Ο Άγιος Νικόλαος Λασιθίου (300π.Χ.-…)

Ο Άγιος Νικόλαος είναι η πρωτεύουσα του Νομού Λασιθίου και βρίσκεται στη βόρεια ακτογραμμή της Κρήτης, στη Δυτική πλευρά του κόλπου του Μιραμπέλλου. Η ονομασία του προήλθε από το βυζαντινό εκκλησάκι που βρίσκεται στον όρμο Αγίου Νικολάου. Παλαιότερα ονομαζόταν «Μαντράκι», καθώς υπήρχαν πολλές μάντρες με κατσίκια που ξεχειμώνιαζαν. Άλλη γνωστή ονομασία, που ακόμα χρησιμοποιούν οι κάτοικοι των γύρω χωριών, είναι «Γιαλός».

Ο Άγιος Νικόλαος
Η Λίμνη Βουλισμένη στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου

Η οικονομία της περιοχής βασίζεται στον τουρισμό, στην καλλιέργεια ελιάς και στη μη σταβλισμένη κτηνοτροφία. Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι 11.421 για την πόλη, 12.638 για την δημοτική ενότητα και 27.074 για τον διευρυμένο δήμο Αγίου Νικολάου. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης είναι οι πολλές παραλίες της, οι οποίες συχνά πιστοποιούνται για την καθαριότητα και τις παροχές τους.

Ο αρχαίος και ο βυζαντινός Άγιος Νικόλαος

Η σημερινή πόλη είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Λατούς προς Καμάρα, επίνειο της Λατούς Ετέρας (σημαντική ορεινή πόλη των Δωριέων, 3,5 χιλιόμετρα βόρεια της Κριτσάς). Οι δύο πόλεις αποτελούσαν μια διοικητική ενότητα τον 3ο π.Χ. αιώνα, λάτρευαν την ίδια θεότητα, την Ειλειθυία, προστάτιδα των τοκετών κι είχαν ενιαία νομίσματα που από το ένα μέρος εικόνιζαν την Ειλειθυία ή την Άρτεμη κι από το άλλο τον Ερμή με τη λέξη ΛΑΤΙΩΝ. Οι πολίτες της Λατούς προς Καμάρα ονόμαζαν τους εαυτούς τους Καμαρίτες.

Η Λατώ προς Καμάρα, ως λιμάνι, αναπτύχθηκε την περίοδο αυτή πληθυσμιακά και οικονομικά ενώ αντίθετα η Λατώ άρχισε να φθίνει. Από την περίοδο αυτή έχουν ανεβρεθεί αγάλματα, επιγραφές και πολλοί τάφοι στην περιοχή του ποταμού. Τα κτερίσματα των τάφων αρκετά από τα οποία είναι ενδιαφέροντα, εκτίθενται στο αρχαιολογικό Μουσείο.

Την πρώτη Βυζαντινή περίοδο εξακολουθούσε να υπάρχει ως αξιόλογη πόλη, η Επισκοπή Καμάρας, όπως αναφέρεται στο Συνέκδημο από τον Ιεροκλή.

Ο Άγιος Νικόλαος των Ενετών

Στις αρχές του 13ου αιώνα, ίσως το 1206, κατασκευάστηκε στο ύψωμα όπου σήμερα είναι η νομαρχία ένα φρούριο, πιθανόν από το Γενοβέζο Ενρίκο Πεσκατόρε. Το φρούριο ονομάστηκε Μιραμπέλλο και έδωσε το όνομά του στην επαρχία Μιραμπέλου και στον κόλπο. Το φρούριο καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό το 1303, αλλά οι Βενετοί το ανακατασκεύασαν. Το 1374 αναφέρεται ως Castro Mirabelli και διέθετε αποθήκη αλατιού από τις αλυκές της Ελούντας, το οποίο στη συνέχεια εξαγόταν στην Ευρώπη. Το φρούριο εγκαταλείφθηκε και έγινε αποθήκη όταν σταμάτησαν οι επαναστάσεις εναντίον των Βενετών.

Το φρούριο Μιραμπέλου καταστράφηκε το 1537 από Τούρκους πειρατές, αλλά ανακατασκευάστηκε σε σχέδιο του Μικέλε Σαμιτσέλι. Γύρω από το φρούριο αναπτύχθηκε οικισμός (βούργος). Στην απογραφή του Καστροφύλακα ο οικισμός αναφέρεται ως Mirabello proprio με 753 κατοίκους, κυρίως ψαράδες. Το 1630 αναφέρεται από τον Φραντσέσκο Μπαζιλικάτα ως Μιράμπελο Καστέλο και ότι στα ελληνικά ο οικισμός λεγόταν Βουλισμένη, από τη λίμνη.

Το 1646, κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κρητικού Πολέμου, ο φρούραρχος Κολονέλο Μπαλντέλα παρέδωσε αμέσως το φρούριο στους Τούρκους που το περικύκλωσαν. Αυτή η πράξη θεωρήθηκε προδοσία και ο Μπαλντέλα κρεμάστηκε. Οι Βενετοί ανακατέλαβαν το φρούριο, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να το κρατήσουν στην κατοχή τους το κατέστρεψαν, αφού το φρούριο της Σπιναλόγκας κάλυπτε τις ανάγκες τους.

Το 1671 αναφέρεται στην τουρκική απογραφή ως Nefs Meranblo με 42 χαράτσια, που σημαίνει ότι κατοικούνταν. Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 δεν αναφέρεται και η περιοχή ήταν ακατοίκητη. Όμως το λιμάνι χρησιμοποιούταν για την εξαγωγή προϊόντων της επαρχίας όπως χαρούπια. Το 1845 ο Victor Raulin αναφέρει ότι υπήρχαν τέσσερις εκκλησίες ερειπωμένες που χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες χαρουπιών.

Το Μαντράκι

Ο σύγχρονος οικισμός δημιουργήθηκε με την επανάσταση του 1866, από κατοίκους της Φουρνής, της Κριτσάς, του Ηρακλείου και των Σφακίων. Τα ερείπια του ενετικού φρουρίου χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικά υλικά των νέων κτιρίων. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην απογραφή του 1881, όταν είχε 87 Χριστιανούς και 8 Τούρκους κατοίκους. Αρχικά ονομαζόταν «Μαντράκι» αλλά πήρε το όνομα «Άγιος Νικόλαος» από το μικρό βυζαντινό εκκλησάκι του 9ου αιώνα που βρίσκεται στην χερσόνησο Αμμούδι, περίπου 2 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης. Το 1900 ο Άγιος Νικόλαος γίνεται η έδρα του Δήμου Κριτσάς. Το 1904 η έδρα του Δήμου Λασιθίου μετακινήθηκε από την Νεάπολη στον Άγιο Νικόλαο.

Η Λίμνη Βουλισμένη

H Λίμνη Βουλισμένη («Λίμνη» για τους Αγιονικολιώτες) είναι μια μικρή λιμνοθάλασσα στο κέντρο της πόλης. Η λίμνη συνδέεται με το λιμάνι της πόλης με ένα κανάλι που ανοίχθηκε το 1870. Πολλοί αρχαίοι μύθοι αναφέρουν τη Λίμνη, οι αρχαιότεροι από τους οποίους θέλουν τις θεές Αθηνά και Άρτεμη να λούζονται σε αυτή. Με τη Λίμνη συνδέονται δύο αστικοί μύθοι, ότι δεν υπάρχει πυθμένας, και ότι η Λίμνη συνδέεται με το ηφαίστειο της Σαντορίνης. Ο τελευταίος μύθος στηρίζεται στο ότι κατά την τελευταία έκρηξη του ηφαιστείου, τα νερά της Λίμνης φούσκωσαν και πλημμύρισαν τις γύρω από αυτήν αποθήκες. Στον πυθμένα της λίμνης υπάρχει πολεμικό υλικό που εγκαταλείφθηκε από τους Γερμανούς στρατιώτες προτού αποχωρήσουν στο τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιος_Νικόλαος_Λασιθίου

Το Ηράκλειο (3000π.Χ.-…)

Το Ηράκλειο είναι η μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με 140.730 κατοίκους (απογραφή 2011). Αποτελεί έδρα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, της Περιφέρειας Κρήτης (επανήλθε ως πρωτεύουσα το 1971), καθώς επίσης έδρα της Εκκλησίας της Κρήτης και του Αρχιεπισκόπου της. Ο Δήμος Ηρακλείου, όπως προέκυψε με το πρόγραμμα Καλλικράτης, είναι ο τέταρτος πολυπληθέστερος της χώρας με 173.993 κατοίκους.

Οι κύριοι οικονομικοί τομείς της πόλης είναι ο τουρισμός, η γεωργία και το εμπόριο. Διαθέτει βιομηχανική περιοχή 4 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του κέντρου. Η πόλη του Ηρακλείου ανακηρύχθηκε για το έτος 2017 ως η ταχύτερα τουριστικά αναπτυσσόμενη περιοχή στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την κατάταξη το Ηράκλειο αναδείχθηκε ως 20η σε επισκεψιμότητα περιοχή στην Ευρώπη, ως 66η περιοχή στον Πλανήτη και ως 2η στην Ελλάδα για το έτος 2017, με 3,2 εκατομμύρια επισκέπτες και η 19η στην Ευρώπη για το 2018 με 3,4 εκατομμύρια επισκέπτες.

Το Ηράκλειο
Το λιμάνι του Ηρακλείου το βράδυ

Τα ονόματα του Ηρακλείου

Η πόλη στην πολύχρονη ιστορία της άλλαξε πολλά ονόματα, μερικά από τα οποία χρησιμοποιούνταν παράλληλα. Κάποια από τα πιο σημαντικά είναι τα εξής: Ηράκλειον (Μινωϊκή περίοδος, Μυκηναϊκή περίοδος, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Κρητική Πολιτεία, Ελλάδα), Ηράκλεια, Κάστρο (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Βυζαντινή), Ραμπντ Αλ Χάντακ (Άραβες), Χάνδαξ (Βυζαντινοί την περίοδο των Αράβων), Μεγάλο Κάστρο (Κρητικοί), Candida (Λατίνοι), Candia (Ενετοί, Ευρωπαίοι), Χώρα (Κρητικοί), Piazza, Καντιγιέ (Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Το αρχαίο Ηράκλειο

Το Ηράκλειο βρίσκεται στα βόρεια παράλια της Κρήτης, έναντι της νησίδας Δία, στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρισκόταν κατά την αρχαιότητα το δυτικότερο από τα τρία επίνεια της Κνωσού, που την περίοδο του μινωικού πολιτισμού είχε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού στην Κρήτη φέροντας ίδιο όνομα προς τιμή αρχαίου ιερού ναού του Ιδαίου Ηρακλέους.

Για την πόλη του Ηρακλείου δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της. Η κατοίκηση όμως θεωρείται ότι ξεκινάει τουλάχιστον από την τρίτη χιλιετηρίδα προ Χριστού, ως επίνειο (λιμάνι) της Κνωσού. Ως επίνειο ήταν ένας μικρός οικισμός. Ευρήματα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές, στο φυσικό λόφο που σήμερα βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο. Ίχνη κατοίκησης έχουν βρεθεί κατά τους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Η παλαιότερη μαρτυρία που έχουμε είναι από τον αρχαίο ιστορικό και γεωγράφο Στράβωνα(1ος αι. π.Χ.).

