Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα

Η Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα είναι ένα εξαιρετικά σπουδαίο γεγονός για το ελληνικό έθνος. Οι πολύχρονες συζητήσεις, διαπραγματεύσεις, πρωτόκολλα και συνθήκες επισφραγίστηκαν με την παράδοση τους από τον αρμοστή Ερρίκο Storks στον έκτακτο απεσταλμένο της ελληνικής κυβερνήσεως Θρασύβουλο Ζαΐμη στις 21 Μαΐου 1864.

Ένωση των Επτανήσων
Απεικόνιση της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα

Σύμφωνα με το 4ο άρθρο της συνθήκης της 13ης Ιουλίου 1863 τα όρια της ελληνικής επικράτειας θα επεκτείνονταν με την προσάρτηση των Ιονίων Νήσων. Την 1η Αυγούστου 1863 πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο συνδιάσκεψη του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών με τους πρεσβευτές Αυστρίας, Γαλλίας, Πρωσίας και Ρωσίας. Με την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου οι τέσσερις Δυνάμεις αναγνώριζαν το δικαίωμα στη Μεγάλη Βρετανία να παραιτηθεί από την προστασία των νησιών, δήλωναν ότι θα έδιναν την συγκατάθεση τους και θα συντελούσαν στην Ένωση τους με την Ελλάδα, εφόσον θα είχαν τη διαβεβαίωση ότι το Ιόνιο Κοινοβούλιο δεχόταν αυτό το σχέδιο, οπότε και θα ήταν έτοιμες να διαπραγματευτούν με τη Μεγάλη Βρετανία τους όρους της σχετικής συνθήκες.

Στις 25 Ιουλίου 1863 ο αρμοστής Storks διέλυσε το Ιόνιο Κοινοβούλιο και με σκοπό τη διενέργεια εκλογών για τη συγκρότηση νέου κοινοβουλίου το οποίο θα εξέφραζε επίσημα τη θέληση του επτανησιακού λαού για ένωση με την Ελλάδα. Σημαίνοντες βουλευτές του προηγούμενου κοινοβουλίου δεν έθεσαν υποψηφιότητα, επειδή η πρόθεση των Άγγλων να παραχωρήσουν τα Ιόνια Νησιά στην Ελλάδα τος έβαζε σε υποψίες, όπως και άλλους ακραιφνείς Ριζοσπάστες, που είχαν οραματιστεί την Ένωση των Επτανήσων με μια Ελλάδα πραγματικά ανεξάρτητη και δημοκρατική. Με τον τρόπο, όμως, που πραγματοποιούνταν η ένωση, δεν ήταν το επιστέγασμα των αγώνων του επτανησιακού λαού, αλλά έργο της ξένης διπλωματίας. Παραχωρώντας τώρα οι Άγγλοι τα Επτάνησα παρέσυραν ολόκληρη την Ελλάδα στη σφαίρα της δικής τους επιρροής.

Με το σύνθημα «ένωση άνευ όρων» έγιναν οι εκλογές και στις 19 Σεπτεμβρίου 1863 συγκλήθηκε το ΙΓ΄Ιόνιο Κοινοβούλιο που εξέλεξε πρόεδρο τον Στέφανο Παδοβά. Με τον εναρκτήριο λόγο του ο αρμοστής άλεσε το κοινοβούλιο να τον πληροφορήσει αν ο επτανησιακός λαός επιθυμούσε την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα και αναφέρθηκε στα σχετικά με αυτή ζητήματα. Κατά τη συνεδρίαση της 23ης Σεπτεμβρίου, αφού ο μητροπολίτης της Κέρκυρας Αθανάσιος, οποίος είχε προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον αγώνα για την ένωση, ευλόγησε τις εργασίες του σώματος, ο Στέφανος Πάδοβας έχοντας δίπλα στην προεδρική έδρα την ελληνική σημαία διάβασε το σχετικό ψήφισμα.

Με εκδηλώσεις ενθουσιασμού έγινε δεκτό το ψήφισμα του Κοινοβουλίου για την ένωση. Για να τιμηθεί η μέρα της υπογραφής του, το Κοινοβούλιο όρισε τριήμερο εορτασμό σε όλα τα νησιά. Στην Κέρκυρα τελέστηκε με ιδιαίτερη λαμπρότητα επίσημη δοξολογία στο μητροπολιτικό ναό και μνημόσυνο στον τάφο του Ιωάννη Καποδίστρια στη μονή της Πλατυτέρας. Ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου με επιτροπή από βουλευτές επισκέφθηκε τον αρμοστή και του ανακοίνωση την απόφαση του επτανησιακού λαού να καταργηθεί η προστασία και να ενωθούν τα Ιόνια Νησιά με το Βασίλειο της Ελλάδας, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη των επτανησίων προς τη βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας και προς τις άλλες προστάτιδες δυνάμεις και διατύπωσε την ελπίδα ότι η χριστιανική Ευρώπη θα βοηθούσε το ελληνικό έθνος να ολοκληρώσει την αποκατάστασή του.

