Jacobo della Quercia (1374-1438)

Ο Jacobo della Quercia (Quercia, 1374-Siena, 1438) ήταν Ιταλός γλύπτης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Jacobo di Maestro Piero di Filippo. Γεννήθηκε στο Quercia της Ιταλίας, μια μικρή περιοχή κοντά στη Siena το 1374, γι’ αυτό και έγινε γνωστός Jacobo della Quercia. Ήταν από τους πρώτους που άρχισε να δουλεύει στην τέχνη του με περισσότερες μελέτες και πολλή φροντίδα, δείχνοντας πως με την τέχνη μπορεί κανείς να πλησιάσει τη ζωή. Ήταν επίσης από τους πρώτους που έδιναν στους άλλους ελπίδα και θάρρος ότι μπορούν, κατά κάποιον τρόπο, να είναι πιστοί στο φυσικό πρότυπο.

Jacobo della Quercia
Jacobo della Quercia

Το πρωιμότερο έργο του ο Jacobo della Quercia το δημιούργησε στα δεκαεννιά του χρόνια στη Siena. Αφορμή γι’ αυτό δόθηκε ένα συμβάν: οι Σιενέζοι είχαν παρατάξει κατά των Φλωρεντινών ένα στράτευμα υπό τις διαταγές των Gian Tedesco και Giovanni d’ Azzo Ubaldini. Όμως ο Giovanni d’ Azzo αρρώστησε. Τον έφεραν στη Siena, όπου και πέθανε. Οι Σιενέζοι, που τους άγγιξε πολύ ο θάνατος του, του έκαναν μια λαμπρή κηδεία και του έφτιαξαν ένα ικρίωμα από ξύλο στο τύπο της πυραμίδας. Σ’ αυτήν τοποθέτησαν ένα άγαλμα φτιαγμένο από το χέρι του Jacobo della Quercia, το οποίο παρουσίαζε τον Giovanni d’ Azzo έφιππο και σε υπερβολικό μέγεθος. Η μορφή αυτή ήταν φτιαγμένη με πολύ εφευρετικότητα, αφού η μέθοδος που ακολούθησε ο Jacobo δεν ήταν γνωστή μέχρι τότε. Ο σκελετός του αλόγου και της ανθρώπινης μορφής κατασκευαζόταν από ξύλα και σανίδια, τα οποία ενώνονταν και ύστερα περιτυλίγονταν με σανό, στουπί και σχοινιά. Όλα αυτά δένονταν γερά μεταξύ τους και πάνω τους ο Jacobo τοποθετούσε ένα επίχρισμα από πηλό τον οποίο ανακάτευε με μαλλί, ζύμη και κόλλα, μια μέθοδος που, πραγματικά, για τέτοια πράγματα ήταν η καλύτερη, αφού έργα αυτού του τύπου εμφανίζονταν σαν συμπαγή, έτοιμα και στεγνά, ενώ ήταν πολύ ελαφριά και κέρδιζαν το βλέμμα του θεατή. Επιπλέον, αγάλματα που δημιουργούνταν με αυτόν τον τρόπο δεν αποκτούσαν ρωγμές, κάτι που θα συνέβαινε αν ήταν μόνο με πηλό.

Μετά από μια εξέγερση των Σιενέζων ο μέντορας του Jacobo εκδιώχθηκε από την πόλη και έτσι ο γλύπτης με τη βοήθεια κάποιων φίλων πήγε στην πόλη Lucca, όπου με εντολή του άρχοντα της πόλης έφτιαξε στην εκκλησία του San Martino ένα ταφικό μνημείο για τη σύζυγο του, που είχε πεθάνει πριν λίγο καιρό. Στη βάση αυτού του έργου σμίλεψε μερικά παιδιά, τα οποία ήταν καλά δουλεμένα που φαίνονται σαν ζωντανά. Επάνω στη σαρκοφάγο σμίλεψε τη σύζυγο του άρχοντα, η οποία ήταν ενταφιασμένη σ’ αυτήν, και από το ίδιο πέτρωμα απεικόνισε ένα σκυλί στα πόδια της, ως σύμβολο της πίστης της προς το σύζυγό της.

