Ο Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929)

Ο Γιάννης Ψυχάρης (15 Μαΐου 1854-29 Σεπτεμβρίου 1929) ήταν Έλληνας γλωσσολόγος και λογοτέχνης, καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στο Παρίσι. Υπέρμαχος του δημοτικισμού. Έλαβε μέρος στο κίνημα του δημοτικισμού για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους.

Ο Γιάννης Ψυχάρης
Ο Γιάννης Ψυχάρης

Ο Βίος του Γιάννη Ψυχάρη

Ο Γιάννης Ψυχάρης γεννήθηκε την Οδησσό της Ρωσίας (σημ. Ουκρανία). Ο πατέρας του ήταν από τη Χίο και η μητέρα του από την Ήπειρο. Ο ίδιος ήταν μοναχοπαίδι, αφού η μητέρα του πέθανε 18 μήνες μετά τη γέννηση του και ο πατέρας του δεν ξαναπαντρεύτηκε.

Η οικονομική ευμάρεια του πατέρα του, επέτρεψε στον Ψυχάρη να μην του λείψει τίποτα. Μεγάλωσε σύμφωνα με τους τύπους και το γράμμα της αριστοκρατίας. Πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει Φιλολογία, Φιλοσοφία και Γλωσσολογία. Έπειτα πήγε στη Γερμανία όπου σπούδασε Γερμανική Φιλολογία. Επέστρεψε στο Παρίσι. Το 1884 έγινε υφηγητής της Γλωσσολογίας στη Σορβόνη, παίρνοντας την έδρα του δασκάλου του και ελληνιστή Εμίλ Λεγκράν. Στη συνέχεια διορίστηκε ως καθηγητής της Νέας Ελληνικής Γλώσσας στη Σχολή Ανωτέρων Σπουδών και στη Σχολή Ανατολικών Σπουδών. Στην Ελλάδα ο Ψυχάρης ήρθε μόνο πέντε φορές για να προχωρήσει κάποιες μελέτες του.

Παρ’ όλη την οικονομική του άνεση και την κοινωνική του θέση ο Γιάννης Ψυχάρης δεν έζησε ήρεμη οικογενειακή ζωή. Στα 1912 χώρισε με την πρώτη του γυναίκα. Στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο έχασε και τους δύο γιου του. Η δεύτερη γυναίκα του δεν κατάφερε να του δώσει την οικογενειακή θαλπωρή που τόσο αναζητούσε ο μεγάλος αυτός λογοτέχνης.

Μια φοβερή αρρώστια τον καθήλωσε στο κρεβάτι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Δεν έχασε, όμως, ούτε για μια στιγμή την πνευματική του διαύγεια.Και από τη θέση αυτή συνέχιζε να γράφει. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1929 ο Γιάννης Ψυχάρης άφησε στο Παρίσι την τελευταία του πνοή, αφήνοντας το δημοτικιστικό κίνημα χωρίς αρχηγό. Η ταφή του έγινε στη Χίο, σύμφωνα με την επιθυμία του.

Ο Εμμανουήλ Μπενάκης φρόντισε να αγοράσει και να σώσει την αξιόλογη Βιβλιοθήκη του Γιάννη Ψυχάρη. Σήμερα η Βιβλιοθήκη αυτή αποτελεί παράρτημα της «Βιβλιοθήκης Μπενάκη».

Ο συγγραφέας Γιάννης Ψυχάρης

Ο Γιάννης Ψυχάρης διακρίθηκε ως φιλόλογος και συγγραφέας. Έγραψε πολλά έργα στην ελληνική, τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα. Σε αυτά απεικονίζει με θαυμαστό τρόπο τη ζωή. Είναι ένας ρεαλιστής συγγραφέας που περιγράφει αυτά που είδε και έζησε. Ο Ψυχάρης, όμως, είδε και έζησε τη ζωή ως αστός, ως κυρίαρχος. Δεν εμβάθυνε στο θέμα του, ούτε προσπάθησε να δει τα προβλήματα που παρουσιάζονταν στους οικονομικά ασθενέστερες και κοινωνικά κατώτερες κοινωνικές τάξεις του λαού.

Αυτή του η στάση δημιουργεί μια ανεξήγητη αντινομία. Ο άνθρωπος που πρώτος τόλμησε να ικανοποιήσει το αίτημα των απλών ανθρώπων για το θέμα της γλώσσας, ερχόμενος σε αντίθεση με τους λόγιους της κοινωνικής του τάξης, τους αστούς, δεν προσπάθησε να αγγίξει ή να δει τα προβλήματά τους. Δηλαδή από τη μια ο Ψυχάρης αδιαφόρησε για τη γνώμη των λογίων αστών στο θέμα της γλώσσας, και από την άλλη έβλεπε και περιέγραφε τα πάντα από τη μεριά τους. Κι όμως ως πνευματικός και μορφωμένος άνθρωπος όφειλε να δει πως πίσω από το πρόβλημα της γλώσσας υπήρχαν άλλα, πιο πολύπλοκα και ουσιώδη.

Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο Ψυχάρης υπήρξε μια σημαντική φυσιογνωμία της λογοτεχνίας μας και ένας πρωτοπόρος αγωνιστής του δημοτικισμού, που με την πνευματική του δημιουργία συνετέλεσε στην ανοδική πορεία του τόπου μας.

Σε όλα τα έργα του κυριαρχεί η λαϊκή γλώσσα. Τη γλώσσα αυτή την υποστήριζε με όλες του τις δυνάμεις, διακηρύσσοντας μάλιστα ότι έπρεπε να καθιερωθεί σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου έτσι όπως μιλιέται από το λαό, χωρίς γραμματικές ή συντακτικές μεταποιήσεις. Ο Γιάννης Ψυχάρης, όμως, δεν απέφυγε και ένα λάθος: προσπάθησε να βάλει αυτή τη γλώσσα σε καλούπια.

Το γκρέμισμα της καθαρεύουσας ήταν δυνατό και για την εποχή εκείνη η γλωσσική του μεταρρύθμιση, ο «ψυχαρισμός» όπως ονομάστηκε, ήταν μια αληθινή επανάσταση που προκάλεσε αρκετό μίσος και επικρίσεις της κοινής γνώμης και των ειδικών στα θέματα αυτά.

Ολόκληρη η γλωσσική μεταρρύθμιση του Ψυχάρη εφαρμόστηκε στο έργο του «Το Ταξίδι μου», που εκδόθηκε το 1888. Μέσα στο έργο αυτό, που έχει ιστορική αξία, φαίνεται καθαρά η γλωσσική θεωρία του, που αποτελεί μια αναγέννηση για τη λογοτεχνία μας.

Ωστόσο ο Ψυχάρης στον αγώνα του για την επικράτηση της δημοτικής δεν ήταν μόνος. Ένα πλήθος από αξιόλογους λογοτέχνες, όπως ο Ροΐδης, ο Εφταλιώτης, ο Παλαμάς, ο Καρκαβίτσας και ο Πάλλης, τάχθηκε με το μέρος του και τον υποστήριξε θερμά.

Μετά «Το Ταξίδι μου» ο Ψυχάρης εξέδωσε και άλλα βιβλία, κυρίως μυθιστορήματα, σε γλώσσα δημοτική: «Η Τζούλια», «Ζωή και Αγάπη στη μοναξιά», Τα δυο αδέλφια», «Αγνή», «Τα δυο τριαντάφυλλα», «Η άρρωστη δούλα».