Στις 14 Νοεμβρίου 1863 οι εκπρόσωποι των πέντε Δυνάμεων υπέγραψαν στο Λονδίνο συνθήκη με την οποία γινόταν αποδεκτή η παραίτηση της Μεγάλης Βρετανίας από την Προστασία του Ιονίου Κράτους και αναγνωριζόταν η ένωση του με την Ελλάδα.

Στις 21 Μαΐου 1864 Ύπατος Αρμοστής παρέδωσε τα Επτάνησα στον Θρασύβουλο Ζαΐμη. Στα φρούρια των Επτανήσων υψώθηκε η ελληνική σημαία. Η περίοδος της βρετανικής προστασίας είχε λήξει. Όπως σημειώνει ανώνυμος Ζακυνθινός χρονικογράφος «οι Άγγλοι εκάθισαν εις την Επτάνησον χρόνους 54, μήνες 8 και ημέρας μία». Ο Βρετανός αρμοστής από την Κέρκυρα κατευθύνθηκε στο Κατάκωλο, όπου συνάντησε τον Γεώργιο Α’ και του παρέδωσε τη μεγάλη σημαία του Ιονίου Κράτους. Στις 29 Ιουνίου 1864 ο βασιλιάς των Ελλήνων μαζί με τους πρεσβευτές των εγγυητριών Δυνάμεων αποβιβάστηκε στη Κέρκυρα και έπειτα περιόδευσε σε όλα τα νησιά. Στις 22 Ιουλίου 1864 οι πληρεξούσιοι της Επτανήσου έγιναν δεκτοί σε πανηγυρική συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης και άρχισαν να παίρνουν μέρος στις εργασίες της.

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)

Ο Διονύσιος Σολωμός, ο εθνικός μας ποιητής γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του δεν ήταν παντρεμένος με τη μητέρα του. Έτσι ο Διονύσιος και ο αδελφός του Δημήτρης θεωρούνται νόθοι. Την παραμονή του θανάτου, όμως, ο κόμης Νικόλαος Σολωμός νομιμοποίησε τα παιδιά του, αφού παντρεύτηκε την γυναίκα που τα γέννησε.

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Ο Διονύσιος Σολωμός

Ο θάνατος του κόμη στέρησε από τον ποιητή την πατρική παρουσία, αλλά τον έκανε και κάτοχο μεγάλης περιουσίας. Έτσι το 1807 ο Διονύσιος Σολωμός πήγε μαζί με τον δάσκαλο του Σάντο Ρόσσι στη Βενετία για σπουδές. Γρήγορα, όμως, εκδήλωσε και την ποιητική του κλίση γράφοντας στίχους στα ιταλικά.

Ο Διονύσιος Σολωμός το 1818 γύρισε στην Ζάκυνθο και, καθώς ήταν επηρεασμένος από την ιταλική φιλολογία, συνέχισε να γράφει ποιήματα στην ιταλική γλώσσα. Το 1822 γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο οποίος τον παρότρυνε να γράψει και στην ελληνική, και μάλιστα στη δημοτική. Ο Σολωμός πείστηκε και άρχισε να διαβάζει τη δημοτική ποίηση και όλη τη μέχρι τότε ποιητική παραγωγή. Και μέσα σε μία εβδομάδα ο Διονύσιος Σολωμός είχε γράψει το πρώτο του ποίημα στα ελληνικά την «Ξανθούλα». Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε αμέσως από το λαό και τραγουδιόταν καθημερινά.

Από τότε ο Σολωμός αφιερώθηκε αποκλειστικά στη Λογοτεχνία. Δεν παντρεύτηκε και δεν δούλεψε ποτέ, αφού δεν είχε οικονομικές ανάγκες. Από το πρωί μέχρι το βράδυ η μοναδική του ενασχόληση ήταν το διάβασμα και το γράψιμο.

