Ο Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968)

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 – 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεώτερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945, 1963, 1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Υπήρξε φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου
Ο Γεώργιος Παπανδρέου

Ο Βίος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο Καλέντζι Αχαΐας το 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του  πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους  γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου.

Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών. Από τους Γερμανούς καθηγητές του στο πανεπιστήμιο, αυτός που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Χάινριχ Τρίπελ (Heinrich Triepel), ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση του άκρατου θετικισμού και νομικισμού που επικρατούσε τότε στην γερμανική πολιτειολογία και θεωρία του κράτους, προτείνοντας αντίθετα μια περισσότερο κοινωνιολογική και πολιτική θεώρηση.

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ’ όπου κινητοποίησε τους βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη.

Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλείς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην  επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου (Πόντιοι και Μικρασιάτες). Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1934

Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα. Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας Ελευθερία και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης η οποία προκάλεσε το ζωηρό ενδιαφέρον του Ουίνστον Τσώρτσιλ με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος».

Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου επανήλθε -έπειτα από σύντομη παραμονή της κυβέρνησής του στην Ιταλία- ως ο «πρωθυπουργός της Απελευθερώσεως».

Ο ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου στα Δεκεμβριανά

Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των  Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων.

Μεταπολεμική περίοδος

1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής
1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές. Στις εκλογές του 1952  συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961.

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το  παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, Πρωθυπουργός με την Ένωση Κέντρου

Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της ΕΔΑ, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο  Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο. Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα.

Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό  χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), όσο και η αντίστοιχη τουρκική (ΤΟΥΡΔΥΚ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της.

Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο  στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη σκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου συγκρούεται με τα ανάκτορα

Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β’, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα. Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστίγιου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ’ όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα, ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ξέσπασε η  υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός.

Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον  Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ’ υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η χούντα των Συνταγματαρχών.

Η δικτατορία βρήκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δύση του βίου του, ενώ τη σκυτάλη είχε παραλάβει πλέον ο γιος του, Ανδρέας. Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί.

Το τέλος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 2.20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα «Παπανδρέου-Δημοκρατία» τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι «αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας».

Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το κλασικό από τα γεγονότα του 1965 «Παπανδρέου-Δημοκρατία-114» και το «Τι τα κάνατε τα όχι μας». Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες.

Οι ρήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν γνωστός ως αριστοτέχνης ρήτορας και ετοιμόλογος ευφυολόγος. Αυτός έπλασε τη φράση «Μέγα πλήθος μέγα πάθος», που χρησιμοποιείται και σήμερα για μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις. Εδώ παρατίθενται μερικές από τις ρήσεις του:

  • Παραφράζοντας το σύνθημα του δικτατορικού καθεστώτος, Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, έκανε λόγο για «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών καθολικώς διαμαρτυρομένων».
  • Για τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα είπε: «Εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος».
  • Σε μία κοινοβουλευτική συζήτηση, ακούγοντας μίαν ύβρη προς το πρόσωπό του, ρώτησε «Ποίος το λέει αυτό;» για να πει, μόλις ο υβριστής απάντησε «εγώ»: «Τότε δεν έχει καμία σημασία!»
  • Όταν κλήθηκε να περιγράψει την ιδεολογία της Ένωσης Κέντρου είπε: «διαφέρομεν από την Δεξιάν ως προς την Δικαιοσύνην, διαφέρομεν από την Αριστεράν ως προς την Ελευθερίαν».
  • «Ψήφισαν ακόμα και τα δένδρα»
  • Το 1965, επί πρωθυπουργίας του, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) για την κυριότητα οικοπέδου στο κέντρο της Αθήνας. Ο αρμόδιος υφυπουργός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου ζήτησε οδηγίες, και ο Παπανδρέου του είπε: «Άκουσε παιδί μου. Τα ράσα είναι σαν το κάρβουνο: αν είναι σβηστό και το πιάσεις λερώνεσαι, αν είναι αναμμένο καίγεσαι. Δώσε το στους παπάδες.»

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Παπανδρέου

Please follow and like us:
error0

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935)

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία είναι ο όρος που χρησιμοποιείται από ορισμένες πηγές για να περιγράψει το πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας από το 1924 ως το 1935. Ο όρος αυτός δεν έχει ευρεία χρήση. Η Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία προέκυψε από την περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας κάτω από τους μονάρχες του οίκου Γκλύξμπουργκ, και διήρκησε μέχρι τη συντριβή του σε ένα στρατιωτικό χτύπημα που αποκατέστησε τη μοναρχία. Η δεύτερη Δημοκρατία χαρακτηρίζει το δεύτερο μέρος στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας όπου δεν διοικήθηκε από βασιλιά, με τις συνελεύσεις και τις προσωρινές κυβερνήσεις της ελληνικής επανάστασης που θεωρούνται ως πρώτη Δημοκρατία.

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία
Το εθνόσημο της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας

Η δεύτερη Δημοκρατία ανακηρύχθηκε στις 25 Μαρτίου 1924, ως συνέπεια της ήττας της Ελλάδας από την Τουρκία στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας, για την οποία κατηγορήθηκε ευρέως η βασιλική κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια της συνοπτικής ύπαρξής της η δεύτερη Δημοκρατία αποδείχτηκε ασταθής. Η ελληνική κοινωνία συνέχισε να διαιρείται, δεδομένου ότι ήδη προερχόταν από τον Εθνικό Διχασμό, μεταξύ των υπέρ-δημοκρατικών Βενιζελικών και των μοναρχικών που αντιπροσωπεύθηκαν από το Λαϊκό κόμμα, το οποίο αρνήθηκε να αναγνωρίσει ακόμη και τη νομιμότητα της Δημοκρατίας. Ο Εθνικός Διχασμός στην κοινωνία επεκτάθηκε στα πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα όπως οι διαφορές με βάση τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στις αρχιτεκτονικές μορφές. Στην πόλωση προστέθηκε η συνεχόμενη συμμετοχή των στρατιωτικών στην πολιτική που οδήγησε σε διάφορα χτυπήματα και προσπάθησε να αποσταθεροποιήσει τον τότε πολιτικό κόσμο. Η οικονομία είχε καταρρεύσει μετά από μια δεκαετία εχθροπραξίας και ήταν ανίκανη να υποστηρίξει τους 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία. Παρά τις προσπάθειες της μεταρρυθμιστικής κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928-1932, η Μεγάλη Ύφεση των Η.Π.Α άσκησε καταστρεπτική επίδραση στην Ελληνική οικονομία. Η εκλογική νίκη του Λαϊκού Κόμματος το 1933, και δύο αποτυχημένα χτυπήματα των Βενιζελιστών, προετοίμαζαν το έδαφος για την αποκατάσταση του βασιλιά Γεώργιου Β’.

