Ο Γερμανός Καραβαγγέλης (1866-1935)

Αν και συνέδεσε το όνομά του τόσο με τον Μακεδονικό Αγώνα όσο και με το αντάρτικο του Πόντου, ο Γερμανός Καραβαγγέλης έφυγε από τη ζωή στις 11 Φεβρουαρίου 1935 «με περίλυπη έως θανάτου την ψυχή», όπως είχε γράψει στ’ απομνημονεύματά του. Από τη Βιέννη, «τον τόπο εξορίας» κατά τον ίδιο, πρόφτασε και είδε να πραγματοποιείται το όνειρό του για το οποίο τόσο σκληρά εργάστηκε, η απελευθέρωση της Μακεδονίας. Το ελληνικό κράτος, όμως, αρνήθηκε να πληρώσει ακόμα και τα έξοδα της κηδείας του, με αποτέλεσμα τα λείψανά του να επιστρέψουν στην Καστοριά το 1959!

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης

Ο Βίος του Γερμανού Καραβαγγέλη

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης γεννήθηκε στη Στύψη της Λέσβου το 1866 και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολής της Χάλκης, απ’ όπου αποφοίτησε το 1888, χειροτονήθηκε διάκονος και έφυγε για τη Λειψία και τη Βόννη για σπουδές στη Φιλοσοφία και στη Θεολογία. Το 1891 διορίστηκε καθηγητής στη Σχολή της Χάλκης, το 1896 εξελέγη επίσκοπος Χαριουπόλεως και αρχιερατικός προϊστάμενος της κοινότητας Σταυροδρομίου.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Μακεδονικός Αγώνας

Το πρώτο κεφάλαιο στην πολυτάραχη ζωή του ξεκίνησε να γράφεται το 1900 όταν σε ηλικία 34 ετών εξελέγη μητροπολίτης Καστοριάς. Υπό την καθοδήγηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’, του πνευματικού ηγέτη του Μακεδονικού Αγώνα, ανέλαβε καθοριστικό ρόλο στη στήριξη του ελληνικού πληθυσμού που δοκιμαζόταν από τη δράση του βουλγαρικού κομιτάτου.

Χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κώστας Γεωργίου, ο μητροπολίτης Καστοριάς ανέπτυξε πρωτοφανή δραστηριότητα συνεπικουρούμενος από τον Ίωνα Δραγούμη και τον πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά – μεταξύ άλλων, κατάφερε πολλά χωριά και κωμοπόλεις να αποσκιρτήσουν από τη Βουλγαρική Εξαρχία και να επανενταχθούν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ ζήτησε και την επίσημη παρέμβαση του ελληνικού κράτους στον Αγώνα.

Από κοινού με τον αξιωματικό του ελληνικού στρατού καπετάν Βάρδα, ο μητροπολίτης δημιούργησε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκδίκηση των σφαγών που συγκλόνισαν τότε τον κόσμο. Μεταξύ αυτών των αντιποίνων ήταν και η σφαγή στο Γορίτσανι για την οποία ο ίδιος περιέγραψε: «Το χωριό είχε πάνω από 600 σπίτια. Ήταν οι χειρότεροι Βούλγαροι της επαρχίας μου. Όταν ο Βάρδας αποφάσισε να εφαρμόσει την τιμωρία τους μου έγραψε και εγώ του έστειλα τα ονόματα των δικών μας [σ.σ. πρακτόρων] για να μην τους αγγίζει. Στις παραμονές της 25ης Μαρτίου 1905 αυτός μαζί με 300 άντρες κρύφτηκε στο δάσος που βρισκόταν απέναντι από το χωριό. Πρωί-πρωί μπήκαν στο χωριό και άρχισαν οι τουφεκιές. Σκότωναν και πυρπολούσαν τα σπίτια τους. Εκείνη τη μέρα δολοφονήθηκαν 79 Βούλγαροι και δυστυχώς και μερικοί δικοί μας, σλαβόφωνοι μεν αλλά πολύτιμοι. Οι δικοί μας άνθρωποι δεν έπαθαν πολλές ζημιές επειδή είχα δώσει τον κατάλογο τους στον Βάρδα και αυτοί είχαν κρυφτεί…».