Η κριτική του έργου του είναι αντιφατική, γιατί επηρεάστηκε και από τις αντιπάθειες που είχε. Έτσι από πολλούς χαρακτηρίστηκε αριστουργηματικό και από άλλους ψυχρό και ασήμαντο. Η αλήθεια είναι το έργο του σε ορισμένα σημεία, στην προσπάθεια του να εφαρμόσει τα γλωσσικά του πιστεύω, φαίνεται να χάνει τον αυθορμητισμό του και να γίνεται πλαστό. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως δεν έχει αξία. Αντίθετα, αποτελεί αξιόλογο μέρος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Ο Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935)

Ο Αλέξανδρος Πάλλης (Πειραιάς, 15 Μαρτίου 1851 – Λίβερπουλ, 17 Μαρτίου 1935) ήταν λογοτέχνης, μεταφραστής, πρωταγωνιστής στον αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας (δημοτικισμός).

Ο Αλέξανδρος Πάλλης
Ο Αλέξανδρος Πάλλης

Ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Πάλλης

Ο Αλέξανδρος Πάλλης καταγόταν από την Ήπειρο αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, φοίτησε στην φιλοσοφική σχολή του Εθνικού Πανεπιστήμιου αλλά διέκοψε τις σπουδές του για να μετακομίσει στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Παράλληλα με το εμπόριο ασχολήθηκε με τα γράμματα. Δημοσίευσε μια κριτική έκδοση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή διορθωμένη από τον ίδιο που εκτιμήθηκε από τους φιλόλογους. Ακολουθώντας τις γλωσσικές αντιλήψεις του Ψυχάρη δημοσίευσε το 1889 τα «Τραγουδάκια για τα παιδιά» με σκοπό «το διαφωτισμό της νεότητας», και μια μετάφραση του «Έμπορου της Βενετίας» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στην δημοτική. Ακολούθησαν άλλα πρωτότυπα έργα του όπως το διήγημα «Μπρουσός» και η ποιητική συλλογή «Ταμπουράς και κόπανος». Ποιήματά του και μερικές από τις μεταφράσεις του δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του «Κούφια καρύδια» τυπωμένο στο Λονδίνο.

Σημαντικότερο έργο του Πάλλη θεωρείται η μετάφρασή του της «Ιλιάδας» του Ομήρου στη δημοτική και σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Σύμφωνα με τον Εμμανουήλ Κριαρά, «με τη μεταφραστική αυτή πρωτοβουλία […] ήθελε πρώτα-πρώτα να αποδείξει ότι η δημοτική γλώσσα ήταν επαρκής για να αποδώσει και τα πιο αξιόλογα δημιουργήματα των αιώνων. Ζητούσε ακόμα να κάνει το ομηρικό έπος κτήμα του λαού…». Άλλη πολύ γνωστή μετάφραση του Πάλλη ήταν αυτή των Ευαγγελίων στη δημοτική, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις σε συνέχειες. Αυτή η μετάφραση προκάλεσε σάλο που οδήγησε στα αιματηρά επεισόδια που έγιναν γνωστά ως «Ευαγγελικά». Το ενδιαφέρον του για την ενίσχυση του δημοτικισμού υπήρξε αμείωτο καθώς χάρις στην οικονομική του άνεση ενίσχυσε χρηματικά λόγιους διευκολύνοντας την έκδοση έργων τους: επιχορηγεί το «Νουμά», αγοράζει εκατό αντίτυπα από τον «Αρχαιολόγο» του Καρκαβίτσα, επειδή ήταν έργο με δημοτικιστική θέση. Χρηματοδοτεί την έκδοση σημαντικών βιβλίων του Παλαμά, όπως , η «Ασάλευτη Ζωή», ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» και η «Φλογέρα του Βασιλιά».

Η οικογένεια του Αλέξανδρου Πάλλη

Στις 31 Δεκεμβρίου 1880 παντρεύτηκε με την Ιουλία-Ελίζα, κόρη του Θεόδωρου Παντιά Ράλλη. Έκαναν μαζί πέντε παιδιά: τη Μαριέττα, τον Αλέξανδρο-Αναστάσιο, μετέπειτα πολιτικό και συγγραφέα, την Αζίζα (η οποία παντρεύτηκε τον δημοτικιστή ποιητή και συγγραφέα Πέτρο Βλαστό), τον Ανδρέα και τον μετέπειτα συγγραφέα και ορειβάτη Μάρκο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Πάλλης

Το γλωσσικό ζήτημα (αρχές 20ου αιώνα)

Το γλωσσικό ζήτημα έγκειται στον γλωσσικό διχασμό, σε γραπτό λόγο (λόγιο) και καθομιλούμενη γλώσσα (δημώδη), ο οποίος ως αποτέλεσμα της διασποράς των δυτικών ιδεολογιών στην ελληνική κοινωνία, την σημάδευσε επί σειρά ετών. Το μόνο πράγμα το οποίο άλλαζε κατά τη διάρκεια της ιστορίας 20 αιώνων του γλωσσικού ζητήματος ήταν η ένταση και τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της εκάστοτε εποχής.

Το γλωσσικό ζήτημα

Το γλωσσικό ζήτημα ως ιδεολογική αντιπαράθεση

Η αναγνώριση μιας ενιαίας γλώσσας ως κατ’ εξοχήν ομογενοποιητικού στοιχείου του εθνικού συνόλου και κυρίου μοχλού των αγώνων για την προαγωγή της εθνικής συνείδησης υπήρξε αντικείμενο μεγάλης τριβής ήδη από τους προεπαναστατικούς χρόνους. Η στροφή προς την ομιλουμένη, ουσιώδες γνώρισμα του Διαφωτισμού, συνοδεύτηκε από σημαντικές αναταράξεις στους κόλπους της ελληνικής λογιοσύνης. Οι αναταράξεις αυτές έφεραν στο φως τις βαθιές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στους παραδοσιακούς φορείς της παιδείας και τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που έρχονταν στο προσκήνιο, επιχειρώντας να διαχειριστούν τα ζητήματα τς αυτογνωσίας και της αγωγής του έθνους.

Ο Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής γράφει στα 1790: «Η αιτία που μεταχειρίσθην απλούν ύφος ήτον δια να μην προξενήσω με τη γριφότητα του ελληνισμού{αρχαϊσμού) εις τους άλλλους εκείνο όπου ο ίδιος έπαθα σπουδάζοντας». Ενώ η πατριαρχική εγκύκλιος του 1798 καταδίκαζε τη «Νέα Πολιτική Διοίκηση» του Ρήγα, όχι μόνο για το επαναστατικό της περιεχόμενο, αλλά και για το ότι ήταν γραμμένη «εις απλήν φράσιν ρωμαϊκήν».

Η γλωσσική σύγκρουση εξέφρασε το σύνολο των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων της ελληνικής κοινωνίας κυρίως από τη στιγμή που η συσπείρωση γύρω από τη δημοτική γλώσσα συνέδεσε το ζήτημα με την εκπαίδευση και διατύπωσε με επιμονή αιτήματα εκσυγχρονισμού των θεσμών και της κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι, οι δύο γλωσσικές μορφές της δημοτικής και της καθαρεύουσας, πήραν διαστάσεις ισχυρών συμβολισμών, οι οποίοι δεν αναφέρονταν στη μορφή του γραπτού ή του προφορικού λόγου, αλλά σε συγκεκριμένες αντιλήψεις που είχαν οι άνθρωποι για τη ζωή και την κοινωνία.

Η παρακολούθηση της μακράς και αντιθετικής πορείας αυτών των συμβολισμών δείχνει ότι η αντίληψη για τη δημοτική γλώσσα βιώθηκε ως μία σοβαρή απειλή καθιερωμένων συμπεριφορών και πατροπαράδοτων τρόπων ζωής. Ο δημοτικισμός δηλαδή ως κίνημα βιώθηκε από τους αντιπάλους του ως κίνημα εκσυγχρονιστικό.

