Η Πρέβεζα (100.000π.Χ.-…)

Η Πρέβεζα είναι πόλη και λιμάνι της Ηπείρου. Βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ηπείρου, παρά την είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Είναι έδρα του Δήμου Πρέβεζας και πρωτεύουσα του Νομού Πρέβεζας. Στην  απογραφή του 2011 ο πληθυσμός της πόλης ήταν 19.042 κάτοικοι, ενώ ο πληθυσμός της Δημοτικής Ενότητας Πρέβεζας ήταν 20.795 κάτοικοι.

Η Πρέβεζα
Η Πρέβεζα

Η Γεωγραφία της Πρέβεζας

Η χερσόνησος της Πρέβεζας αποτελεί το νοτιότερο σημείο της Ηπείρου.
Η πόλη της Πρέβεζας είναι κτισμένη στη βόρεια πλευρά του ομώνυμου πορθμού (κέντρο της φωτογραφίας). Στη νότια πλευρά του πορθμού (κάτω δεξιά) είναι η ακαρνανική ακτή, όπου το αεροδρόμιο της Πρέβεζας και το ακρωτήριο του Ακτίου

Η πόλη της Πρέβεζας βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ηπείρου και στο μέσον περίπου της βορειοδυτικής ακτογραμμής της Ελλάδας. Είναι κτισμένη στη βόρεια πλευρά του πορθμού της Πρέβεζας, ο οποίος συνδέει τον Αμβρακικό κόλπο με το Ιόνιο πέλαγος. Απέναντί της και σε απόσταση μόλις 600 μέτρων βρίσκεται το αμμώδες ακρωτήριο του Ακτίου, γνωστό από τη φημισμένη ομώνυμη ναυμαχία του 31 π.Χ. Η θαλάσσια περιοχή κοντά στην Πρέβεζα αποτέλεσε για μια ακόμη φορά το επίκεντρο της παγκόσμιας ιστορίας κατά τη ναυμαχία της Πρέβεζας του 1538 μ.Χ., επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική θέση στην οποία βρίσκεται η πόλη.

Βόρεια της Πρέβεζας και σε απόσταση επτά χιλιομέτρων βρίσκεται ο εκτεταμένος ερειπιώνας της αρχαίας Νικόπολης, η οποία κτίστηκε από τον Οκταβιανό περί το 30 π.Χ., σε ανάμνηση της νίκης του επί των αντιπάλων του, Μάρκου Αντωνίου και Κλεοπάτρας, μετά τη ναυμαχία του Ακτίου. Αν και η Πρέβεζα είναι κτισμένη κοντά στο μεγαλύτερο λιμάνι της αρχαίας Νικόπολης, στον όρμο Βαθύ, και παρά το γεγονός ότι τα ερείπια της Νικόπολης ήταν για αιώνες γνωστά ως Παλαιοπρέβεζα, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι η Πρέβεζα αποτελεί συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης, καθώς υπάρχει ένα μεγάλο χρονικό κενό μεταξύ των ιστοριών των δύο πόλεων.

Το όνομα της Πρέβεζας

Παρά τις τρεις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την ετυμολογία του ονόματος Πρέβεζα, η ευρύτερα αποδεκτή άποψη των ερευνητών είναι ότι Πρέβεζα σημαίνει Πέρασμα και ότι η λέξη έφτασε στη μορφή αυτή από τη σλαβική γλώσσα, μέσω της αλβανικής.

  • Η πρώτη άποψη υποστηρίζει ότι το όνομα Πρέβεζα προέρχεται από τη σλαβική λέξη prěvozъ που σημαίνει πέρασμα.
  • Η δεύτερη άποψη υποστηρίζει ότι προέρχεται από την παλιά αλβανική λέξη prevëzë -za, που σημαίνει πέρασμα, διάβαση, μεταφορά, διαμετακόμιση.
  • Η τρίτη άποψη υποστηρίζει ότι προέρχεται από την ιταλική λέξη prevesione, που σημαίνει προμήθεια.

Η Ιστορία της Πρέβεζας

Η ευρύτερη περιοχή της Πρέβεζας

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα που αποδεικνύουν την κατοίκηση του χώρου από τα παλαιολιθικά χρόνια. Πολλαπλά ευρήματα στη Βραχοσκεπή του Ασπροχάλικου Πρέβεζας και στη θέση Κοκκινόπηλος, κοντά στο χωριό Άγιος Γεώργιος Πρέβεζας, μαρτυρούν την κατοίκηση στα βόρεια του Νομού ήδη από το 100.000 π.Χ. Στη χερσόνησο του Αγίου Θωμά, απέναντι από την πόλη της Πρέβεζας, έχουν εντοπισθεί τόσο παλαιοντολογικά όσο και αρχαία ευρήματα της εποχής του χαλκού.