Όμως, η δράση του ενόχλησε και τους Βούλγαρους και τους Τούρκους που ζήτησαν από το Πατριαρχείο την ανάκλησή του. «Η απομάκρυνσή μου από την Καστοριά θεωρήθηκε σαν ένα τραύμα στον Μακεδονικό Αγώνα, μα ο αγώνας βρισκόταν ήδη στο τέλος του», είχε πει.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Αμάσεια του Πόντου

Το δεύτερο εξίσου σημαντικό κεφάλαιο ξεκίνησε να γράφεται στη Σαμψούντα. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης διορίστηκε μητροπολίτης Αμασείας το 1908 και παρέμεινε σε αυτή τη θέση έως το 1922. Στο μεγαλεπήβολο σχέδιο ανάπτυξης της επαρχίας του περιλαμβανόταν η ίδρυση σχολείων και άλλων ευαγών ιδρυμάτων, και η ανέγερση ναών και νέου μητροπολιτικού μεγάρου. Σε μόλις τρία χρόνια έχτισε 115 σχολεία και σχολές. Κυρίως, όμως, με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε ο «Μιθριδάτης», μια μυστική αντιστασιακή οργάνωση στα πρότυπα της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1914 απέτρεψε την πρώτη απόπειρα εγκατάστασης Τούρκων προσφύγων από τα Βαλκάνια σε ελληνικά χωριά της μητρόπολής του, το 1915 διέσωσε αρκετά παιδιά Αρμενίων, το 1916 προφύλαξε τη μαρτυρική Αμισό από τους Τούρκους. Στα σαλόνια ο μητροπολίτης Αμάσειας έκανε διπλωματικό μαραθώνιο, αλλά παράλληλα βοηθούσε το αντάρτικο στον Πόντο.

Επέστρεψε στη θέση του αλλά το 1922, μιας και θεωρούνταν υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του Μουσταφά Κεμάλ, καταδικάστηκε σε θάνατο, το ίδιο και οι συνεργάτες του, ο επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος Αγριτέλλης και ο πρωτοσύγκελος Πλάτωνας Αϊβαζίδης. Ο μητροπολίτης ήταν ο μόνος που γλίτωσε καθώς τη στιγμή της καταδίκης ήταν εν πλω επιστρέφοντας από το Βουκουρέστι. Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου για να τον σώσει τον εξέλεξε μητροπολίτη Ιωαννίνων και με εντολή του Πατριάρχη δεν αποβιβάστηκε στην Κωνσταντινούπολη αλλά στην Αθήνα.

Αν και προτάθηκε για Αρχιεπίσκοπος Αθηνών δεν εξελέγη, όπως παλαιότερα, το 1913 και το 1921, του είχαν αρνηθεί τον πατριαρχικό θρόνο. Ως μητροπολίτης Ιωαννίνων πήγε στην Ήπειρο αποφασισμένος να δώσει «βιομηχανική ώθηση στον τόπο, ώστε ν’ αναχαιτιστεί το ρεύμα εκπατρισμού των Ηπειρωτών». Η «μετάθεσή» ως Έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης στη μητρόπολη Ουγγαρίας ήρθε το 1924, μόλις έναν χρόνο μετά την άφιξή του στα Ιωάννινα. Παράλληλα, του έκοψαν στη μέση το μισθό, ενώ τον άφησαν απλήρωτο για μήνες.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης στ’ απομνημονεύματά του ανέφερε: «Κι έτσι σήμερα κατάντησα να περιφέρομαι σχεδόν άνεργος σ’ ερείπια, εξόριστος απ’ την Καστοριά, απ’ την Αμάσεια, απ’ την Κωνσταντινούπολη, αφού γλίτωσα πολλές φορές τον μαρτυρικό θάνατο στην Τουρκία, και τελικά εξόριστος κι απ’ την Ελλάδα. Ο κληρικός αυτός φαίνεται πως δεν θα ήταν χρήσιμος πια στην Εκκλησία της Ελλάδος και γι’ αυτό έπρεπε να ταλαιπωρηθεί, να εξευτελιστεί, να εξοριστεί τέλος απ’ την ίδια του την πατρίδα, για να πεθάνει μακριά της εξόριστος στην ξένη γη».

