Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

«Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς» είναι βιβλίο του Ανδρέα Λασκαράτου. Σε αυτό το έργο ο συγγραφέας σατιρίζει και καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της κεφαλλονίτικης κοινωνίας και επικρίνει δηκτικά τον κλήρο. Όταν εκδίδεται, ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων και φοβερό σάλο στους κόλπους της Εκκλησίας. Ο Λασκαράτος καταγγέλλεται ως άθεος και αφορίζεται.

Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς

Θρησκευτικά

Είναι ως από πολύν καιρό τώρα, Πανιερώτατε, που η ψυχή μου θλίβεται και λυπάται διά την πρόοδον της πλάνης στην κοινωνία μας. Και επειδή οι πλάνοι μεταχειρίζονται ως όργανον της αισχροκέρδειας τους την θρησκείαν, εσατίρισα πειρισσότερον από μίαν φοράν τις αισχροεργίες τους, στιγματίζοντας κατάχρησες διαφόρων ειδών. Αλλά οι πλάνοι τούτοι, εγγιγμένοι εις τα συμφέροντα τους, και μην ημπορόντες να ζητήσουνε μετά παρησίας ως και δια το σύστημα της πλάνης την ελευθερίαν του εμπορίου, εσυκοφαντήσανε τες σάτιρες μου ως αντίθρησκες, και μ’ εκατηφορήσανε ως άθεον. Η συκοφαντία τούτη, Πανιερώτατε, εξαγρίωσε εναντίον μου όλην την ανοησίαν του όχλου την οποίαν αυτοί καλλιεργούν και τρυγούν ησύχως εν καιρώ τω δέοντι.

Εγώ ημπορούσα, Πανιερώτατε, και μπορώ κάθε που θέλω, να κάμω αγάπη με τους πλάνους του Τόπου, επειδή φθάνει μόνον ναν τους υποσχεθώ να μη σατιρίσω πλέον εις το εξής το εμπόριο τους. Συνθήκη που, είμαι βέβαιος, ήθελε τήνε δεχθούνε ως και όντις ήθελε τους γυρέψω να μου βγάνουν το δέκατο ανέξοδο και ακοπίαστο. Τότε χάριν λόγου, η μαρμαρένιες εικόνες να μπορούνε να ιδρώνουν ελεύθερα, ο λαός να τρέχη να βλέπη και να πληρώνει το θαύμα, κ΄εγώ να μη μιλώ. Η Παναγία να βγαίνη όξου σε λιτανεία με μία βέστα μεταξωτή μισόφορη κρεμασμένη πίσω στο θρόνο της για να παρακινηόνται η φτωχές νοικοκυράδες να δίνουνε κ’ εκείνες τη δική τους, κ’ εγώ να μη μιλώ. Οι γαστάλδοι, οι ευλαβικώτατοι και φιλακόλουθοι γαστάλδοι να θρέφονται από τα έσοδα της εκκλησίας, αφήνοντες τη βυθισμένη στα χρέγια κ’ εγώ να μη μιλώ. Οι πνευματικοί να ξετιμόνουνε τες αμαρτίες του όχλου, να πουσναρόνουνε την τιμήν της αφέσεως, κ’ εγώ να μη μιλώ. Οι ιερείς να πληρόνουνται τη μετάληψη χέρι με χέρι, κ’ εγώ να μη μιλώ. Να μη μιλώ βλέποντας τες εκκλησίες καταντημένες θρησκομάγαζα, τους ιερείς μαγαζιάτορες, και τους συναδέλφους αβεντόρους! Αβεντόροι που διεγείρουνε όλην τη θηριώδη ζηλοτυπία του μαγαζιάτορα ιερέα σε κάθε παραμικρό κίνημα για ν’ αλλάξουνε μαγαζί. Κ’ έπειτα απ’ όλα τούτα και χιλιάδες άλλα παρόμοια, να βλέπω στο φόρο, και σωπένω, τούτους τους θεοπαίχτιδες να καμόνονται πως ανατριχιάζουνε κάθε που βλέπουνε εκείνους τους οποίους αυτοί ονομάζουν άθεους, και να ξέρω πως οι άθεοι τούτοι, δεν είναι άλλο παρά τίμιοι άνθρωποι, οι οποίοι καταφρονούνε και απεχθάνονται τη διαγωγή των θεοπαιχτιδώνε.

Εγώ όμως, ούτε τα βρομερά τους ξεδούλια ορέγομαι, ούτε την οργήν του ανόητου όχλου ψηφάω. Προκρίνω εξεναντίας να ομολογώ την αλήθεια με όλην εκείνην την τόλμη που η αλήθεια η ίδια μου εμπνέει, και να γένω τοιουτοτρόπως ο ευεργέτης εκείνων των ιδίων ανοήτων, οι οποίοι διά τούτο ξαγριόνουνται εναντίον μου.