Το εκσυγχρονιστικό θεωρήθηκε πάντα συνώνυμο του δυτικού, αφού οι έννοιες του εκσυγχρονισμού και της νεωτερικότητας είχαν παραχθεί στη Δύση. Άρα βιώθηκε ως κίνημα ξενόφερτο. Και ως ξενόφερτο, θεωρήθηκε πάντα υπονομευτικό των ηθών, επιβουλευτικό της θρησκείας και ύποπτο προδοσίας. Γι’ αυτό και η άμυνα απέναντι του οργανώθηκε με όρους που αναφέρονταν ακριβώς σε αυτές τις ευαίσθητες περιοχές της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης.

Το δημοτικιστικό κίνημα

Την άποψη για την καθιέρωση της δημοτικής σε όλες τις μορφές λόγου τη συστηματοποίησε ο Ψυχάρης. Της εξασφάλισε, μάλιστα, θεωρητικά γλωσσολογικά θεμέλια και ιδεολογικό εξοπλισμό. Πρόκειται για στοιχεία που της επέτρεψαν να συσπειρώσει οπαδούς και, στη συνέχεια, να μετατρέψει τις συσπειρώσεις αυτές σε μαχητικό κίνημα, το κίνημα του δημοτικισμού. Τα στοιχεία αυτά τα αναγκαία για τη συγκρότηση του κινήματος, τα προσέφερε, πρώτος, ο Ψυχάρης. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο την αποφασιστική ώθηση στην ανάπτυξη μιας δημοτικιστικής συνείδησης, τουλάχιστον στην λογοτεχνία, την έδωσε η συμβολή του Εμμανουήλ Ροΐδη, αυτού του κατ’ εξοχήν νεωτερικού συγγραφέα και μοναδικού τεχνίτη του καθαρολογικού ύφους. Το 1893 εκδίδει τα Είδωλα, μια απολογία της δημοτικής, γραμμένη σε αριστοτεχνική καθαρεύουσα. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, δηλώνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, χρονολογείται το «οριστικό διαζύγιο της ελληνικής λογοτεχνίας με την καθαρεύουσα». Άλλη μια απόδειξη ότι το διακύβευμα στη γλωσσική υπόθεση δεν ήταν απλώς του γλωσσικού οργάνου, αλλά μια αντίληψη περί ζωής.

Στα επόμενα χρόνια και όσο το κίνημα αναπτυσσόταν, δηλαδή όσο τα θεμέλια τη νεωτερικότητας γίνονταν στερεότερα, τόσο μεγάλωναν και οι κοινωνικές αντιστάσεις, οι οποίες πήραν τελικά μορφή ιδεολογικής τρομοκρατίας και πολιτικού διωγμού. Απέναντι στις εκσυγχρονιστικές πιέσεις οργανώθηκε μια άμυνα, η οποία παρέπεμπε, πάντα, στην προάσπιση τομέων της ζωής που δεν είχαν καμία σχέση με το ζητούμενο του εκσυγχρονισμού, αλλά είχαν σχέση με τις βαθύτερες ευαισθησίες των ανθρώπων. Παρέπεμπε, δηλαδή, στην προάσπιση της ηθικής, της θρησκευτικότητας και του πατριωτισμού. Έτσι, το ιδεολόγημα που ενέπνευσε τις συντηρητικές δυνάμεις στηρίχθηκε σε αυτές τις τρεις έννοιες, οι οποίες βρίσκονταν στην καρδιά οποιασδήποτε πολεμικής απέναντι σε κάθε νεωτεριστική απόπειρα: από τις αρχές το 20ου αιώνα και μετά η δημοτική γλώσσα δεν ήταν πια απλώς «αγελαία» και «χυδαία». Ήταν «ανήθικη, αντεθνική και αντιθρησκευτική».

Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι νέοι όροι με τους οποίους θα εμφανιζόταν εφ’ εξής το γλωσσικό ζήτημα: κρατική και διοικητική επέμβαση, η οποία κατέληξε να γίνει θεσμική, από την πλευρά των καθαρολόγων, δημιουργία κινήματος, από την πλευρά των δημοτικιστών. Το κίνημα αυτό υποστηρίχθηκε από τη δυναμική παρουσία, το έργο και την οικονομική ενίσχυση των λογίων και επιχειρηματιών της διασποράς. (Αλέξανδρος Πάλλης, Αργύρης Εφταλιώτης, Πέτρος Βλαστός, Πηνελόπη Δέλτα, Φώτης Φωτιάδης). Αποτέλεσμα της δράσης αυτής ήταν η δημιουργία συλλόγων -«Εθνική Γλώσσα» (1905), «Εκπαιδευτικός Όμιλος» (1910), «Φοιτητική Συντροφιά» (1910)- και η έκδοση εντύπων: Ο Νουμάς (1903-1931), Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1911-1924).

Ο Φώτης Φωτιάδης αγγίζει από πολύ νωρίς ένα ακανθώδες ζήτημα: οι δημοτικιστές ήταν αναγκασμένοι, επί δεκαετίες, να καταφεύγουν στην καθαρεύουσα προκειμένου να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα για να ζήσουν. Για τη στάση τους αυτή, επικρίθηκαν δριμύτατα από τον Ψυχάρη. Ο γλωσσολόγος Μένος Φιλήντας ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος και μαχόμενος οπαδός του Ψυχάρη σχολιάζει αυτή τη στάση του τελευταίου: «…ο Ψυχάρης στάθηκε αγωνιστής και πολεμιστής για τη γλώσσα γιατί ζούσε στο εξωτερικό. Αν ζούσε εδώ (…) ίσως θ’ αναγκαζόταν να γράψει και στην καθαρεύουσα για να ζήσει, όπως αναγκαστήκαμε λίγο πολύ όλοι εμείς οι άλλοι (…) γιατί έτσι το ‘θελε το κράτος που μας είχε υπαλλήλους ή έτσι το ‘θελαν οι χρηματοδότες μας αγοράζοντας την πέννα μας για να ‘χουνε μεγαλύτερη κυκλοφορία τα έργα που τυπώνανε».

Απόπειρα εισόδου τη δημοτικής σε ένα άλλο θεσμικό χώρο, στο χώρο της Δικαιοσύνης, έγινε στην κρίσιμη τριετία των αρχών του 20ου αιώνα, με μία απόφαση, γραμμένη εξολοκλήρου στη δημοτική, την οποία εξέδωσε το 1901 ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου Βόλου Ξενοφών Στελλάκης. Το γεγονός έμεινε μεμονωμένο και η ίδια η απόφαση μετά από παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποσύρθηκε και δεν καταχωρίσθηκε ποτέ στα αρχεία του δικαστηρίου. Το κείμενο έφτασε στα χέρια του Ψυχάρη, οποίος το αναδημοσίευσε, τόνισε τη σημασία της απόφασης, την αποκάλεσε ιστορική και αντί να περιοριστεί στην υπογράμμιση της πρωτοφανούς σε τόλμη ενέργειας, έκανε 96 γραμματικές διορθώσεις, τις οποίες δημοσίευσε αργότερα. Πρόκειται για ενδιαφέρον παράδειγμα της αδυναμίας του Ψυχάρη να αντιληφθεί τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι συναγωνιστές του στην Ελλάδα.