Το 1828 εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο και εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Αυτό το κανε για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή τον επηρέασε η δίκη που είχε με τον αδελφό του για τα κληρονομικά ζητήματα. Δεύτερον, επειδή η πνευματική ζωή της Κέρκυρας βρισκόταν σε υψηλότερη στάθμη από αυτήν της Ζακύνθου, προσφέροντας του μεγαλύτερο πεδίο δράσης και λογοτεχνικής δημιουργίας.

Ωστόσο, η Κέρκυρα θα σταθεί αφορμή να αλλάξει ριζικά τρόπο ζωής. Στην Κέρκυρα βλέπουμε ένα Σολωμό αλλιώτικο, έναν Σολωμό που δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της Ζακύνθου. Το άγχος και η έλλειψη της οικογενειακής θαλπωρής τον οδήγησαν στο ποτό. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Ο ποιητής στέκεται μπροστά στην κατάσταση που ο ίδιος δημιούργησε, ανίκανος να αντιδράσει.

Και τελικά στις 21 Φεβρουαρίου 1857 νικήθηκε από το χάρο, κλείνοντας για πάντα τα μάτια του στην Κέρκυρα. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τη μέρα του θανάτου του κηρύχτηκε δημόσιο πένθος.

Ο Σολωμός υπήρξε πολυγραφότατος. Ωστόσο, δεν άφησε πίσω του πολλά έργα, γιατί φιλοδοξούσε να πετύχει το τέλειο και το ιδανικό και από άποψη μορφής και από άποψη περιεχομένου. Σε αυτό μάλιστα οφείλεται και το γεγονός ότι άφησε και έργα ατελείωτα. Έγραφε και έσκιζε συνέχεια. Ήθελε πρώτα να είναι αυτός ευχαριστημένος από τα γραπτά και μετά οι άλλοι. Αυτό, όμως, ζημίωσε τη λογοτεχνία μας, που στερήθηκε τα σκισμένα έργα, γιατί ο Διονύσιος Σολωμός έκρινε τα έργα του με υπερβολική αυστηρότητα.

Τα έργα, όμως, που μας άφησε είναι πραγματικά αριστουργήματα. Πολεμώντας κάθε περιττό και ρητορικό σχήμα και επιδιώκοντας μέσα στους πυκνούς του στίχους να προβάλει με φως και διαύγεια εικόνες απλές, με σκοπό να πετύχει εναρμονισμένη έκφραση, ο Σολωμός παρουσίασε για πρώτη φορά δείγματα υπευθυνότητας και αισθητικής καλλιέργειας. Η συνολική λογοτεχνική παραγωγή του Σολωμού κρίθηκε από όλους ως πολύ αξιόλογη.

Ο Διονύσιος Σολωμός υπήρξε βάρδος της Αρετής και της Ελευθερίας, της οποιασδήποτε Ελευθερίας. Και στη ζωή του η Εθνική, η Ηθική και η Πνευματική Ελευθερία κατείχαν σπουδαία θέση. Στα τρία βασικά έργα του, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», και «Διάλογος», αναφέρεται στο νόημα των τριών αυτών μορφών ελευθερίας. Αυτό, φυσικά, δεν είναι τυχαίο.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Διονύσιος Σολωμός δεν ήταν γεννημένος ποιητής. Αυτό φαίνεται καθαρά στα έργα του. Λυρικά, με αριστουργηματική ποιητική πνοή και λογοτεχνικό ύφος, κάνουν τους πάντες να τα ακούν και να τα διαβάζουν με δέος. Άλλωστε το «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» τον έγραψε σε ηλικία 25 ετών. Τα έργα του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και «Πορφύρας» έμειναν ατελείωτα, λόγω της τελειομανίας του Σολωμού.

Η καθολική αναγνώριση του Διονύσιου Σολωμού ήρθε μετά το θάνατο του. Το 1864, οι δύο πρώτες στροφές του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ορίστηκε ως ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας και ο Διονύσιος Σολωμός ως ο εθνικός μας ποιητής. Λίγο αργότερα οι στροφές αυτές μελοποιήθηκαν από το Νικόλαο Μάντζαρο.

Το 1957, εκατό χρόνια από το θάνατο του, καθιερώθηκε επίσημα ως «Έτος Διονύσιου Σολωμού». Κατά το έτος αυτό έγιναν πανηγυρισμοί σε διάφορα φιλολογικά σωματεία της χώρας καθώς και στην Ακαδημία Αθηνών.