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας σώζονται, επίσης, ερείπια πολλών αρχαίων πόλεων, όπως της Κασσώπης, πρωτεύουσας των Κασσωπαίων, του Ορράου, πόλης των Μολοσσών, των Βατιών, του Βουχετίου και της Πανδοσίας, αποικιών των αρχαίων Ηλείων, του Τρικάστρου, της Ελάτρειας, της Εφύρας και της Νικόπολης, αποδεικνύοντας τη διαχρονική κατοίκηση της περιοχής.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του έτους 31 π.Χ., έγινε στη θαλάσσια περιοχή δυτικά της σημερινής Πρέβεζας η περίφημη Ναυμαχία του Ακτίου μεταξύ των δυνάμεων του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας από τη μία πλευρά και του Οκταβιανού από την άλλη. Μετά τη νικηφόρα για τον Οκταβιανό ναυμαχία του Ακτίου, ο μονοκράτορας πλέον της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διέταξε την ανέγερση πόλης εις ανάμνηση της νίκης του, που θα έφερε το όνομα Νικόπολις, τα ερείπια της οποίας σώζονται περί τα έξι χιλιόμετρα βόρεια της Πρέβεζας.

Η ίδρυση της Πρέβεζας

Ο Πέτρος Φουρίκης, κατά την ώριμη επιστημονική του φάση, επεσήμανε πρώτος, το 1924, την αναφορά του ονόματος «Πρέβεζα» στο Χρονικόν του Μορέως. Το όνομα «Πρέβεζα» εμφανίζεται στην περιγραφή της αμφίβιας επιχείρησης ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου από συμμαχικές προς τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο δυνάμεις. Οι επιχειρήσεις αυτές τοποθετούνται χρονικά το 1292 ή κατ’ άλλους το 1290.

Ο Φουρίκης στηριζόμενος μόνον σε αυτή την αναφορά του ονόματος  Πρέβεζα, προβαίνει σε μια θεωρητική κατασκευή, σύμφωνα με την οποία μετά την ερήμωση της αρχαίας Νικόπολης ένα νέο λιμάνι ήταν αναγκαίο. Θεωρεί ότι το λιμάνι αυτό θα είχε μια οικιστική εξέλιξη την οποία πρέπει να φανταστούμε ως εξής: «εμπορικός σταθμός (σκάλα), συνοικισμός, χωρίδιον, χωρίον, κώμη, κωμόπολη». Υποστηρίζει επιπλέον ότι αυτή η εξέλιξη πρέπει να είχε ολοκληρωθεί τουλάχιστον 100 χρόνια πριν το 1292 (χρόνο κατά τον οποίο έγινε η επιχείρηση ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου) και, έτσι, συμπεραίνει ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε κατά τον 12ο αιώνα και είναι οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης, μετά την ερήμωση της τελευταίας. Οι απόψεις του Φουρίκη επέδρασαν καθοριστικά στη μετέπειτα έρευνα για την ίδρυση και την πορεία της Πρέβεζας.

Νεότερες ιστορικές έρευνες, όμως, υποστηρίζουν ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε, ως οικισμός, στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, μετά την κατασκευή από τους Οθωμανούς, το 1478, του Κάστρου της Μπούκας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η πόλη αποτελεί την οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης.

A´ Οθωμανική Περίοδος (1463-1684)

Πρόσφατες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά συμπόσια υποστηρίζουν ότι η κατάληψη της περιοχής της Πρέβεζας από τους Οθωμανούς πραγματοποιήθηκε το 1463 και ότι την εποχή εκείνη το διοικητικό κέντρο της περιοχής ήταν πιθανότατα η Ρηνιάσσα, ενώ δεν υφίστατο ακόμη οικισμός με το όνομα Πρέβεζα. Λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της περιοχής, οι Οθωμανοί οχύρωσαν τη βόρεια πλευρά του πορθμού που οδηγεί από το Ιόνιο Πέλαγος στον Αμβρακικό κόλπο, ανεγείροντας το Κάστρο της Μπούκας, το 1478. Με την κατασκευή του κάστρου αυτού, οι Οθωμανοί έλεγχαν ολόκληρο τον Αμβρακικό κόλπο, τον οποίο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ως φυσικό ναύσταθμο στα δυτικά όρια της αυτοκρατορίας τους και να εκστρατεύσουν από εκεί για τη σχεδιαζόμενη κατάκτηση της Ρώμης, το 1480. Στη διάρκεια της πρώτης Οθωμανικής Περιόδου της Πρέβεζας έγιναν τέσσερις, τουλάχιστον, προσπάθειες κατάληψής της από τις δυτικές χριστιανικές δυνάμεις, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα: η πρώτη το 1481, η δεύτερη το 1501, η τρίτη το 1538 και η τέταρτη το 1605.