Σε όρυγμα σε βάθος 5μ μέσα στο ναό του Αγίου Πέτρου, βρέθηκε ρωμαϊκό νόμισμα του 169μ.Χ. Στο λάκκο αυτό βρέθηκαν και όστρακα Πρωτογεωμετρικής κεραμεικής (10ος – 9ος π.Χ. αιώνας).

Βυζαντινοί και Άραβες στο Ηράκλειο

Τη Βυζαντινή περίοδο, το Ηράκλειο ήταν μία μικρή αλλά περιτειχισμένη πόλη, όμως δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης έχουν βρεθεί λείψανα του Α΄ Βυζαντινού ή Ρωμαϊκού τείχους.

Το 823 Άραβες Σαρακηνοί υπό τον Αμπού Χαφέζ, καταγόμενοι από την Κόρδοβα της σημερινής Ισπανίας, κατέλαβαν τη Κρήτη και κατέστρεψαν την μέχρι τότε πρωτεύουσα της νήσου Γόρτυνα. Αναζητώντας τότε μια νέα παράλια πόλη για πρωτεύουσα, επέλεξαν το Ηράκλειο, το οποίο και άρχισαν να οχυρώνουν το επόμενο έτος, 824, ενισχύοντας και επεκτείνοντας τα προγενέστερα ελληνιστικά και βυζαντινά τείχη δυτικότερα καθώς επεκτάθηκε και η πόλη και το όρισαν ως πρωτεύουσα του κράτους τους, το Εμιράτο της Κρήτης. Έχτισαν μεγάλο οχυρό, τμήμα του οποίου σώζεται μέχρι σήμερα, εντός της πόλης, πίσω από νεότερες κατασκευές επί τμημάτων των οδών Χάνδακος, Δαιδάλου και λιμένα, με μια περιμετρική μεγάλη τάφρο. Από την οχυρωματική εκείνη τάφρο, που εκτεινόταν από θάλασσα σε θάλασσα, οι Σαρακηνοί ονομάτισαν την πόλη αυτή Ραμπντ αλ Χάντακ (Φρούριο της Τάφρου), ή απλούστερα Χάντακ (Χάνδακας εξελληνισμένο), δημιουργώντας μία περίοδο μεγάλης ευμάρειας και πολιτισμού. Όμως, παράλληλα, επέτρεπαν στο λιμάνι να στρατοπεδεύουν πειρατές, κάτι διαδεδομένο εκείνη την εποχή, που όμως δημιούργησε πολλά προβλήματα και ενόχλησε τα γειτονικά κράτη.

Οι Βυζαντινοί τον Ιούλιο του 960, αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Ηρακλείου, 3 χλμ δυτικά της πόλης. Ακολούθησε οκτάμηνη πολιορκία, στις 6 Μαρτίου του 961 οι δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά κυρίευσαν την πόλη. Ο Νικηφόρος Φωκάς μερίμνησε για την εγκατάσταση στην Κρήτη ευγενών-φεουδαρχικών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη για την εξύψωση του φρονήματος των Κρητών, τον έλεγχό τους και την επανασύσφιγξη των δεσμών με το Κράτος της Βασιλίδας. Αυτήν την πολιτική επικυρώνει το Διάταγμα του Αλεξίου Β΄ Κομνηνού (1182) με το οποίο εγκαθίστανται επίσημα στην Κρήτη, οι Αρχοντικές (Αρχηγικές) Οικογένειες, των γνωστών «Δώδεκα Αρχοντόπουλων».

Το Ηράκλειο της Ενετοκρατίας

Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, τμήμα της Κρήτης παραχωρήθηκε αρχικά στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό ο οποίος και την εκχώρησε (πούλησε) στους Ενετούς, (στον Δόγη Ερρίκο Δάνδολο). Οι Ενετοί εγκαθιστώντας ένα φεουδαλικό και ταυτόχρονα δημοκρατικό σύστημα διοίκησης, κατά τα πρότυπά τους, διατήρησαν τον Χάνδακα πρωτεύουσα της νήσου και έδρα του Δούκα, γενικού διοικητού της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, παραφράζοντας το όνομα της πόλης σε «Κάντικα», «Κάντιγκα», «Κάντιντα» και τέλος Κάντια (Candia) όπως και επικράτησε και ως όνομα της νήσου με το επίσημο όνομα «Βασίλειο ή Δουκάτο της Κάντια».

Ακολούθως οι Ενετοί ανήγειραν σπουδαία κτίρια με τα οποία λάμπρυναν την πόλη όπως το Δουκικό Ανάκτορο, το Μέγαρο του Αρχιστράτηγου, το Μέγαρο του Αρχιναύαρχου, το Μέγαρο του Λατίνου Αρχιεπισκόπου, το ναό του Αγίου Μάρκου, καθώς και άλλους ναούς, όπως του Αγίου Φραγκίσκου, της Παναγίας των Σταυροφόρων κ.α., την Ενετική Λέσχη, την λεγόμενη κρήνη του Μοροζίνι (υδραγωγείο), τον ορθόδοξο ναό της Αγίας Αικατερίνης με συνεχιζόμενη τη Σιναϊτική Σχολή λογίων και ζωγράφων κ.ά. Το σημαντικότερο όμως ενετικό έργο ήταν το περίφημο μέγα τείχος του Ηρακλείου, ή Ενετικά τείχη Ηρακλείου που περιέλαβε όλη την πόλη, όπως στο μεταξύ είχε αυτή αναπτυχθεί, καθιστώντας την το ισχυρότερο φρούριο της Ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά οι Ενετοί βελτίωσαν τις υπάρχουσες Αραβικές και Βυζαντινές οχυρώσεις.

Με τα έργα και τα κτίρια που έφτιαξαν οι Ενετοί, αλλά και άλλα που αφορούσαν τόσο τον εξωραϊσμό της πόλης, όσο και τα νέα διοικητικά μέτρα που παράλληλα καθιερώθηκαν δεν άργησε ο Χάνδακας να εξελιχθεί σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο και να αποκτήσει τόση αίγλη που ποτέ πρωτύτερα δεν είχε γνωρίσει. Από τον λιμένα του, ο μεγαλύτερος τεχνητός που είχε κατασκευαστεί μέχρι τότε στην ανατολική Μεσόγειο, πραγματοποιούταν όλο το εμπόριο της Κρήτης, κυρίως εξαγωγικό προς Ευρώπη και Ασία, αποκαλύπτοντας έτσι την μεγάλη εμπορική οργάνωση της πόλης, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να χαρακτηριστεί «ψυχή της Βενετίας».

Από το μέσο της περιόδου της Ενετοκρατίας, ο Χάνδακας συγκέντρωνε ήδη τα 2/5 σχεδόν του συνολικού πληθυσμού της Κρήτης. Βασικοί κάτοικοι του Χάνδακα ήταν οι έποικοι Ενετοί Ευγενείς και άλλοι Λατίνοι υπάλληλοι του κράτους καθώς και έμποροι, Έλληνες γηγενείς, κατά το μεγαλύτερο μέρος, αλλά και έποικοι από άλλες περιοχές των ενετικών κτήσεων καθώς και κάποιοι Εβραίοι έμποροι. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κρήτης την εποχή εκείνη αυξομειωνόταν από διάφορες αιτίες όπως επιδημίες αλλά και από εποικισμούς Ελλήνων, που σημειωνόταν τελευταία, από άλλες ενετικές κτήσεις που καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς. Η πόλη είχε περίπου 25.000 κατοίκους εντός των τειχών και 5.000 εκτός των τειχών.

Οθωμανοί και Αιγύπτιοι στο Ηράκλειο

Το 1647 μ.Χ. ξεκίνησε η πολιορκία της πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους, η οποία κράτησε 22 χρόνια και κόστισε τη ζωή σε 30.000 Κρητικούς, Ενετούς και Ευρωπαίους και 120.000 Οθωμανούς και εν τέλει έληξε με την παράδοση και συνθηκολόγηση της πόλης το 1669, στον Κιοπρουλού Φαζίλ Αχμέτ.

Μετά την παράδοση (6 Σεπτεμβρίου 1669), όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλεως αποχώρησαν και ως πρόσφυγες μετοίκησαν στα Ιόνια νησιά, στη Βενετία, στη Δαλματία κ.α.

Η πόλη αμέσως μετά την άλωση ήταν κατεστραμμένη, όμως οι Οθωμανοί, την επέλεξαν ως νέα τους πρωτεύουσα. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής περιόδου η πόλη έγινε γνωστή και ως «Μεγάλο Κάστρο» ή «Κάστρο». Ακολούθησαν περίοδοι ειρήνης, κινήματα, επαναστάσεις και σκληρές καταστολές εκ μέρους των Οθωμανών (Τούρκων). Λόγω των συνεχώς επαναστάσεων και του συνεχούς αιτήματος για Ένωση με το νεοσύστατο Κράτος της Ελλάδας, η παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε (πούλησε) την Κρήτη το 1830 στην Αίγυπτο υπό την οποία παρέμεινε έως το 1841. Η περίοδος αυτή υπήρξε πιο ομαλή και πραγματοποιήθηκαν πολλά δημόσια έργα. Το 1851, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Οθωμανική Διοίκηση, από το Ηράκλειο στα Χανιά για αμυντικούς λόγους (λιμάνι της Σούδας).

Οι Κρητικοί μην αντέχοντας την Τουρκική κατοχή επαναστάτησαν επανειλημμένα με κυριότερες επαναστάσεις το 1770, 1821, 1841, το 1858, το 1866-1869 και το 1897-1898. Τον Δεκέμβριο του 1913 κηρύσσεται επίσημα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Έτσι, η Κρήτη αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κράτους.

Μικρασιάτες στο Ηράκλειο

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο Έλληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες που εμπλούτισαν τον τοπικό πολιτισμό. Προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας και οι περισσότεροι από τη Σμύρνη, τα Βουρλά, τα Αλάτσατα, το Νυμφαίο Ιωνίας, την περιοχή του Ικονίου, της Προύσας κ.α. Ακόμη, στις αφιχθείσες οικογένειες Ελλήνων προσφύγων περιλαμβάνονταν και αρκετές από την Ανατολική Θράκη. Δημιούργησαν τους συνοικισμούς που φέρουν τα ονόματα των πόλεων της Μικράς Ασίας από όπου προήλθαν, όπως Νέες Κλαζομενές, Νέα Αλικαρνασσός, Νέα Αλάτσατα, Νέα Βρύουλα. Η υποδοχή των προσφύγων από τους Κρήτες ήταν φιλόξενη και η συμβίωση ειρηνική.

Το Ηράκλειο και τα αδέλφια του

Το Ηράκλειο έχει αδελφοποιηθεί με τις εξής πόλεις:

  • Κωνστάντζα, Ρουμανία
  • Λεμεσός, Κύπρος
  • Οδησσός, Ουκρανία
  • Τολέδο, Ισπανία
  • Νίζνι Νόβγκοροντ, Ρωσία
  • Μπόζι Νταρ, Τσεχία
  • Τάμπα, Η.Π.Α.
  • Τσουκάριτσα, Σερβία

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ηράκλειο_Κρήτης

Κρητικός Πόλεμος (205-201π.Χ.)

Οι λεπτομέρειες του πολέμου αυτού, που στις πηγές αναφέρεται ως «Κρητικός πόλεμος» δεν είναι γνωστές. Φαίνεται πως την πρωτοβουλία είχαν η Ιεράπυτνα (σημ. Ιεράπετρα) και η Ολούς (σημ. Ελούντα) οι οποίες στράφηκαν εναντίον της Ρόδου.