Το ιστορικό της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας

Μετά από την ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία (η «Μικρασιατική Καταστροφή») του 1922, ο νικημένος στρατός επαναστάτησε ενάντια στη βασιλική κυβέρνηση. Κάτω από τους ανώτερους αξιωματικούς όπως ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Στυλιανός Γονατάς, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγκάστηκε πάλι να παραιτηθεί, και πέθανε εξόριστος το 1923. Ο μεγαλύτερος γιος και ο διάδοχός του, βασιλιάς Γεώργιος Β’, ζητήθηκε από το Κοινοβούλιο να αποχωρήσει από την Ελλάδα έτσι το έθνος θα μπορούσε να αποφασίσει ποια μορφή κυβέρνησης πρέπει να υιοθετήσει, επιλέγοντας τελικά μια Δημοκρατία. Αυτά τα γεγονότα χαρακτήρισαν το αποκορύφωμα μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει το 1915 μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πολιτικού αντιπάλου του, του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Ο πρώτος Πρόεδρος της ελληνικής Δημοκρατίας ήταν ο Παύλος Κουντουριώτης, ναύαρχος και υποστηρικτής του Βενιζέλου που παραιτήθηκε μετά από ένα χτύπημα το 1925. Τον διαδέχθηκε ο αρχηγός του στρατιωτικού χτυπήματος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος καθαιρέθηκε από στρατιωτικό κίνημα, λίγο μετά τον παρ’ολίγον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1925. Ο Κουντουριώτης επανεγκαταστάθηκε και επανεκλέχτηκε στο αξίωμα το 1929, αλλά αναγκάστηκε να παραιτηθεί για λόγους υγείας αργότερα εκείνο το έτος. Τον διαδέχθηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος υπηρέτησε μέχρι την αποκατάσταση της μοναρχίας το 1935.

Παρά την περίοδο σταθερότητας και αίσθηση της ευημερίας που γνώρισε η χώρα κάτω από την τελευταία κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928-1932, τα αποτελέσματα της Μεγάλης Ύφεσης των Η.Π.Α έγιναν αισθητά σοβαρά, και η πολιτική αστάθεια επέστρεψε. Δεδομένου ότι η προοπτική της επιστροφής της μοναρχίας έγινε εμφανής, οι ανώτεροι αξιωματικοί των Βενιζελικών προώθησαν ένα κίνημα το Μάρτιο του 1935, το οποίο καταστάλθηκε από το στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη. Στις 10 Οκτωβρίου 1935, οι ανώτατοι αξιωματικοί των Ένοπλων Δυνάμεων έριξαν την κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη, και ο Γεώργιος Κονδύλης αυτοανακηρύχθηκε ως αντιβασιλέας. Κατάργησε τη Δημοκρατία και διοργάνωσε δημοψήφισμα που στις 11 Νοεμβρίου οδήγησε στην επιστροφή της μοναρχίας, στο πρόσωπο του βασιλιά Γεωργίου Β’.

Κυβερνήσεις της Ελλάδας κατά την Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία

  • Κυβέρνηση Αλεξάνδρου Παπαναστασίου 1924
  • Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη 1924
  • Κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακόπουλου 1924
  • Κυβέρνηση Θεόδωρου Πάγκαλου 1925
  • Κυβέρνηση Αθανασίου Ευταξία 1926
  • Κυβέρνηση Γεωργίου Κονδύλη 1926
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1926
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1927
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1928
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1928
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Ιουνίου 1929
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Δεκεμβρίου 1929
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου 1932
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1932
  • Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη 1932
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1933
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Οθωναίου 1933
  • Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη 1933

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Κωνσταντίνος Α΄της Ελλάδος (1868-1923)

Ο Κωνσταντίνος Α΄ (2 Αυγούστου 1868 – 11 Ιανουαρίου 1923) ήταν βασιλέας της Ελλάδας τις περιόδους 1913-1917 και 1920-1922. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, από τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, την αντιπαράθεσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Εθνικό Διχασμό ως τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Ο Κωνσταντίνος Α΄έφιππος,
Ο Κωνσταντίνος κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων

Διάδοχος

Ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρωτότοκος γιος του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της Βασίλισσας Όλγας. Γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1868 και έλαβε το όνομα του παππού του, του μεγάλου δούκα Κωνσταντίνου της Ρωσίας. Ήταν ένα όνομα με μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση για τους Έλληνες που είχαν ενστερνιστεί τη Μεγάλη Ιδέα.

Κατά τη γέννησή του, ο Γεώργιος του έδωσε τον τίτλο του «Δουκός της Σπάρτης» αλλά τελικά το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε αυτή την απόφαση (μετά από έντονη διαμάχη στη Βουλή, καθώς το Σύνταγμα απαγόρευε την απονομή ή αναγνώριση τίτλων ευγενείας σε Έλληνες). Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού. Το 1886 αναχώρησε για το Βερολίνο, όπου φοίτησε στη στρατιωτική σχολή της Ακαδημίας Πολέμου της Πρωσίας.

Στις 15 Οκτωβρίου του 1889 ο Κωνσταντίνος νυμφεύτηκε στην Αθήνα τη Σοφία της Πρωσίας, αδελφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμου Β΄, με την οποία απέκτησε έξι παιδιά, τρία από τα οποία βασίλευσαν:

  • Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ των Ελλήνων (1890-1947)
  • Βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄ των Ελλήνων (1893-1920)
  • Πριγκίπισσα Ελένη (1896-1982), Βασιλομήτωρ Ελένη της Ρουμανίας
  • Βασιλιάς Παύλος Α΄ των Ελλήνων (1901-1964)
  • Πριγκίπισσα Ειρήνη (1904-1974), Δούκισσα της Αόστης
  • Πριγκίπισσα Αικατερίνη (1913-2007), Λαίδη Μπράντραμ

Κατά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την αρχιστρατηγία παρά τη θέλησή του, έπειτα από πίεση του Πρωθυπουργού Δηλιγιάννη. Εν τούτοις, θεωρήθηκε από τους υπόλοιπους αξιωματικούς ο βασικός υπαίτιος της ήττας, αφ’ ενός διότι είχε πράγματι μέρος της ευθύνης και αφ’ ετέρου για να καλύψουν οι αξιωματικοί που τον κατηγορούσαν και τη δική τους ευθύνη. Μετά τον πόλεμο, η κυβέρνηση Θεοτόκη ανέθεσε στον Διάδοχο την αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Το έργο του Διαδόχου ήταν πράγματι αξιόλογο, αλλά σχηματίστηκε γύρω του ένας κύκλος αξιωματικών οι οποίοι φαινόταν ότι απολάμβαναν προνομιακής μεταχείρισης. Αυτοί οι αξιωματικοί, αν και ικανότατοι, όπως οι Β. Δούσμανης, Ι. Μεταξάς, Ξ. Στρατηγός, Ι. Παπαβασιλείου κ.ά., ήταν επίσης αρκετά αλαζόνες, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την εχθρότητα πολλών αξιωματικών, επειδή δεν βρίσκονταν στη θέση τους.