Πρώτη Ενετοκρατία (1684-1701)

Στο ξεκίνημα του 6ου Βενετοτουρκικού Πολέμου οι ενετικές δυνάμεις και άλλες συμμαχικές με αυτές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του αρχιναυάρχου Φραντσέσκο Μοροζίνι, κατέλαβαν αρχικά τη Λευκάδα και στη συνέχεια το Ξηρόμερο και την Πρέβεζα, μετά από ολιγοήμερη επίθεση που ολοκληρώθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1684. Με την κατάληψη του κάστρου της Μπούκας το οθωμανικό τέμενος, που υπήρχε σε αυτό, μετατράπηκε σε καθολικό ναό του αρχαγγέλου Μιχαήλ, καθώς η κατάληψη της Πρέβεζας συνέπεσε με την εορτή του στην Καθολική Εκκλησία.

Η Πρέβεζα θα έμενε στα χέρια των Ενετών για λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς στο τέλος του Πολέμου και με την υπογραφή της  Συνθήκης του Κάρλοβιτς τον Ιανουάριο του 1699, η Βενετία κατόρθωσε μεν να διατηρήσει την Πελοπόννησο και τη Λευκάδα, αλλά υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μεταξύ άλλων οχυρών θέσεων, την Πρέβεζα, τη Ναύπακτο και το Αντίρριο.

Β´ Οθωμανική Περίοδος (1701-1717)

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς, τον Ιανουάριο του 1699, καθόρισε την επιστροφή της περιοχής της Πρέβεζας στους Οθωμανούς και η διμερής Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, της 12 Ιουνίου 1700, επέλυσε τα θέματα συνόρων των περιοχών που θα περιέρχονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης του Κάρλοβιτς, οι Οθωμανοί δεν μπορούσαν να οχυρώσουν τη θέση του ανατιναχθέντος κάστρου. Οχύρωσαν, όμως, πολύ σύντομα την Πρέβεζα κατασκευάζοντας, βορειότερα του κατεδαφισθέντος κάστρου της Μπούκας, ένα μεγάλο σε έκταση νέο κάστρο, το οποίο σε έγγραφα της εποχής εκείνης αναφέρεται ως «το κάστρο στο κυπαρίσσι» και το οποίο μετά από αρκετές αλλαγές και βελτιώσεις είναι το σημερινό κάστρο του αγίου Αντρέα. Το νέο αυτό οχυρό συνετέλεσε στη μετατόπιση του οικιστικού ιστού της Πρέβεζας βορειότερα, ώστε να βρίσκεται πιο κοντά στο νέο κάστρο.

Όταν η Πρέβεζα περιήλθε για δεύτερη φορά στους Οθωμανούς, 78 Πρεβεζάνικες οικογένειες ζήτησαν να μετοικήσουν στη βενετοκρατούμενη γειτονική Λευκάδα και με απόφαση του Ενετού γενικού προβλεπτή θαλάσσης Ντανιέλ Ντολφίν (Daniel Dolfin) 300 περίπου Πρεβεζάνοι πήραν γαίες και μετοίκησαν στο Καλλιγόνι και τη Βασιλική Λευκάδας.

Η δεύτερη Οθωμανική Περίοδος της Πρέβεζας διήρκεσε λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς τον Οκτώβριο του 1717 ενετικές δυνάμεις κατέλαβαν το «κάστρο στο κυπαρίσσι» και εκδίωξαν τις οθωμανικές δυνάμεις από την Πρέβεζα.

Δεύτερη Ενετοκρατία (1717-1797)

Οι δυνάμεις του Ενετού ναυάρχου Αντρέα Πιζάνι (Andrea Pisani) κατέλαβαν το φρούριο της Πρέβεζας στις 22 Οκτωβρίου 1717. Η πόλη θα περιερχόταν και επίσημα στους Ενετούς μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Πασάροβιτς μεταξύ Αψβούργων, Βενετών και Οθωμανών, στις 21 Ιουλίου 1718, η οποία επισφράγισε τον τελευταίο Βενετοτουρκικό Πόλεμο. Ξεκίνησε, ἐτσι, η ογδοντάχρονη δεύτερη ενετοκρατία της Πρέβεζας, που θα αποδεικνυόταν περίοδος ανάπτυξης και ευημερίας. Πολλές Πρεβεζάνικες οικογένειες που είχαν εγκαταλείψει την πόλη το 1701 επέστρεψαν στην πατρώα τους γη.