Κρητικός Πόλεμος

Τι όπλισε τις δύο κρητικές πόλεις

Η πολιτική του Φιλίππου Ε΄της Μακεδονίας στο Αιγαίο οδήγησε την Κρήτη σε νέες περιπέτειες. Ο μεγαλεπήβολος εκείνος μονάρχης ονειρευόταν να κυριαρχήσει σε όλον τον ελληνικό χώρο και η συμμαχία του με την Κρήτη ευνοούσε τα επεκτατικά του σχέδια. Η μόνη δύναμη, που ήταν σοβαρό εμπόδιο στα σχέδια αυτά, ήταν η Ρόδος, φαινομενικά φίλη και σύμμαχος του. Με τον ισχυρό στόλο της η Ρόδος ήλεγχε όλους τους θαλάσσιους δρόμους της Ανατολής και το θαλάσσιο εμπόριο βρισκόταν κατά κύριο λόγο στα χέρα των Ροδίων. Η ροδιακή ναυτική δύναμη θα μπορούσε να πληγεί σοβαρά με δύο τρόπους: με την πειρατεία και τον πόλεμο. Ο Φίλιππος τους χρησιμοποίησε και τους δύο. Σε πρώτη φάση έστρεψε τους Κρητικούς, που είχαν μακρότατη πειρατική εμπειρία, κατά των Ροδίων. Στις πειρατικές αυτές επιχειρήσεις συμμετείχαν και οι Αιτωλοί με αρχηγό τους τον Δικαίαρχο, και οι Σπαρτιάτες με τον πονηρότατο βασιλιά τους Νάβι. Μετά το 205 π.Χ. η πειρατεία προσέλαβε απειλητικές διαστάσεις για το ροδιακό εμπόριο και ήταν ήδη καιρός για παράλληλη πολεμική δράση. Ο Φίλιππος παρακίνησε διάφορες πόλεις της Κρήτης να αναλάβουν ανοιχτό πόλεμο κατά των Ροδίων.

Ο «Κρητικός πόλεμος»

Η Ρόδος αντέδρασε διπλωματικά. Στράφηκε προς τους Ρωμαίους και κατήγγειλε τα σχέδια του Φίλιππου. Έτσι, όταν οι Ρωμαίοι κινήθηκαν κατά του Φίλιππου, η Ρόδος είχε όλη την άνεση να αντιμετωπίσει με τις δικές της δυνάμεις τους Ιεραπυτνίους και τους Ολουντίους. Στον πόλεμο αυτό η Ρόδος είχε σύμμαχο την Κνωσό, που κήρυξε και αυτή με τη σειρά της πόλεμο κατά των Ιεραπυτνίων (200π.Χ.), και με την Κνωσό συμπαρατάχθηκαν πολλές πόλεις της κεντρικής Κρήτης. Η Ιεράπυτνα δε μπορούσε να διεξάγει διμέτωπο αγώνα, εξωτερικό και εσωτερικό. Ο «Κρητικός πόλεμος» απέληξε υπέρ των Ροδίων. Μια συνθήκη, που μας σώθηκε, περιλαμβάνει τους όρους της ανακωχής, που για την Ιεράπυτνα ήταν ιδιαιτέρως επαχθείς. Οι Ιεραπύτνιοι υποχρεώθηκαν να διαλύσουν όλες τις συμμαχίες τους και να θέσουν στη διάθεση των Ροδίων όλα τα λιμάνια, τους κόλπους και τα ορμητήρια τους. Ανάλογη επιγραφή από την Ολούντα επιβεβαιώνει ότι πλήρη επιβολή της ροδιακής δύναμης και στην πόλη αυτή. Οι Ρόδιοι ήλεγχαν πια το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου και οι ναυτικές τους βάσεις σε θέσεις επίκαιρες κλείνουν τους δρόμους των πειρατών.

Το Ρέθυμνο (5ος αιώνας π.Χ.-…)

Το Ρέθυμνο είναι πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού (περιφερειακής ενότητας) της Κρήτης και έδρα του μητροπολιτικού ομώνυμου Δήμου της περιφέρειας Κρήτης (πρόγραμμα Καλλικράτης). Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του Δήμου Ρεθύμνης. Εμφανίζει μεγάλη τουριστική κίνηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ οι 10.500 και πλέον ενεργοί φοιτητές καθιστούν την πόλη ιδιαίτερα ζωντανή κατά την υπόλοιπη περίοδο του χρόνου. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 34.300 κατοίκους (απογραφή 2011) και του δήμου σε 55.525 κατοίκους. Η ευρύτερη αστική περιοχή έχει πληθυσμό 46.879 κατοίκους, ενώ ο συνολικός πληθυσμός της Περιφερειακής ενότητας Ρεθύμνου ανέρχεται στους 85.609 κατοίκους. Είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης μετά το Ηράκλειο και τα Χανιά.

Το Ρέθυμνο
Το Ρέθυμνο

Το Ρέθυμνο που έγινε Αρσινόη

Το Ρέθυμνο είναι χτισμένο στην ίδια θέση με την αρχαία Ρίθυμνα ή Ρήθυμνα ή Ριθυμνία. Μαρτυρίες για την ύπαρξη της πόλης υπάρχουν από τον 5ο-4ο αι. π.Χ. και είναι κυρίως τα αργυρά και χάλκινα νομίσματα, τα οποία έφεραν στη μια όψη την κεφαλή του Απόλλωνα ή της Αθηνάς, και στην άλλη τρίαινα ή δύο δελφίνια ή αίγα. Από την κοπή των νομισμάτων αυτών φαίνεται ότι η πόλη ήταν ανεπτυγμένη με αξιόλογο εμπόριο. Ίσως να είχε αναπτύξει σχέσεις με τους Πτολεμαίους, οι οποίοι την είχαν μετονομάσει σε Αρσινόη.

Βυζαντινοί, Γενουάτες, Ενετοί και Τούρκοι στο Ρέθυμνο

Αξιόλογες μαρτυρίες δεν υπάρχουν για τη βυζαντινή περίοδο μέχρι το 1204, οπότε οι Ενετοί αγόρασαν από τους Φράγκους κατακτητές του Βυζαντίου ολόκληρη την Κρήτη έναντι 10.000 αργυρών μάρκων. Τότε αρχίζει η περίοδος της Ενετοκρατίας, η οποία φτάνει μέχρι το 1669. Οι Ενετοί αρχικά εξεδίωξαν τους Γενουάτες του Ενρίκο Πεσκατόρε και εγκαταστάθηκαν στο νησί. Δεν έδωσαν εντούτοις ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάπτυξή του. Τους ενδιέφεραν περισσότερο οι κτήσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα Επτάνησα.

Το 1538 ο Χαϊρεντίν (Khair ad Din) Μπαρμπαρόσα, ναύαρχος του Οθωμανικού στόλου και κουρσάρος των ακτών της Αλγερίας (Μπαρμπαριάς), επιτέθηκε στο νησί. Οι Ενετοί αποφάσισαν να κατασκευάσουν ορισμένα οχυρωματικά έργα. Περιέβαλαν την πόλη με τείχος μήκους 1400 μ. (σήμερα ολοσχερώς κατεστραμμένο), αφήνοντας όμως την από θαλάσσης πλευρά εκτεθειμένη. Ήταν εύκολο έτσι για τον πειρατή Ολουτζ Αλή να την κατακτήσει, το 1562. Οι Ενετοί, διαπιστώνοντας το σφάλμα τους, αφού τον εξεδίωξαν, κατασκεύσαν το περίφημο κάστρο της Φορτέτζας, σωζόμενο σήμερα. Η Φορτέτζα αποτελεί το έμβλημα του Ρεθύμνου.

Ο 16ος αιώνας βρίσκει την πόλη σε μεγάλη πνευματική άνθηση. Πολλοί Ρεθυμνιώτες καλλιτέχνες και λόγιοι εργάζονται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Βενετία. Σημαντικές προσωπικότητες είναι ο Μάρκος Μουσούρος, ο Εμμανουήλ Τζάνες Μπουνιαλής και ο αδελφός του Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Ζαχαρίας Καλλέργης, ο ζωγράφος Εμμανουήλ Λαμβάρδος, ο Γεώργιος Χορτάτσης κ.ά.

Η περίοδος αυτή της ακμής διακόπηκε απότομα, όταν στις 13 Νοεμβρίου 1646 το Ρέθυμνο και το 1669 εξ ολοκλήρου η Κρήτη κατακτήθηκαν από τους Τούρκους, οι οποίοι οδήγησαν την πόλη σε μαρασμό. Οι κάτοικοί της σταδιακά άρχισαν να την εγκαταλείπουν, αλλά δεν έλειψαν και οι μικροεξεγέρσεις. Με την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Κρήτη ξεσηκώθηκε. Οι Τούρκοι απάντησαν με σφαγές των αμάχων σε διάφορες πόλεις, με πρώτη αυτή στις Κυδωνίες Χανίων την 15 Μαΐου 1821. Παρακινημένοι από αυτό το επεισόδιο, οι Τούρκοι του Ρεθύμνου έκαναν το ίδιο. Μέσα στην πόλη έσφαξαν πάνω από εκατό άοπλους Έλληνες μεταξύ των οποίων τον Χ. Καλλέργη και τον Ιωάννη Δεληγεώργη. Λεηλάτησαν τα καταστήματα και τα εργαστήρια, αιχμαλώτισαν γυναίκες και παιδιά και φυλάκισαν τον επίσκοπο Ρεθύμνης Γεράσιμο Περδικάρη όπως και τους ηγουμένους των μοναστηριών, άλλους κληρικούς και λαϊκούς και τον ελληνοδιδάσκαλο Ιωάννη. Επί τρεις μέρες έτρεχαν και στα γύρω χωριά λεηλατώντας και σκοτώνοντας όσους δεν πρόλαβαν να κρυφτούν στα ορεινά. Μέχρι εξήντα άτομα σκοτώθηκαν στο χωριό Περιβόλια, κοντά στο Φρούριο, και πολλούς άλλους στα χωριά Μαγουλά και Μαρουλά, μεταξύ αυτών και τον ιερέα Γεώργιο. Ακόμα και δύο Τούρκοι σκοτώθηκαν μεταξύ τους στη διαμάχη για την κατοχή τριών νεαρών γυναικών. Στα χωριά γύρω από το Ρέθυμνο σκοτώθηκαν περί τους 500 Έλληνες. Τούρκος ονόματι Χατζαλάκης διακρίθηκε για την αγριότητά του σκοτώνοντας όποιον χριστιανό συναντούσε. Όσοι Έλληνες μπόρεσαν διασώθηκαν στα Σφακιά και στα γύρω όρη, ενώ οι Τούρκοι κλείστηκαν στο φρούριο του Ρεθύμνου. Χωρίς δυσκολία οι Τούρκοι κατέπνιξαν την επανάσταση στο νησί, καθώς οι Κρητικοί πολεμούσαν μόνοι κι αβοήθητοι. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο του σπηλαίου του Μελιδονιού, στο οποίο είχαν καταφύγει περίπου 370 άτομα (άνδρες και γυναικόπαιδα) που δεν ήθελαν να παραδοθούν: Οι Τούρκοι πέταξαν αναμμένα υλικά στην είσοδο του σπηλαίου, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο από ασφυξία οι έγκλειστοι σ’ αυτό (2 – 3 Οκτωβρίου 1823).