Το 1909 αντιφρονούντες Έλληνες αξιωματικοί του Στρατιωτικού Συνδέσμου οργάνωσαν κίνημα για να αναδιοργανώσουν τη χώρα, χωρίς όμως να λείπουν οι προσωπικές επιδιώξεις των πρωτοστατούντων. Ένα από τα στοιχεία της κριτικής τους αποτέλεσε η μεροληπτική μεταχείριση στις προαγωγές του Διαδόχου και των αδελφών του, όπως και η αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Για να μην αναγκαστεί ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ να τους αποπέμψει από το στράτευμα, οι πρίγκιπες παραιτήθηκαν.

Το 1912 τα χριστιανικά βαλκανικά κράτη κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με ηγέτη τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο, ο Ελληνικός Στρατός νίκησε τους Τούρκους στις μάχες του Σαρανταπόρου και των Γιαννιτσών και απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ο Κωνσταντίνος μετέβη στο μέτωπο της Ηπείρου, όπου οδήγησε σε επιτυχές πέρας την πολιορκία του Μπιζανίου, καταλαμβάνοντας τα Ιωάννινα και απελευθερώνοντας την Ήπειρο.

Πρώτη περίοδος της Βασιλείας του

Μετά το τραγικό γεγονός της δολοφονίας του Γεωργίου Α΄, στις 18 Μαρτίου 1913 στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά, ο Κωνσταντίνος ανέβηκε στον θρόνο. Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο υπήρξε πάλι Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού, οδηγώντας τον σε νέες νίκες κατά των Βουλγάρων, οι οποίες όμως κόστισαν πολύ σε ζωές. Η νικηφόρα ηγεσία του τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή στον λαό, μέρος του οποίου ήδη τον ονόμαζε «Κωνσταντίνο ΙΒ΄» και περίμενε από αυτόν και τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο την πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας». Ένα ακόμα προσωνύμιο που του αποδόθηκε, κυρίως από τους βασιλόφρονες οπαδούς του, ήταν “ο γιος του αητού”.

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον Αύγουστο του 1914, η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Είχε συνάψει συμφωνία με τη Σερβία, που την υποχρέωνε σε παροχή βοήθειας σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης, αλλά, ενώ η Σερβία αντιστεκόταν επιτυχώς στην επίθεση της Αυστροουγγαρίας, η Βουλγαρία παρέμενε ουδέτερη, τηρώντας στάση αναμονής. Ταυτόχρονα εμφανίστηκε ρήγμα στις προσωπικές πεποιθήσεις των δύο ανώτατων πολιτειακών αρχόντων της χώρας: ο Κάιζερ απηύθυνε έκκληση στον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια». Ο Κωνσταντίνος ήδη θεωρούνταν ευρέως ως γερμανόφιλος. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε σαφώς επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του Στρατάρχη του γερμανικού στρατού. Το φθινόπωρο του 1913, λίγο μετά την άνοδό του στο θρόνο, ο Κωνσταντίνος είχε παρακολουθήσει ασκήσεις του γερμανικού στρατού μαζί με τον Κάιζερ και είχε προσπαθήσει να διαπραγματευτεί τη λήψη δανείου από τη Γερμανία. Επίσης, ο Κωνσταντίνος είχε επηρεαστεί από το γεγονός ότι ο Κάιζερ είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη και ιδιαίτερα την Καβάλα. Οι προσωπικές προτιμήσεις του Κωνσταντίνου μπορεί να ήταν υπέρ της Γερμανίας, δεν παρέβλεπε όμως ότι η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί τη σύμπραξη με την Τουρκία, ενώ και τα ανταλλάγματα που μπορούσε να προσφέρει η Γερμανία ήταν περιορισμένα. Έτσι ευνοούσε την ουδετερότητα. Ταυτόχρονα όμως, ο αγγλόφιλος Βενιζέλος διαπραγματευόταν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ, η οποία πρόσφερε την Κύπρο και άλλα ανταλλάγματα. Ιδιαίτερα μετά την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, η πίεση για την έξοδο της Ελλάδος στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ αυξήθηκε. Ο Κωνσταντίνος έφτασε κοντά στο να εγκρίνει την εισήγηση του Βενιζέλου για ελληνική συμμετοχή στην Εκστρατεία των Δαρδανελλίων (Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1915), αλλά ο εκτελών χρέη Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, συνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς, τον προειδοποίησε να μην μπει στον πόλεμο, μεταπείθοντάς τον. Αντιδρώντας σε αυτή την παρέμβαση του θεωρούμενου ως γερμανόφιλου «επιτελικού περιβάλλοντος», ο Βενιζέλος παραιτήθηκε, επισημοποιώντας έτσι τη ρήξη των δύο ανδρών. Η αντιβενιζελική παράταξη συσπειρώθηκε πια γύρω από τον Βασιλιά.

Εντούτοις, οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου κέρδισαν τις εκλογές στις 31 Μαΐου του 1915 και τον Σεπτέμβριο, σε αντίδραση προς τη βουλγαρική επιστράτευση, που στρεφόταν εμφανώς κατά της Σερβίας, κάλεσε -χωρίς τη συναίνεση του Κωνσταντίνου- τους Βρετανούς και Γάλλους να στείλουν στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη, σε βοήθεια των Σέρβων. Ο Κωνσταντίνος τελικά δέχτηκε να προχωρήσει σε επιστράτευση, εν όψει βουλγαρικής επίθεσης. Η αποβίβαση των Συμμάχων προκάλεσε πολιτική κρίση, αλλά ο Βενιζέλος κατόρθωσε να αποσπάσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Ο Κωνσταντίνος όμως, την ίδια ημέρα, υπερβαίνοντας τις συνταγματικές του αρμοδιότητες, απέπεμψε τον Πρωθυπουργό και έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Ο Ζαΐμης όμως απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, οπότε ο Κωνσταντίνος έδωσε την εντολή στον υπέργηρο Στέφανο Σκουλούδη, ο οποίος, με βασιλικό διάταγμα, διέλυσε τη Βουλή και προκήρυξε νέες εκλογές για τον Δεκέμβριο, από τις οποίες οι βενιζελικοί απείχαν.

