Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355-1452)

Ο Γεώργιος Γεμιστός (Κωνσταντινούπολη, 1355 – Μυστράς, 1452) ήταν Έλληνας φιλόσοφος και μελετητής της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας που επέλεξε για τον εαυτό του το προσωνύμιο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων. Υπήρξε μία από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές των ύστερων βυζαντινών χρόνων, καθώς ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της αναβίωσης του Πλατωνισμού στη δυτική Ευρώπη, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην Αναγέννηση.

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων
Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Είναι η τελευταία μορφή του βυζαντινού Ελληνισμού πριν την πτώση του. Η σύγχρονη αποτίμηση της δράσης του και του έργου τον αναδεικνύει σε ένα από τους κριτικούς και πρωτότυπους φιλοσόφους του Βυζαντίου. Από σημαντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και με πολύ καλή γενική και ελληνική παιδεία, ο Γεώργιος Γεμιστός κέρδισε γρήγορα μεγάλη εκτίμηση στην πρωτεύουσα, την οποία όμως εγκατέλειψε νωρίς για να εγκατασταθεί μετά το 1393 στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, στον Μυστρά. Είχε προηγηθεί ένα ταξίδι του στην αυλή του σουλτάνου Μουράτ Β’, ο οποίος με πνεύμα ανεξιθρησκίας είχε προσελκύσει στα ανάκτορα τους σοφούς άνδρες της εποχής. Σκοπός του Γεωργίου Γεμιστού ήταν να πρέπει να ήταν η γνωριμία του λαού με και της ηγεσίας μιας χώρας που αποτελούσε την κύρια απειλή για το Βυζάντιο, αλλά και η επαφή με τη σοφία του Ζωροάστρη, που δίδασκε εκεί ο Ιουδαίος και πολυθεϊστής Ελισσαίος. Τη εποχή αυτή ο Γεώργιος Γεμιστός είχε σχηματίσει ήδη τις επιφυλάξεις του για το πολιτικό και πνευματικό επίπεδο του Βυζαντίου και την κυρίαρχη θρησκεία του. Τον κλονισμένο κρατικό μηχανισμό και την κακή εκκλησιαστική διοίκηση, με πληθωρικό μοναχισμό, θεωρούσε υπεύθυνους για την παρακμή της αυτοκρατορίας και την αδυναμία της να αντιδράσει αποτελεσματικά στους εξωτερικούς κινδύνους. Κατέληγε, λοιπόν, στην πεποίθηση ότι η μόνη δυνατότητα γαι ανάσχεση της καταστροφής και για μια αναγέννηση του ελληνικού Βυζαντίου ήταν η επιστροφή στις αρχαίες «εθνικές» αντιλήψεις.

Στο Μυστρά ο Γεώργιος Γεμιστός έδρασε ως δικαστής και διδάσκαλος, ήταν όμως κυρίως ο φιλόσοφος και σοφός συγγραφέας που συνέδεσε για πάντα το όνομα του με τη σχολή του Μυστρά και τους αφοσιωμένους οπαδούς του. Ο Γεώργιος Γεμιστός δεν ήταν μόνο ο σοφός του σπουδαστηρίου αλλά και ο άνθρωπος που ήξερε καλά την κατάσταση της εποχής του και αγωνίστηκε για τη συγκράτηση της καταστροφής. Μεταξύ 1412 και 1423 συνέταξε υπομνήματα προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιόλογο και προς τον δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Β’ Παλαιολόγο, στα οποία περιέχονται διορατικές προτάσεις για την άμυνα της Πελοποννήσου, που ο Γεμιστός θεωρούσε λίκνο των ελληνικών φύλων και πίστευε ότι σ’ αυτήν θα μπορούσε να στηριχθεί η σωτηρία της αυτοκρατορίας. Στα υπομνήματα διατυπώνει και ολοκληρωμένα μεταρρυθμιστικά σχέδια με προδρομικές για την εποχή του ιδέες (αναδασμός της γης, τόνωση της χειρωνακτικής εργασίας, εθνική παραγωγή και εμπόριο, διοικητική αναδιοργάνωση, νέου τύπου φορολογία, νέες αρχές για τις κρατικές δαπάνες, εθνικοποίηση του στρατού, ποινικό σύστημα, κ.λ.π.). Την οικονομική αναδιάρθρωση θεωρούσε ο Γεμιστός προϋπόθεση για τη σωτηρία του Βυζαντίου.