Αντι-δημοτικιστικές αντιδράσεις

Από τις αρχές του 20ου αιώνα η αναμέτρηση οδήγησε στα μέτρα που προβλέφθηκαν, ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν, με στόχο την πάταξη του δημοτικιστικού λόγου μέσα στο δρόμο της θεσμικής κύρωσης. Αρχές του 1901 κυκλοφόρησε η Ιστορία της Ρωμιοσύνης του Αργύρη Εφταλιώτη, γραμμένη σε αυστηρή ψυχαρική γλώσσα. Προκάλεσε έντονη επικριτική ορθογραφία, ακόμη και από τους συμπαθούντες τη δημοτική. Τέλη του 1901 δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις η μετάφραση του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Ακολούθησαν τα «Ευαγγελικά». Το 1903 ανέβηκε στο τότε Βασιλικό Θέατρο η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση του Γεωργίου Σωτηριάδη. Ακολούθησαν τα «Ορεστειακά».

Για τις δύο μεταφράσεις τη λαϊκή ανησυχία και την κοινωνική ταραχή δεν τις προκάλεσε τόσο η μετάφραση στη δημοτική αλλά αυτή καθαυτή η μετάφραση. Η μετάφραση εξελήφθη ως αλλοτρίωση αγαθών, τα οποία είναι εξ αποκαλύψεως τμήμα της ελληνικής οντότητας. Τα κείμενα των Ευαγγελίων είναι γραμμένα στην ελληνική. Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά, Το ίδιο ισχύει και για το αρχαίο κείμενο. όταν μεταφράζεται εξισώνεται με όλα τα μεταφρασμένα. Μαζί με τις αντιδράσεις για την επαπειλούμενη αλλοτρίωση από τις μεταφράσεις, συνυπολογίζονται οι αντιδράσεις απέναντι στο βιβλίο του Αργύρη Εφταλιώτη, Η Ιστορία της Ρωμιοσύνης.Ο λόγος είναι ότι το βιβλίο αυτό εισάγει τον όρο Ρωμιός στην ιστοριογραφία. Ο όρος είναι σε χρήση και δεν φαίνεται να ενοχλεί σε άλλους τομείς της ζωής ή των γραμμάτων.

Το βιβλίο εισάγει στην ιστοριογραφία ένα ιστορικά προσδιορισμένο που ακυρώνει εκ των πραγμάτων την πέραν του τόπου και του χρόνου έννοια του Έλληνα και παραπέμπει σε γεωγραφικούς χώρους και σε χρονικές περιόδους συνύπαρξης άλλες εθνότητες. Έλληνας είναι ο Έλληνας του Ισοκράτη. Ρωμιός είναι ο συγκάτοικος του Αρμένιου, του Εβραίου, του Τούρκου.

Ο χαρακτηριστικός συμβολισμός που ανέδιδαν και τα τρία γεγονότα δημιούργησε την απτή αίσθηση ότι ενεδρεύει ένας μεγάλος, καθολικός κίνδυνος, η συμπλοκή των δύο εννοιών, ελληνικό και χριστιανικό. Απόδειξη το πόσο σοβαρά προσελήφθη ο επαπειλούμενος κίνδυνος και πόσο βαθιά ριζώθηκε στα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας είναι τα σοβαρά θεσμικά μέτρα που πάρθηκαν για να οχυρώσουν το ιδεολόγημα, η νοοτροπία που παγιώθηκε στην αντιμετώπιση του εκ μέρους των πνευματικών θεσμών, Πανεπιστήμιο, Ακαδημία κλπ.

Νομοσχέδιο για το γλωσσικό ζήτημα

Το 1907 η πρώτη κοινοβουλευτική παρέμβαση στο γλωσσικό ζήτημα είχε σχέση με τα βιβλία και τη γλώσσα στην οποία θα ήταν γραμμένα. Σε νομοσχέδιο περί διδακτικών βιβλίων ζητήθηκε με τροπολογία να προστεθεί παράγραφος η οποία να ορίζει ότι τα διδακτικά βιβλία συντάσσονται υποχρεωτικά «εν γλώσση απλή και καθαρευούση ίνα μη εισβάλη ο χυδαϊσμός εις το Σχολείον». Τα επιχειρήματα ήταν δύο: το εθνικό: αυτή η γλώσσα αποτελεί «τον θεμέλιον λίθον της εθνικής ημών ενότητος», το θρησκευτικό: «Η γλώσσα η ελληνική είναι η γλώσσα την οποία ο Θεός δις εμφαντικώτατα μετεχειρίσθη». Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μεταφράστηκαν «κατά τρόπον ακατανόητον, κατά τρόπον αυτόχρημα θεόπνευστον» και «είναι ιστορικώς βεβαιωμένον ότι ο Χριστός ομίλει την ελληνικήν. Ημείς παραινούμεθα να παραιτηθώμεν της γλώσσης, την οποίαν ωμίλησε ο Θεός».

Η τροπολογία δεν ψηφίστηκε τελικά. Όμως η καταστολή είχε αρχίσει και κλιμακώθηκε με διοικητικά μέτρα. Το Μάιο του 1908 τιμωρήθηκαν από τον υπουργό Παιδείας με την ποινή της επίπληξης ο Κωστής Παλαμάς, τότε γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο καθηγητής επίσης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Χατζιδάκις, για τη δημόσια δημοτικιστική τους τοποθέτηση. Με προσωρινή απόλυση τιμωρήθηκε και ο συγγραφέας Κώστας Παρορίτης, δάσκαλος τότε στην Ύδρα. Η δημοτικιστική απειλή δεν έμοιαζε ακόμη τόσο μεγάλη ώστε η χρησιμοποίηση της καθαρεύουσας στη δημόσια ζωή να πρέπει να περιβληθεί με την ισχύ νόμου. Ωστόσο, περίπου δυόμισι χρόνια αργότερα, το 1911, η χρήση της καθαρεύουσας θα επιβληθεί όχι απλώς από νόμο, αλλά από ειδική διάταξη που θα μπει στο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1911 από τον ίδιο το Βενιζέλο, πιεζόμενο από τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων του κόμματός του.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Κωστής Παλαμάς (1859-1943)

Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός  συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με τον Νίκο Καμπά και τον Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής.

Ο Κωστής Παλαμάς
Ο Κωστής Παλαμάς

Ο Βίος του Κωστή Παλαμά

Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα, στην οδό Κορίνθου, το 1859. Σε αυτό το σπίτι βρίσκονται δύο μαρμάρινες πλάκες, που αναφέρονται η μία στη Ματθίλδη Σεράο, το 1856 -ιταλικής καταγωγής με μητέρα Ελληνίδα- συγγραφέας και δημοσιογράφος και η άλλη στον Κωστή Παλαμάς, τον πατριάρχη της νεότερης ελληνικής ποίησης.

Ο πατέρας του Ο Μιχαήλ Παλαμάς ήταν νομικός και ονειρευόταν να ακολουθήσει και γιος του τον ίδιο δρόμο. Ο Κωστής Παλαμάς έμεινε ορφανός επτά ετών. Φεύγει από την Πάτρα και πηγαίνει στον τόπο καταγωγής του πατέρα του, το Μεσολόγγι και υπό την προστασία του θείου του Δημήτρη Παλαμά. Εκεί τελειώνει το Γυμνάσιο και το 1875 πηγαίνει στην Αθήνα να σπουδάσει στη Νομική Σχολή. Την εγκαταλείπει όμως σύντομα. Στα 1879 διορίστηκε Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σε αυτήν την εργασία έμεινε σε όλη του τη ζωή για βιοποριστικούς λόγους. Έζησε πολλά χρόνια στην Οδό Ασκληπιού. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, η οποία του συμπαραστάθηκε σε όλη του τη ζωή και απέκτησαν τρία παιδιά.