Ακολούθησε ένα εξάμηνο διακυβέρνησης από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση Σκουλούδη, κατά το οποίο η Ελλάδα βρισκόταν ταυτόχρονα σε ουδετερότητα και επιστράτευση και κατά το οποίο οι δυνάμεις της Αντάντ, υπό τον Γάλλο στρατηγό Μωρίς Σαρράιγ (Maurice Sarrail), επέκτειναν σταδιακά την κυριαρχία τους στη Βόρεια Ελλάδα και το Αιγαίο, αγνοώντας σχεδόν την ελληνική κυβέρνηση. Στις 27 Μαΐου 1916 όμως, η -κατόπιν έγκρισης από την Αθήνα- παράδοση του σημαντικού οχυρού Ρούπελ σε μικτή γερμανοβουλγαρική δύναμη, οδήγησε τα πράγματα σε κρίσιμο σημείο. Ο Σαρράιγ κήρυξε στρατιωτικό νόμο, καταργώντας ουσιαστικά την ελληνική κυριαρχία στις υπό συμμαχικό έλεγχο περιοχές, απαίτησε την αποστράτευση του ελληνικού στρατού. Όταν δε τον Αύγουστο ξεκίνησε η βουλγαρική προέλαση στη Μακεδονία, βενιζελικοί αξιωματικοί οργάνωσαν το κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, το οποίο ο Βενιζέλος υποστήριξε.

Πρώτη εξορία

Η δημιουργία του «Κράτους Εθνικής Αμύνης», σε συνδυασμό με τις αξιώσεις των Συμμάχων για παράδοση του στόλου και λοιπού οπλισμού, οδήγησαν σε συγκρούσεις με Γάλλους και Βρετανούς ναύτες (που οδήγησαν και στον βομβαρδισμό των Ανακτόρων). Η έξαψη των οπαδών του Κωνσταντίνου οδήγησε στα λεγόμενα «Νοεμβριανά» επεισόδια κατά επιφανών βενιζελικών και κορυφώθηκε με το περίφημο «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου, στο οποίο μάλιστα πρωτοστάτησε ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α΄. Τα γεγονότα αυτά επέφεραν την οριστική ρήξη ανάμεσα στον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τις δυνάμεις της Αντάντ, οι οποίες επέβαλαν ναυτικό αποκλεισμό στη «βασιλική Ελλάδα». Για τους συμμάχους ο Κωνσταντίνος ήταν πλέον “ο πιο μισητός άνθρωπος στην Ευρώπη μετά τον Κάιζερ Γουλιέλμο”.

Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από τον νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόυντ Τζωρτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει τον θρόνο, προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Επικαλέστηκαν μάλιστα το καθεστώς των “Προστάτιδων Δυνάμεων”, το οποίο κατά την άποψή τους είχαν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Έτσι ο Κωνσταντίνος εμφανίστηκε στα μάτια της κοινής γνώμης ως “προστάτης της ελληνικής ανεξαρτησίας” και αύξησε κατακόρυφα τη δημοφιλία του. Ο Διάδοχος Γεώργιος θεωρήθηκε από την Αντάντ ακατάλληλος για τη διαδοχή, καθώς είχε υπηρετήσει στον γερμανικό στρατό. Έτσι ο Κωνσταντίνος έδωσε τελικά τη θέση του στον δευτερότοκο γιο του, Αλέξανδρο, χωρίς να παραιτηθεί επισήμως, και αναχώρησε με την οικογένειά του για την Ελβετία. Οι περισσότερες εξουσίες παραδόθηκαν στον Βενιζέλο.

Τον Ιούλιο του 1917 η Ελλάδα κήρυξε και επισήμως τον πόλεμο στη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία, την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Στηριζόμενος στην είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, ο Βενιζέλος προέβαλε τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις -που περιλάμβαναν και τη Σμύρνη- στη Διάσκεψη των Παρισίων που έλαβε χώρα στις Βερσαλλίες. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία συνεχίστηκαν και μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου». Τον Οκτώβριο του 1920 ο Βενιζέλος ζήτησε τη συμμαχική συναίνεση για μια ελληνική προέλαση προς την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, ώστε να χτυπήσει το αντιστασιακό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ, το οποίο έπραττε επιθέσεις εντός της ελληνικής ζώνης. Και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διεθνείς πολιτικοί ελιγμοί, ο βασιλιάς Αλέξανδρος έπαθε ένα εντελώς αναπάντεχο ατύχημα και πέθανε στο βασιλικό κτήμα του Τατοΐου.

Δεύτερη περίοδος της βασιλείας του

Ο Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και εγκατέλειψε τη χώρα. Με δημοψήφισμα ο Κωνσταντίνος επανήλθε στον Θρόνο, επιστρέφοντας στη χώρα δύο εβδομάδες αργότερα. Οι σύμμαχοι έως τότε, Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί παρέδωσαν διακοινώσεις στη νέα ελληνική κυβέρνηση με τις οποίες δεν αναγνώριζαν τον Κωνταντίνο ως αρχηγό του Κράτους και έπαψαν να την υποστηρίζουν την Ελλάδα στρατιωτικά και διπλωματικά. Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Μετά την αποτυχία κάθε διαπραγμάτευσης που είχε ο Γούναρης με τους Συμμάχους στην Ευρώπη, ο Κωνσταντίνος και η κυβέρνηση αποφάσισαν τη συνέχιση του πολέμου με την Τουρκία, παρά τις αντιρρήσεις του Ιωάννη Μεταξά. Τον Μάιο του 1921 ο Βασιλιάς αναχώρησε για να αναλάβει την ονομαστική αρχιστρατηγία του στρατού στη Μικρά Ασία. Στα τέλη του ίδιου χρόνου επέστρεψε στην Αθήνα λόγω κλονισμού της υγείας του. Τον Αύγουστο του 1922 ο ελληνικός στρατός ηττήθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι στις 9 Σεπτεμβρίου του 1922 μπήκαν στη Σμύρνη και την λεηλάτησαν.

Δεύτερη εξορία

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο στρατός, που είχε καταφύγει στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, εξεγέρθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 υπό την ηγεσία των Συνταγματαρχών Πλαστήρα και Γονατά, και απαίτησε την παραίτηση της κυβέρνησης και την αποχώρηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1922 ο θρόνος πέρασε στο Διάδοχο Γεώργιο, ο οποίος ονομάστηκε Γεώργιος Β΄.

Ο θάνατος

Στις 11 Ιανουαρίου του 1923, ο Κωνσταντίνος Α΄ πέθανε σε ξενοδοχείο στο Παλέρμο της Σικελίας από ανακοπή καρδιάς. Ο Κωνσταντίνος ήταν από καιρό άρρωστος καθώς έπασχε από χρόνια νεφρίτιδα, ενώ το καλοκαίρι του 1921 όταν βρισκόταν στην Κιουτάχεια υπέστη καρδιακή προσβολή που τον είχε αφήσει αναίσθητο για ώρες. Ο Βενιζέλος ζήτησε με τηλεγράφημά του να μεταφερθεί η σορός στο Τατόι αφού αποβιβασθεί στον Ωρωπό, χωρίς την τέλεση επίσημης κηδείας. Ενταφιάστηκε στην κρύπτη της ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας στην Ιταλία. Με την αποκατάσταση της μοναρχίας το 1935, τέθηκε το θέμα της επιστροφής της σορού του στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση απέστειλε το θωρηκτό «Αβέρωφ» στο Μπρίντιζι για να παραλάβει τα οστά του Κωνσταντίνου, της μητέρας του, Βασίλισσας Όλγας, και της συζύγου του Βασίλισσας Σοφίας, οι οποίες είχαν πεθάνει επίσης στην εξορία. Το πλοίο κατέπλευσε στον Πειραιά στις 17 Νοεμβρίου 1936, από όπου με επίσημη πομπή οι σοροί μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Αθηνών για λαϊκό προσκύνημα έξι ημερών. Ακολούθως, ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.