Το 1866 ξέσπασε νέα επανάσταση. Αυτή τη φορά οι Κρήτες πολέμησαν σε μεγάλο βαθμό αβοήθητοι και η επανάσταση κατεστάλη. Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός αυτής της επανάστασης είναι το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου (8 Νοεμβρίου 1866), ενός μοναστηριού 22 χλμ. ανατολικά του Ρεθύμνου.

Με την ανεξαρτητοποίηση της Κρήτης (1897) η πόλη άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Κατασκευάστηκαν έργα υποδομής (δρόμοι, γέφυρες, διδακτήρια). Η άφιξη και εγκατάσταση χιλιάδων Ελλήνων Μικρασιατών προσφύγων, άνω των 6000 στο Ρέθυμνο και στα περίχωρά του, πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1922-1925, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή πληθυσμών. Παρ’ όλες τις δυσκολίες της εποχής, η ένταξη των προσφύγων έγινε αρκετά ομαλά και αρμονικά και πλέον το ένα τρίτο του πληθυσμού του Ρεθύμνου έχει μικρασιατικές ρίζες.

Η ανάπτυξη σε πολιτιστικό και οικονομικό επίπεδο έλαβε σημαντική ώθηση με την εγκατάσταση των Μικρασιατών, ανακόπηκε όμως με τη Μάχη της Κρήτης στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την οποία η πόλη υπέστη αρκετές καταστροφές. Διασώθηκε, ωστόσο, σημαντικό μέρος της (ενετικής) παλιάς πόλης, η οποία είναι μέχρι σήμερα μια από τις καλύτερα διασωζόμενες ενετικές πόλεις στην Ελλάδα.

Το Ρέθυμνο σήμερα

Μετά την απελευθέρωση η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται εκ νέου τόσο οικιστικά όσο και πνευματικά. Σημαντική ώθηση της προσέδωσε η εγκατάσταση της Φιλοσοφικής Σχολής και της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης (περίπου 10.500 φοιτητές) και η δημιουργία της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης που λειτουργεί σήμερα στην πανεπιστημιούπολη στον οικισμό Γάλλου. Από το 1999 λειτουργεί στο Ρέθυμνο το τμήμα Μηχανικών Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής του Τ.Ε.Ι. Κρήτης και από το 2016 το Ερευνητικό Κέντρο Φυσικής Πλάσματος και Laser που αποτελεί Εθνική Υποδομή Έρευνας (σημείο πρόσβασης) στον τομέα των Laser και των Υλικών (HELLAS-CH).

To 2019 καταργήθηκε το Τ.Ε.Ι. Κρήτης και Ιδρύθηκε το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο (ΕΛΜΕΠΑ) με έδρα το Ηράκλειο. Σύμφωνα με τον Ιδρυτικό νόμο του ΕΛΜΕΠΑ στο Ρέθυμνο ιδρύθηκε η Σχολή Μουσικής και Οπτοακουστικών Τεχνολογιών με δύο τμήματα, α) Το Τμήμα Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής και β) Το Τμήμα Μουσικών Σπουδών. Ταυτόχρονα το Ερευνητικό Κέντρο Φυσικής Πλάσματος και Laser εντάχθηκε ως Ινστιτούτο στο νέο Πανεπιστημιακό Ερευνητικό Κέντρο του ΕΛΜΕΠΑ.

Σήμερα το Ρέθυμνο είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με πληθυσμό περίπου 34.300 κατοίκων (απογραφή 2011). Η οικονομία της στηρίζεται στον τουρισμό, καθόσον υπάρχουν πολλά αξιοθέατα, μεγάλη αμμώδης παραλία και ισχυρή ξενοδοχειακή υποδομή. Συγκοινωνιακά η πόλη εξυπηρετείται οδικά με σύνδεση με το Ηράκλειο και τα Χανιά μέσω του Εθνικού δρόμου Ε 75, ενώ έχει και επαρχιακό σχετικά καλό οδικό δίκτυο, με το οποίο συνδέεται με όλες τις περιοχές του Νομού. Διαθέτει, επίσης, νέο, σύγχρονο λιμένα. Δεν έχει αεροδρόμιο, καθώς το αεροδρόμιο Πηγής δεν συνέχισε τη λειτουργία του μετά τη Γερμανική κατοχή.

Το Ρέθυμνο και τα αδέλφια του

Το Ρέθυμνο έχει αδελφοποιηθεί με τις ακόλουθες πόλεις.

  • Αγία Νάπα, Κύπρος
  • Καστενάζο, Ιταλία
  • Πούσκιν, Ρωσία

Τέλος, στην πόλη της Γέλας της Σικελίας, υπάρχει οδός Ρεθύμνου (Via Retimo).

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ρέθυμνο

Ο Δασκαλογιάννης (1725-1771)

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669 πολλοί Σφακιανοί προτίμησαν να μεταναστεύσουν σε περιοχές που δεν υπήρχαν πολλοί Τούρκοι. Κάποιοι πήγαν στα Επτάνησα, κάποιοι άλλοι στα νησιά του Αιγαίοι, κάποιοι άλλοι στη Μολδοβλαχία. Με τον καιρό, όμως, γύρισαν στην Κρήτη και οι παλιννοστούντες αποκλήθηκαν με το όνομα του τόπου προέλευσης τους. Μια οικογένεια που γύρισε από τη Μολδοβλαχία πήρε το επίθετο Βλάχος. Απόγονος της οποίας ήταν και ο Ιωάννης Βλάχος, ή ο Δασκαλογιάννης.

Ο Δασκαλογιάννης
Ο Δασκαλογιάννης

Ο Ιωάννης Βλάχος ήταν εμποροπλοίαρχος. Γύρω στα 1770, είχε τέσσερα δικά του τρικάταρτα πλοία. Έφταναν σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Είχε καλή μόρφωση και μιλούσε πολλές ξένες γλώσσες. Οι Σφακιανοί τον αποκαλούσαν Δάσκαλο: ο Δάσκαλος Γιάννης, ο Δασκαλογιάννης.

Στις αρχές του 1770, βρέθηκε στην Τεργέστη ακροατής του Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ. Ο τελευταίος μιλούσε για μια Ελλάδα ελεύθερη. Ο Δασκαλογιάννης ακούγοντας τον πείστηκε ότι η Ρωσία ενδιαφερόταν για την Ελλάδα. Φόρτωσε ένα καράβι όπλα και πυρομαχικά και επέστρεψε στα Σφακιά. Προσκάλεσε τους πρόκριτους και τους οπλαρχηγούς σε σύσκεψη, όπου τους ανακοίνωσε ότι επέρχεται το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας στο νησί. Τους επέδειξε επιστολές προς τη Μάνη, που μιλούσαν για συντονισμένη ενέργεια και τους κάλεσε να πάρουν τα όπλα.

Οι πολλοί συμφώνησαν. Λίγοι, και ανάμεσα τους ο Πρωτόπαπας, του ζήτησαν να συγκρατηθεί, ώσπου να βεβαιωθούν ότι πράγματι θα κηρυχθεί επανάσταση ταυτόχρονα σε όλη την Ελλάδα. Επειδή, αν έμεναν μόνοι κινδύνευαν να χάσουν τις ελευθερίες που απολάμβαναν.

Η πρώτη εκείνη σύσκεψη έληξε χωρίς τα μέλη της να πάρουν οριστικές αποφάσεις. Η πλάστιγγα έγειρε προς τις θέσεις του Δασκαλογιάννη, όταν έφτασε το γράμμα από Μάνη και πληροφορούσε ότι είχε ξεκινήσει εκεί η επανάσταση και ο στόλος του Ορλόφ περιέπλεε την Πελοπόννησο. Σε τουρκικό έγγραφο με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1770 αναφέρεται ότι ο ρωσικός στόλος απαρτιζόταν από 28 γαλιόνια των 60 τηλεβόων το καθένα, 22 φρεγάτες και τέσσερα πλοία «μπόμπα».

Ακόμα και ο συντηρητικός Πρωτόπαπας ψήφισε υπέρ της επανάστασης στην επόμενη σύσκεψη. Ως πρώτη ενέργεια, στάλθηκε στον σουλτάνο επιστολή ζητώντας του να αποσύρει τα τουρκικά στρατεύματα από την Κρήτη για να μη χυθεί άδικα αίμα. Ο σουλτάνος παρήγγειλε στον πασά της Κρήτης να ξεθεμελιώσει τα Σφακιά.

Πριν προλάβουν οι Τούρκοι να οργανωθούν, 1.800 οπλισμένοι Σφακιανοί ξεχύθηκαν από την Ανώπολη, την πατρίδα του Δασκαλογιάννη. Μάταια προσπάθησαν οι κατακτητές να ανακόψουν την ορμή τους. Το σώμα του Δασκαλογιάννη προχωρούσε ακάθεκτο, ρημάζοντας το πάντα.

Οι Τούρκοι έσπευσαν να κλειστούν στις οχυρωμένες πόλεις. Ο Δασκαλογιάννης δημιούργησε ομάδα από εκατό ευέλικτους Σφακιανούς. Τους ονόμασε «νυχτοπολεμιστές» και τους ανέθεσε να πέφτουν νύχτα στα τούρκικα χωριά, αιφνιδιαστικά, και να καταστρέφουν ο,τιδήποτε ανήκε σε Τούρκους. Στα Χανιά συγκροτήθηκε στράτευμα από 12.000 Τούρκους που ξεκίνησαν με κατεύθυνση το Ρέθυμνο. Στη μέση της απόστασης, προστέθηκαν και άλλοι 6.000. Στους συνολικά 18.000 προστέθηκαν και 4.000 εξαναγκασμένοι Έλληνες ως κουβαλητές. Από τους Σφακιανούς 300 έμειναν στη Σαμαριά για να προστατεύσουν τα γυναικόπαιδα. Οι υπόλοιποι 1.500 περίμεναν τους Τούρκους στην περιοχή Κράπη. Το στράτευμα των 18.000 Τούρκων έπεσε πάνω στους 1.500 Σφακιανούς, αλλά πετσοκόπηκε. Τις δύο πρώτες μέρες, οι Τούρκοι είχαν πάνω από 300 νεκρούς έναντι 10 νεκρών και τραυματιών Σφακιανών.

Από την επόμενη μέρα, οι Τούρκοι έβαζαν μπροστά τους σαν ασπίδα τους Έλληνες μεταφορείς και προχωρούσαν πίσω τους. Οι Σφακιανοί δεν πτοήθηκαν. Συνέχισαν να σκοτώνουν Τούρκους και, αναγκαστικά, Έλληνες. Ο μέρες περνούσαν με το τουρκικό στράτευμα συνεχώς να χάνει άνδρες. Κι ενώ οι μάχες συνεχίζονταν, από τον Χάνδακα ξεκίνησε στρατός 8.000 Τούρκων με πορεία προς τον Νότο, στα Σφακιά.

Ο Δασκαλογιάννης και οι συμπολεμιστές του αποφάσισαν να σταλούν πεντακόσιοι από τη δύναμη τους να προασπίσουν τα Σφακιά, ενώ αντιπρόσωπος τους θα πήγαινε στην Πελοπόννησο να μάθει τι γίνεται εκεί και πότε σκόπευαν οι Ρώσοι να πάνε στην Κρήτη.