Ο συμβολαιογράφος

Ο συμβολαιογράφος είναι ένα εκτενές αφήγημα, μια νουβέλα που εξιστορεί μια μελοδραματική ρομαντική ιστορία. Δεν επιμένει στην περιγραφή των ηθών ή των ιδιαίτερων συνθηκών ζωής σε εκείνη την περίοδο. Σε σχέση με τα υπόλοιπα έργα του ο Συμβολαιογράφος είναι ένα από τα τρία ‘’ελληνικά’’ του έργα. Ο πρόλογος και ο επίλογος του διηγήματος αποτελούν «το επαληθευτικό πλαίσιο της ιστορίας». Για τον νεοελληνιστή Roderick Beaton αυτή η «ρεαλιστική ιστορία δολοπλοκίας, αγωνίας και ρομάντζου», μπορεί άνετα να συμπεριληφθεί στην ομάδα εκείνη των μυθιστορημάτων των Collins και του Poe «και μεταξύ των πρώτων αστυνομικών μυθιστορημάτων που γράφτηκαν ποτέ».

Ο συμβολαιογράφος

Ο συμβολαιογράφος

Α΄

Όσοι των Ελλήνων κατά την αρχήν της Ελληνικής Επαναστάσεως απήλαυσαν της ενθουσιώδους φιλοξενίας των Κεφαλλήνων, ενθυμούνται ίσως εις Αργοστόλιον, την πρωτεύουσαν της νήσου, τον συμβολαιογράφον Τάπαν, γέροντα ρικνόν, κυφόν, αναφαλατίαν, σεσηρός γελώντα, και καλύπτοντα υπό πράσινα διόπτρα οφθαλμούς υελώδεις κα βλέμμα λοξόν. Η δε γλώσσα αυτού ην οποία δυστυχώς ή των πλειόνων Ιονίων τότε, νόθον εξάμβλωμα ελληνικής και ιταλικής. Και τούτο λέγομεν ουχί ειρωνευομένοι, αλλά συλληπούμενοι τους αδελφούς ημών νησιώτας, ότι επί της ενετικής δυναστείας εκινδύνευσαν να περικοπώσι το ευγενέστατον τούτο των εθνικών γνωρισμάτων, και απομάθωσι την φωνήν του ομήρου, οι παίδες του Οδυσσέως, συγχρόνως δε και αφορμήν ζητούντες, ιν΄αποδώσωμεν αυτοίς τον ανήκοντα φόρον επαίνου, διότι ήδη γενναίως και επιτυχώς εισήλθον εις της βελτιώσεως της εθνικής γλώσσης το στάδιον και ικανοτάτους έχουσιν εν αυτώ τους πρωταγωνιστάς.

Ούτος λοιπόν ο κύριος Τάπας, μιαν ημέραν εκάθητο περί την δείλην εις το γραφείον του, επί χωλού σκίμποδος, και κατεγίνετο γράφων, χωρίς πολύ να προσέχη εις τους πολυαρίθμους πελάτας, τους περιμένοντας την σειράν των, ότε νεανίας διά διστάζοντος βήματος εισήλθε διά τη θύρας και προυχώρησε προς τον υπηρέτην της Θέμιδος. Ο Τάπας ύψωσεν ελαφρώς τα διόπτρα του, και υπ΄αυτά εξηκόντισε κλοπιμαίον βλέμμα. Αναγνωρίσας δε τον εισελθόντα, εστερέωσε τα διόπτρα εις τον μέτωπον, το κονδύλιον εις το αυτίον, και τον προσεφώνησε κατά την αυτώ συνήθη διάλεκτο, ης παραιτούμεθα να επαναλάβωμεν πάντας τους ιταλισμούς.

…………………………………………………………………………………………………

ΙΒ΄

Κατά τα πρώτα έτη της ελληνικής επαναστάσεως ενθυμείται έκαστος γέροντας Επτανήσιον ρακενδύτην, όστις περιεφέρετο εις τας πόλεις και τα στρατόπεδα, φέρων πήραν εις τους ώμους, και εις τα ρυπαρά του ενδύματα έχων προσερραμμένα εμπρός και οπίσω πτερά πτηνών, ουράς κυνών και άλλα αλλόκοτα προσαρτήματα, τοις παιδίοις ιν΄ή γέλως. Αυτός ήτο πανταχού το παιγνίον των στρατιωτών οίτινες εκάγχαζον εις τα άσεμνα σχήματα του και εις τους ανοήτους του λόγους, και εις ανταμοιβήν τω έρριπτον τα κόκκαλα από των τραπεζών των. Ενίοτε η παραφροσύνη του εκορυφούτο εις μανίαν, ότε μάλιστα συνέπιπτε να ιδή αίμα. Τότε άφρονες λέξεις εξήρχοντο του στόματος του.