Προσωπικότητα

Ορισμένες πληροφορίες για τη προσωπικότητα του βασιλιά Κωνσταντίνου λαμβάνουμε από τη συνέντευξή του με την δημοσιογράφο Μαίρη Μπόιλ ο’ Ρέιλι της εφημερίδας The Day Book από το Σικάγο, τον Ιανουάριο του 1914. Η δημοσιογράφος, γενικώς πολύ εντυπωσιασμένη από τον Βασιλιά τον περιγράφει ως “ένας γεννημένος ηγέτης των ανδρών, ξύπνιος, παρορμητικός, ιδεαλιστικός, με ελκυστική προσωπικότητα” και θαυμαστής της Αμερικής. Η δημοσιογράφος επίσης κάνει λόγο εντυπωσιασμένη για την απλότητα του χαρακτήρα του η οποία διέφερε από το Ευρωπαϊκό τυπικό, καθώς περιγράφει πως όταν αυτή τον συνάντησε στο γραφείο του, ο Κωνσταντίνος χωρίς σκέψη σηκώθηκε για να της σφίξει το χέρι, μια συμπεριφορά σπάνια για βασιλιά της εποχής. Επίσης σχολίασε την απλότητα του ντυσίματός του, την οποία χαρακτήρισε ως την “πιο απλοϊκή στο ίδιο του το παλάτι”.

Στη συνέντευξη ο Βασιλιάς μίλησε για διάφορα θέματα όπως τους Βαλκανικούς πολέμους και το αίσθημα του καθήκοντος που ένιωθαν όλοι οι Έλληνες προς τη πατρίδα τους, οι οποίοι ήρθαν από όλον τον κόσμο για να πολεμήσουν. Επίσης σχολίασε ότι με το τέλος του πολέμου έχει φτάσει η ώρα για την κατεστραμμένη Ελλάδα να ανοικοδομηθεί και να προοδεύσει πάνω στα εύφορα καινούργια εδάφη της, εξηγώντας “Οι κατακτήσεις δεν προσφέρουν πολιτισμό, αλλά μόνο την ευκαιρία να χτιστεί πολιτισμός”. Ακόμη σχολιάζει εντυπωσιασμένος για τον αριθμό των Εβραίων που υπήρχαν στην Θεσσαλονίκη, και εξηγεί πως δεν πρέπει να διαφοροποιούνται καθώς “είμαστε όλοι Έλληνες”. Όταν η δημοσιογράφος τον ρώτησε για την άποψη του σχετικά με έναν τρίτο Βαλκανικό Πόλεμο αυτός αποκρίθηκε “Θεέ μου δώσε μας Ειρήνη!” 

Αφηγήσεις από τον φίλο του Κωνσταντίνο Λούρο

Για τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον Στρατηλάτη βασιλιά, έχουν γραφτεί πολλά και αξιόλογα βιβλία σε σχέση με το πολιτικό και στρατιωτικό του έργο. Ελάχιστες όμως πληροφορίες έχουμε για τον Κωνσταντίνο και την προσωπικότητά του μακριά από τα πεδία των μαχών και των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ο Κωνσταντίνος Λούρος, ως βασιλικός ιατρός, ήταν ένα οικείο πρόσωπο της οικογένειας Κωνσταντίνου – Σοφίας. Στο σπάνιο  βιβλίο του «Περασμένα Χρόνια» μας προσφέρει πολύτιμες και δυσεύρετες πληροφορίες για τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Καθώς δεν υπάρχει κανένα επίσημο Κρατικό Αρχείο ως πηγή πληροφοριών για την βασιλική οικογένεια, όπως στην Δανία και την Αγγλία, πιστεύουμε πως αυτό το κείμενο είναι πολύτιμο για τις πληροφορίες που μας παρέχει.

Στις 11 Ιανουαρίου 1923 ήρθε η είδησις του θανάτου του Βασιλέως Κωνσταντίνου στο Παλέρμο της Ιταλίας. Ο ελληνικός λαός δεν μπορούσε τότε να εκδηλώσει τη βαθειά του θλίψη και παρέμεινε βουβός.

«Είναι ψέματα! Ο Βασιλέας μας ζει και θα τον ξαναφέρουμε!»

Και όμως ήταν αλήθεια! Η ραγισμένη του καρδιά δεν μπόρεσε, με την σκληρή είδηση της εκτελέσεως των Έξι, ν΄αντέξει. Το σεπτό σκήνωμά Του τοποθετήθηκε στη ρωσική εκκλησία της Φλωρεντίας, ώσπου να μεταφερθεί μια μέρα στο χώμα της χώρας όπου γεννήθηκε που αγάπησε και δόξασε.
Τον Κωνσταντίνο ως ήρωα, ως Στρατηλάτη Βασιλιά, με τις στρατιωτικές αρετές και την έξοχη στρατιωτική του μόρφωση, τον ανεγνώρισε και τον εδόξασε όλος ο κόσμος. Κι όλοι οι Έλληνες τον ήξεραν καλύτερα από μένα. Ως άνθρωπο όμως και οικογενειάρχη λίγοι τον ήξεραν καλύτερα από μένα, που τον γνώρισα από πολύ κοντά κι από 25 χρονών νέο.

Είχα την τιμή, οσάκις μου έμενε καιρός, κατά το βραδάκι, να λαμβάνω μέρος στις στενές συντροφιές του Βασιλέως, που τον ευχαριστούσαν ιδιαιτέρως, κ΄έτσι παρακολουθούσα τις συζητήσεις του επάνω σε κρίσεις φιλολογικών και λογοτεχνικών έργων δικών μας και ξένων συγγραφέων με τόση λεπτομέρεια, ευθυκρισία, γνώση βαθειά και θετική, ώστε απορούσα, που εύρισκε τον καιρό να καταπιάνεται με τέτοια θέματα , ύστερα από τόσες μεγάλες και πολυτάραχες υποθέσεις που τον εβάρυναν.

Η πολυμάθεια και η φιλομάθειά του ήτανε μοναδική. Θυμάμαι μια φορά που μου εξηγούσε με κάθε τεχνική λεπτομέρεια τη λειτουργία των ορθοπεδικών μηχανημάτων ώστε ν΄αναπληρώνουν θαυμάσια την έλλειψι των χεριών και των ποδιών και μου έλεγε:

– Δεν ξέρεις πόση χαρά αισθάνομαι να βλέπω τα παλληκάρια, που προσέφεραν άλλα τα πόδια κι άλλα τα χέρια τους στην πατρίδα, να μπορούν τώρα να τ΄αντικαθιστούν τέλεια με τα ψεύτικα, αλλά θαυματουργά αυτά επινοήματα της επιστήμης και της τέχνης!