Ακόμη, στην πόλη εγκαταστάθηκαν, επίσης, Χριστιανοί έποικοι από τον Μωριά, ο οποίος με τη λήξη του πολέμου περιήλθε στους Οθωμανούς, καθώς και από τη γειτονική Ακαρνανία. Η Βενετική διοίκηση αντάμειψε τους Έλληνες συμμάχους της οπλαρχηγούς με φέουδα στην περιοχή της Πρέβεζας. Μεταξύ αυτών ήταν οι οικογένειες των οπλαρχηγών Μπότσαρη από το Σούλι, Τσαβαλά, Διγώνη, Γερογιάννη, Καραβέλα, Τσουμάνη, Χάιδα ή Τριανταφύλλη, Σκέφερη, Τσαρλαμπά, Μαλτέζου, Παπαδόπουλου, κλπ.

Με την ενσωμάτωση της Πρέβεζας στο κράτος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου έφθασαν στην πόλη Ενετοί αξιωματούχοι, στους οποίους ανατέθηκε η διοίκηση και η φύλαξη της περιφέρειας της Πρέβεζας. Οι αξιωματούχοι αυτοί καλούνταν να ασκήσουν καθήκοντα διοικητικά, διαχειριστικά αλλά και δικαστικά. Οι πράξεις τους διέπονταν από το βενετικό δίκαιο, παράλληλα όμως επιτρεπόταν στους κατακτημένους να διατηρήσουν και να χρησιμοποιούν τους προϋπάρχοντες στον τόπο κανόνες δικαίου. Η Διοίκηση αποτελούνταν από τον προβλεπτή και δύο συμβούλους του. Και οι τρεις ήταν Ενετοί, και εκλέγονταν από το «Μείζων Συμβούλιο» με διετή θητεία. Το τριμελές αυτό όργανο πλαισίωνε ένας γραμματέας και ένας αξιωματούχος υπεύθυνος για τον τοπικό ναύσταθμο. Αρωγοί στο έργο τους ήταν ο ταμίας της διοίκησης, ο οποίος εισέπραττε τα έσοδα από φόρους και οι γραφείς στις υπηρεσίες που ασχολούνταν με τις αστικές, ποινικές και οικονομικές υποθέσεις.

Την περίοδο αυτή ανεγέρθηκαν στην Πρέβεζα δέκα νέοι ιεροί ναοί. Πρόκειται για τους ναούς του Αγίου Νικολάου του Νέου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Χαραλάμπους, της Παναγίας των ξένων, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του Αγίου Αθανασίου, των Αγίων Αποστόλων, του Αγίου Ανδρέα και του Προφήτη Ηλία. Στα πρώτα χρόνια της περιόδου αυτής βελτιώθηκε αμυντικά το κάστρο του Αγίου Αντρέα και η έκτασή του μειώθηκε στη μισή περίπου της αρχικής. Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκε ο λεγόμενος σήμερα Ενετικός Ελαιώνας, ο οποίος καταγράφεται να αριθμεί 4.000 ελαιόδενδρα και έτσι η έκτασή του να περιορίζεται σε 400 περίπου στρέμματα. Προς το τέλος της βενετοκρατίας της Πρέβεζας, το 1792, κτίστηκε ο πύργος του ρολογιού, δίπλα στον ναό του Αγίου Χαραλάμπους, και τοποθετήθηκε σε αυτόν βενετσιάνικος μηχανισμός ρολογιού και καμπάνα.

Γαλλοκρατία ενός έτους (1797-1798)

Η Πρέβεζα και οι υπόλοιπες Βενετικές κτήσεις θα περιέλθουν αυτοδικαίως στους Γάλλους, τον Μάιο του 1797, μετά την κατάλυση της Δημοκρατίας της Βενετίας από τον Ναπολέοντα Α΄. Στις 29 Ιουνίου 1797, αποβιβάζεται στη Κέρκυρα ο Γάλλος στρατηγός Ζεντιγί (Gentilli), με τα στρατεύματά του. Όλα τα Επτάνησα και οι παράλιες Ηπειρωτικές κτήσεις των Ενετών, μεταξύ των οποίων και η Πρέβεζα, τέθηκαν υπό τις διαταγές του και μετά την αναχώρησή του, τον Ιούλιο του 1797, υπό τις διαταγές του στρατηγού Σαμπώ (Chabot). Ο Γάλλος ταγματάρχης Ιωσήφ Γκες (Gues) ορίσθηκε διοικητής της Λευκάδας, στην οποία υπαγόταν και η Πρέβεζα. Οι Σουλιώτες της περιοχής, με υπόμνημά τους προς τον Γάλλο υποστράτηγο Ρόουζ (Rose), ζήτησαν να τεθούν υπό την προστασία τους.