Η άμυνα συνεχιζόταν σε δύο μέτωπα σκληρή, με τον Δασκαλογιάννη να βρίσκεται πότε στη μία, πότε στην άλλη τοποθεσία. Οι Σφακιανοί αντιστέκονταν στην τεράστια τουρκική πίεση «ώσπου να έρθουν οι Ρώσοι». Αντί για Ρώσους, έφτασαν τουρκικά πλοία που αποβίβασαν νέα στρατεύματα στο νησί.

Οι 1.500 Σφακιανοί μαχητές που είχαν απομείνει έπρεπε πια να τα βγάλουν πέρα με 40.000 πάνοπλους Τούρκους. Σχεδόν ταυτόχρονα, έφτασε η είδηση ότι η επανάσταση στην Πελοπόννησο είχε σβήσει και ο στόλος του Ορλόφ είχε αποπλεύσει χωρίς να ρίξει τουφεκιά. Η Μεγάλη Αικατερίνη είχε πάρει αυτά που ήθελε και είχε ειρηνεύσει με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στα δύο μέτωπα όπου οι Σφακιανοί συνέχιζαν να πολεμούν, η αναλογία ήταν 1 προς 27. Και ελπίδα ενισχύσεων δεν υπήρχε πια. Ξεκίνησαν να υποχωρούν, συνεχίζοντας τον πόλεμο. Αποσύρθηκαν στις Μαδάρες, τις απάτητες κορυφές των Λευκών Ορέων. Οι Τούρκοι μπήκαν στα σφακιανά χωριά και κυριολεκτικά τα ξεθεμελίωσαν. Οι Σφακιανοί ρίχνονταν ξαφνικά πάνω τους, τους πετσόκοβαν και αποσύρονταν. Ο κλεφτοπόλεμος στοίχιζε στους Τούρκους κεφάλια και περιουσίες. Τρόπο αντίδρασης δεν είχαν. Ό,τι ήταν να κάψουν στα Σφακιά και να το ξεθεμελιώσουν, το είχαν ήδη κάνει. Οι Σφακιανοί δεν είχαν πια τίποτα να χάσουν.

Ο πασάς, που είχε χάσει 6.000 άνδρες, έστειλε επιστολή στον Δασκαλογιάννη με την οποία του υποσχόταν ότι θα εκκένωνε αμέσως τα Σφακιά αν ο ίδιος και μόνο αυτός παραδινόταν. Η επιστολή συνοδευόταν και από άλλη του αιχμάλωτου αδελφού του, που τον διαβεβαίωνε ότι πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί αν εμφανιζόταν μπροστά στον πασά. Μόνο που ο αδελφός του είχε βάλει και ένα σημάδι που ειδοποιούσε τον Δασκαλογιάννη ότι τον περίμενε ο θάνατος αν παρουσιαζόταν.

Ο Δασκαλογιάννης σκέφτηκε ότι ναι μεν θα τον σκότωναν, αλλά ο πόλεμος θα τελείωνε. Και ήταν αυτός που είχε παρασύρει τους συμπατριώτες του να επαναστατήσουν. Αποφάσισε να παρουσιαστεί στον πασά. Εκείνος αρχικά τον δέχτηκε καλά. Πάνω απ’ όλα ήθελε ένα χαρτί που να βεβαιώνει «κάθε ενδιαφερόμενο» ότι νίκησε. Το χρειαζόταν για να γλυτώσει το δικό του κεφάλι σε πιθανή κλήση του στην Κωνσταντινούπολη.

Για να γλυτώσουν τον αρχηγό τους οι Σφακιανοί το έστειλαν ως συνθήκη: έχασαν, στο εξής θα πληρώνουν ετήσιο φόρο 5.000 γρόσια, θα συνέχιζαν να ζουν όπως πριν την επανάσταση, αλλά ο Δασκαλογιάννης θα έμενε τρία χρόνια στον Χάνδακα φιλοξενούμενος του πασά.

Ο τουρκικός στρατός επέστρεψε στον Χάνδακα «νικητής». Ο Δασκαλογιάννης περιορίστηκε στο μέγαρο της διοίκησης συντροφιά με την κόρη του. Πήγαν να τον επισκεφτούν 7 ιερείς και 75 Σφακιανοί καπετάνιοι. Ρίχτηκαν στις φυλακές. Ο πασάς έβαλε τον Δασκαλογιάννη να γράψει στα υπόλοιπα αδέλφια του να τον επισκεφτούν. Αυτός ανταποκρίθηκε, αλλά έβαλε το γνωστό σημάδι που σήμαινε θάνατο. Τα αδέλφια του Δασκαλογιάννη ποτέ δε φάνηκαν. Πέρασαν τρεις μήνες και ο πασάς είχε πια απελπιστεί ότι θα τους πιάσει. Διέταξε να θανατωθεί ο Δασκαλογιάννης. Η εκτέλεση ήταν αντάξια του τουρκικού πολιτισμού. Τον έγδαραν ζωντανό στις 17 Ιουνίου 1771.

Ο αιχμάλωτος αδελφός του που είδε το μαρτύριο του Δασκαλογιάννη έχασε τα λογικά του. Η κόρη του, Ανθούσα, αυτοκτόνησε πέφτοντας σε πηγάδι. Η κόρη του Μαρία, που τον είχε ακολουθήσει στον Χάνδακα, δόθηκε ως σύζυγος του Αμπλού Αχμέτ πασά, διευθυντή οικονομικών υποθέσεων του νησιού, που την αγάπησε και της επέτρεψε να διατηρήσει την χριστιανική της πίστη. Ο Αμπλού Αχμέτ γύρισε στην Κωνσταντινούπολη ως υπασπιστής του σουλτάνου. Έτσι η Μαρία έζησε αρχοντικά, έχοντας μετατρέψει ένα δωμάτιο του σπιτιού της σε κρυφό εκκλησάκι. Στα 1820, χήρα πια, πήγε καλόγρια στη Τήνο. Το 1821, χρηματοδότησε την επανάσταση στην Κρήτη. Πέθανε το 1823.

Η σύζυγος του Δασκαλογιάννη, οι γιοι του και τα αδέλφια του κατέφυγαν στα Κύθηρα. Ο ένας από τους γιους του Δασκαλογιάννη έγινε ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Οι δύο έγιναν καπετάνιοι στα καράβια του Ανδρέα Κριαρά και ο τέταρτος αρχηγός σωματοφυλακής του Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη ήταν το πρώτο σκίρτημα ελευθερίας στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, αλλά και η πρώτη οδυνηρή εμπειρία για τις τραγικές συνέπειες της αποτυχίας.

Σφακιά: τόπος επαναστάσεων

Τα Σφακιά είναι περιοχή της Κρήτης, τραχιά και δυσπρόσιτη. Αποτελούν επαρχία του νομού Χανίων. Επεκτείνονται από τον όρμο της Αγίας Ρούμελης ως την ανατολική άκρη των Λευκών Ορέων. Οι Σφακιανοί είναι οι ανυπότακτοι Κρητικοί, τους οποίους ούτε οι Άραβες, ούτε οι Βενετοί, ούτε ο Τούρκοι κατόρθωσαν να καταβάλουν. Η επανάσταση θα μπορούσε κάποιος να πει πως ήταν η δεύτερη φύση τους. Από τις 27 επαναστάσεις που ξέσπασαν στη διάρκεια της Ενετοκρατίας, οι περισσότερες ξεκίνησαν ή κατέληξαν στα Σφακιά.

Σφακιά: τόπος επαναστάσεων

Το όνομα των Σφακίων

Για την προέλευση της ονομασίας Σφακιά υπάρχουν πέντε εκδοχές:

  1. Από παραφθορά της λέξης «Φοίνιξ», ονομασία ισχυρής αρχαίας πόλης στην περιοχή.
  2. Από τη λέξη «σφάκα», τοπική ονομασία της πικροδάφνης (Σφακιά, η χώρα με τις πικροδάφνες).
  3. Από τη λέξη «σφηκιά», σφηκοφωλιά, επειδή οι Σφακιανοί ρίχνονται στους εχθρούς σαν σφήκες (Κρητικοί που ονομάζονταν Σφήκες αποίκησαν στην Κύπρο που ονομάστηκε Σφηκία).
  4. Από τη λέξη «σφαγεία», ως τόπος σφαγών
  5. Από τη λέξη «φαράγγια», καθώς η περιοχή είναι γεμάτη από αυτά.

Η Αραδήνα και η Ανώπολη (περιοχές που υπάρχουν ακόμη και σήμερα) είναι οι αρχαίες πόλεις των Σφακίων που συγκαταλέγονται ανάμεσα στις τριάντα κρητικές πόλεις οι οποίες αναφέρονται στη συνθήκη του Ευμένη της Περγάμου. Υπήρχαν ακόμη η Ποικιλασσός, η Τάρα (σήμερα Αγία Ρούμελη) και ο Φοίνικας (σήμερα Λουτρό Σφακίων), που γνώρισε αργότερα την ευημερία και έγινε έδρα επισκοπής στα Βυζαντινά χρόνια. Ο επίσκοπος Φοίνικος, Λέων, αναφέρεται ανάμεσα στους 350 που πήραν μέρος στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (786).

Η επανάσταση της Χρυσομαλλούσας

Μια πανέμορφη αρχοντοπούλα, η Χρυσή Σκορδίλη ζούσε στη χώρα των Σφακίων. Είχε κατάξανθα μακριά μαλλιά και την αποκαλούσαν «Χρυσομαλλούσα». Οι Βενετοί διατηρούσαν στην περιοχή αυτή φρούριο τυπικά επανδρωμένο με δεκαπέντε μόνο άνδρες. Όμως, ο Βενετός επικεφαλής τους, Καπαλέτο, θεωρούσε τον εαυτό του «φρούραρχο». Μια μέρα, η Χρυσομαλλούσα βρέθηκε στο δρόμο του πηγαίνοντας με δύο υπηρέτριες της στη πηγή. Ο Βενετός εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της κοπέλας, κατέβηκε από το άλογο του, την πλησίασε, την άρπαξε και τη φίλησε. Την επόμενη στιγμή δεχόταν το χαστούκι της.

Ο «φρούραρχος» προσβλήθηκε, Έβγαλε το σπαθί του, αλλά θυμήθηκε πως απέναντι του βρισκόταν γυναίκα. Έκοψε τη μία από τις δύο πλεξούδες της και αποχώρησε μαζί με το σπουδαίο λάφυρο του. Έτσι, όμως, η προσβολή είχε στραφεί εναντίον της αρχοντοπούλας. Οι Σφακιανοί αυτά δεν τα ανέχονται.

Οι συγγενείς της Χρυσομαλλούσας επιτέθηκαν στο φρούριο, το πήραν αμέσως, σκότωσαν τον Καπελέτο και τους άνδρες του και ξεθεμελίωσαν το φρούριο. Το συμβάν ήταν μια καλή αφορμή για επανάσταση. Απλώθηκε σε όλα τα Σφακιά και προκάλεσε και την εμπλοκή του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου. Καταλάγιασε ενάμιση χρόνο αργότερα (1321).

