάτοικοι αποσύρθηκαν στις δυσπρόσιτες πλαγιές των Αγράφων, εξασφαλίζοντας την ελευθερία τους. Οι κατακτητές αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν προνόμια, τα οποία ανανεώθηκαν με τη συνθήκη του Ταμασίου, το 1525 – αφού δεν κατάφεραν να υποτάξουν τους κατοίκους. Με τη συνθήκη απαγορευόταν η εγκατάσταση Τούρκων στην περιοχή. Έτσι λειτούργησαν ονομαστές σχολές, όπως των Βραγκιανών, όπου δίδαξε ο Ευγένιος Γιαννούλης και φοίτησε ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Βραγκιανός δάσκαλος του Γένους Αναστάσιος Γόρδιος.
Γνωστή ήταν και η σχολή Φουρνά, με αξιόλογο εργαστήρι αγιογραφίας, όπως δείχνουν οι κατάγραφες εκκλησίες των Αγράφων.
Η περιοχή των Αγράφων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κράτησε άσβεστο τον πνευματικό και θρησκευτικό λίκνο του Ελληνισμού, με τις ξακουστές της σχολές. Σημαντική ήταν η συνεισφορά του ντόπιου στοιχείου σ΄ όλους τους αγώνες της ελληνικής ιστορίας. Ο Καραϊσκάκης, ο Κατσαντώνης, ο Δίπλας, οι Μπουκουβαλαίοι κ.ά. μεγάλωσαν ή έδρασαν στην περιοχή βοηθώντας στην απελευθέρωσή της από τον Τουρκικό ζυγό.

Οι Αγραφιώτες έδωσαν πρώτοι το σύνθημα της εξέγερσης το 1854 και η επανάσταση εξαπλώθηκε σε όλη τη Θεσσαλία. Μεγάλη μορφή του αγώνα υπήρξε ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος. Παρά την εξάπλωση της επανάστασης και τις πρώτες νίκες, οι Έλληνες έχασαν ακόμα μια ευκαιρία να επεκτείνουν το κράτος, εξαιτίας της στάσης της Αγγλίας και της Γαλλίας, που υποστήριξαν ανεπιφύλακτα την Τουρκία και άσκησαν πίεση στην ελληνική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των στρατευμάτων και την ήττα της 6ης Ιουνίου 1854.
Τελικά η απελευθέρωσή της από τον Τουρκικό ζυγό, ήρθε  στα 1881.

Τα χρόνια που ακολούθησαν την απελευθέρωση χαρακτηρίζονται από την ανασυγκρότηση του τόπου και τον αγώνα για πρόοδο. Γνωστοί είναι άλλωστε και οι αγώνες των αγροτών για τη δίκαιη ανακατανομή της γης με αποκορύφωμα την εξέγερση στο Κιλελέρ (6-3-1910).

Η Καρδίτσα στην κατοχή

Η περίοδος της Ιταλογερμανικής κατοχής ανέκοψε την πορεία προόδου που παρουσιάστηκε κατά το μεσοπόλεμο. Σημαντικός παράγοντας στον απελευθερωτικό αγώνα κατά του Άξονα ήταν η μαζική συμμετοχή του πληθυσμού στην Αντίσταση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: το συμμαχικό αεροδρόμιο που λειτουργούσε στο οροπέδιο της Νεβρόπολης (η σημερινή λίμνη Ν. Πλαστήρα), στα Άγραφα ήταν το αρχηγείο του Ε.Λ.Α.Σ..Στο χωριό Κορυσχάδες ήταν η έδρα της Προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης του βουνού.

Η Καρδίτσα ελεύθερη

Την 12 Μαρτίου του 1943 η Καρδίτσα γίνεται η πρώτη ελεύθερη πόλη της σκλαβωμένης Ευρώπης, όταν οι αγωνιστές του Ε.Λ.Α.Σ., μετά την φυγή των Ιταλών στα Τρίκαλα, μπήκαν με σχηματισμό και βήμα παρέλασης στην πόλη.

Από το 1944 η Καρδίτσα ανακηρύσσεται σε νομό και παύει να υφίσταται ως επαρχία Τρικάλων.