Ο Κωστής Παλαμάς γράφει

Ο Κωστής Παλαμάς άρχισε να γράφει ποιήματα εννιά χρονών. Είκοσι χρονών δημοσιογραφεί σε διάφορα έντυπα του καιρού του. Στα 1886 τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Τα τραγούδια της Πατρίδας μου». Στα 1889 πεθαίνει ο μικρός του γιος και γράφει το ποιητικό θρήνο «Τάφος». Στα 1926 έγινε Ακαδημαϊκός.

Ο ποιητής Κωστής Παλαμάς

Είναι δύσκολο να σκιαγραφήσει κανείς την προσωπικότητα του Κωστή Παλαμά. Ο Παλαμάς δεν ανήκει σε καμιά ποιητική Σχολή. Δημιούργησε σχολή ή μάλλον στάθηκε ένα μεγάλο ορόσημο στα ελληνικά γράμματα. Έγραψε πάνω από είκοσι ποιητικές συλλογές. Λυρικός και στοχαστής, μεγαλόπνοος, ασύγκριτος, έγινε ο Όλυμπος της ελληνικής ποίησης. Πατριώτης, φιλόσοφος στην κυριολεξία, δημοτικιστής μέχρι το κόκκαλο, ένας ολοκληρωμένος διανοούμενος. Ο Παλαμάς γεμίζει μια εποχή. Το έργο του πολύπλευρο, η ποίηση του πολυεδρική. Ένας ρεαλιστής που μιλάει προφητικά, ένας ρομαντικός που που ψιθυρίζει ένα τραγούδι, ένας ρήτορας που ρητορεύει χαμηλόφωνα, ένας Έλληνας που αγκαλιάζει την παγκοσμιότητα. Πλούσιος σε λέξεις και εκφράσεις με μοναδικό εργαλείο τη δημοτική γλώσσα «σμιλεύει» στίχους λεπτούς και ευαίσθητους. Ο Παλαμάς στάθηκε, μαζί με το Σολωμό, η πιο μεγάλη μορφή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Η κηδεία του Κωστή Παλαμά

Πέθανε σε βαθιά γεράματα στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Τη στιγμή που το φέρετρο κατεβαίνει στον τάφο, το έθνος ολόκληρο και κάτω από τις δολοφονικές κάνες των όπλων του κατακτητή ξεσπάει σε ένα χαιρετισμό αντίστασης. Εκείνη τη στιγμή, τη στερνή στιγμή, ένας ολόκληρος λαός ξαναβρίσκει την ιστορική του συνείδηση.

Ο Κωστής Παλαμάς γράφει

Ο Ολυμπιακός Ύμνος

Αρχαίο Πνεύμα αθάνατον, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι άστραψε εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού.

Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι,
στων ευγενών Αγώνων λάμψε την ορμή,
και με το αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε και άξιο το κορμί.

Κάμποι, βουνά και θάλασσες φέγγουν μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός.
Και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,
Αρχαίο Πνεύμ’ αθάνατο, κάθε λαός, κάθε λαός
Αρχαίο Πνεύμ’ αθάνατο, κάθε λαός.

Ποιητικό έργο

  • Τραγούδια της πατρίδος μου (1886)
  • Ύμνος εις την Αθηνάν (1889)
  • Τα μάτια της ψυχής μου (1892)
  • Ίαμβοι και ανάπαιστοι (1897)
  • Ο Τάφος (1898)
  • Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης (1900)
  • Η ασάλευτη ζωή (1904)
  • Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907)
  • Η φλογέρα του Βασιλιά (1910)
  • Οι καημοί της λιμνοθάλασσας (1912)
  • Σατιρικά Γυμνάσματα (1912)
  • Η πολιτεία και η μοναξιά (1912)
  • Βωμοί (1915)
  • Τα παράκαιρα (1919)
  • Τα δεκατετράστιχα (1919)
  • Οι πεντασύλλαβοι και Τα παθητικά κρυφομιλήματα- Οι λύκοι- Δυο λουλούδια από τα ξένα (1925)
  • Δειλοί και σκληροί στίχοι (1928)
  • Ο κύκλος των τετράστιχων (1929)
  • Περάσματα και χαιρετισμοί (1931)
  • Οι νύχτες του Φήμιου (1935)
  • Βραδινή φωτιά (1944, μεταθανάτια έκδοση επιμελημένη από τον γιό του Λέανδρο)
  • Η Κασσιανή

Πεζογραφικό έργο

Διηγήματα

  • Ένας ψηφοφόρος, 1887.
  • Το τέλος του ανεμόμυλου, 1887.
  • Το σκολειό και το σπίτι, 1888.
  • Παθήματα δικαστικού, 1888.
  • Παλιό τραγούδι του νέου καιρού, 1890.
  • Θάνατος Παλληκαριού, 1891.
  • Το σπίτι του γραμματικού, 1891.
  • Το μήνυμα, 1895.
  • Φιλήμων και Βαύκις, 1895.
  • Τα μάτια του Κουνάλα, 1897.
  • Ευφορίων, 1898.
  • Ο κερένιος άγγελος, 1899.
  • Ένας άνθρωπος σ’ ένα χωριό, 1900.
  • Πώς μεταμορφώθηκε ο Σάτυρος, 1900.
  • Το σκάψιμο για το άγαλμα, 1900.
  • Τα μάρμαρα, 1903.
  • Αγάπη, 1917.

Θέατρο

  • Τρισεύγενη, δράμα σε τέσσερα μέρη, 1902.

Κριτική-Δοκίμιο

Ήταν ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες κριτικούς. Σε αυτόν οφείλεται η επανεκτίμηση του έργου των Ανδρέα Κάλβου, Διονυσίου Σολωμού, της Επτανησιακής Σχολής εν γένει, του Κώστα Κρυστάλλη και άλλων.

  • Το έργο του Κρυστάλλη (1894),
  • Σολωμός Η ζωή και το έργο του (1901)
  • Γράμματα (2 τόμοι, 1904 – 1907)
  • Ηρωικά πρόσωπα και κείμενα (1911)
  • Τα πρώτα κριτικά (1913)
  • Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1914)
  • Βιζυηνός και Κρυστάλλης (1916)
  • Ιούλιος Τυπάλδος (1916)
  • Πως τραγουδούμε τον θάνατο της κόρης (1918)
  • Πεζοί δρόμοι (3 τόμοι 1929 – 1933)
  • Ο Γκαίτε στην Ελλάδα (1932)
  • Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου 1ος τόμος (1933)
  • Η ποιητική μου (1933)
  • Πεζοί δρόμοι. Κάποιων νεκρών η ζωή (1934)
  • Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου 2ος τόμος (1940).

Μεταφράσεις

  • Β΄ Ολυμπιόνικος του Πινδάρου εφημ. «Εστία», 1896
  • ΙΔ΄ Ολυμπιόνικος Πινδάρου, εφημ. «Ακρόπολις», 1896
  • Πρόας ο Νικίου υπό Αντρέ Λωρί, έκδοση Διάπλασης των Παίδων, 1898.
  • Η Ελένη της Σπάρτης του Αιμ. Βεράρεν 1906.
  • Σημειώνεται ότι πρώτα έργα του Κωστή Παλαμά που μεταφράστηκαν στην αγγλική γλώσσα ήταν Η ασάλευτη ζωή, Η τρισεύγενη, ο Θάνατος παληκαριού και ακολούθησαν άλλα. Στη δε γαλλική γλώσσα πρώτα ήταν Ο τάφος, Ο Δωδεκάλογος του γύφτου, ο Θάνατος παλληκαριού κ.ά., ενώ πλείστα αποσπάσματα άλλων συλλογών μεταφράστηκαν σε διάφορες άλλες γλώσσες όπως στη γερμανική, ιταλική, ισπανική αραβική και τουρκική γλώσσα.