Ο Αλέξης Καλλέργης στα Σφακιά

Η επανάσταση του Αλεξίου Καλλέργη, στα 1361, ξεκίνησε από το οροπέδιο Λασιθίου αλλά κατέληξε στη Ανώπολη Σφακίων, τόπο ορεινό, δυσπρόσιτο και φυσικά οχυρό. Εκεί οι επαναστάτες κράτησαν καιρό αποκρούοντας τις επιθέσεις. Ο Καλλέργης υπέγραψε τη νικηφόρα γι’ αυτόν συνθήκη με τους Βενετούς αλλά οι επαναστάτες αφανίστηκαν. Οι Βενετοί, με ποινή θανάτου, απαγόρευσαν την κατοίκηση ανθρώπων σε ολόκληρη την περιοχή της Ανώπολης και ακόμα απαγόρευσαν τη βοσκή κοπαδιών και την καλλιέργεια της γης για τα επόμενα δώδεκα χρόνια. Λίγο καιρό αργότερα η Ανώπολη κατοικήθηκε πάλι. Οι Βενετοί δεν αντέδρασαν σε αυτό γιατί ήξεραν ότι οποιαδήποτε αντίδραση τους θα ήταν αιτία νέας επανάστασης.

Η «επανάσταση της κότας»

Από την εποχή της κατάκτησης της Κρήτης από τους Βενετούς υπήρχε ένας φόρος ο οποίος λεγόταν «φόρος της ορνιθολογίας»: οι κάτοικοι υποχρεώνονταν κάθε πρωτομηνιά να δίνουν σε κάθε φεουδάρχη μια κότα «καλήν και ευτραφή». Με τα χρόνια, όμως, οι «δικαιούχοι» πλήθαιναν και το ζήτημα καταντούσε αφαίμαξη.

Κάποιοι κάτοικοι ξεκίνησαν, αντί για κότα «καλήν και ευτραφή», να δίνουν στους φεουδάρχες από ένα αυγό, διαβεβαιώνοντας τους ότι από αυτό θα προκύψει κότα «καλή και ευτραφής». Οι Βενετοί φεουδάρχες αντιλήφθηκαν την ειρωνεία και απάντησαν με εντάλματα σύλληψης «οφειλετών της κότας» και κατάσχεσης περιουσιών. Συμπεριέλαβαν και τους Σφακιανούς στη λίστα. Οι τελευταίοι φυσικά επαναστάτησαν.

Οι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στην κορυφή του Αγίου Θεοδώρου, πραγματοποίησαν συνέλευση και έστειλαν στον Βενετό διοικητή των Χανίων έγγραφη διαμαρτυρία. Ο διοικητής φυλάκισε τους απεσταλμένους και απέρριψε τη διαμαρτυρία. Ο ένοπλος αγώνας απλώθηκε σε όλα τα Σφακιά. Ο δούκας της Κρήτης ξεκίνησε από το Χάνδακα και έφτασε στα Σφακιά με προτάσεις: οι Βενετοί γλύτωσαν το μπελά δίνοντας αμνηστία τους παραβάτες και ματαιώνοντας τις δίκες που εκκρεμούσαν.

Οι Τούρκοι στα Σφακιά

Όταν οι Τούρκοι πήραν την Κρήτη και ενώ ακόμα πολιορκούσαν τον Χάνδακα οι Σφακιανοί συνεννοήθηκαν με τους Βενετούς και επιτέθηκαν στον Αλμυρό (1650). Νικήθηκαν. Οι Τούρκοι εισέβαλαν στα Σφακιά, αιχμαλώτισαν αμάχους, αλλά αποχώρησαν. Η περιοχή δόθηκε ως φέουδο στον Γαζί Χιουσεΐν πασά ως ανταμοιβή για τη συμμετοχή στην κατάκτηση της Κρήτης. Στα 1659, ο Γαζί Χουσεΐν πασάς αφιέρωσε τα Σφακιά στις ιερές πόλεις των Μωαμεθανών, Μέκκα και Μεδίνα, και όρισε να στέλνουν εκεί κάθε χρόνο 5.000 γρόσια (2.000 και 3.000 αντίστοιχα) «για τους φτωχούς». Τούρκοι στα Σφακιά ποτέ δεν κατοίκησαν.

Οι Σφακιανοί έμειναν ελεύθεροι και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Πλούτισαν και έπαψαν να πληρώνουν φόρο. Με τη τουρκική κατάκτηση της Κρήτης, όμως, κάποιοι Κρητικοί αποφάσισαν να μεταναστεύσουν. Κάποιοι πήγαν στα Επτάνησα, κάποιοι άλλοι στη Μολδοβλαχία. Με τον καιρό, πείστηκαν ότι τα Σφακιά ήταν απάτητα από Τούρκους και άρχισαν να επιστρέφουν. Οι «παλιννοστούντες» αποκλήθηκαν από τους άλλους σύμφωνα με το όνομα του τόπου προέλευσης, αυτός από την Ζάκυνθο, «Ζακυνθινάκης», αυτό από την Κάσο, «Κασοτάκης», από τη Μυτιλήνη, «Μυτιληνάκης», και από τη Μολδοβλαχία, «Βλάχος». Απόγονος ενός από τους «Βλάχους» ήταν ο Γιάννης Βλάχος, ο μετέπειτα Δασκαλογιάννης.

Η ουδετερότητα της Κρήτης

Όταν κάποιος ακούσει σε μια πρόταση τις λέξεις «Κρήτη» και «πόλεμος» σίγουρα περιμένει να ακούσει στη συνέχεια για τους αγώνες και τα κατορθώματα των Κρητικών. Είναι αλήθεια ότι η Κρήτη έχει δείξει την πολεμική της δύναμη ανά τους αιώνες και η αδιαμφισβήτητη παληκαριά των παιδιών της, των Κρητικών, είναι ξακουστή στα πέρατα του κόσμου. Υπάρχουν, όμως, και δύο περιπτώσεις στις οποίες η Κρήτη τήρησε αυστηρή ουδετερότητα.

Η ουδετερότητα της Κρήτης

Κατά τη διάρκεια των Μηδικών Πολέμων η Κρήτη τήρησε αυστηρή ουδετερότητα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες λίγο πριν το Συνέδριο του Ισθμού (481π.Χ.), έστειλαν πρέσβεις στην Κρήτη για να καλέσουν τις κρητικές πόλεις στον κοινό αγώνα κατά των Περσών. οι κρητικές πόλεις πριν απαντήσουν έστειλαν θεωρούς στο μαντείο των Δελφών. Ο χρησμός της Πυθίας υπενθύμισε στους Κρητικούς τα παλιά παθήματα τους από τη συμμετοχή τους στον Τρωικό πόλεμο και τους αποθάρρυνε.

Οι νεώτεροι ιστορικοί αποδίδουν αυτήν την άρνηση των Κρητικών στην εσωτερική πολιτική και κοινωνική κατάσταση της νήσου. Οι αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων και των πόλεων μεταξύ τους και το γενικό κλίμα πολιτικής αστάθειας δεν επέτρεπαν την ανάληψη υποχρεώσεων για υπερπόντιες επιχειρήσεις.

Άλλωστε, η γεωγραφική θέση της Κρήτης και η απόσταση από τις άλλες ελληνικές περιοχές και η ασθενής οικονομία εξόγκωναν τα αισθήματα του φόβου για μια ενδεχόμενη περσική εισβολή στο νησί. Έτσι ο δελφικός χρησμός ήταν μια πρώτης τάξεως δικαιολογία για την κρητική ουδετερότητα. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι η άρνηση των Κρητικών να συμμετάσχουν στους κοινούς αγώνες των Ελλήνων μπορεί να δικαιολογηθεί και από την ψυχολογία των Δωριέων, που ήταν από τη φύση τους συντηρητικοί και αντιμετώπιζαν κάθε πολεμική περιπέτεια με σκεπτικισμό.

Η Κρήτη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου κράτησε και πάλι αυστηρή ουδετερότητα. Μια επίθεση ναυτικής μοίρας των Αθηναίων με το στρατηγό Φορμίωνα στην Κυδωνία το 429π.Χ. δεν είχε ευρύτερες συνέπειες. Ο Θουκυδίδης αποδίδει την επέμβαση αυτή σε υπόδειξη του Γορτύνιου Νικία, που ήταν πρόξενος των Αθηναίων, Φαίνεται όμως ότι η επίθεση αυτή είχε εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Στην Κυδωνία, που διατηρούσε, τότε, εμπορικές σχέσεις με την Αίγινα, είχαν καταφύγει Αιγινήτες φυγάδες μετά τη διασπορά τους το 431π.Χ. Σταθερή πολιτική των Αθηναίων ήταν η εξόντωση των Αιγινητών, όπου κι αν είχαν καταφύγει. Στην ουσία, λοιπόν, η επίθεση του Φορμίωνα είχε στόχο μάλλον τους Αιγινήτες και όχι την Κυδωνία. Ωστόσο, το γεγονός υατό αναζωπύρωσε τα ενδοκρητικά μίση. Οι κάτοικοι της Πολίχνης συνέπραξαν με τους Γορτύνιους και τους Αθηναίους στην επίθεση κατά της Κυδωνίας.

Τα Χανιά (1700π.Χ.-…)

Τα Χανιά είναι παραλιακή πόλη της βορειοδυτικής Κρήτης, ένας από τους σημαντικότερους λιμένες της και πρωτεύουσα του νομού Χανίων. Καταλαμβάνει έκταση περίπου δεκατριών τετραγωνικών χιλιομέτρων και αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του νησιού μετά το Ηράκλειο. Ο δήμος Χανίων αριθμεί 108.642 κατοίκους (2011). Υπήρξε σημαντική μινωική πόλη και έχει ταυτισθεί με την αρχαία Κυδωνία.

Τα Χανιά
Τα Βενετσιάνικα νεώρια στο λιμάνι των Χανίων

Τα Χανιά που ήταν Κυδωνία

Τα Χανιά είναι η τοποθεσία σύμφωνα με την οποία οι Μινωίτες έκτισαν την «Κυδωνία». Από ανασκαφές που έγιναν σε διάφορες συνοικίες, όπως αυτή στο Καστέλι, έγινε γνωστό πως η περιοχή ήταν κατοικημένη από τη Νεολιθική εποχή. Η πόλη αποτέλεσε μετά τη Μινωική εποχή μια σημαντική πόλη-κράτος με όρια από τη θάλασσα μέχρι τους πρόποδες των Λευκών Ορέων. Οι πρώτοι αποικιστές από την ηπειρωτική Ελλάδα ήταν οι Δωριείς γύρω στο 1100 π.Χ. Η Κυδωνία βρισκόταν σε συνεχείς διενέξεις με τις άλλες πόλεις κράτη της περιοχής, όπως τα Άπτερα, η Φαλάσαρνα και η Πολυρρήνεια. Επίσης, ο Όμηρος την ανέφερε στην Οδύσσεια. Το 69 π.Χ. ο Ρωμαίος πρόξενος Καικίλιος Μέτελλος (Caecilius Metellus) κατέλαβε την Κυδωνία, η οποία έλαβε προνόμια ανεξάρτητης πόλης-κράτους από τους Ρωμαίους, όπου και διατήρησε το δικαίωμα να έχει δικό της νόμισμα μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ.

Τα Βυζαντινά και Ενετικά Χανιά

Η πρώτη βυζαντινή περίοδος διήρκεσε από το 395 ως το 824. Γι’ αυτήν δεν υπάρχουν αρκετές καταγραφές. Κατά την Αραβοκρατία (827 – 961) που ακολούθησε η μικρή πόλη πιθανά ονομαζόταν Rabdh el Djobh (Τυρούπολη, πόλη του τυριού) ή Al Hanim. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι Χριστιανικοί πληθυσμοί μετακινήθηκαν προς τα ορεινά του νομού λόγω των διωγμών. Ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς επανέκτησε την Κρήτη το 961. Η δεύτερη βυζαντινή περίοδος διήρκεσε μέχρι το 1204 και το όνομά της άλλαξε σε Χανιά. Οι Βυζαντινοί άρχισαν να ενισχύουν με οχυρωματικά έργα την πόλη, χρησιμοποιώντας αρχαία οικοδομικά υλικά, με σκοπό να αποτρέψουν και άλλη αραβική επιδρομή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα Χανιά αποτελούν επίσης έδρα επισκόπου.