Πηγή: https://karditsas.blogspot.com/p/blog-page_30.html

Πηγή: https://www.karditsanews.gr

Η Καστοριά (6000π.Χ.-…)

Η Καστοριά είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Καστοριάς και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς στην δυτική Μακεδονία. Ο πραγματικός πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 13.387 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Είναι χτισμένη πάνω σε χερσόνησο της λίμνης Ορεστιάδας, σε υψόμετρο 703 m από την επιφάνεια της θάλασσας, ανάμεσα στα βουνά Βίτσι και Γράμμο. Περιβάλλεται από τη λίμνη της και συνδέεται με την ξηρά μέσω μιας ευρύτερης λωρίδας γης από επιχωματώσεις, δίνοντας την εντύπωση νησιού.

Η Καστοριά είναι μία από τις αρχαιότερες πόλεις στο μακεδονικό χώρο. Άλλωστε, γύρω από τη λίμνη της υπήρχε οργανωμένη ζωή από τη νεολιθική εποχή, όπως μαρτυρούν τα ανασκαφικά ευρήματα του λιμναίου οικισμού στο Δισπηλιό, παραλίμνιο χωριό σε απόσταση 4 χιλιομέτρων από την πόλη.

Άποψη της πόλης της Καστοριάς και της λίμνης της.
Η Καστοριά και η λίμνη της

Το όνομα της Καστοριάς

Το όνομά της αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Προκόπιο (6ος αιώνας μ.Χ.) ως όνομα της λίμνης της. Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι η πόλη συνεχίζει τη ζωή του αρχαίου Κήλητρου, ενός πολίσματος του 5ου π. Χ. αιώνα, της εποχής του Μακεδόνα βασιλιά, Αλεξάνδρου Α’.

Ο Βυζαντινός ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού (527-565),  Προκόπιος, αναφέρει πως η πόλη μεταφέρθηκε σε οχυρή θέση στη λίμνη, την οποία λίμνη ονομάζει, για πρώτη φορά, Καστορία. Για το όνομα της πόλης, αναφέρει πως ο Ιουστινιανός: «…καί τό όνομα, ὡς εἰκός, αφῆκε τῇ πόλει». Δεν ειναι ξεκάθαρο αν με αυτή η φράση ο Προκόπιος εννοεί ότι την ονόμασε Ιουστινιανούπολη. Πάντως στον σύγχρονο του Ιουστινιανού, Συνέκδημο του Ιεροκλέους, αναφέρεται ακόμη ως Διοκλητιανούπολη. Με το ίδιο όνομα εμφανίζεται στο έργο Περί Βασιλείου Τάξεως του αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητου  (10ος αι.), ωστόσο η αναφορά αυτή θεωρείται αναχρονισμός.

Η Βυζαντινή ιστορικός Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι η λίμνη ονομάζεται η της Καστοριάς, ενώ το όνομα της πόλης προέρχεται από τη λέξη κάστρον. Ωστόσο αυτή η ερμηνεία της Κομνηνής είναι λιγότερο πιθανή, αν και κατά τη μεταβυζαντινή εποχή συχνά αποκαλείτο κατά αυτόν τον τρόπο, όπως π.χ. στους κώδικες της Μητροπόλεως Καστοριάς, ενώ οι κάτοικοι της πόλης συνοδεύονταν επίσης από το προσωνύμιο «καστριώτης». Η τουρκική ονομασία της πόλης είναι Kesriye (Κεσρίγιε), ενώ η σερβική και βουλγαρική ονομασία της πόλης είναι  Κοστούρ. Κατά μια άποψη, η ονομασία Κοστούρ προέρχεται από το ότι η τοποθεσία μοιάζει με με σκελετό ψαριού (πέρκας).

To όνομα της πόλης έχει συνδεθεί επίσης με τον Κάστορα, καθώς στην τοπική μυθολογία αναφέρεται πως κτίστηκε το 840 π.Χ. από τον αδελφό του Πολυδεύκη, μετά από χρησμό που έλαβε από το Μαντείο των Δελφών.

Η Καστοριά τα αρχαία χρόνια

Κατά τους αρχαίους χρόνους η ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς ταυτίζονταν με την Ορεστίδα, που κατά τη μυθολογική παράδοση όφειλε το όνομά της στον Ορέστη, το γιο του Αγαμέμνονα. Η Ορεστίδα, μαζί με την Ελίμεια και τη Λυγκηστίδα, συγκρότησαν στην αρχή το «κράτος της Ημαθίας» (Πέλλα) και στη συνέχεια τη Μακεδονία με τον βασιλιά Αλέξανδρο Α’.