Μια άλλη πάλι φορά, που βρισκόμουν στο ηλεκτροθεραπευτήριο του μακαρίτη Βασιλείδη, στην οδό Μασσαλίας, ο Βασιλεύς έστειλε έναν άρρωστο τσολιά συμπολεμιστή του, για να τον ακτινοσκοπήσει ο Βασιλείδης «μη τυχόν και κρυβόταν κανένα κακό στους πνευμονές του». Τη στιγμή που ο άρρωστος με το γιατρό μπήκαν στο σκοτεινό θάλαμο, έφθασε κι ο Βασιλεύς, που, όταν με είδε, μου είπε :

– Πάμε μαζί μέσα, όπου ο γιατρός εξετάζει το στρατιώτη μου, αν επιτρέπεται βέβαια. Θέλω ν΄αντιληφθώ πως γίνεται η ακτινοσκόπησις.

Ο Βασιλείδης εξηγούσε στον Βασιλέα με κάθε λεπτομέρεια τη λειτουργία των μηχανημάτων της ακτινοσκοπήσεως και συγχρόνως του έδειχνε τους πνεύμονας του αρρώστου, όπου δε φαινόταν καμιά ύποπτη σκιά. Του έκανε, δηλαδή, σωστό μάθημα κι ο Βασιλεύς τον άκουγε προσεκτικά σαν μαθητής. Τον ευχαρίστησε και στράφηκε χαρούμενος στον τσολιά του και του είπε :

– Άντε ρε, δεν έχεις τίποτε, είσαι καλά! Σε ήξερα για παλληκάρι, μα τώρα μου τα χάλασες, που φοβήθηκες πως είσαι άρρωστος! Πήγαινε και θα διατάξω να μείνεις στο Τατόι και να σου δώσουν να τρως καλά, γιατί σε χρειάζεται ακόμα η πατρίδα!

Μιαν άλλη φορά, το καλοκαίρι που έμενε στο Τατόι, με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε ότι, πρό ολίγου που γύρισε από τον περίπατό του, είδε εκεί κοντά στ΄αμπέλια μια φτωχή εργάτρια να την κουβαλούν στα χέρια στο σπίτι του επιστάτη. Ερώτησε τί συμβαίνει και τον πληροφόρησαν ότι η γυναίκα αυτή, εκεί που εργαζόταν, έπαθε αιμορραγία και λιποθύμησε. Και μου τηλεφώνησε να μου την στείλει με το αυτοκίνητο στο Μαιευτήριο. Γιατί, όπως την είδε, νόμιζε πως θα επρόκειτο για κάτι σοβαρό. Πράγματι η αιμορραγία ωφείλετο σε όγκο καλοήθη της μήτρας. Την χειρούργησα και  έγινε καλά. Ο Βασιλεύς έστειλε τότε αυλικό αυτοκίνητο και την μετέφερε στο Τατόι. Και όταν, ύστερ΄από κάμποσες μέρες, ανέβηκα στο Τατόι, θυμήθηκε και μ΄ευχαρίστησε για την κακομοίρα, που μπορούσε, όπως μου έλεγε, να πεθάνει και ν΄αφήσει τα παιδάκια της στους πέντε δρόμους.

Στο στενό φιλικό κύκλο του Βασιλέως  Κωνσταντίνου βρισκόταν κανείς σε μια εγκάρδια ατμόσφαιρα. Εδέχετο με απλότητα και φιλικώτατα, χαριτολογώντας με τον καθένα. Εκεί δεν έβλεπε κανείς τον Στρατηλάτη Βασιλιά, τον αυστηρό στρατιώτη, αλλά έναν ευγενικό και μειλίχιο κύριο, που με το γλυκό του χαμόγελο έδινε θάρρος στους συνομιλητάς του, ώστε να συζητούν μαζί του ελεύθερα, σαν φίλοι. Για όποιον αντετίθετο στη γνώμη του δεν κρατούσε αντιπάθεια. Τον θεωρούσε σαν τον ευατό Του, ειλικρινή κ΄ευσυνείδητο. Και τη γνώμη του την εσέβετο, κι ας ήταν αντίθετη στη δική του.

Θυμάμαι πως κάποτε, σε μιά σοβαρή συζήτησι για το πολυθρύλητο ζήτημα της εξόδου μας στον πόλεμο, ένας ανώτατος και σοβαρός αξιωματικός, που η γνώμη του εβάρυνε πολύ στη συζήτησι, έλεγε ότι οι πιέσεις των Συμμάχων προς τον Βασιλέα, για να βγούμε στον πόλεμο, ωφείλοντο στις διαβολές του Βενιζέλου. Και ότι ο Βενιζέλος μισούσε τον Βασιλέα, για τη λατρεία που του είχε ο ελληνικός λαός. Ο Κωνσταντίνος αμέσως τον διέκοψε:

– «Θα μου επιτρέψεις, φίλε μου, να σου πω ότι  είναι μιά ανοησία. Ο Βενιζέλος, πρέπει να αναγνωρίσωμεν ὀτι είναι μιά εξαιρετική πολιτική προσωπικότης και θερμός πατριώτης. Και είναι αστείο να λέγεται ότι με φθονεί. Και ποιός άλλος παρακαλώ, πολιτικός απήλαυσε ποτέ την λατρεία που απολαύει ο Βενιζέλος από τον ελληνικό λαό; Είναι πολύ άδικο να φαντάζεται κανείς πως ο Βενιζέλος ό,τι κάνει το κάνει από προσωπικὀ μἰσος εναντίον μου. Αν υποστηρίζει με πείσμα την πολιτική του, την υποστηρίζει ευσυνείδητα. Πιστεύει ότι αυτό είναι το συμφέρον της χώρας μας. Πρέπει, άλλωστε, να γνωρίζετε όλοι σας ότι δεν υπάρχει καμιά διαφωνία μεταξύ μας στο ζήτημα αν πρέπει ή όχι να εξέλθωμε από την ουδετερότητα. Είμεθα σύμφωνοι ότι πρέπει να εξέλθωμε στον πόλεμο και στο πλευρό των Συμμάχων. Εκεί που διαφωνούμε είναι, με ποιούς όρους πρέπει να εξέλθωμεν. Δυστυχώς ο Βενιζέλος από χαρακτήρος είναι οξύς στις αποφάσεις του, βιάζετε πολύ. Επιμένει να εξέλθωμεν άνευ όρων και δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί του, αν δεν εξασφαλίσωμεν την ακεραιότητα, τουλάχιστον της χώρας μας. Σας βεβαιώ δε πως λυπάμαι να τον βλέπω στεναχωρημένον που δεν συνφωνώ με την αποψί του. Και βασανίζω τον εαυτό μου σκεπτόμενος, μήπως άραγε η πολιτική του Βενιζέλου είναι η ορθή και όχι η δική μου. Δεν μπορώ όμως να πεισθώ. Φοβάμαι την Βουλγαρία, με την οποία βλέπω ότι οι Σύμμαχοι εξακολουθούν να ερωτοτροπούν. Και γι΄αυτό δεν θέλουν να μας υποσχεθούν εκείνο που τους ζητώ, την εγγύησιν της ακεραιότητος της χώρας μας.»