Πηγή: http://www.pontos-news.gr/article/175083/san-simera-pethane-o-germanos-karavaggelis-o-ierarhis-toy-makedonikoy-agona

Η Καστοριά (6000π.Χ.-…)

Η Καστοριά είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Καστοριάς και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς στην δυτική Μακεδονία. Ο πραγματικός πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 13.387 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Είναι χτισμένη πάνω σε χερσόνησο της λίμνης Ορεστιάδας, σε υψόμετρο 703 m από την επιφάνεια της θάλασσας, ανάμεσα στα βουνά Βίτσι και Γράμμο. Περιβάλλεται από τη λίμνη της και συνδέεται με την ξηρά μέσω μιας ευρύτερης λωρίδας γης από επιχωματώσεις, δίνοντας την εντύπωση νησιού.

Η Καστοριά είναι μία από τις αρχαιότερες πόλεις στο μακεδονικό χώρο. Άλλωστε, γύρω από τη λίμνη της υπήρχε οργανωμένη ζωή από τη νεολιθική εποχή, όπως μαρτυρούν τα ανασκαφικά ευρήματα του λιμναίου οικισμού στο Δισπηλιό, παραλίμνιο χωριό σε απόσταση 4 χιλιομέτρων από την πόλη.

Άποψη της πόλης της Καστοριάς και της λίμνης της.
Η Καστοριά και η λίμνη της

Το όνομα της Καστοριάς

Το όνομά της αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Προκόπιο (6ος αιώνας μ.Χ.) ως όνομα της λίμνης της. Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι η πόλη συνεχίζει τη ζωή του αρχαίου Κήλητρου, ενός πολίσματος του 5ου π. Χ. αιώνα, της εποχής του Μακεδόνα βασιλιά, Αλεξάνδρου Α’.

Ο Βυζαντινός ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού (527-565),  Προκόπιος, αναφέρει πως η πόλη μεταφέρθηκε σε οχυρή θέση στη λίμνη, την οποία λίμνη ονομάζει, για πρώτη φορά, Καστορία. Για το όνομα της πόλης, αναφέρει πως ο Ιουστινιανός: «…καί τό όνομα, ὡς εἰκός, αφῆκε τῇ πόλει». Δεν ειναι ξεκάθαρο αν με αυτή η φράση ο Προκόπιος εννοεί ότι την ονόμασε Ιουστινιανούπολη. Πάντως στον σύγχρονο του Ιουστινιανού, Συνέκδημο του Ιεροκλέους, αναφέρεται ακόμη ως Διοκλητιανούπολη. Με το ίδιο όνομα εμφανίζεται στο έργο Περί Βασιλείου Τάξεως του αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητου  (10ος αι.), ωστόσο η αναφορά αυτή θεωρείται αναχρονισμός.

Η Βυζαντινή ιστορικός Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι η λίμνη ονομάζεται η της Καστοριάς, ενώ το όνομα της πόλης προέρχεται από τη λέξη κάστρον. Ωστόσο αυτή η ερμηνεία της Κομνηνής είναι λιγότερο πιθανή, αν και κατά τη μεταβυζαντινή εποχή συχνά αποκαλείτο κατά αυτόν τον τρόπο, όπως π.χ. στους κώδικες της Μητροπόλεως Καστοριάς, ενώ οι κάτοικοι της πόλης συνοδεύονταν επίσης από το προσωνύμιο «καστριώτης». Η τουρκική ονομασία της πόλης είναι Kesriye (Κεσρίγιε), ενώ η σερβική και βουλγαρική ονομασία της πόλης είναι  Κοστούρ. Κατά μια άποψη, η ονομασία Κοστούρ προέρχεται από το ότι η τοποθεσία μοιάζει με με σκελετό ψαριού (πέρκας).

To όνομα της πόλης έχει συνδεθεί επίσης με τον Κάστορα, καθώς στην τοπική μυθολογία αναφέρεται πως κτίστηκε το 840 π.Χ. από τον αδελφό του Πολυδεύκη, μετά από χρησμό που έλαβε από το Μαντείο των Δελφών.

Η Καστοριά τα αρχαία χρόνια

Κατά τους αρχαίους χρόνους η ευρύτερη περιοχή της Καστοριάς ταυτίζονταν με την Ορεστίδα, που κατά τη μυθολογική παράδοση όφειλε το όνομά της στον Ορέστη, το γιο του Αγαμέμνονα. Η Ορεστίδα, μαζί με την Ελίμεια και τη Λυγκηστίδα, συγκρότησαν στην αρχή το «κράτος της Ημαθίας» (Πέλλα) και στη συνέχεια τη Μακεδονία με τον βασιλιά Αλέξανδρο Α’.