Μετά την τέταρτη σταυροφορία (1204) και την πτώση της Βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή, η Κρήτη δόθηκε στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό. Αυτός αποφάσισε να την πωλήσει στους Ενετούς για 1000 ασημένια μάρκα. Το 1252 οι Ενετοί κατάφεραν να υποτάξουν τους Κρήτες επαναστάτες και η Βενετική Σύγκλητος με το διάταγμα της 29 Απριλίου 1252 (Γρηγοριανό ημερολόγιο) διατάσσουν τον Στρατιωτικό Διοικητή να καταλάβουν τη Δυτική Κρήτη και να ιδρύσουν νέα πόλη ή να ανοικοδομήσουν κάποια παλαιά. Τα Χανιά κατόπιν, όπως και όλη η Κρήτη άνθησαν ως εμπορικό κέντρο και ως αγροτική περιοχή.

Στην αρχή οι Ενετοί ήταν σκληροί και καταπιεστικοί, αλλά σιγά σιγά οι σχέσεις τους με τους ντόπιους θερμάνθηκαν. Η επαφή τους με τη Βενετία βοήθησε στο να αναμειχθούν οι δύο κουλτούρες, χωρίς όμως οι ντόπιοι να χάσουν τις ελληνοχριστιανικές τους παραδόσεις. Το όνομα της πόλης άλλαξε σε La Canea και οι βυζαντινές οχυρώσεις ενισχύθηκαν δίνοντας στα Χανιά τη σημερινή τους μορφή. Επίσης, μετά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, αρκετοί ιερείς, μοναχοί, καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων βρήκαν καταφύγιο στην Κρήτη βοηθώντας στην πολιτιστική ενίσχυση του νησιού. Τα Χανιά, κατά την περίοδο αυτή, περιέχουν μείγμα βυζαντινού, ενετικού και κλασικού ελληνικού πολιτισμού.

Οι Οθωμανοί και οι Αιγύπτιοι στα Χανιά

Παρόλα αυτά τα τείχη της δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τους Οθωμανούς από το να καταλάβουν την πόλη το 1645 ύστερα από δίμηνη πολιορκία. Οι Οθωμανοί αποφάσισαν να προσεγγίσουν τη πόλη από τα δυτικά και αποβιβάστηκαν κοντά στο μοναστήρι της Γωνιάς στην Κίσσαμο, το οποίο και λεηλάτησαν και έκαψαν. Πολιόρκησαν τα Χανιά στις 2 Αυγούστου 1645. Οι απώλειες και από τις δυο πλευρές ήταν τεράστιες (ειδικά των Οθωμανών). Ο Οθωμανός διοικητής εκτελέστηκε στην επιστροφή του έχοντας χάσει περισσότερους από 40.000 άντρες. Από την εκστρατεία αυτή η οποία για τους Τούρκους παραταύτα θεωρήθηκε ως μεγάλο κατόρθωμα έμεινε μέχρι και σήμερα η φράση «Να δείς τα Χανιά και τη Γωνιά» που σημαίνει να καταλάβεις σε βάθος μια δουλειά και να είσαι εύστροφος.

Αργότερα οι περισσότερες εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά και τα πλούτη της πόλης μεταφέρθηκαν στην έδρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Οι Τούρκοι εποίκησαν τις ανατολικές συνοικίες της πόλης (Καστέλι και Σπλάτζια), όπου και μετέτρεψαν τον Άγιο Νικόλαο των Δομινικανών μοναχών στο Κεντρικό τους τζαμί. Έκτισαν επίσης και νέα τζαμιά, όπως αυτό του Kioutsouk Hassan στο παλιό λιμάνι. Τα δημόσια λουτρά (hamam) χτίστηκαν από τους Τούρκους λίγο πιο πάνω, στη σημερινή οδό Χάληδων.Το 1821, με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, υπήρξαν διαμάχες μεταξύ των Χριστιανών και Μουσουλμάνων στα Χανιά, που οδήγησαν σε σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού στην πόλη των Χανίων. Ο επίσκοπος Κισσάμου, Μελχισεδέκ Δεσποτάκης, κρεμάστηκε από τους Τούρκους σε έναν πλάτανο στην πλατεία της Σπλάντζιας, ο οποίος υπάρχει και σήμερα.

Η Κρήτη μετά την Επανάσταση του 1821 αποδόθηκε από τους Οθωμανούς στους Αιγύπτιους του Μοχάμαντ Άλυ, οι οποίοι τη διατήρησαν έως το 1840. Στην εποχή της Αιγυπτιοκρατίας ανάγεται ο φάρος στο ενετικό λιμάνι των Χανίων. Επί αιγυπτιοκρατίας εκδόθηκε η πρώτη εφημερίδα στην Κρήτη, στα Χανιά, η «Κρητική Φωνή», η οποία ήταν δίγλωσση. Επί αιγυπτιακής κατοχής υπήρχαν δύο διοικήσεις στην Κρήτη, η μία στα Χανιά και η άλλη στον Χάνδακα (Ηράκλειο).

Το 1841 το νησί επανήλθε σε οθωμανική κατοχή. Από το 1850 κι έπειτα ο Πασάς της Κρήτης διέμενε στα Χανιά, όταν οι Οθωμανοί μετέφεραν για αμυντικούς λόγους (ύπαρξη του ασφαλούς για τον Οθωμανικό στόλο λιμανιού της Σούδας) την πρωτεύουσα της Κρήτης από το Ηράκλειο. Έως το 1850 ο Πασάς του Ηρακλείου, ήταν και Πασάς της Κρήτης.

Το 1878, υπογράφτηκε η Σύμβαση της Χαλέπας, η οποία παραχωρούσε κάποια σημαντικά δικαιώματα στο χριστιανικό πληθυσμό του νησιού.

Η Κρητική Πολιτεία των Χανίων

Το 1898, κατά τη διάρκεια των τελευταίων κινημάτων για ανεξαρτησία και ένωση με την Ελλάδα και ειδικά των αναταραχών στο Ηράκλειο την 25 Αυγούστου 1898, οι Μεγάλες Δυνάμεις δημιούργησαν την ημιαυτόνομη Κρητική Πολιτεία με πρωτεύουσα τα Χανιά, με ύπατο αρμοστή της τον πρίγκιπα Γεώργιο. Το παλάτι βρίσκεται στη συνοικία Χαλέπα, στα ανατολικά της παλιάς πόλης, δίπλα στην οικία του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων η Κρήτη τύπωσε δικό της νόμισμα και γραμματόσημα. Η πόλη έπαψε να αποτελεί απομακρυσμένο βιλαέτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έγινε κοσμοπολίτικη, ξανακερδίζοντας τον ρόλο της ως σταυροδρόμι των πολιτισμών της Ευρώπης και της Ανατολής. Πολλά σημαντικά κτήρια χτίστηκαν κατά την περίοδο αυτή, κυρίως στην οδό Νεάρχου, καθώς και στο προάστιο της Χαλέπας, όπου βρίσκονταν τα προξενεία των προστάτιδων δυνάμεων.

Παρόλα αυτά ο κύριος στόχος ήταν η ένωση με την Ελλάδα, η οποία πραγματοποιήθηκε οριστικά το 1913.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στα Χανιά

Μια άλλη σημαντική στιγμή στην ιστορία των Χανίων είναι η εισβολή και κατοχή από τις δυνάμεις του Άξονα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την μεταφορά της Ελληνικής κυβέρνησης στα Χανιά μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας η πόλη γίνεται η de facto πρωτεύουσα της χώρας (ως πρωτεύουσα ορίζεται η έδρα της κυβέρνησης). Στην συνέχεια όμως έπειτα από έναν ανηλεή βομβαρδισμό της πόλης από τη γερμανική αεροπορία τον Μάιο του 1941, οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές εισέβαλαν στην πόλη από τα δυτικά (από τις περιοχές του Γαλατά και του Μάλεμε) και απωθήθηκαν από τους Βρετανούς στον λόφο της Δεξαμενής στα νότια της πόλης. Ο βασιλιάς Γεώργιος διέμενε σε μια βίλα στα Περιβόλια, κοντά στα Χανιά, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τους Γερμανούς στην Αίγυπτο. Η Εβραϊκή κοινότητα των Χανίων υπέστη σημαντικές απώλειες κατά τη διάρκεια της 5ετούς κατοχής. Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως και άλλοι αντιστασιακοί, μεταφέρθηκαν από τους Γερμανούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην κεντρική Ευρώπη. Το 1944, μια Βρετανική τορπίλη βύθισε το πλοίο «Τάναϊς», το οποίο μετέφερε το μεγαλύτερο μέρος της εβραϊκής κοινότητας Χανίων. Τα Χανιά ήταν η τελευταία ευρωπαϊκή πόλη, που απελευθερώθηκε από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1945, με τους Γερμανούς να εκτελούν ντόπιους μέχρι την τελευταία στιγμή.

Τα σύγχρονα Χανιά

Τη δεκαετία του ’70 η Κρήτη μετατράπηκε σε μείζονα τουριστικό προορισμό για τον διεθνή και εγχώριο τουρισμό, πράγμα το οποίο συνέβαλε στην άνθηση της οικονομίας και της πολιτιστικής ανάπτυξης της πόλης. Τα Χανιά με παράνομη χουντική απόφαση, έπαψαν να είναι πρωτεύουσα της Κρήτης το 1971, όταν ως πρωτεύουσα της Κρήτης επανήλθε το Ηράκλειο.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Χανιά

Οι μινωικές αποικίες (1700π.Χ.-1400π.Χ.)

Η Κρήτη κατοικήθηκε από πολύ παλιά. Παλαιότερα, οι ιστορικοί μη έχοντας επαρκείς ενδείξεις για παρουσία παλαιολιθικών ανθρώπων στο νησί, πίστευαν πως κατοικήθηκε στις αρχές της νεολιθικής εποχής. Ανακαλύφθηκε, όμως, στη Γαύδο αληθινό εργαστήριο επεξεργασίας οψιανού, που χρονολογείται στην παλαιολιθική εποχή, και αυτό δείχνει πως από τότε υπήρχαν άνθρωποι στη μεγαλόνησο, οι οποίοι, επιπλέον, πραγματοποιούσαν και μακρινά ταξίδια, αφού ο οψιανός υπήρχε μόνο στη Μήλο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι πρώτοι έποικοι της Κρήτης ήρθαν από τη νοτιοδυτική Μικρασία, τη Λυκία ή την Καρία και ονομάζονταν Τερμίλες. Την περίοδο από το 1700π.Χ. έως το 1400π.Χ. αναπτύσσονται και οι μινωικές αποικίες, εγκαταστάσεις, δηλαδή, Μινωιτών σε περιοχές εκτός Κρήτης.