Τα λόγια αυτά του Βασιλέως, τα οποία αντέγραψα από τις σημειώσεις μου, έκαμαν εξειρετικήν αίσθησι σε όλους. Όλοι τον κοίταζαν με θαυμασμό, για την ειλικρίνεια και την ανεξικακία του προς τον άνθρωπο που είχε ξεσπαθώσει εναντίον του και ζητούσε την  εκθρόνισί του με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο.

Ο Κωνσταντίνος ήταν πάντα προσηλωμένος στο καθήκον. Και σ’ αυτήν ακόμα τη σοβαρή ασθένειά του, που οι γιατροί του συνιστούσαν απόλυτη ανάπαυσι, εξακολουθούσε να συνεργάζεται για πολλές ώρες την ημέρα με τον Πρωθυπουργό του. Και θυμάμαι τον συνάδελφό μου (ιατρό) Αναστασόπουλο που μου έλεγε:

– Μ΄αυτές τις μακρυές συσκέψεις του Βασιλέως με τον Γούναρη, φοβάμαι ότι η υγεία του θα χειροτερεύσει πολύ. Η καρδιά και οι νεφροί του δεν μ΄αρέσουν καθόλου.

Οι λόγοι αυτού του φίλου μου Αναστασοπούλου μ΄ανάγκασαν να επιμείνω κ΄εγώ στον Βασιλέα, λέγοντας πως η υγεία του ήταν πολύτιμη και ἐπρεπε να συμμορφωθεί με τις συστάσεις των γιατρών του. Ο Βασιλεύς μου απάντησε:

– Δεν ξέρεις πόσο με λυπεί που σας στεναχωρώ όλους. Έχετε βέβαια, δίκιο, μα δεν μπορώ. Η υγεία μου, κι αυτή ακόμη η ζωή μου, δεν αξίζει τίποτε μπροστά στα συμφέροντα του έθνους, για τα οποία είμαι υπεύθυνος.

Του Βασιλέως Κωνσταντίνου δεν του άρεσαν αι επιδείξεις, ούτε οι καυχισιολογίες. Ήταν μετριόφρων και αληθινός χριστιανός, όπως και μπορεἰ κανείς να τον ιδεί μέσα σ΄ένα γράμμα του, που έστειλε ύστερ΄από την κατάληψι της Θεσσαλονίκης και έτυχε να το διαβάσω κάπου. Αντιγράφω μιά περικοπή του, γραμμένη όχι με περηφάνεια και τη συνηθισμένη κομπορρημοσύνη νικηφόρου  Στρατηλάτου, αλλά με την απέριττη χριστιανική κι αγνή πατριωτική του καρδιά, που μέσα της έκλεινε τους μύχιους παλμούς των ιερωτέρων προσδοκιών του έθνους:

«Ο Θεός μας ηυλόγησε και απέθηκε την νίκην επί των σημαιών μας. Του είμαι εκ βαθέων και ταπεινοφρόνως ευγνώμων. Εκοιμήθηκα κατά γης εις την εκκλησίαν ενός αθλίου χωριού, απέχοντος 20 χιλιόμετρα των Σερβίων. Εσκεπάσθηκα μόνον με τον μανδύα μου. Εκρύωνα τρομερά και έβρεχε καταρραδακτωδώς. Ακόμη μιά μάχη, των Γιαννιτσών, σημαντικωτέρα των άλλων, και μιά νίκη αποφασιστική. Ο ουρανός με σκέπει με την ευνοιά του και δεν ξέρω πως να εκφράσω εις τον Θεόν την ευγνωμοσύνην μου. Μου φαίνεται όνειρο να σκέπτωμαι, ὀτι εγώ ήμην ο προωρισμένος από την Θεία Πρόνοια να εκδικηθώ τα βασανιστήρια τα οποία οι Οθωμανοί επέβαλαν από αιώνων εις το έθνος μας και να εκπλύνω τας ύβρεις των εις το αίμα.

Επί τέλους! Ας είναι δοξασμένο και ευλογημένο το όνομα του Θεού! Η Θεσσαλονίκη παρεδόθη εις εμέ με τριάντα περίπου χιλιάδες αιχμαλώτους. Ἐν μέρος των ιστορικών ιδεωδών μας επραγματοποιήθη. Χθες, καθώς εισηρχόμην θριαμβευτικώς εις την Θεσσαλονίκην επί κεφαλής των πρώτων μεραρχιών μου αι οποίαι επολέμησαν τόσον γενναίως μέσα εις τας φρενιτιώδεις επευφημίας των απελευθερωθέντων Ελλήνων, που εφιλούσαν τις μπότες μου και τα κράσπεδα του μανδύα μου, και έβλεπα εις τους δρόμους χιλιάδας αφωπλισμένων πολεμίων στρατιωτών, εσκεπτόμην : Ιδού η στιγμή δια να αποθάνω! Μία τόσον ωραία στιγμή δεν θα ξανάρθη ποτέ! Ένας κόμπος μου πνίγει τον λάρυγγα. Τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρυα και δεν ξέρω πως να εκφράσω την ευγνωμοσύνην μου προς τον Θεόν. Ξεχνώ όλας τας στερήσεις, τους κόπους, τας πικρίας και όσα υπέφερα κατά τα παρελθόντα έτη. Η ανταμοιβή είναι, αλήθεια, πάρα πολύ μεγάλη και ωραία.»

Μ΄αυτά που έγραφε ο αείμνηστος Βασιλεύς Κωνσταντίνος ήταν σαν να προαισθανόταν, πως η αχαλίνωτη δολοπλοκία της πολιτικής, του προετοίμαζε άλλην ανταμοιβή, την εξορία και το θάνατο μακρυά από τη γη όπου γεννήθηκε, που αγάπησε και δόξασε. Και γι’ αυτό στο γράμμα του, ζητούσε το θάνατο στις ευτυχισμένες ημέρες , που η ελληνική ψυχή του έβλεπε την εκπλήρωσι των ιερωτέρων προσδοκιών του έθνους.