Το σημαντικότερο στα κείμενα του Γεωργίου Γεμιστού είναι η έντονη ελληνική αυτοσυνειδησία του, που εκδηλώνεται με τις συχνές αναφορές στην αρχαία ελληνική παράδοση και με την προσπάθεια του να παραμερισθεί επιτέλους το ρωμαϊκό στοιχείο στη ζωή του Βυζαντίου. Η συνείδηση του «ελληνικού γένους» και του «ελληνικού έθνους» τον οδήγησε στην έντονη κριτική της παραδοσιακής ιδέας της αυτοκρατορίας, ενώ στις αρχαίες ελληνικές αξίες έβλεπε την πνευματική υποδομή της ανορθωτικής πολιτικής, που έπρεπε να ακολουθήσει το Βυζάντιο. Αυτό εξηγεί και γιατί στη διαμάχη τς εποχής αριστοτελικών και πλατωνικών πήρε τη θέση των δεύτερων. Ο Γεώργιος Γεμιστός έβλεπε τον Πλάτωνα ως συνολικό παιδαγωγό και από τα έργα κυρίως αντλούσε τις ιδέες του για μια γενική μεταρρύθμιση στο Βυζάντιο. Η δυσπιστία τυο προ τον Αριστοτέλη οφείλεται στον «εκχριστιανισμό» του στη δυτική μεσαιωνική παράδοση, την οποία είχαν μεταφέρει στο Βυζάντιο μεταφράσεις έργων του Θωμά Ακινάτη, Ευρωπαίου θεολόγου από τον Γεώργιο Σχολάριο (Γεννάδιος).

Είναι ευεξήγητο ότι οι εθνικές αντιλήψεις του Γεωργίου Γεμιστού και τα τολμηρά μεταρρυθμιστικά του σχέδια προκάλεσαν μεγάλη εχθρότητα εναντίον του, είχαν όμως και πολλούς οπαδούς και επέδρασαν στη σκέψη σοβαρών διανοητών στη Δύση. Στον Γεμιστό οφείλεται κατά κύριο λόγο η άνθιση των πλατωνικών σπουδών στην Ιταλία, που εγκαινίασε η ίδρυση εκεί της Πλατωνικής Ακαδημίας των Μεδίκων από τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Την κίνηση αυτή ενίσχυσαν αποφασιστικά οι μαθητές του Γεμιστού με επικεφαλής των Βησσαρίωνα.

Το κύριο έργο του Γεωργίου Γεμιστού είναι το Νόμων Συγγραφή, ένας καταστατικός χάρτης του ιδανικού κράτους και του ιδανικού πολίτη. Το έργο δεν σώζεται ολόκληρο γιατί ο Γεώργιος Σχολάριος Γεννάδιος προκάλεσε την «δια πυρός» εξαφάνιση του έργου του μεγαλύτερου μέρους του. Τα μεγάλα θέματα του Γεμιστού στους Νόμους είναι το θρησκευτικό, το ηθικό και το πολιτικό πρόβλημα του ανθρώπου στο κοινωνικό του περιβάλλον. Η θεολογία του είναι βασισμένη στις διδασκαλίες του Ζωροάστρη και του Πλάτωνα, με προσωπικές όμως λύσεις σε πολλά σημεία.

Το σύστημα του Γεμιστού, ένα σύστημα αναμφισβήτητα έντονα ουτοπικό, απέβλεπε στην αναβίωση μιας παγκόσμιας «εθνικής» θρησκείας με φαινομενικά «νεοπλατωνική» υποδομή και άλλα παγανιστικά στοιχεία. Πράγματι, η γενική εντύπωση, παλαιότερων και νεότερων μελετητών, για το θρησκευτικό οικοδόμημα του Γεμιστού και κυρίως για το πάνθεο με τα ονόματα των ειδωλολατρικών θεών, είναι ότι ο φιλόσοφος του Μυστρά επιζητούσε την ανασύσταση της εθνικής θρησκείας των Ελλήνων και ότι από την ιδανική του πολιτεία απέκλειε τον Χριστιανισμό. Ο Γεμιστός πίστευε ότι η σωτηρία από τους εξωτερικούς κινδύνους και την εσωτερική «κακοπολιτεία»μπορούσε να έλθει μόνο από μια νέα πίστη με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, όπως πρότεινε το σύστημα του. Μια σύγχρονη ερμηνεία του «πολυθεϊσμού» του Γεωργίου Γεμιστού είναι ότι ο φιλόσοφος με τα θεομορφικά του σύμβολα «συγκαλύπτει» μια συνολική οντολογική λύση του κοσμολογικού και του ανθρωπολογικού προβλήματος.