Ο Μέγας Ναπολέων έστειλε ως πολιτικούς εκπροσώπους του στην Πρέβεζα τους επιφανείς Έλληνες της Κορσικής αδελφούς Στεφανόπολι. Ο στρατηγός Λα Σαλσέτ (La Salcette) με 280 Γάλλους Γρεναδιέρους στρατιώτες (κατ’ άλλη άποψη 700) φτάνει με πλοία, ειρηνικά, στην Πρέβεζα. Οι Πρεβεζάνοι υποδέχονται με χαρά τους Γάλλους και το Γαλλικό Ημερολόγιο υιοθετείται στα δημόσια έγγραφα της πόλης.

Η βραχύβια Γαλλική κατοχή της Πρέβεζας θα επισφραγιστεί το επόμενο έτος, 1798, με την άνιση σε αριθμό αντίπαλων δυνάμεων και αιματηρή Μάχη της Νικοπόλεως και τον επακόλουθο Χαλασμό της Πρέβεζας από τον Αλή Πασά Τεπελενλή. Στις 12/23 Οκτωβρίου 1798, δυνάμεις 7.000 έφιππων και πεζών Τουρκαλβανών επιτέθηκαν κατά της Γαλλικής Φρουράς της Πρέβεζας, που είχε οχυρωθεί στα ερείπια της αρχαίας Νικόπολης και αποτελούταν από 280 Γάλλους γρεναδιέρους, 60 Σουλιώτες πολεμιστές υπό τον καπετάν Χριστάκη και 200 Πρεβεζάνους πολιτοφύλακες. Η μάχη διήρκεσε ολόκληρη τη μέρα και περιγράφεται λεπτομερώς στα απομνημονεύματα του στρατηγού Λ. Α. Καμύ ντε Ρισμώντ (Louis Auguste Camus de Richemont), ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη και τραυματίστηκε σοβαρά. Της Μάχης της Νικοπόλεως ακολούθησαν αψιμαχίες μέσα στην πόλη της Πρέβεζας, με σφαγές αμάχων και λεηλασίες, που έμειναν γνωστές στην ιστορία ως ο Χαλασμός της Πρέβεζας. Σημαντικός αριθμός Πρεβεζάνων σφαγιάστηκε λίγες ημέρες αργότερα στο τελωνείο της Σαλαώρας.

Α΄περίοδος Αλή πασά (1798-1800)

Μετά τη βίαιη κατάληψη της Πρέβεζας και τη γενική λεηλασία και εκδιώξεις του πληθυσμού της, που έμειναν γνωστά στην ιστορία ως ο Χαλασμός της Πρέβεζας, ο Αλή πασάς εγκατέστησε στην πόλη ευνοούμενούς του. Αναγκάστηκε, όμως, να εγκαταλείψει την πόλη μετά από ενάμισι περίπου χρόνο, τον Μάρτιο του 1800, σε υλοποίηση Ρωσοτουρκικής συνθήκης.

Η Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου (1800-1806)