Ο Κωνσταντίνος ήταν πραγματικά δημοκράτης. Απέφυγε τις πομπώδεις βασιλικές επιδείξεις. Και όσο μπορούσε, κι αυτές τις επίσημες δεξιώσεις. Το σπίτι του δεν ήτανε Παλάτι Βασιλιά. Ήταν ένα από τα συνηθισμένα νοικοκυρεμένα αρχοντόσπιτα. Απλά και σοβαρά επιπλωμένο, όπου βασίλευε το νοικοκυρίσιο μάτι της Βασίλισσας. Το υπηρετικό προσωπικό ήταν και αυτό απέριττα ντυμένο, με μία απλή στολή αρχοντόσπιτου, χωρίς φανταχτερά στολίδια. Και ο ίδιος φορούσε πάντα καλοκαμωμένη φορεσιά περιπάτου και μονάχα στις ακροάσεις και συνεργασίες του με τους υπουργούς φορούσε στολή εκστρατείας.

Την Βασίλισσα την αγαπούσε τρυφερά και την εκτιμούσε. Την είχε κυρά του σπιτιού του. Σ΄αυτήν είχε αναθέσει τη φροντίδα της ανατροφής και μορφώσεως των παιδιών του. Ποτέ δεν ανακατευόταν στα οικιακά και φιλανθρωπικά της έργα, όπως και η Βασίλισσα δεν ανακατευόταν στις πολιτικές υποθέσεις και στα βασιλικά καθήκοντα του Βασιλέως. Και άδικα και μοχθηρά οι κακόβουλοι διέδιδαν πάντα, ότι ο Κωνσταντίνος στις εξωτερικές περιπέτειες της  χώρας επηρεαζόταν από τη Βασίλισσα.

Με τα κορίτσια του, που τα λάτρευε και τον λάτρευαν, ήταν τρυφερός πατέρας. Δεν τους αρνείτο τίποτε, τους έκανε όλα τα χατίρια τους. Μ΄αυτά ήταν η χαρά του να περνά τις ελεύθερες ώρες του. Μαζί τους μιλούσε πάντα ελληνικά. Απέναντι όμως  στ΄αγόρια του κρατούσε τη θέσι του σα Βασιλιάς. Τα ήθελε να είναι πειθαρχικά και αφοσιωμένα στα καθήκοντά τους. Μαζί τους ποτέ δε μιλούσε άλλη γλώσσα από ελληνικά. Μονάχα με τη Βασἰλισσα μιλούσε πάντα αγγλικά. Ποτέ δεν τον άκουσα να της μιλεί σ΄άλλη γλώσσα. Θυμάμαι πως πολλές φορές που τύχαινε να μιλώ μαζί με την Βασίλισσα και τον Βασιλέα, εγώ μιλούσα με την Βασίλισσα γερμανικά κι ο Βασιλεύς επάνω στην κουβέντα μας της μιλούσε αγγλικά και σε μένα ελληνικά. Κι έτσι η συνομιλία μας γινόταν σε τρεις γλώσσες.

Τα οικογενειακά του γεύματα, όπου λάμβανα κι εγώ κάποτε μέρος, όταν τύχαιναν τοκετοί, ήταν λιτά. Ένα  πρώτο πιάτο ελαφρού φαγητού κι έπειτα δεύτερο κύριο φαγητό κι ανάλογα με την εποχή γλύκισμα ή φρούτα. Την ώρα του φαγητού, σαν σωστός Ρωμιός, εννοούσε να χαριτολογεί με τον καθένα ομοτράπεζο του, ιδιαιτέρως δε με τα κορίτσια του. Δεν έμοιαζε του πατέρα του, που την ώρα του φαγητού εννοούσε να μην ακούγεται ούτε ψίθυρος. Κρασί ή άλλο ποτό δεν τον είχα δει ποτέ να πίνει, παρά μονάχα μεταλλικό νερό. Άδικα και μοχθηρά μερικοί τον παρίσταναν πως του άρεσε το ούζο. Ενώ ποτέ του, όπως το ξέρω πολύ καλά, δεν έβαζε το ούζο στο στόμα του. Όταν βέβαια βρισκόταν σε γεύματα, θα έπινε κι αυτός λίγο κρασί, σαμπάνια και ουίσκι, όπως νομίζω πως και όλοι μας με το παραπάνω κάνουμε.

Ο Κωνσταντίνος ήταν και αφιλοχρήματος. Ποτέ δε σκέφθηκε να κάνει περιουσία, όπως άλλωστε όλοι ξέρουν ότι δεν αφήκε στην οικογένειά του άλλο τι, παρά μονάχα ένα σπίτι στο κορίτσι του, την Πριγκίπισσα Αικατερίνη, δίπλα στο παλάτι, όπου σήμερα (1957) βρίσκονται τα γραφεία του Παλατιού.

Το βράδυ κατά τις δέκα αποτραβιόταν στο ιδιαίτερο γραφείο του, ως τις 11, και κοίταζε την αλληλογραφία του ή διάβαζε κανένα νέο βιβλίο. Το πρωί ξυπνούσε πολύ νωρίς. Και θα ξυπνούσε βέβαια και τη Βασίλισσα. Δεν ακολουθούσε τη νέα μόδα της ξεχωριστής κρεββατοκάμαρας. Κοιμόταν με τη βασίλισσα στην ίδια κάμαρα και στο ίδιο κρεββάτι. Έπαιρνε το λουτρό του και το πρόγευμα του κι έπειτα,  στο ιδιαίτερο γραφείο του, εργαζόταν για υποθέσεις κρατικές. Στις 10 όμως το πρωί εννοούσε να κατεβαίνει στον κήπο του, για μισή περίπου ώρα. Του άρεσε να κλαδεύει τα δένδρα και να οδηγεί τους κηπουρούς στην περιποίησι του λαχανοκηπού του, που είναι δίπλα στο Παλάτι και ήταν έργο δικό του και το αγαπούσε εξαιρετικά. Τ΄απόγευμα ποτέ δεν αναπαυόταν, ούτε το καλοκαίρι. Εργαζόταν στο γραφείο του ως τις πέντε. Κ΄έπειτα έπαιρνε το τσάι  πάντα με τη Βασίλισσα. Κ΄έβγαινε περίπατο πότε μόνος και πότε με τα κορίτσια του. Άλλοτε πάλι πήγαινε ιππασία με το αγαπημένο του κορίτσι, την πριγκίπισσα Ελένη, που της άρεσε πολύ η ιππασία.

Αυτός με λίγα λόγια ήταν ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος ως άνθρωπος και οικογενειάρχης, με καλωσύνη, ανεξικακία και με αδιάσπαστη εθνική πίστη.

Η Ελλάς θα διατηρεί στον αιώνα τον άπαντα ευγνὠμονα ανάμνησι του Κωνσταντίνου της, που με το αδάμαστο θάρρος του καθήκοντος προς την πατρίδα βάδισε το δρόμο του μαρτυρίου του, χωρίς ποτέ να μεμψιμοιρήσει, χωρίς ποτέ να εκδηλώσει την οδύνη της υπερτάτης θυσίας, στην οποία υπεβλήθη για την σωτηρία της ελληνικής πατρίδος.

Πηγή: http://www.royalchronicles.gr/kostandinos-a/

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_Α_της_Ελλάδος

Please follow and like us:
error0