Η Καστοριά κατά τη ρωμαϊκή περίοδο

Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, μετά τη μάχη της Πύδνας (167 π. Χ) η περιοχή κατατάχθηκε στο 4ο διαμέρισμα της Μακεδονίας και από το 148 π.Χ., μεταβλήθηκε σε ρωμαϊκή επαρχία και αναγνωρίστηκε ως ελεύθερη περιοχή.

Μεσσαίωνας στην Καστοριά

Λίγες πληροφορίες υπάρχουν για τη ζωή στην πόλη κατά τα πρώτα χρόνια της βυζαντινής περιόδου. Από το 10ο αιώνα και ως την κατάκτησή της από τους Τούρκους το 1385 η πόλη γνώρισε πολλούς κατακτητές (Βουλγάρους, Νορμανδούς, Σέρβους).

Από το 1083, που εκδιώχθηκαν οι Νορμανδοί από τους στρατηγούς του Αλεξίου Κομνηνού, Νικηφόρο Βρυέννιο και Γεώργιο Παλαιολόγο μέχρι την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Δ’ Σταυροφορία το 1204, η Καστοριά βρίσκεται άλλοτε υπό τους Νορμανδούς και άλλοτε στα χέρια των Βυζαντινών.

Τόπος ανταγωνισμού υπήρξε η Καστοριά και κατά την περίοδο μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) ανάμεσα στις δυνάμεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, αλλά και κατά την εμφύλια διαμάχη μεταξύ των Παλαιολόγων Ανδρόνικου Β΄ και Ανδρόνικου Γ΄.

Κατά τη διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας (1096-1099), τμήμα Σταυροφόρων προερχόμενο από το Μπρίντιζι περνά από την Καστοριά και μέσω Αχρίδας κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το 1204 οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι από τη γενική εξασθένηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, την κυριεύουν. Ωστόσο η βουλγαρική κατοχή δεν διήρκεσε πολύ, αφού μετά από μικρό χρονικό διάστημα, όταν ο Μιχαήλ Β’ Κομνηνός Δούκας συμμάχησε με τον άρχοντα Μακεδονίας και Θεσσαλίας Ιωάννη Πετραλείφα, η πόλη περιήλθε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν ή Ντούσαν, «Κράλη» της Σερβίας (1331-1345), διαδέχονται αλβανικοί, «αφύλαρχοι», όπως αναφέρει ο Κατακουζηνός, πληθυσμοί που κατακλύζουν τη δυτική Μακεδονία γύρω στα 1350. Οι Τούρκοι, ως οργανωμένος στρατός του οθωμανικού εμιράτου της Βιθυνίας, καταστρέφουν και δηώνουν τη μακεδονική ύπαιθρο, ώσπου να εγκαταστήσουν προοδευτικά την κυριαρχία τους στις μακεδονικές πόλεις και στη περιοχή. Η τουρκική κατάκτηση καλύπτει την εικοσαετία μεταξύ 1371 και 1394.

Το αρχοντικό των αδελφών Ιωάννη και Παναγιώτη Εμμανουήλ, σήμερα στεγάζει το Μουσείο ενδυματολογίας Καστοριάς.
Το Μουσείο ενδυματολογίας Καστοριάς

Η Καστοριά κατά την Τουρκοκρατία

Κατά τη μεγάλη χρονική περίοδο τους τουρκικής κατοχής (527 χρόνια) η πόλη έδειξε αξιοθαύμαστη αντοχή. Στηριγμένη σε προνόμια που της επέτρεπαν μια μορφή αυτοδιοίκησης και στις δραστηριότητες των κατοίκων της, κυρίως στον τομέα της γουνοποιίας, κατάφερε να πετύχει μια σημαντική, για την εποχή, οικονομική ανάπτυξη. Το κτήριο εκκλησιών (υπάρχουν περισσότερες από εβδομήντα βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες στην πόλη) και αρχοντικών, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι τις μέρες μας, φανερώνει τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων της.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η πνευματική ζωή στην πόλη κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Τα πρώτα οργανωμένα σχολεία λειτούργησαν με τις δωρεές του Γεωργίου Καστριώτη και Γεωργίου Κυρίτση στις αρχές του 18ου αιώνα. Σπουδαίοι δάσκαλοι της εποχής, όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο Σεβαστός Λεοντιάδης, ο Αθανάσιος Βασιλόπουλος δίδαξαν στα σχολεία της Καστοριάς.