«Γειά σου μωρέ κόντε», ηκούετο λέγων, «Σφίξε, σφίξε καλά, να σκάση ο παλαιόγερος. Κοίταξε τον! Γουρλώνει τα μάτια ο πόβερος, Ρούφηξε του αμμά τα μάτια να μη πεταχθούν απάνω σου. Αί κανάλια! Το έσφαξε το άσπρο μου περιστέρι! Α μπεστιά! Φαρμάκι το πότισες το γλυκό μου αρνί! Πιε, Γεράσιμε, και την γλώσσα μου! Να πλύνω τα χέρια μου εις το αίμα σου! Να ρουφήξω τα μυαλά να δροσισθώ».

Το πρόσωπον του, όταν επρόφερε τας καταχθονίους αυτάς φαντασίας, ελάμβανε έκφρασιν θηριώδη. Οι αγροίκοι στρατιώται όμως εκάγχαζον ακούοντες τον, και τον παρώξυνον να τας επαναλάβη, αν και ήξευρον ότι, άμα εξήρχετο της φοβεράς ταύτης κρίσεως, απεσύρετο εξηγριωμένος και επί δύο ημέρας δεν εφαίνετο πλέον.

Ο ελεεινός ούτος επαίτης ήτον ο συμβολαιογράφος Τάπας. Μη έχων την ανδρείαν να υπομείνη εις την πατρίδα του την αμοιβήν των πράξεων του, τον θάνατον διά της αγχόνης, κατέφυγε την φρικτήν εκείνην νύχτα της δολοφονίας του Γερασίμου εις την Ελλάδα, ελαφρώς μόνον το όνομα του μεταβαλών, ενταύθα δε, υπό της εριννύος της συνειδήσεως του οιστρηλατούμενος, και εις τας αιματηράς φαντασίας του και εις την θλίψην του διά την στέρησιν της θυγατρός του αποπνίξας το λογικόν του, περιήλθεν εις την οικτράν εκείνην κατάστασιν, ήτις ήτον της θείας εκδικήσεως τρομερόν παράδειγμα και επανάληψις της τιμωρίας του Κάιν.

Όταν δε, μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου, ο Καραΐσκος εξεστράτευσεν εις την Στερεάν όπως εκδικήση την μάρτυρα ταύτην πόλιν, ο γέρων Κεφαλλήν ευρίσκετο μεταξύ των υποζθγίων του στρατοπέδου, και συνέπεσε να παρακολουθήση απόσπασμα ριφθέν υπό της τύχης του πολέμου προς την ακαρνανικήν παραλίαν.

Περί την δείλην ήτον, όταν, μετά μίαν των συνήθων εκρήξεων της μανίας του, αποσυρθείς παραφόρως του στρατοπέδου περιεφέρετο εις τα όρη τυχαίως. Αναρριχθείς δε ταχύς ως αίλουρος πετρώδη ράχιν ήτις υψούτο εμπρός του, ευρέθη εις το χείλος καθέτου κρημνού, ου η βάσις εις βάθος διακοσίων ποδών έτρυζεν υπό την αέναον προσβολήν των κυμάτων. Το βλέμμα του Τάπα εξετάθη εις το Ιόνιον πέλαγος, κα επί του λαμπρώς φωτιζομένου ορίζοντος της δύσεως είδεν αντίκρυ του ισχυρώς αναφαινομένην την Κεφαλληνίαν, και η καρδιά του εσκίρτησεν ως μέλλουσα να διαρραγή όταν προσέβαλε τας όψεις του το γνωστόν σχήμα των κορυφών του Μεγάλου Βουνού.

«Μαρίνα μου, Μαρίνα», έκραξεν, «έτρεχα τον κόσμον να σε ζητώ. Έτρεξα τας νύχτας και τας ημέρας, έτρεξα τας κοιλάδας και τα βουνά. Εδώ λοιπόν ήσουν, κόρη μου, και μ΄επρόσμενες!Μη φεύγης, έρχομαι, έρχομαι».

Και εν βήμα προυχώρησε προς το όραμα της καρδίας του, αλλά το βήμα τούτο ήτον επί του βαράθρου, και το αφρίζον κύμα έσβησε και τας τύψεις του συνειδότος του, και τους πόνους του, και την μνήμην του.

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

https://el.wikipedia.org/wiki/Ο_συμβολαιογράφος