Οι μινωικές αποικίες

Οι μινωικές αποικίες

Οι μινωικοί κάτοικοι της Κρήτης ήταν πολύ εξοικειωμένοι με τη θάλασσα και από νωρίς είχαν αποικίσει πολλά νησιά και χερσαίες περιοχές του Αιγαίου, με οργανωμένες αποστολές, στις οποίες την ηγεσία είχαν είτε οι ίδιοι οι βασιλείς είτε οι γιοι τους ή άλλοι συγγενείς. Έτσι ο Ραδάμανθυς εγκαταστάθηκε στην Εύβοια, ο Αλθαμένης στη Ρόδο, ο Σαρπηδών στη Λυκία, ο Μίλητος στην Καρία, όπου ίδρυσε την ομώνυμη πόλη. Κάποιοι άλλοι ακόλουθοι ή συγγενείς βασιλέων εγκαταστάθηκαν στα διάφορα νησιά. Ο Στάφυλος στην Πεπάρυθο (Σκόπελο), ο Οινοπίων στη Χίο, ο Άνιος στη Νάξο και ο Ευάνθης στη Θάσο.

Ο ίδιος ο Μίνωας ίδρυσε αποικίες στη Μεγαρίδα και στην Κέα, ενώ πολλές πόλεις ή απλά εμπορεία είχαν την ονομασία «Μινώα», που μαρτυρεί την εξάρτησή τους από την Κρήτη. Τέτοιες Μινώες υπήρχαν σε πολλά σημεία του Αιγαίου, της Αδριατικής, της Ιταλίας, ακόμα και της δυτικής Μεσογείου. Αλλά και σεπτότερα ελληνικά ιερά, των Δελφών, της Ολυμπίας και της Ελευσίνας, συνδέονται σε ορισμένους μύθους με την Κρήτη.

Τις μυθολογικές αφηγήσεις ενισχύει και, σε ορισμένες περιπτώσεις επαληθεύει, η αρχαιολογική έρευνα. Στη Μήλο, ο λεγόμενος δεύτερος οικισμός της Φυλακωπής, με στοιχεία που θυμίζουν έντονα την κρητική αρχιτεκτονική, συμπίπτει με τη δεύτερη νεοανακτορική φάση. Την ίδια εποχή άκμασε, στην Αγία Ειρήνη της Κέας, παρόμοιος οικισμός, προστατευμένος προς το εσωτερικό με τείχος που είχε πύλες και πύργους. Σε ιερό που ανακαλύφθηκε κοντά στην ανατολική πύλη, βρέθηκαν τα μεγαλύτερα γνωστά πήλινα ειδώλια της μινωικής θεάς.

Στη Θήρα, στο Ακρωτήρι, ανακαλύφθηκε, κάτω από παχύ στρώμα ελαφρόπετρας και ηφαιστειακής τέφρας, ολόκληρη πόλη, ένας από τους σημαντικότερους και καλύτερα διατηρημένους μινωικούς οικισμούς στο Αιγαίο. Ο πλούτος των σπιτιών του, με δύο ή τρεις ορόφους, τις ωραίες τοιχογραφίες και τις μεγάλες αποθήκες, δείχνει εκλεπτυσμένη ζωή, ανάλογη με την ανακτορική της Κρήτης. Στα Κύθηρα επίσης, ανασκάφηκε κρητική αποικία. Στη Ρόδο, στη θέση Τριάντα, υπήρχε μινωικός οικισμός, ενώ μινωικοί λαξευτοί τάφοι βρέθηκαν στην Κω και στην Κάρπαθο.

Έχουν παρατηρηθεί πυκνές εμπορικές σχέσεις των Κρητών, με την Αίγυπτο. Σε απεικονίσεις που βρέθηκαν σε τάφους Φαραώ ή σε διάφορα μνημεία βλέπουμε τους Κεφτιού, όπως έλεγαν οι Αιγύπτιοι τους μινωικούς Κρήτες, να προσφέρουν δώρα ή να μεταφέρουν εμπορεύματα. Ένα από τα εξαγώγιμα αγαθά ήταν η ξυλεία και ειδικότερα οι κορμοί κυπαρισσιών.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541-1614)

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (Ηράκλειο Κρήτης, 1 Οκτωβρίου 1541 – Τολέδο, 7 Απριλίου 1614), γνωστός επίσης με τo ισπανικό προσωνύμιο El Greco, δηλαδή Ο Έλληνας, ήταν Κρητικός ζωγράφος, γλύπτης και αρχιτέκτονας της Ισπανικής Αναγέννησης. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από την Ελλάδα, δημιουργώντας τα περισσότερα έργα του στην Ιταλία και στην Ισπανία. Εκπαιδεύτηκε αρχικά ως αγιογράφος στο Ηράκλειο, που αποτελούσε τότε τμήμα της ενετικής επικράτειας, και αργότερα ταξίδεψε στην Βενετία. Στην Ιταλία επηρεάστηκε από τους μεγαλύτερους δασκάλους της ιταλικής τέχνης, όπως τον Τιντορέττο και τον Τιτσιάνο, του οποίου υπήρξε μαθητής, υιοθετώντας στοιχεία από τον μανιερισμό. Το 1577 εγκαταστάθηκε στο Τολέδο, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του και ολοκλήρωσε ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Η Σταύρωση

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος και η τέχνη

Υφολογικά, η τεχνοτροπία του Ελ Γκρέκο θεωρείται έκφραση της Βενετικής Σχολής και του μανιερισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Παράλληλα χαρακτηρίζεται από προσωπικά στοιχεία, προϊόντα της τάσης του για πρωτοτυπία, τα οποία όμως δεν βρήκαν μιμητές στην εποχή του, γεγονός που δεν ευνόησε και τη συνέχειά τους. Η μπαρόκ τεχνοτροπία που εκτόπισε τον μανιερισμό, αλλά και τα αμέσως μεταγενέστερα καλλιτεχνικά ρεύματα που δεν αντιμετώπισαν ευμενώς το ύφος του και είχαν ως αποτέλεσμα να αγνοηθεί το έργο του Γκρέκο τους επόμενους αιώνες. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, αναγνωρίστηκε ως πρόδρομος της μοντέρνας τέχνης που αξιοποίησε στοιχεία της Ανατολικής και Δυτικής παράδοσης, και το έργο του επανεκτιμήθηκε, διατηρώντας μέχρι σήμερα δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Το Τολέδο στην καταιγίδα

Η υστεροφημία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, το έργο του εκτιμήθηκε και προωθήθηκε περισσότερο από τους λόγιους, ουμανιστές και διανοούμενους και λιγότερο από το καλλιτεχνικό κατεστημένο. Αργότερα, αγνοήθηκε για μία περίοδο περίπου τετρακοσίων ετών. Δεν υπήρξαν μιμητές του, καθώς μόνο ο γιος του φρόντισε για την αναπαραγωγή ορισμένων από τις πιο γνωστές συνθέσεις του. Στη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος τοποθετείτο στην Ιταλική σχολή, έχοντας τη φήμη ενός ζωγράφου με τάσεις εκκεντρικότητας, στην προσπάθειά του να πρωτοτυπήσει, αλλά και με περιφρόνηση απέναντι στους καθιερωμένους κανόνες. Για αρκετούς ιστορικούς, η τέχνη του Γκρέκο συνδέθηκε με το πνεύμα της Αντιμεταρρύθμισης, θεώρηση που συγκρούεται ή συμπληρώνεται με άλλες ερμηνείες, κυρίως Ελλήνων μελετητών του, που τονίζουν τη σημασία των βυζαντινών στοιχείων στην τέχνη του. Άλλοι ερευνητές, με βάση τις γραπτές σημειώσεις του Γκρέκο, τονίζουν περισσότερο την εικόνα ενός ζωγράφου με φιλοσοφικές αναζητήσεις (συνδεόμενο ειδικότερα με τις νεοπλατωνικές ιδέες), αποκομμένος από τα θρησκευτικά ζητήματα της εποχής και απασχολούμενος κυρίως με αισθητικά προβλήματα, σε σχέση με την διερεύνηση και απόδοση του φυσικού κόσμου μέσα από τη ζωγραφική.

Η τέχνη του Θεοτοκόπουλου ήταν αρκετά προσωπική και αυτόνομη, έτσι ώστε να μην ευνοηθεί η «συνέχειά» της, ενώ καθοριστικό ρόλο σε αυτό διαδραμάτισε και η νέα μπαρόκ τεχνοτροπία που εκτόπισε τον μανιερισμό του 16ου αιώνα, με αποτέλεσμα το έργο του Γκρέκο να είναι ελάχιστα γνωστό κατά την περίοδο του μπαρόκ. Στη διάρκεια του 17ου αιώνα, υπό την άνθιση του κλασικισμού, και στις αρχές του 18ου, οι πίνακές του θεωρούνταν «υπερβολικοί» και «επιτηδευμένοι», ενώ η εκκεντρικότητά του συχνά ταυτίστηκε με ενδεχόμενη «παραφροσύνη». Αργότερα, κατά την περίοδο του ρομαντισμού, τα έργα του επανεξετάστηκαν. Για τον Γάλλο ποιητή Θεόφιλο Γκωτιέ – έναν από τους πρώτους που εξέφρασαν θαυμασμό για το ύστερο έργο του Γκρέκο – θεωρήθηκε πρόγονος του ρομαντικού κινήματος στην αναζήτηση του παράδοξου ή του ακραίου. Οι κριτικοί τέχνης Zacharie Astruc και Paul Lefort, συνέβαλαν επίσης στην προώθηση ενός νέου ενδιαφέροντος για τον Θεοτοκόπουλο, την ίδια στιγμή που Ισπανοί ζωγράφοι στο Παρίσι υιοθετούσαν την τεχνοτροπία του. Από τους πρωταγωνιστές αυτής της τάσης υπήρξε ο Ιγνάθιο Θουλοάγα (1870-1945), καλλιτέχνης βασκικής καταγωγής, ο οποίος αντέγραφε έργα του Γκρέκο που βρίσκονταν στο Πράδο. Στην Ισπανία, εκπρόσωποι του ιμπρεσιονισμού και του συμβολισμού, ανανέωσαν το ενδιαφέρον για το έργο τού Γκρέκο, το οποίο ερμήνευσαν ως προδρομικό εκείνου του Βελάσκεθ.

Το 1908 ολοκληρώθηκε ο πρώτος αναλυτικός κατάλογος έργων του, από τον Ισπανό ιστορικό τέχνης Manuel Bartolomé Cossío. Με την άνθιση του εξπρεσιονισμού κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, το έργο του Γκρέκο θεωρήθηκε προδρομικό του ρεύματος αυτού και σταδιακά επανεξετάστηκε αποκτώντας τελικά την εξέχουσα θέση που διατηρεί ως σήμερα στην ιστορία της τέχνης. Ο ιστορικός και κριτικός τέχνης Ιούλιος Μάγιερ-Γκρέφε, κατέγραψε τις εντυπώσεις του από το έργο τού Γκρέκο, κατά την επίσκεψή του στην Ισπανία το 1909, αναγνωρίζοντας σε αυτό μοντέρνα στοιχεία. Την ίδια αντίληψη εξέφρασε και ο κριτικός Roger Fry, θεωρώντας τον Γκρέκο «όχι μόνο μοντέρνο, αλλά αρκετά βήματα μπροστά». Στις αρχές του 20ου αιώνα, υποστηρίχθηκε πως το ύφος που χαρακτηρίζει τα έργα της ύστερης περιόδου του ήταν αποτέλεσμα αστιγματισμού από τον οποίο έπασχε, άποψη που είναι μάλλον εσφαλμένη.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
Η Πέμπτη Σφραγίδα της Αποκαλύψεως

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Δομήνικος_Θεοτοκόπουλους