Με τη Ρωσοτουρκική Συνθήκη της 21ης Μαρτίου 1800 συστήθηκε αφενός μεν η Επτάνησος Πολιτεία, αφετέρου δε η «Συμπολιτεία των Ηπειρωτικών Πόλεων» (Πρέβεζας, Πάργας, Βόνιτσας και Βουθρωτού). Οι πόλεις αυτές, ως πρώην εξαρτήματα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας  απολάμβαναν προνομιακό καθεστώς μέχρι την κατάλυσή της, το 1797, και το 1800 αυτονομήθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9 και 10 της παραπάνω Συνθήκης. Η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης επικυρώθηκε με σουλτανικό φιρμάνι την 21η Απριλίου 1800 και την 25η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους υπογράφηκε κοινή απόφαση των Ηπειρωτικών Πόλεων και της Επτανήσου Πολιτείας. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από τον εκπρόσωπο του σουλτάνου στη Συμπολιτεία των πόλεων, Αβδουλάχ μπέη, και αποτέλεσε τον Καταστατικό Χάρτη βάση του οποίου ασκήθηκε η διοίκηση στις πόλεις αυτές. Αποτέλεσμα της Συνθήκης αυτής ήταν η άριστη λειτουργία των τριών εξουσιών, Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής, που συνιστούν και αποτελούν τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η αυτοδιοίκηση των πόλεων αυτών είναι γνωστή και ως «Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου» (Ακτίου), ή απλώς «Συμπολιτεία». Διοικούταν από Γερουσία (Κογκλάβιο) αποτελούμενη από εκπροσώπους των πόλεων της Συμπολιτείας. Πρωτεύουσά της ορίσθηκε η Πρέβεζα. Της εκτελεστικής εξουσίας προΐστατο ο εκπρόσωπος του σουλτάνου, Αβδουλάχ μπέης, ο οποίος διέμενε εκτός των ορίων της αυτονόμου Πρέβεζας, βόρεια αυτής.

Β΄περίοδος Αλή πασά (1806-1820)

H Μάχη της Νικόπολης και ο Χαλασμός της Πρέβεζας (1798) είναι η δεύτερη μεγάλη καταστροφή στην ιστορία της πόλης. Αυτή είναι η τελευταία τουρκική κατοχή που κράτησε μέχρι την απελευθέρωση του 1912 και κατά την οποία η Πρέβεζα γνώρισε περιόδους μεγάλης εξέλιξης και αύξησης του πληθυσμού της. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από έντονη οικοδομική δραστηριότητα οχυρωματικών και άλλων έργων από τον Αλή Πασά Τεπελενλή και το γιο του Βελή. Με την επανακατάληψη της Πρέβεζας το 1807, ο Αλή Πασάς, με έδρα τα Ιωάννινα, διόρισε Διοικητή τον Μπεκίρ Αγά, και αναφέρονται γι αυτόν εκτεταμένες δημεύσεις περιουσιών Χριστιανών Πρεβεζάνων και πολλές τρομοκρατικές ενέργειες. Πάντως τα κυριότερα οχυρωματικά και άλλα έργα που έγιναν επί Αλή Πασά στήν πόλη της Πρέβεζας είναι τα εξής:

  • Κάστρο Αγίου Γεωργίου. Βελτιώσεις και ολοκλήρωσή του. Έναρξη εργασιών το 1807.
  • Κάστρο Αγίου Ανδρέα, βελτιώσεις και ολοκλήρωσή του.
  • Κάστρο Παντοκράτορα
  • Θερινό Σεράι Πρέβεζας (Παλιοσάραγα). Κάηκε από τον Βελή Πασά το 1822
  • Οθωμανικά Λουτρά Αλή πασά. Διασώζονται μερικώς
  • Προμαχώνας Βρυσούλα

Γ´ Οθωμανική περίοδος (1820-1912)

Η περίοδος μετά το θάνατο του Αλή Πασά το 1822 μέχρι την απελευθέρωση του 1912 ονομάζεται Γ´ Οθωμανική περίοδος. Το έτος 1897 η Πρέβεζα αποτέλεσε θέατρο πολλών επιχειρήσεων του αποτυχημένου πολέμου του 1897 που έληξε άδοξα.

Η Πρέβεζα εντάσσεται στο Ελληνικό Κράτος (21 Οκτωβρίου 1912

Απελευθέρωση και Μεσοπόλεμος (1912-1940)

Στις 21 Οκτωβρίου 1912, μια ημέρα μετά τη μάχη της Νικόπολης, η Πρέβεζα παραδόθηκε de jure στον ελληνικό στρατό μετά από μεσολάβηση των προξένων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Αυστρίας, υπό τον όρο να μην εισέλθουν στην πόλη σώματα ατάκτων. Η παράδοση έγινε στον ταγματάρχη του ελληνικού επιτελείου, Παναγιώτη Σπηλιάδη.