Διακρίσεις για τον Κωστή Παλαμά

  • Ανακήρυξή του σε κορυφαίο πεζογράφο και έναν από τους τρεις κορυφαίους ποιητές όλων των εποχών.
  • Δημιουργία μουσείου με το όνομά του.
  • Δημιουργία ιδρύματος με το όνομά του.
  • Σήμερα «τιμής ένεκεν» φέρεται αφιερωμένη στο όνομά του
  • Βράβευση του με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών το 1925 από την ακαδημία Αθηνών της οποίας διορίστηκε μέλος το 1926, ενώ εξελέγη πρόεδρός της το 1930.
  • Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940). Ανάμεσα σε αυτούς που πρότειναν τον Παλαμά για το βραβείο υπήρξε και ο νικητής του 1916 Καρλ Γκούσταφ Βέρνερ φον Χάιντενσταμ, ο οποίος πρότεινε τον Παλαμά τρεις φορές (1928, 1930 και 1935).

Ο Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)

Ο Γεώργιος Δροσίνης (9 Δεκεμβρίου 1859 – 3 Ιανουαρίου 1951) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής στην ποίηση και της  ηθογραφίας στην πεζογραφία. Η πρώτη ποιητική του συλλογή Ιστοί Αράχνης σηματοδότησε την εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής ενώ το διήγημά του Χρυσούλα κέρδισε το πρώτο βραβείο στον πρώτο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Η Εστία» το 1883.

Ο Γεώργιος Δροσίνης
Ο  Γεώργιος Δροσίνης

Ο Βίος του Γεωργίου Δροσίνη

Ο Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε σε ένα αρχοντικό της Πλάκας στην Αθήνα από γονείς Μεσολογγίτες. Ήταν γιος του Χρήστου Δροσίνη, που εργαζόταν ως ανώτατος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών και της Αμαλίας Πετροκόκκινου, της οποίας η οικογένεια είχε κατεβεί στην Αθήνα με τον Καποδίστρια. Η οικογένεια του Δροσίνη, εκτός από εύπορη ήταν και γνωστή για τη συνεισφορά της στον  εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Παππούς του ήταν ο Γιώργης Καραγιώργης, που σκοτώθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου το 1826 ενώ ο προπάππος του ήταν ο Καπετάν-Αναστάσης Δροσίνης, γνωστός και ως ο Πρωτοκλέφτης των Αγράφων.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και μεταγράφηκε στη φιλοσοφική σχολή μετά από σύσταση του Νικόλαου Πολίτη. Το 1885 συνέχισε τις σπουδές του στην Ιστορία της τέχνης στο εξωτερικό, στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του  Βερολίνου, στη Γερμανία, χωρίς όμως να πάρει κάποιο πτυχίο. Επίσης ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών (μαζί με τους Νίκο Καμπά και Κωστή Παλαμά) που επιδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό τους λόγο και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Η Εστία», το οποίο μετέτρεψε σε καθημερινή  εφημερίδα το 1894. Παράλληλα με την λογοτεχνική προσφορά του, συνεισέφερε σημαντικά σε πολλούς τομείς της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της χώρας: ήταν γραμματέας του «Συλλόγου προς διάδοση ωφελίμων βιβλίων» που είχε ιδρύσει ο Δημήτριος Βικέλας από το 1899. Ιδρυτής του Ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδας το 1922, διευθυντής του Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας (1914-1920) και 1922-1923 και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926.

Το 1918 αγόρασε μαζί με τον αδελφό του το σπίτι του θείου τους Διομήδη Κυριακού στην Κηφισιά και από το 1939 έμενε μόνιμα στο οίκημα αυτό που είχε μετονομασθεί σε έπαυλη Αμαρυλλίδα. Έζησε εκεί τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής μέχρι το τέλος της ζωής του την 3 Ιανουαρίου 1951. Το σπίτι αυτό έχει αναπαλαιωθεί, είναι σήμερα ιδιοκτησία του Δήμου Κηφισιάς και στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς από το 1991 και το Μουσείο Δροσίνη από το 1997.

Στο μουσείο αυτό υπάρχει μέσα ολόκληρο το έργο του Δροσίνη και το οποίο περιλαμβάνει: Τις πρώτες εκδόσεις των βιβλίων του, Περιοδικά και λεξικά, προσωπικά αντικείμενα του ποιητή και πλούσιο λαογραφικό υλικό.

  • Στον 1ο όροφο βρίσκεται ή δανειστική βιβλιοθήκη και το τμήμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών με ελεύθερη πρόσβαση στο Ίντερνετ.
  • Η αριστερή αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Συλλογές βιβλίων παλιά αναγνωστικά, οικογενειακές φωτογραφίες και τις πρώτες εκδόσεις του Ιστορικού λεξικού της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας των Αθηνών, το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών που απονεμήθηκε στον Δροσίνη, την ιδιόγραφη διαθήκη του και διάφορα άλλα προσωπικά αντικείμενά του.
  • Η δεξιά αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Ολόκληρο το λογοτεχνικό έργο του καθώς φυλάσσονται μεταφρασμένα παραμύθια, παρτιτούρες με μελοποιημένα ποιήματα, παλιοί τόμοι των εικονογραφημένων περιοδικών Εστία, της Διάπλασης Των Παίδων, Σχολικά Βοηθήματα, την λαογραφική βιβλιοθήκη, Το Ημερολόγιο Της Μεγάλης Ελλάδας, Χειρόγραφα, Επιστολές, Σχετικά άρθρα από ελληνικές και ξένες εφημερίδες, Προσωπικά του είδη και το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής που του απονεμήθηκε για την πνευματική του προσφορά.
  • Ο 3ος όροφος είναι ειδικά διαμορφωμένος για τις επισκέψεις μαθητών. Περιλαμβάνει αφιερώματα του ίδιου του λογοτέχνη και των ηρώων των ποιημάτων του όπως της Αμαρρυλίδος, της Αμυγδαλιάς και του Μπάρμπα-Δήμου, ένα παλιό γραμμόφωνο με δίσκους, λαογραφικό υλικό και αφίσες από πίνακες γνωστών ζωγράφων και οι οποίες τυπώθηκαν στην Λειψία για λογαριασμό του περιοδικού της Εστίας.

Στο μουσείο οργανώνονται εκπαιδευτικές ξεναγήσεις σε ομάδες επισκεπτών και σε μαθητές σχολείων.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Γεώργιος Δροσίνης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της «Ακαδημίας Αθηνών», ενώ το 1947 προτάθηκε από το Ελληνικό Κράτος για το βραβείο Νόμπελ, σε αναγνώριση της αξίας του έργου του, το οποίο τελικά απονεμήθηκε στο Γάλλο λογοτέχνη Αντρέ Ζιντ (André Gide).

Το έργο του Γεωργίου Δροσίνη

Ο Γ. Δροσίνης ασχολήθηκε εξίσου με την πεζογραφία και την ποίηση, αλλά σημαντικότερο θεωρείται το ποιητικό του έργο. Άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα ποιήματά του το 1878 στην εφημερίδα «Ραμπαγάς», με το ψευδώνυμο «Αράχνη». Ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών, που επεδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό λόγο, να τον απαλλάξουν από τον στόμφο και την απαισιοδοξία της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας. Η χρονολογία έκδοσης της πρώτης του ποιητικής συλλογής, το 1880, είναι το ορόσημο της εμφάνισης της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Ο Δροσίνης συνέχισε να υπηρετεί την ποίηση ως το τέλος της ζωής του, χωρίς όμως η ποιητική του τέχνη να παρουσιάσει κάποια εξέλιξη.