Εγώ δεν καταδέχομαι να προσποιηθώ και να κολακέψω τες πρόληψες του όχλου διά να έμπω στην εύνοιαν του. Εξεναντίας χτυπάω με θάρρος τες πρόληψες, και αδιαφορώ εις την αγανάκτησή του, καθώς αδιαφορώ και στα κλάματα των παιδιώνε μου όταν τους πλένω το πρόσωπο.

Ανδρέας Λασκαράτος

Ο Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901)

Ο Ανδρέας Λασκαράτος (Ληξούρι, 1811-1901) ήταν σατιρικός ποιητής και πεζογράφος. Μαθήτευσε στα ελληνικά και ιταλικά γράμματα με δασκάλους τους Νεόφυτο Βάμβα, Ανδρέα Κάλβο. Ήταν γνώριμος με τον Διονύσιο Σολωμό.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος
Ο Ανδρέας Λασκαράτος

Ο Βίος του Ανδρέα Λασκαράτου

Ο Ανδρέας Λασκαράτος γεννήθηκε στο Ληξούρι Κεφαλληνίας την 1η Μαΐου του 1811. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας και στην Πίζα της Ιταλίας νομικές επιστήμες και για λίγο καιρό άσκησε τη δικηγορία στην Κεφαλλονιά.

Σε ηλικία 24 ετών παρουσιάστηκε στα γράμματα με το έμμετρο ευθυμογράφημά του «Το Ληξούρι εις τους 1836», που αποτελούσε μια εύθυμη σκιαγράφηση της ζωής του τόπου του, τους μικροκαυγάδες και τα έξυπνα κεφαλλονίτικα καθημερινά περιστατικά. Το 1846 παντρεύτηκε την Πηνελόπη Κοργιαλένιου, που υπήρξε το στήριγμα του στις δύσκολες στιγμές του βίου του. Το 1850 έθεσε υποψηφιότητα για τη Νομοθετική Συνέλευση των Επτανήσων αλλά αποτυγχάνει.

Η αρθρογραφία του προξένησε αντιδράσεις γι’ αυτό και έφυγε στο Λονδίνο, όπου δίδαξε ελληνικά και ιταλικά. Το 1854 εξέδωσε «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς». Αυτό το έργο του ξεσήκωσε φοβερό σάλο στους κόλπους της Εκκλησίας και ο Ανδρέας Λασκαράτος καταγγέλθηκε ως άθεος. Αφορίστηκε από την Εκκλησία. Η περιπετειώδης ζωή του συνεχίστηκε στην Ζάκυνθο και το Λονδίνο.

Το 1859 επέστρεψε στα Επτάνησα και μετά από σύντομο εγκλεισμό, άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα «Λύχνος», συνεχίζοντας τον αγώνα για ηθική αναμόρφωση της κοινωνίας. Η ίδια η ζωή του ήταν σε όλα παράδειγμα ζωντανό για την θεωρία του. Εκδίδοντας όμως την περίφημη «Απόκριση στον αφορισμό του 1856» προκάλεσε νέες θύελλες.

Έτσι χωρίς οικονομικούς πόρους πια και μετά από αυτόν τον κατατρεγμό κατέφυγε στην Αθήνα όπου εφημερίδες εύκολα του παραχώρησαν τις στήλες τους. Σε αρκετά προχωρημένη ηλικία ήρθε η αναγνώριση. Η Εκκλησία αναίρεσε το αφορισμό, ενώ λίγο καιρό μετά, σε ηλικία 90 ετών, πέθανε.

Ο Λασκαράτος ήταν εχθρός κάθε υποκρισίας, έντιμος, δεν δεχόταν υποκριτικές θρησκοληψίες, τους πατριωτικούς φανφαρισμούς, τη φτηνή πολιτική συναλλαγή. Υπήρξε βαθιά χριστιανός και θρησκευόμενος. Ήταν πάντα απέναντι από κάθε μικροπρέπεια και κάθε αγυρτία. Πολέμιος κάθε παραπλανητικής δεισιδαιμονίας, αλλά και πολλές φορές. λόγω της αριστοκρατικής καταγωγής του, μακριά από τις αγωνίες και τις ελπίδες των απλών ανθρώπων. Γλαφυρός και πνευματώδης, καλός δημοτικιστής και με κεφαλλονίτικη σπιρτάδα μυαλού, μας άφησε έργο που τον τοποθετεί στην πρώτη γραμμή της ελληνικής σατιρικής ποίησης.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος έγραψε