Η Καστοριά κατά τη ρωμαϊκή περίοδο

Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, μετά τη μάχη της Πύδνας (167 π. Χ) η περιοχή κατατάχθηκε στο 4ο διαμέρισμα της Μακεδονίας και από το 148 π.Χ., μεταβλήθηκε σε ρωμαϊκή επαρχία και αναγνωρίστηκε ως ελεύθερη περιοχή.

Μεσσαίωνας στην Καστοριά

Λίγες πληροφορίες υπάρχουν για τη ζωή στην πόλη κατά τα πρώτα χρόνια της βυζαντινής περιόδου. Από το 10ο αιώνα και ως την κατάκτησή της από τους Τούρκους το 1385 η πόλη γνώρισε πολλούς κατακτητές (Βουλγάρους, Νορμανδούς, Σέρβους).

Από το 1083, που εκδιώχθηκαν οι Νορμανδοί από τους στρατηγούς του Αλεξίου Κομνηνού, Νικηφόρο Βρυέννιο και Γεώργιο Παλαιολόγο μέχρι την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Δ’ Σταυροφορία το 1204, η Καστοριά βρίσκεται άλλοτε υπό τους Νορμανδούς και άλλοτε στα χέρια των Βυζαντινών.

Τόπος ανταγωνισμού υπήρξε η Καστοριά και κατά την περίοδο μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) ανάμεσα στις δυνάμεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, αλλά και κατά την εμφύλια διαμάχη μεταξύ των Παλαιολόγων Ανδρόνικου Β΄ και Ανδρόνικου Γ΄.

Κατά τη διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας (1096-1099), τμήμα Σταυροφόρων προερχόμενο από το Μπρίντιζι περνά από την Καστοριά και μέσω Αχρίδας κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το 1204 οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι από τη γενική εξασθένηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, την κυριεύουν. Ωστόσο η βουλγαρική κατοχή δεν διήρκεσε πολύ, αφού μετά από μικρό χρονικό διάστημα, όταν ο Μιχαήλ Β’ Κομνηνός Δούκας συμμάχησε με τον άρχοντα Μακεδονίας και Θεσσαλίας Ιωάννη Πετραλείφα, η πόλη περιήλθε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν ή Ντούσαν, «Κράλη» της Σερβίας (1331-1345), διαδέχονται αλβανικοί, «αφύλαρχοι», όπως αναφέρει ο Κατακουζηνός, πληθυσμοί που κατακλύζουν τη δυτική Μακεδονία γύρω στα 1350. Οι Τούρκοι, ως οργανωμένος στρατός του οθωμανικού εμιράτου της Βιθυνίας, καταστρέφουν και δηώνουν τη μακεδονική ύπαιθρο, ώσπου να εγκαταστήσουν προοδευτικά την κυριαρχία τους στις μακεδονικές πόλεις και στη περιοχή. Η τουρκική κατάκτηση καλύπτει την εικοσαετία μεταξύ 1371 και 1394.

Το αρχοντικό των αδελφών Ιωάννη και Παναγιώτη Εμμανουήλ, σήμερα στεγάζει το Μουσείο ενδυματολογίας Καστοριάς.
Το Μουσείο ενδυματολογίας Καστοριάς

Η Καστοριά κατά την Τουρκοκρατία

Κατά τη μεγάλη χρονική περίοδο τους τουρκικής κατοχής (527 χρόνια) η πόλη έδειξε αξιοθαύμαστη αντοχή. Στηριγμένη σε προνόμια που της επέτρεπαν μια μορφή αυτοδιοίκησης και στις δραστηριότητες των κατοίκων της, κυρίως στον τομέα της γουνοποιίας, κατάφερε να πετύχει μια σημαντική, για την εποχή, οικονομική ανάπτυξη. Το κτήριο εκκλησιών (υπάρχουν περισσότερες από εβδομήντα βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες στην πόλη) και αρχοντικών, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι τις μέρες μας, φανερώνει τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων της.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η πνευματική ζωή στην πόλη κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Τα πρώτα οργανωμένα σχολεία λειτούργησαν με τις δωρεές του Γεωργίου Καστριώτη και Γεωργίου Κυρίτση στις αρχές του 18ου αιώνα. Σπουδαίοι δάσκαλοι της εποχής, όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο Σεβαστός Λεοντιάδης, ο Αθανάσιος Βασιλόπουλος δίδαξαν στα σχολεία της Καστοριάς.