Ο ιστορικός πυρήνας (Ιστορικό Κέντρο) της πόλης, διαμορφώθηκε το 19ο αιώνα και διασώζει τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης (πυκνός οικιστικός ιστός με στενούς δρόμους-καλντερίμια, Σεϊτάν Παζάρ, περιορισμένους κοινόχρηστους χώρους κλπ). Το υπόλοιπο πολεοδομικό συγκρότημα της πόλης είναι αποτέλεσμα διαδοχικών επεκτάσεων μετά το 1920. Η μεσοπολεμική περίοδος σφραγίσθηκε από την παρουσία του γνωστού ποιητή Κώστα Καρυωτάκη στην Πρέβεζα, και την αυτοκτονία του στη θέση Βαθύ Μαργαρώνας με πιστόλι το 1929. Ο Κώστας Καρυωτάκης έζησε στην Πρέβεζα μόλις 33 μέρες. Εργαζόταν στη Νομαρχία, σε κτίριο που δεν σώζεται (σημερινή οδός Σπηλιάδη 10), ενώ διέμενε σε οικία της οδού Δαρδανελίων στο Σεϊτάν Παζάρ, η οποία σώζεται.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και Εμφύλιος Πόλεμος (1940-1949)

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Πρέβεζα δέχθηκε ανελέητους βομβαρδισμούς από Ιταλικά αεροπλάνα με σκοπό να εμποδίσουν τη μεταφορά εφοδίων από το λιμάνι προς τα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Υπολογίζεται ότι έγιναν 92 περίπου αεροπορικές επιδρομές με πολλές καταρρεύσεις κτιρίων και αρκετούς νεκρούς. Το έτος 2016 έγιναν τα αποκαλυπτήρια μαρμάρινης επιγραφής με όλα τα ονόματα των φονευθέντων, έμπροσθεν του Φρουρίου Αγίου Ανδρέα. Ένα από τα κτίρια που κατέρρευσαν μερικώς είναι το Οθωμανικό Τζαμί Ιτς Καλέ, που λειτουργούσε ως Αρχαιολογικό Μουσείο Πρέβεζας. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ναζί από την Πρέβεζα, τον Σεπτέμβριο 1944, οι αντίπαλες ανταρτικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ κατέλαβαν ταυτόχρονα την Πρέβεζα. Στα τέλη του μήνα ξέσπασε «πολυαίμακτη σύγκρουση που επισφραγίσθηκε με μαζικές εκτελέσεις μελών του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ από το εδεσίτικο τμήμα του Δ. Γαλάνη. Η κατάσταση σταθεροποιήθηκε μετά την αποχώρηση των ελασίτικων τμημάτων».

Η μεταπολεμική Πρέβεζα

Η μεταπολεμική Πρέβεζα χαρακτηρίζεται από σταδιακή παρακμή αφ’ ενός μεν γιατί η αστική τάξη έφυγε στην Αθήνα ή στο εξωτερικό, και αφ’ ετέρου γιατί το λιμάνι έπεσε σε παρακμή λόγω της κατασκευής οδικού δικτύου. Η ανάκαμψη ήρθε επί Δικτατορίας των Συνταγματαρχών οπότε έγιναν σημαντικότατα έργα ανάπτυξης όπως επαρχιακή οδός Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, Ναυτικές Σχολές Πρέβεζας, Νοσοκομείο Πρέβεζας, Λιμάνι Πρέβεζας, Κλωστήρια Πρέβεζας, Γυμνάσια, Λύκεια, Σχολεία, κλπ. Μετά το 1983 η Πρέβεζα εντάχθηκε στον ενιαίο πολεοδομικό σχεδιασμό (Ε.Π.Α.). Σήμερα η πόλη διαθέτει πλήρη κοινωνική και τεχνική υποδομή και λειτουργίες Νομαρχιακού και Περιφερειακού επιπέδου: Διοίκηση, Νοσοκομείο, Εκπαίδευση και λοιπή κοινωνική υποδομή, αθλητικές εγκαταστάσεις, κεντρικές λειτουργίες πόλης, Λιμεναρχείο, Τελωνείο κλπ. Σε επίπεδο παραγωγικής υποδομής αναφέρουμε τη Βιομηχανική Ζώνη Πρέβεζας, περιοχή στην περιφέρεια της πόλης, καθώς και τις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και ιχθυογένεσης στον Αμβρακικό. Σημαντικός παράγων οικονομίας της πόλης είναι τα Θερμοκήπια Πρέβεζας, με κύριο προϊόν τη ντομάτα και άλλα οπωροκηπευτικά. Στη μεταφορική υποδομή σημαντική είναι η ύπαρξη του Λιμανιού και της Μαρίνας, το Διεθνές Αεροδρόμιο του Ακτίου σε απόσταση 8 χιλιομέτρων περίπου και της έδρας ΚΤΕΛ για τα λεωφορεία του Νομού. Μεγάλο άλμα για τη σύνδεση της Πρέβεζας με την υπόλοιπη Ελλάδα έγινε αφ’ ενός μεν με την  Υποθαλάσσια σήραγγα Πρέβεζας – Ακτίου (2003) και αργότερα με την αποπεράτωση της Εγνατίας Οδού.

https://el.wikipedia.org/Πρέβεζα

Please follow and like us:
error0

Ο Τέλλος Άγρας (1899-1944)

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου, Καλαμπάκα 1899 – Αθήνα 12 Νοεμβρίου 1944) ήταν Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας.