Το τέλος του Γεωργίου Γεμιστού

Ο Γεώργιος Γεμιστός πέθανε το 1452, ένα χρόνο πριν την Άλωση. Οι φίλοι και μαθητές του, Βησσαρίων, Μανουήλ Χρυσολωράς, Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, Λαόνικος Χαλκοκοδύλης, Ιωάννης Αργυρόπουλος κ.α., πένθησαν για την απώλεια του δασκάλου με κείμενα που απηχούν το μεγάλο θαυμασμό τους για τη σοφία και την αρετή του. Η φήμη του ήταν και έμεινε στην Ιταλία ζωντανή. όταν το 1465 ο ηγεμόνας του Ρίμινι κατέλαβε για λίγο το Μυστρά, πήρε μαζί του τα οστά του Γεωργίου Γεμιστού και τα εναπόθεσε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου της πατρίδας μέσα σε λάρνακα και εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1394-1486)

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (1394 – 1486) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Βυζαντινούς λόγιους του 15ου αιώνα που δίδαξαν την ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία στην Ιταλία και θεωρείται από τους πιο άξιους συνεχιστές του έργου του Μανουήλ Χρυσολωρά. Δίδαξε τους άρχοντες της Φλωρεντίας που καλλιέργησαν το πρωτοποριακό πνεύμα της Αναγέννησης.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος
Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Από μικρός τάχθηκε στους κόλπους και στις τάξεις της Εκκλησίας. Όταν ήταν ακόμη νεαρός διάκονος, πήρε μέρος στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας και για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τους μεγαλύτερους λογίους της Δυτικής Ευρώπης του 15ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα μετέβη στην Πάντοβα της Ιταλίας, όπου έμεινε αρκετά χρόνια και έμαθε λατινικά. Εκείνα τα χρόνια πρέπει να είχε αντιληφθεί ότι πλησίαζε το τέλος της Κωνσταντινούπολης, αλλά και ότι ο Ελληνισμός μπορούσε να επιζήσει και να συντηρηθεί στην Ιταλία, στις αυλές των πλουσίων και των ουμανιστών ηγεμόνων των διάφορων κρατιδίων. Πάρα ταύτα, ήρθε ξανά στην Κωνσταντινούπολη και έφυγε μετά την άλωση από τους Τούρκους. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε ως καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας και ως ηγέτης της θρησκευτικοπολιτικής κίνησης για την ένωση των Εκκλησιών.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης απλώς επιβεβαίωσε τις απόψεις του Αργυρόπουλου για την πτωτική πορεία του Ελληνισμού. Έτσι, μετά την Άλωση, μετέβη και αυτός μαζί με άλλους πολλούς στη Φλωρεντία, όπου και προσχώρησε στον καθολικισμό. Έτσι βρέθηκε σε ένα φιλικό περιβάλλον, διαμορφωμένο ήδη από τα προηγούμενα ταξίδια του και μπήκε στην προστασία των Μεδίκων, που την εποχή εκείνη είχαν την εξουσία.