Κατά την πρώτη κρίσιμη και αποφασιστική περίοδο της αφύπνισης του Γένους και της σφυρηλάτησης της εθνικής συνείδησης, συμμάρτυρες του Ρήγα Βελεστινλή ήταν οι δυο Καστοριανοί αδελφοί Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ. Στενός συνεργάτης του Ρήγα ήταν ο Γεώργιος Θεοχάρης, που λόγω του εγνωσμένου κύρους του και της αυστριακής υπηκοότητός του απελάθηκε και προτίμησε τη Λειψία. Κατά την επανάσταση του 1821 σημειώθηκαν αρκετές επιχειρήσεις στην περιοχή και ιδιαίτερα στο Βογατσικό. Καστοριανός ήταν ο οπλαρχηγός Ιωάννης Παπαρέσκας, ο οποίος πήρε μέρος στη σύνοδο της Μονής Δοβρά μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας, ο Ευάγγελος Ιωάννου, ο Αναστάσιος Καρίτσης, ο Δήμος Παναγιώτου, οι Ναούμ Νικολάου, Κωνσταντίνος Νικολάου, Ιωάννης Καραμπίνας, Ευάγγελος Ιωάννου, Ζήσης Δημητρίου κ.α.

Στα 1867 ιδρύθηκε, με πρωτεργάτη τον Αναστάσιο Πηχεών, η Εθνική Επιτροπή, με πρώτα μέλη τους γιατρούς Ιωάννη Σιώμο και Αργύριο Βούζα και τους Νικόλαο Τουτουντζή, Βασίλειο και Νικόλαο Ωρολογόπουλο Ρέτζη και Απόστολο Σαχίνη. Γρήγορα διευρύνθηκε, ιδιαίτερα προς την Κλεισούρα, όπου ο Πηχεών είχε διατελέσει δάσκαλος από το 1862 και είχε συνδεθεί τότε στενά με τον γνωστό γιατρό Ιωάννη Αργυρόπουλο. Η νέα «Φιλική Εταιρεία», όπως ονομάσθηκε μετά τη διεύρυνσή της, απέβλεπε στο ξεσήκωμα της Μακεδονίας εναντίον των Τούρκων. Αρχές του 1888 συνελήφθησαν από τους Τούρκους δεκαπέντε Κλεισιουριώτες και περισσότεροι από σαράντα Καστοριανοί μαζί με Μπογκατσιώτες, Κορυτσιώτες κ.α. που οδηγήθηκαν τελικά στις φυλακές του Μοναστηρίου για να δικαστούν.

Μακεδονικός Αγώνας

Κατά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), ο Σουλτάνος της έδωσε το δικαίωμα να ιδρύσει μητρόπολη, εκεί όπου διέθετε την πλειοψηφία των 2/3 των πιστών ή ένα ναό αν την ακολουθούσε το 1/3 των πιστών με την πρόνοια της τιμωρίας όσων θα επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν τα παραπάνω για να ενσπείρουν διχόνοια και αναταραχή.

Η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε τον πυρήνα προετοιμασίας και δράσης του ένοπλου απελευθερωτικού Μακεδονικού Αγώνα. Ήδη από το 1867, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύθηκε η Εθνική Επιτροπή. Αν και στην πόλη της Καστοριάς ήταν αναμφισβήτητη η κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου, σε αρκετά χωριά της υπαίθρου υπήρχε σταδιακή και αυξανόμενη βουλγαρική διείσδυση, μετά τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας και ιδιαίτερα μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Φυσικό επακόλουθο ήταν να οργανωθεί και να ενταθεί, μετά την εξέγερση του Ίλιντεν, το 1903, η αντίσταση και να αναδειχθούν σημαντικές ιστορικές μορφές, όπως ο Παύλος Μελάς, ο Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Ίων Δραγούμης. Σημαντικοί Καστοριανοί οπλαρχηγοί έδρασαν την περίοδο αυτή, όπως ο Αριστείδης Μαργαρίτης, ο Κωνσταντίνος Γκολογκίνας, ο Σπυρίδων Δούκης και ο Χρυσός Δούκης, ο δάσκαλος Βασίλειος Μελεγκάνος κ.α.