  • Στιχουργήματα
  • Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς
  • Ιδού ο άνθρωπος
  • Ποιήματα και ανέκδοτα
  • Οι καταδρομές μου εξαιτίας του «Λύχνου»
  • Απόκριση στον αφορισμό του 1856
  • Αυτοβιογραφία

Ο συμβολαιογράφος

Ο συμβολαιογράφος είναι ένα εκτενές αφήγημα, μια νουβέλα που εξιστορεί μια μελοδραματική ρομαντική ιστορία. Δεν επιμένει στην περιγραφή των ηθών ή των ιδιαίτερων συνθηκών ζωής σε εκείνη την περίοδο. Σε σχέση με τα υπόλοιπα έργα του ο Συμβολαιογράφος είναι ένα από τα τρία ‘’ελληνικά’’ του έργα. Ο πρόλογος και ο επίλογος του διηγήματος αποτελούν «το επαληθευτικό πλαίσιο της ιστορίας». Για τον νεοελληνιστή Roderick Beaton αυτή η «ρεαλιστική ιστορία δολοπλοκίας, αγωνίας και ρομάντζου», μπορεί άνετα να συμπεριληφθεί στην ομάδα εκείνη των μυθιστορημάτων των Collins και του Poe «και μεταξύ των πρώτων αστυνομικών μυθιστορημάτων που γράφτηκαν ποτέ».

Ο συμβολαιογράφος

Ο συμβολαιογράφος

Α΄

Όσοι των Ελλήνων κατά την αρχήν της Ελληνικής Επαναστάσεως απήλαυσαν της ενθουσιώδους φιλοξενίας των Κεφαλλήνων, ενθυμούνται ίσως εις Αργοστόλιον, την πρωτεύουσαν της νήσου, τον συμβολαιογράφον Τάπαν, γέροντα ρικνόν, κυφόν, αναφαλατίαν, σεσηρός γελώντα, και καλύπτοντα υπό πράσινα διόπτρα οφθαλμούς υελώδεις κα βλέμμα λοξόν. Η δε γλώσσα αυτού ην οποία δυστυχώς ή των πλειόνων Ιονίων τότε, νόθον εξάμβλωμα ελληνικής και ιταλικής. Και τούτο λέγομεν ουχί ειρωνευομένοι, αλλά συλληπούμενοι τους αδελφούς ημών νησιώτας, ότι επί της ενετικής δυναστείας εκινδύνευσαν να περικοπώσι το ευγενέστατον τούτο των εθνικών γνωρισμάτων, και απομάθωσι την φωνήν του ομήρου, οι παίδες του Οδυσσέως, συγχρόνως δε και αφορμήν ζητούντες, ιν΄αποδώσωμεν αυτοίς τον ανήκοντα φόρον επαίνου, διότι ήδη γενναίως και επιτυχώς εισήλθον εις της βελτιώσεως της εθνικής γλώσσης το στάδιον και ικανοτάτους έχουσιν εν αυτώ τους πρωταγωνιστάς.

Ούτος λοιπόν ο κύριος Τάπας, μιαν ημέραν εκάθητο περί την δείλην εις το γραφείον του, επί χωλού σκίμποδος, και κατεγίνετο γράφων, χωρίς πολύ να προσέχη εις τους πολυαρίθμους πελάτας, τους περιμένοντας την σειράν των, ότε νεανίας διά διστάζοντος βήματος εισήλθε διά τη θύρας και προυχώρησε προς τον υπηρέτην της Θέμιδος. Ο Τάπας ύψωσεν ελαφρώς τα διόπτρα του, και υπ΄αυτά εξηκόντισε κλοπιμαίον βλέμμα. Αναγνωρίσας δε τον εισελθόντα, εστερέωσε τα διόπτρα εις τον μέτωπον, το κονδύλιον εις το αυτίον, και τον προσεφώνησε κατά την αυτώ συνήθη διάλεκτο, ης παραιτούμεθα να επαναλάβωμεν πάντας τους ιταλισμούς.

…………………………………………………………………………………………………

ΙΒ΄

Κατά τα πρώτα έτη της ελληνικής επαναστάσεως ενθυμείται έκαστος γέροντας Επτανήσιον ρακενδύτην, όστις περιεφέρετο εις τας πόλεις και τα στρατόπεδα, φέρων πήραν εις τους ώμους, και εις τα ρυπαρά του ενδύματα έχων προσερραμμένα εμπρός και οπίσω πτερά πτηνών, ουράς κυνών και άλλα αλλόκοτα προσαρτήματα, τοις παιδίοις ιν΄ή γέλως. Αυτός ήτο πανταχού το παιγνίον των στρατιωτών οίτινες εκάγχαζον εις τα άσεμνα σχήματα του και εις τους ανοήτους του λόγους, και εις ανταμοιβήν τω έρριπτον τα κόκκαλα από των τραπεζών των. Ενίοτε η παραφροσύνη του εκορυφούτο εις μανίαν, ότε μάλιστα συνέπιπτε να ιδή αίμα. Τότε άφρονες λέξεις εξήρχοντο του στόματος του.