Κατά την πρώτη κρίσιμη και αποφασιστική περίοδο της αφύπνισης του Γένους και της σφυρηλάτησης της εθνικής συνείδησης, συμμάρτυρες του Ρήγα Βελεστινλή ήταν οι δυο Καστοριανοί αδελφοί Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ. Στενός συνεργάτης του Ρήγα ήταν ο Γεώργιος Θεοχάρης, που λόγω του εγνωσμένου κύρους του και της αυστριακής υπηκοότητός του απελάθηκε και προτίμησε τη Λειψία. Κατά την επανάσταση του 1821 σημειώθηκαν αρκετές επιχειρήσεις στην περιοχή και ιδιαίτερα στο Βογατσικό. Καστοριανός ήταν ο οπλαρχηγός Ιωάννης Παπαρέσκας, ο οποίος πήρε μέρος στη σύνοδο της Μονής Δοβρά μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας, ο Ευάγγελος Ιωάννου, ο Αναστάσιος Καρίτσης, ο Δήμος Παναγιώτου, οι Ναούμ Νικολάου, Κωνσταντίνος Νικολάου, Ιωάννης Καραμπίνας, Ευάγγελος Ιωάννου, Ζήσης Δημητρίου κ.α.

Στα 1867 ιδρύθηκε, με πρωτεργάτη τον Αναστάσιο Πηχεών, η Εθνική Επιτροπή, με πρώτα μέλη τους γιατρούς Ιωάννη Σιώμο και Αργύριο Βούζα και τους Νικόλαο Τουτουντζή, Βασίλειο και Νικόλαο Ωρολογόπουλο Ρέτζη και Απόστολο Σαχίνη. Γρήγορα διευρύνθηκε, ιδιαίτερα προς την Κλεισούρα, όπου ο Πηχεών είχε διατελέσει δάσκαλος από το 1862 και είχε συνδεθεί τότε στενά με τον γνωστό γιατρό Ιωάννη Αργυρόπουλο. Η νέα «Φιλική Εταιρεία», όπως ονομάσθηκε μετά τη διεύρυνσή της, απέβλεπε στο ξεσήκωμα της Μακεδονίας εναντίον των Τούρκων. Αρχές του 1888 συνελήφθησαν από τους Τούρκους δεκαπέντε Κλεισιουριώτες και περισσότεροι από σαράντα Καστοριανοί μαζί με Μπογκατσιώτες, Κορυτσιώτες κ.α. που οδηγήθηκαν τελικά στις φυλακές του Μοναστηρίου για να δικαστούν.

Μακεδονικός Αγώνας

Κατά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), ο Σουλτάνος της έδωσε το δικαίωμα να ιδρύσει μητρόπολη, εκεί όπου διέθετε την πλειοψηφία των 2/3 των πιστών ή ένα ναό αν την ακολουθούσε το 1/3 των πιστών με την πρόνοια της τιμωρίας όσων θα επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν τα παραπάνω για να ενσπείρουν διχόνοια και αναταραχή.

Η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε τον πυρήνα προετοιμασίας και δράσης του ένοπλου απελευθερωτικού Μακεδονικού Αγώνα. Ήδη από το 1867, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύθηκε η Εθνική Επιτροπή. Αν και στην πόλη της Καστοριάς ήταν αναμφισβήτητη η κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου, σε αρκετά χωριά της υπαίθρου υπήρχε σταδιακή και αυξανόμενη βουλγαρική διείσδυση, μετά τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας και ιδιαίτερα μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Φυσικό επακόλουθο ήταν να οργανωθεί και να ενταθεί, μετά την εξέγερση του Ίλιντεν, το 1903, η αντίσταση και να αναδειχθούν σημαντικές ιστορικές μορφές, όπως ο Παύλος Μελάς, ο Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Ίων Δραγούμης. Σημαντικοί Καστοριανοί οπλαρχηγοί έδρασαν την περίοδο αυτή, όπως ο Αριστείδης Μαργαρίτης, ο Κωνσταντίνος Γκολογκίνας, ο Σπυρίδων Δούκης και ο Χρυσός Δούκης, ο δάσκαλος Βασίλειος Μελεγκάνος κ.α.