Η Καστοριά ενσωματώνεται στον ελληνικό κράτος

Η πόλη απελευθερώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1912, ημέρα της γιορτής του πολιούχου της Αγίου Μηνά. Ενσωματωμένη στο ελληνικό κράτος πλέον η Καστοριά έζησε την περιπέτεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και της Μικρασιατικής καταστροφής. Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με την Τουρκία (Συνθήκη της Λωζάννης 1923), η πόλη και η περιοχή δέχτηκε μεγάλο αριθμό προσφύγων, οι οποίοι έδωσαν νέα δύναμη στην οικονομική και πνευματική ζωή της.

Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου η Καστοριά άρχισε να αναπτύσσεται οικονομικά στηριζόμενη και πάλι στη βιοτεχνία της γούνας. Με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου η πόλη έζησε τις καταστροφές από τους βομβαρδισμούς των ιταλικών αεροπλάνων.

Στην περίοδο του Εμφυλίου πολέμου (1946-1949), η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε το επίκεντρο εξέλιξης της ένοπλης αιματοχυσίας και των θλιβερών κοινωνικών συνεπειών που ακολούθησαν. Οι σφοδρές μάχες στα ορεινά της συγκροτήματα στον Γράμμο και στο Βίτσι  προκάλεσαν απερίγραπτα δεινά στην πόλη. Στην ασφυκτικά κατοικημένη και στενά πολιορκημένη Καστοριά παρουσιάζονταν συχνά σοβαρές ελλείψεις βασικών ειδών, όπως καυσόξυλα, φωτιστικό πετρέλαιο και είδη διατροφής. Ομάδες υποσιτισμένων ρακένδυτων παιδιών περιφέρονταν στους δρόμους αναζητώντας τροφή ενώ τα λίγα κρεβάτια στα κρατικά νοσοκομεία δεν επαρκούσαν ούτε για τους τραυματίες από τις μάχες και τις νάρκες. Τον Ιούνιο του 1949 καταμετρήθηκαν 77.822 καταφυγόντες των μερικώς ή ολικώς εγκαταλελειμμένων χωριών της περιοχής για να φθάσουν συνολικά σε διάφορες πόλεις από όλη τη πληττόμενη γεωγραφική ζώνη τις 684.507 την ίδια εποχή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες αρκετά παιδιά κυρίως των πληγέντων από τον ανταρτοπόλεμο που είχαν χάσει τον ένα ή τους δυο γονείς τους, και όσα δεν τύχαιναν στοιχειώδους οικογενειακής φροντίδας, μεταφέρθηκαν στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης.

Το τέλος του πολέμου σήμαινε για την Καστοριά την αρχή μιας περιόδου έντονης οικονομικής ανάπτυξης με κύριο μοχλό και πάλι την βιοτεχνία και το εμπόριο της γούνας. Ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά. Οργανώθηκαν υπηρεσίες, ιδρύθηκαν πολιτιστικά σωματεία, κτίστηκαν πολυώροφα κτίρια που αλλοίωσαν την παλαιότερη γραφική εικόνα της πόλης, η οποία ωστόσο εξακολουθεί να διατηρεί ακόμη και σήμερα στοιχεία της σπάνιας ομορφιάς της.

Η Καστοριά σήμερα

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί αξιόλογη τουριστική υποδομή, η οποία μπορεί να καλύψει ένα μεγάλο μέρος από τα ενδιαφέροντα των επισκεπτών της. Σήμερα, στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης πλέον κοινωνίας μας, η μικρή τούτη πόλη προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη θέση της αλλάζοντας τον τρόπο ζωής της, όχι μόνο γιατί οι συνθήκες της ζωής αλλάζουν γρήγορα, αλλά και γιατί η κύρια απασχόληση των κατοίκων της, η γουνοποιία, περνάει μια παρατεταμένη ύφεση, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν βαθιές τομές στη δράση των ανθρώπων και στην οργάνωση της ζωής τους. Σε τούτη την πρόκληση την πόλη ενισχύει η πλούσια ιστορία της και η αγάπη των κατοίκων της.

Πηγή: http://www.kastoria.gov.gr/νεότερη-ιστορία/

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Καστοριά