Ηγεμόνας της πόλης ήταν ο Κοσμάς Μέδικος (Cosimo de Medici), ο οποίος είχε ονομαστεί «Περικλής της Φλωρεντίας» λόγω της αγάπης που έδειχνε στις τέχνες και τα γράμματα, ιδιαίτερα στην ελληνική φιλοσοφία και διανόηση των κλασικών χρόνων. Μάλιστα, είχε ιδρύσει στη Φλωρεντία την Πλατωνική Ακαδημία, για να διαδώσει τις ιδέες του πολύ γνωστού και διάσημου στην Ιταλία Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος. Όταν ο Αργυρόπουλος έφτασε στη Φλωρεντία. εκτιμήθηκε πολύ από τον Κοσμά Μέδικο, ο οποίος τον προσέλαβε ιδιαίτερο δάσκαλο της αρχαίας ελληνικής για το γιο του, Λαυρέντιο. Όταν ο Λαυρέντιος ανέλαβε τη διοίκηση της Φλωρεντίας, ανέθεσε στον Αργυρόπουλο τη διδασκαλία τη ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στην Ακαδημία-με την υποστήριξη του μαθητή του και Ιταλού ουμανιστή Δονάτου Ατσαγιόλι (Donato Acciauoli)-και δίδαξε σε αυτή τη θέση αρκετά χρόνια. Ο Αργυρόπουλος γρήγορα έγινε γνωστός στους λόγιους κύκλους της Ιταλίας κι έτσι ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Λαυρέντιο Μέδικο να δώσει νέα αίγλη στην Ακαδημία, αλλά και στην πόλη του γενικά. Πράγματι, η επιτυχημένη διδασκαλία του Αργυρόπουλου εξέτεινε τη φήμη του σε όλη την Ιταλία. Πολλοί μαθητές συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ιταλίας, αλλά και έξω από αυτήν, προκειμένου να ενταχθούν στους κύκλους των μαθημάτων του Ιωάννη Αργυρόπουλου.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος ήταν θαυμαστής κυρίως του Αριστοτέλη, αλλά δεν απέρριπτε και τον Πλάτωνα. Εξάλλου σε όλη τη διδακτική διαδρομή του στην Ιταλία δίδαξε τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αριστοτέλη με την ίδια επιτυχία. Το μάθημα του στο Πανεπιστήμιο ήταν μάλλον πρωτοποριακό, καθώς οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις και αργότερα πήγαιναν στο σπίτι του και μέσα από συζήτηση υπέβαλλαν σε αυτόν τις απορίες και τις ερωτήσεις που είχαν. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, πέρα από τις καταπληκτικές γνώσεις φιλοσοφίας που είχε, πιο μεγάλη εντύπωση έκανε στους μαθητές του για το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά τη λατινική γλώσσα, την οποία έμαθε στην Ιταλία όπου και πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του, τόσο πριν, όσο και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Κι αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κρίνει και να σχολιάζει τους Ρωμαίους φιλοσόφους. Ιδιαίτερα δε τον ίδιο τον Κικέρωνα, προς τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εχθρικός και του οποίου τη φήμη ως φιλοσόφου τη θεωρούσε μάλλον υπερβολική. Μάλιστα έλεγε ότι ο Κικέρωνας δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσε να κατανοήσει τα διδάγματα των Ελλήνων φιλοσόφων γιατί ήταν ημιμαθής. Αυτή η γνώμη του Αργυρόπουλου κι άλλες παρόμοιες για τους Ρωμαίους φιλοσόφους της Αρχαιότητας επηρέασαν πολύ και τους μαθητές του, οι οποίοι πλέον έβλεπαν μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα τη φιλοσοφία των αρχαίων κλασικών, Ελλήνων και Ρωμαίων. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος δίδαξε από την έδρα της πλατωνικής φιλοσοφίας μέχρι το 1471, οπότε και εγκατέλειψε τη Φλωρεντία λόγω της πανώλους που έπεσε εκεί και χτύπησε και την οικογένεια του. Εκείνη τη χρονιά έχασε δυο παιδιά του. Μετά τη φυγή του από τη Φλωρεντία Ιωάννης Αργυρόπουλος πήγε στην αυλή του Ούγγρου βασιλιά Ματθία Κορβίνου γαι να διδάξει ελληνικά, αλλά δεν παρέμεινε για πολύ καιρό. Ακούραστος καθώς ήταν, από την Ουγγαρία επέστρεψε στην Ιταλία και πήγε στη Ρώμη, όπου βρήκε τον Έλληνα φίλο του, το Βησσαρίωνα, αλλά και το νεαρό και μετέπειτα Πάπα, Σίξτο Δ’. Στη Ρώμη ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και δεν είχε χρόνο για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας. Πάρα ταύτα, δίδαξε αρκετά την αριστοτελική φιλοσοφία με μεγάλη επιτυχία. Γρήγορα όμως, τον κυρίεψε η νοσταλγία για την αγαπημένη του πόλη, τη Φλωρεντία, και το οικείο περιβάλλον που είχε εγκαταλείψει λίγα χρόνια πριν. Το 1477, λοιπόν, βρισκόταν πάλι στη Φλωρεντία, όπου δίδαξε τα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα, κουρασμένος πια και γέρος, αποσύρθηκε για τελευταία φορά στη Ρώμη. Εκεί, δυστυχώς έπεσε σε πλήρη ένδεια και μάλιστα άρχισε να πουλάει τα βιβλία του για να ζήσει. Ο θάνατος τον βρήκε γύρω στο 1486.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην Ιταλία, πιο πολύ ως δάσκαλος των ελληνικών και της φιλοσοφίας παρά ως συγγραφέας, αντιγραφέας ή μεταφραστής. Πάρα ταύτα, το συγγραφικό του έργο δεν είναι αμελητέο. Επίσης, και οι μεταφράσεις έργων του Αριστοτέλη, όπως τα Πολιτικά και τα Ηθικά από τα ελληνικά στα λατινικά, και διαφόρων άλλων έργων κλασικών και θεολογικές μελέτες είναι πολύ σημαντικά έργα.

Τα σπουδαιότερα συγγράμματα του είναι τα εξής:

  1. Εκκλησιαστικά Ποιήματα
  2. Περί συλλογισμού
  3. Περί Αριστοτελικής Φιλοσοφίας
  4. Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς τον Δούκα Νικόλαο Νοταρά
  5. Λόγος περιττής Συνόδου της Φλωρεντίας
  6. Λύσεις φιλοσοφικών ζητημάτων προς τους εκ Κύπρου προτείναντας
  7. Σχόλια εις τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλους

Μεταφράσεις από τα ελληνικά στα λατινικά:

  1. Αριστοτέλους: Περί φυσικής ακροάσεως, Ηθικά Νικομάχεια, Περί Ουρανού, Περί γενέσεως και φθορά, Μετεωρολογικά, Περί ψυχής, Περί αισθήσεως, Περί μνήμης
  2. Βασιλείου του Μεγάλου: Ομιλία εις εξαήμερον

Πηγή: http://www.enet.gr