Τα πεζογραφικά έργα του Δροσίνη εντάσσονται στον χώρο της  ηθογραφίας: απεικονίζουν σκηνές από την αγροτική ζωή, ήθη, έθιμα και παραδόσεις του λαού της υπαίθρου. Ο συγγραφέας εξ άλλου ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη Λαογραφία (ήταν ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) και είχε ασχοληθεί με τη συλλογή τραγουδιών, εθίμων και παραδόσεων. Το κύριο γνώρισμά των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων του είναι ο ειδυλλιακός  χαρακτήρας. Παρ’ όλο που στην ποίηση ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού, οι γλωσσικές του επιλογές στην πεζογραφία ήταν συντηρητικότερες, κάτι που αποτελεί μια από τις βασικές αδυναμίες του πεζογραφικού του έργου.

Ποίηση

  • Ιστοί Αράχνης, 1880
  • Σταλακτίται, 1881
  • Ειδύλλια , 1884
  • Αμάραντα , 1890
  • Γαλήνη (1891-1902) , 1902
  • Φωτερά Σκοτάδια (1903-1914) , 1915
  • Κλειστά βλέφαρα (1914-1917) , 1918
  • Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες (1912-1921), 1921
  • Το μοιρολόι της όμορφης, 1927
  • Θα βραδιάζη (1915-1922), 1930
  • Είπε: (1912-1932), 1932
  • Φευγάτα Χελιδόνια (1911-1935), 1936
  • Σπίθες στη στάχτη, 1940
  • Λαμπες, 1947

Μυθιστορήματα

  • Αμαρυλλίς, 1886
  • Το βοτάνι της ζωής, 1901
  • Το βοτάνι της αγάπης, 1901
  • Έρση (μυθιστόρημα), 1922
  • Ειρήνη (μυθιστόρημα), 1945

Συλλογές διηγημάτων

  • Αγροτικαί επιστολαί, 1882
  • Διηγήματα και αναμνήσεις, 1886
  • Διηγήματα των αγρών και της πόλεως, 1904
  • Το ανθισμένο ξύλο-Τρεις εικόνες (διηγήματα), 1948

Παραμύθια

  • Παιδικά παραμύθια, 1889
  • Ελληνική Χαλιμά. Τα ωραιότερα παραμύθια του ελληνικού λαού, 1921 και 1926

Άλλα

  • Παράδοξος γάμος (κωμωδία μονόπρακτη), 1878
  • Το μήλον (κωμωδία), 1884
  • Τρεις ημέραι εν Τήνω 1888
  • Αι μέλισσαι 1890
  • Αι όρνιθες 1895
  • Το ψάρευμα 1908
  • Συλλογαί φυσικής ιστορίας 1912
  • Οι τυφλοί 1924
  • Η σκοπευτική άσκησις του έθνους 1938
  • Ο κυνηγός 1948
  • Ημερολόγιο της πολιορκίας του Μεσολογγίου 1958
  • Γεώργιος Νάζος 1966
  • Επιστολαί του Νικολάου Γύζη 1969
  • Ο Μπαρμπα-Δήμος 1974
  • Θαλασσινά τραγούδια 1884
  • Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδόσεις δωρική 1972

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Δροσίνης

Ο Τέλλος Άγρας (1899-1944)

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου, Καλαμπάκα 1899 – Αθήνα 12 Νοεμβρίου 1944) ήταν Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας.

Ο Τέλλος Άγρας
Ο Τέλλος Άγρας

Ο Βίος του Τέλλου Άγρα

Ο Τέλλος Άγρας γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, όπου υπηρετούσε τότε ως σχολάρχης ο πατέρας του Γεώργιος Ιωάννου. Η μητέρα του λεγόταν Ειρήνη Βλάχου, ενώ ο μικρότερος αδερφός του Χρήστος. Το 1899 όλη η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα και από εκεί το 1906 στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τελείωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το  1916 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο του το 1923. Το  1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και Τουρισμού. Το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, θέση στην οποία παρέμεινε έως το θάνατό του.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1938, ο Τέλλος Άγρας μετακόμισε μαζί με τη μητέρα του στην Αθήνα και πιο συγκεκριμένα στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής χειροτέρεψε η ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Στις 11 Οκτωβρίου 1944, τραυματίζεται από αδέσποτη σφαίρα των αλληλοσυγκρουόμενων Ταγμάτων Ασφαλείας και του ΕΑΜ  στον αστράγαλο, μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου τελικά πεθαίνει το Νοέμβριο από σηψαιμία.

Συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα

Η συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα ξεκίνησε το 1907 όταν αλληλογραφούσε ως συνδρομητής του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων ενώ από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά πλέον στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών του περιοδικού με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Το Μάιο του 1923, όταν δηλαδή τέλειωσε τη Νομική, γράφει στη Διάπλαση των Παίδων το πεζογράφημα «Αποχαιρετισμός». Συνεργάζεται και με άλλα περιοδικά, όπως με τη Λύρα, τον Βωμό, τους Νέους κ.ά.

Το 1918 βραβεύεται στο Σεβαστοπούλειο Διαγωνισμό, ενώ κερδίζει και βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Εσπερία  στο  Λονδίνο. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου. Την ίδια χρονιά μεταφράζει τις Στροφές του γαλλόφωνου Έλληνα ποιητή Ζαν Μορεάς (Jean Moreas).

Ο Τέλλος Άγρας έγραψε κυρίως ποίηση και κριτική λογοτεχνίας. Συχνά έγραφε και στο περιοδικό «Νέα Εστία», της οποίας διετέλεσε και αρχισυντάκτης για ένα διάστημα, ενώ δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά «Ελληνικά Γράμματα», «Νέα Ζωή», «Αλεξανδρινή Τέχνη», «Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου» και σε πολλά άλλα έντυπα καθώς και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού (1928).

Το 1934 κυκλοφόρησαν Τα βουκολικά και τα εγκώμια, η πρώτη ποιητική του συλλογή και το 1939 η δεύτερη με τίτλο Καθημερινές, που τιμήθηκε το 1940 με το «Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης».

Ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τους: Νένα Βενετσάνου, Ορφέα Περίδη, Νότη Μαυρουδή και Γιάννη Σπανό.

Απόψεις – Κρίσεις για το έργο του

«Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους Έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.ά.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.ά.), αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.»
»Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης.
»

Η εργογραφία του Τέλλου Άγρα

Ποίηση

  • Τα βουκολικά και τα εγκώμια – Το φθινοπωρινό ειδύλλιο – Βουκολικά – Μεταφράσεις – Τα Εγκώμια – Παραφωνίες – Σπουδές – Μπαλάντες – Καθημερινές (1917-1924), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα 1934.
  • Καθημερινές – Το σπίτι κ’ η γειτονιά – Αττική – Αγάπη (1923-1930), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα χ.χ.
  • Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας, επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, εκδ. Φέξης, Αθήνα 1965.
  • Επιλογή απ’ τα ποιήματα, εκδ. Ερμής, 1996.
  • Τα ποιήματα, τόμος Α΄, Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2014.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τέλλος_Άγρας_(ποιητής)

Η Θεώνη Δρακοπούλου (1885-1968)

Η Θεώνη Δρακοπούλου (1885 – 4 Αυγούστου 1968) ήταν Ελληνίδα ηθοποιός και ποιήτρια, γνωστή και με το ψευδώνυμο Μυρτιώτισσα.