Η Καστοριά ενσωματώνεται στον ελληνικό κράτος

Η πόλη απελευθερώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1912, ημέρα της γιορτής του πολιούχου της Αγίου Μηνά. Ενσωματωμένη στο ελληνικό κράτος πλέον η Καστοριά έζησε την περιπέτεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και της Μικρασιατικής καταστροφής. Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με την Τουρκία (Συνθήκη της Λωζάννης 1923), η πόλη και η περιοχή δέχτηκε μεγάλο αριθμό προσφύγων, οι οποίοι έδωσαν νέα δύναμη στην οικονομική και πνευματική ζωή της.

Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου η Καστοριά άρχισε να αναπτύσσεται οικονομικά στηριζόμενη και πάλι στη βιοτεχνία της γούνας. Με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου η πόλη έζησε τις καταστροφές από τους βομβαρδισμούς των ιταλικών αεροπλάνων.

Στην περίοδο του Εμφυλίου πολέμου (1946-1949), η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε το επίκεντρο εξέλιξης της ένοπλης αιματοχυσίας και των θλιβερών κοινωνικών συνεπειών που ακολούθησαν. Οι σφοδρές μάχες στα ορεινά της συγκροτήματα στον Γράμμο και στο Βίτσι  προκάλεσαν απερίγραπτα δεινά στην πόλη. Στην ασφυκτικά κατοικημένη και στενά πολιορκημένη Καστοριά παρουσιάζονταν συχνά σοβαρές ελλείψεις βασικών ειδών, όπως καυσόξυλα, φωτιστικό πετρέλαιο και είδη διατροφής. Ομάδες υποσιτισμένων ρακένδυτων παιδιών περιφέρονταν στους δρόμους αναζητώντας τροφή ενώ τα λίγα κρεβάτια στα κρατικά νοσοκομεία δεν επαρκούσαν ούτε για τους τραυματίες από τις μάχες και τις νάρκες. Τον Ιούνιο του 1949 καταμετρήθηκαν 77.822 καταφυγόντες των μερικώς ή ολικώς εγκαταλελειμμένων χωριών της περιοχής για να φθάσουν συνολικά σε διάφορες πόλεις από όλη τη πληττόμενη γεωγραφική ζώνη τις 684.507 την ίδια εποχή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες αρκετά παιδιά κυρίως των πληγέντων από τον ανταρτοπόλεμο που είχαν χάσει τον ένα ή τους δυο γονείς τους, και όσα δεν τύχαιναν στοιχειώδους οικογενειακής φροντίδας, μεταφέρθηκαν στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης.

Το τέλος του πολέμου σήμαινε για την Καστοριά την αρχή μιας περιόδου έντονης οικονομικής ανάπτυξης με κύριο μοχλό και πάλι την βιοτεχνία και το εμπόριο της γούνας. Ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά. Οργανώθηκαν υπηρεσίες, ιδρύθηκαν πολιτιστικά σωματεία, κτίστηκαν πολυώροφα κτίρια που αλλοίωσαν την παλαιότερη γραφική εικόνα της πόλης, η οποία ωστόσο εξακολουθεί να διατηρεί ακόμη και σήμερα στοιχεία της σπάνιας ομορφιάς της.

Η Καστοριά σήμερα

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί αξιόλογη τουριστική υποδομή, η οποία μπορεί να καλύψει ένα μεγάλο μέρος από τα ενδιαφέροντα των επισκεπτών της. Σήμερα, στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης πλέον κοινωνίας μας, η μικρή τούτη πόλη προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη θέση της αλλάζοντας τον τρόπο ζωής της, όχι μόνο γιατί οι συνθήκες της ζωής αλλάζουν γρήγορα, αλλά και γιατί η κύρια απασχόληση των κατοίκων της, η γουνοποιία, περνάει μια παρατεταμένη ύφεση, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν βαθιές τομές στη δράση των ανθρώπων και στην οργάνωση της ζωής τους. Σε τούτη την πρόκληση την πόλη ενισχύει η πλούσια ιστορία της και η αγάπη των κατοίκων της.

Πηγή: http://www.kastoria.gov.gr/νεότερη-ιστορία/

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Καστοριά