«Γειά σου μωρέ κόντε», ηκούετο λέγων, «Σφίξε, σφίξε καλά, να σκάση ο παλαιόγερος. Κοίταξε τον! Γουρλώνει τα μάτια ο πόβερος, Ρούφηξε του αμμά τα μάτια να μη πεταχθούν απάνω σου. Αί κανάλια! Το έσφαξε το άσπρο μου περιστέρι! Α μπεστιά! Φαρμάκι το πότισες το γλυκό μου αρνί! Πιε, Γεράσιμε, και την γλώσσα μου! Να πλύνω τα χέρια μου εις το αίμα σου! Να ρουφήξω τα μυαλά να δροσισθώ».

Το πρόσωπον του, όταν επρόφερε τας καταχθονίους αυτάς φαντασίας, ελάμβανε έκφρασιν θηριώδη. Οι αγροίκοι στρατιώται όμως εκάγχαζον ακούοντες τον, και τον παρώξυνον να τας επαναλάβη, αν και ήξευρον ότι, άμα εξήρχετο της φοβεράς ταύτης κρίσεως, απεσύρετο εξηγριωμένος και επί δύο ημέρας δεν εφαίνετο πλέον.

Ο ελεεινός ούτος επαίτης ήτον ο συμβολαιογράφος Τάπας. Μη έχων την ανδρείαν να υπομείνη εις την πατρίδα του την αμοιβήν των πράξεων του, τον θάνατον διά της αγχόνης, κατέφυγε την φρικτήν εκείνην νύχτα της δολοφονίας του Γερασίμου εις την Ελλάδα, ελαφρώς μόνον το όνομα του μεταβαλών, ενταύθα δε, υπό της εριννύος της συνειδήσεως του οιστρηλατούμενος, και εις τας αιματηράς φαντασίας του και εις την θλίψην του διά την στέρησιν της θυγατρός του αποπνίξας το λογικόν του, περιήλθεν εις την οικτράν εκείνην κατάστασιν, ήτις ήτον της θείας εκδικήσεως τρομερόν παράδειγμα και επανάληψις της τιμωρίας του Κάιν.

Όταν δε, μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου, ο Καραΐσκος εξεστράτευσεν εις την Στερεάν όπως εκδικήση την μάρτυρα ταύτην πόλιν, ο γέρων Κεφαλλήν ευρίσκετο μεταξύ των υποζθγίων του στρατοπέδου, και συνέπεσε να παρακολουθήση απόσπασμα ριφθέν υπό της τύχης του πολέμου προς την ακαρνανικήν παραλίαν.

Περί την δείλην ήτον, όταν, μετά μίαν των συνήθων εκρήξεων της μανίας του, αποσυρθείς παραφόρως του στρατοπέδου περιεφέρετο εις τα όρη τυχαίως. Αναρριχθείς δε ταχύς ως αίλουρος πετρώδη ράχιν ήτις υψούτο εμπρός του, ευρέθη εις το χείλος καθέτου κρημνού, ου η βάσις εις βάθος διακοσίων ποδών έτρυζεν υπό την αέναον προσβολήν των κυμάτων. Το βλέμμα του Τάπα εξετάθη εις το Ιόνιον πέλαγος, κα επί του λαμπρώς φωτιζομένου ορίζοντος της δύσεως είδεν αντίκρυ του ισχυρώς αναφαινομένην την Κεφαλληνίαν, και η καρδιά του εσκίρτησεν ως μέλλουσα να διαρραγή όταν προσέβαλε τας όψεις του το γνωστόν σχήμα των κορυφών του Μεγάλου Βουνού.

«Μαρίνα μου, Μαρίνα», έκραξεν, «έτρεχα τον κόσμον να σε ζητώ. Έτρεξα τας νύχτας και τας ημέρας, έτρεξα τας κοιλάδας και τα βουνά. Εδώ λοιπόν ήσουν, κόρη μου, και μ΄επρόσμενες!Μη φεύγης, έρχομαι, έρχομαι».

Και εν βήμα προυχώρησε προς το όραμα της καρδίας του, αλλά το βήμα τούτο ήτον επί του βαράθρου, και το αφρίζον κύμα έσβησε και τας τύψεις του συνειδότος του, και τους πόνους του, και την μνήμην του.

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

https://el.wikipedia.org/wiki/Ο_συμβολαιογράφος