Η Μυρτιώτισσα
Η Θεώνη Δρακοπούλου σε ηλικία 16 ετών

Η Θεώνη Δρακοπούλου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1885, στο προάστιο Μπεμπέκι. Ο πατέρας της, Αριστομένης Δρακόπουλος, ήταν γιος της Θεώνης Καλαμογδάρτη και εγγονός του Ανδρέα Καλαμογδάρτη, γόνου αρχοντικής Πατρινής οικογένειας. Υπηρετούσε στην Κωνσταντινούπολη ως πρώτος διερμηνέας της Ελληνικής Πρεσβείας κι είχε την καλλιέργεια αλλά και όλα τα μέσα και να προσφέρει στην κόρη του τη μόρφωση που απαιτούσε η πρώιμη καλλιτεχνική της ιδιοσυγκρασία. Έξι χρόνια μετά τη γέννηση της Θεώνης, ο πατέρας της διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του. Μετά από παραμονή δυο χρόνων στο νησί εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στην δραματική Σχολή Χιλλ της Πλάκας. Από μαθητική ηλικία είχε κλίση προς την ποίηση και το θέατρο. Πήρε μέρος σε ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίου δράματος, παρακολούθησε μαθήματα στη Βασιλική Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου. Ως ηθοποιός εμφανίστηκε από τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Το 1904 έλαβε μέρος στη παράσταση της “Αντιγόνης” του Σοφοκλή κι έπαιξε επίσης στο Δημοτικό και το Εθνικό Θέατρο. Αναγκάστηκε ωστόσο να διακόψει τη θεατρική της σταδιοδρομία, λόγω αντίδρασης της οικογένειάς της.

Η Θεώνη Δρακοπούλου παντρεύτηκε το Σπυρίδωνα Παππά, που ήταν ξάδελφός της, και εγκαταστάθηκε μαζί του στο Παρίσι όπου συνέχισε τις δραματικές σπουδές στην Κρατική Δραματική Σχολή. Γράφει η ίδια:

[….] Λάβαινα μέρος εδώ κι εκεί σε κάτι ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων κι αργότερα πάλι σε καλύτερο και καλλιτεχνικότερο επίπεδο με τον καταπληχτικό Χρηστομάνο. Λέγανε πως είχα ταλέντο, μα δε μ’ άφησαν να το καλλιεργήσω. Έπειτα βιαστικά, σα να με είχαν πάρει τα χρόνια, με πάντρεψαν. Είναι ωστόσο βέβαιο πως εγώ προετοίμασα στο γιο μου το δρόμο που τον πέρασε αργότερα τόσο θριαμβευτικά, γιατί ως την ώρα που τον γέννησα, το μόνο πράγμα που μ’ απασχολούσε, το μόνο που πρόσεξα στο Παρίσι, σε κείνη τη μεγαλούπολη που πήγα μετά το γάμο μου, ήταν το θέατρο. Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Εγώ η ίδια δέχτηκα να παντρευτώ έναν ξάδερφό μου που είχε έρθει τότε απ’ το Παρίσι για να μας δει και τον προτίμησα απ’ όλους τους νέους που γνώριζα. Δεν τον αγάπησα, όμως έλεγα πως το συγγενικό μας αίμα θα έσμιγε σιγά σιγά και τις ψυχές μας. Είχα άδικο. Όσο καλός κι αν ήταν, ευγενικός, μορφωμένος, όσο κι αν αγάπησε και φρόντισε κι αυτός όπως μπορούσε για τη μόρφωση του παιδιού μας, στο βάθος έμεινε ξένος για μένα. Αγαπούσε ωστόσο κι αυτός πολύ το θέατρο και με βοήθησε στο Παρίσι να πηγαίνω και ν’ ακούω τα μαθήματα που έδιναν φτασμένοι ηθοποιοί στην επίσημη Δραματική Σχολή του Κράτους. Οι καλύτερές μου ώρες ήταν εκείνες που περνούσα σ’ εκείνη την αίθουσα.

Από το γάμο της, η Θεώνη Δρακοπούλου απέκτησε ένα γιο, το Γιώργο, ο οποίος έγινε διάσημος πρωταγωνιστής του ελληνικού θεάτρου. Ο γάμος της όμως δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ. Μετά το χωρισμό, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου εργάστηκε ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ωδείο Αθηνών. Καθοριστική για την ποιητική της έκφραση στάθηκε η γνωριμία και ο έρωτάς της με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη. Μετά τον δραματικό θάνατο του τελευταίου στη μάχη του Δρίσκου το 1912, η 27χρονη Μυρτιώτισσα στράφηκε στην ποίηση για να εκφράσει τον πόνο της.

Το έργο της

Η ποίηση ήταν διέξοδος στον ρομαντικό και συναισθηματικό χαρακτήρα της Θεώνης Δρακοπούλου. Είναι από τις σημαντικότερες γυναικείες φυσιογνωμίες στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης. Το ποιητικό έργο της Μυρτιώτισσας κυριαρχείται από έντονο λυρισμό, ενώ συχνά θέματά της είναι η φύση και το δίπτυχο έρωτας-θάνατος. Άνθρωπος με ιδιαίτερες ευαισθησίες, έγραφε, απελπισμένη, για τον έρωτα αλλά και γεμάτη αγάπη για τη φύση, ποιήματα τα οποία διέτρεχαν το πάθος και η ειλικρίνεια. Με τον καιρό η πορεία της γινόταν όλο και πιο “εσωτερική” ακολουθώντας μια διαδρομή από έξω προς τα μέσα: “Το ντύμα μου το σάρκινο μου το ‘λιωσε η ψυχή μου“. Το ταλέντο της αναγνωρισμένο από τους ομοτέχνους της βρήκε θερμό υποστηρικτή στο πρόσωπο του Κωστή Παλαμά ο οποίος της χάριζε ανεπιφύλακτα την εκτίμησή του και προλόγιζε τα βιβλία της: Οι Κίτρινες Φλόγες (1925) και οι Κραυγές (1939) θεωρούνται σημαντικότατες.

Η Μυρτιώτισσα εξέδωσε τα ποιητικά έργα «Τραγούδια» (1919), «Κίτρινες φλόγες» (1925) (με πρόλογο του Κ. Παλαμά, 1925), «Τα δώρα της αγάπης» (1932, Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών) και «Κραυγές» (1939, Κρατικό Βραβείο) ενώ το 1953 κυκλοφόρησε ένα συγκεντρωτικό έργο με τίτλο «Ποιήματα». Επίσης, μετά τον πρόωρο χαμό του γιου της, το 1958, έγραψε το χρονικό «Ο Γιώργος Παππάς στα παιδικά του χρόνια» που εκδόθηκε το 1962.

Τιμήθηκε με κρατικά βραβεία ποίησης (το 1932 για τα «Τα δώρα της αγάπης» και το 1939 για τις «Κραυγές»).Κυκλοφόρησε επίσης μια δίτομη παιδική ανθολογία το 1930 καί μετέφρασε την «Μήδεια» του Ευριπίδη καθώς και ποιήματα της Άννας Ντε Νοάιγ (Anna, Comtesse Mathieu de Noailles.

Η ποίηση της Μυρτιώτισσας αποτελεί σταθμό στον γυναικείο νεοελληνικό ποιητικό λόγο. Τα ποιήματά της είναι αμιγώς ερωτικά και συγκινούν με την γνησιότητα της λαϊκής ιδιοσυγκρασίας της.

Τέλος της Θεώνης Δρακοπούλου

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της υπέφερε από διαβήτη. Πέθανε έπειτα από καρδιακή προσβολή στην Αθήνα την Κυριακή 4 Αυγούστου του 1968, σε ηλικία 83 ετών. Η ταφή της έγινε στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Δρακοπούλου στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Το αρχείο της οικογένειας Καλαμογδάρτη δώρισε τα “Ποιήματα” στον ξάδελφό της Γεώργιο Παπαδιαμαντόπουλο και αυτός με τη σειρά του στη Δημοτική Βιβλιοθήκη.