Ο Τέλλος Άγρας
Ο Τέλλος Άγρας

Ο Βίος του Τέλλου Άγρα

Ο Τέλλος Άγρας γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, όπου υπηρετούσε τότε ως σχολάρχης ο πατέρας του Γεώργιος Ιωάννου. Η μητέρα του λεγόταν Ειρήνη Βλάχου, ενώ ο μικρότερος αδερφός του Χρήστος. Το 1899 όλη η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα και από εκεί το 1906 στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τελείωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το  1916 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο του το 1923. Το  1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και Τουρισμού. Το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, θέση στην οποία παρέμεινε έως το θάνατό του.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1938, ο Τέλλος Άγρας μετακόμισε μαζί με τη μητέρα του στην Αθήνα και πιο συγκεκριμένα στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής χειροτέρεψε η ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Στις 11 Οκτωβρίου 1944, τραυματίζεται από αδέσποτη σφαίρα των αλληλοσυγκρουόμενων Ταγμάτων Ασφαλείας και του ΕΑΜ  στον αστράγαλο, μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου τελικά πεθαίνει το Νοέμβριο από σηψαιμία.

Συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα

Η συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα ξεκίνησε το 1907 όταν αλληλογραφούσε ως συνδρομητής του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων ενώ από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά πλέον στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών του περιοδικού με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Το Μάιο του 1923, όταν δηλαδή τέλειωσε τη Νομική, γράφει στη Διάπλαση των Παίδων το πεζογράφημα «Αποχαιρετισμός». Συνεργάζεται και με άλλα περιοδικά, όπως με τη Λύρα, τον Βωμό, τους Νέους κ.ά.

Το 1918 βραβεύεται στο Σεβαστοπούλειο Διαγωνισμό, ενώ κερδίζει και βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Εσπερία  στο  Λονδίνο. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου. Την ίδια χρονιά μεταφράζει τις Στροφές του γαλλόφωνου Έλληνα ποιητή Ζαν Μορεάς (Jean Moreas).

Ο Τέλλος Άγρας έγραψε κυρίως ποίηση και κριτική λογοτεχνίας. Συχνά έγραφε και στο περιοδικό «Νέα Εστία», της οποίας διετέλεσε και αρχισυντάκτης για ένα διάστημα, ενώ δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά «Ελληνικά Γράμματα», «Νέα Ζωή», «Αλεξανδρινή Τέχνη», «Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου» και σε πολλά άλλα έντυπα καθώς και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού (1928).

Το 1934 κυκλοφόρησαν Τα βουκολικά και τα εγκώμια, η πρώτη ποιητική του συλλογή και το 1939 η δεύτερη με τίτλο Καθημερινές, που τιμήθηκε το 1940 με το «Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης».

Ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τους: Νένα Βενετσάνου, Ορφέα Περίδη, Νότη Μαυρουδή και Γιάννη Σπανό.

Απόψεις – Κρίσεις για το έργο του

«Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους Έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.ά.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.ά.), αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.»
»Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης.
»

Η εργογραφία του Τέλλου Άγρα

Ποίηση

  • Τα βουκολικά και τα εγκώμια – Το φθινοπωρινό ειδύλλιο – Βουκολικά – Μεταφράσεις – Τα Εγκώμια – Παραφωνίες – Σπουδές – Μπαλάντες – Καθημερινές (1917-1924), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα 1934.
  • Καθημερινές – Το σπίτι κ’ η γειτονιά – Αττική – Αγάπη (1923-1930), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα χ.χ.
  • Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας, επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, εκδ. Φέξης, Αθήνα 1965.
  • Επιλογή απ’ τα ποιήματα, εκδ. Ερμής, 1996.
  • Τα ποιήματα, τόμος Α΄, Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2014.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τέλλος_Άγρας_(ποιητής)

Please follow and like us:
error0

Ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητής και πεζογράφος

Ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Ο Κώστας Καρυωτάκης επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Ο Κώστας Καρυωτάκης την ημέρα της αυτοκτονίας του
Ο Καρυωτάκης στο σημείο που αυτοκτόνησε.

Ο βίος του

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.

Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκορδύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουάριο του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του.

Το έργο του

Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.

Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.

Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/204

Please follow and like us:
error0