Jacobo della Quercia
San Martino

Ο Jacobo μετά από μια περιήγηση στις πόλεις της Ιταλίας επέστρεψε στη Siena, όπου βρήκε την ευκαιρία να δοξαστεί. Η Signoria της Siena του ανέθεσε να διακοσμήσει με μάρμαρο μια κρήνη, το νερό της οποίας είχε διοχετευθεί στην μεγάλη πλατεία. Το ποσό που θα έπαιρνε για αυτό το έργο ορίστηκε στα 2.200 χρυσά. Δημιούργησε ένα πρόπλασμα και άρχισε τη δουλειά στο μάρμαρο, την οποία ολοκλήρωσε για μεγάλη ικανοποίηση των συμπολιτών του, οι οποίοι δεν τον ονόμαζαν πια Jacobo della Quercia αλλά Jacobo della Fonte. Το επίκεντρο της παράστασης κατέλαβε η Ένδοξη Παρθένος Μαρία, η κατ’ εξοχήν προστάτιδα της πόλης. Ήταν κάπως μεγαλύτερη από τις άλλες μορφές, δοσμένη με έναν τρόπο ωραίο και ασυνήθιστο. Γύρω από αυτήν βλέπει κανείς τις μορφές των επτά θεολογικών και πρώτιστων Αρετών, τα κεφάλια των οποίων δουλεύτηκαν με πολλή τρυφερότητα και με χαριτωμένη έκφραση. Για τη διακόσμηση αυτής της κρήνης επεξεργάστηκε επίσης μερικές σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, όπως τη δημιουργία των πρωτόπλαστων, τη γεύση του απαγορευμένου καρπού, ενώ στο πρόσωπο της Εύας κατάφερε να προσδώσει μια τόσο ωραία έκφραση καθώς προκαλεί τον Αδάμ να δοκιμάσει το μήλο, έτσι ώστε να φαίνεται ότι του ήταν αδύνατο να αρνηθεί. Η υπόλοιπη διακόσμηση ολοκληρώνεται με παιδικές μορφές και άλλα διακοσμητικά, με λιοντάρια και λύκους που ανήκουν στο έμβλημα της πόλης. Και όλα αυτά τα έφτιαξε ο Jacobo μέσα σε δώδεκα χρόνια με φιλοπονία και πείρα.

Jacobo della Quercia
Fonte Gaia (Siena)

Με αυτή την εργασία απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη φήμη και με την ηθική ζωή του έγινε γνωστός ως άνθρωπος ευγενικών ηθών. Γι’ αυτό χρίστηκε ιππότης από τη Signoria και αμέσως μετά πρωτομάστορας του ναού. Αυτά τα καθήκοντα του τα εκτέλεσε πολύ καλά ως το τέλος της ζωής του το 1438.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι (1475-1564)

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι, (πλήρες όνομα Μικελάντζελο ντι Λοντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι, Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni, 6 Μαρτίου 1475 – 18 Φεβρουαρίου 1564), γνωστός περισσότερο απλά ως Μιχαήλ Άγγελος, ήταν Ιταλός γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής της Αναγέννησης, που άσκησε απαράμιλλη επίδραση στην ανάπτυξη της δυτικής τέχνης.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι

Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης. Υπήρξε ο μοναδικός καλλιτέχνης της εποχής, του οποίου η βιογραφία εκδόθηκε πριν τον θάνατό του, στους Βίους του Τζόρτζιο Βαζάρι, ο οποίος επέλεξε να τον τοποθετήσει στην κορυφή των καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο το προσωνύμιο ο θεϊκός (Il Divino). Στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για το Παπικό παρεκκλήσιο του Βατικανού (Καπέλα Σιξτίνα), το άγαλμα του Δαβίδ και η Πιετά (Αποκαθήλωση) στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, στη Ρώμη.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Δευτέρα Παρουσία, Καπέλα Σιξτίνα

Ο καλλιτέχνης και ο άνθρωπος Μιχαήλ Άγγελος

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ήταν δοσμένος με πάθος στην τέχνη του, βλέποντας ότι το πιο δύσκολο πρόβλημα μπορούσε να το λύσει με ευκολία. Γιατί η φύση τον είχε εφοδιάσει με πνεύμα που εξασφάλιζε την ικανότητα του σχεδίου πέρα για πέρα. Για να τελειοποιηθεί σ’ αυτό, ασχολήθηκε διεξοδικά με την ανατομία, ανατέμνοντας ο ίδιος πολλά πτώματα για να ερευνήσει τις ενώσεις των ιστών, τους μυώνες, τα νεύρα, τις φλέβες και τις αρτηρίες, και τις διάφορες κινήσεις και θέσεις του ανθρώπινου σώματος. Επίσης καταπιάστηκε με τη μελέτη των ζώων, κυρίως των αλόγων. Οι εργασίες του με το πινέλο και τη σμίλη έμειναν ανεπανάληπτες. Προσέδιδε στα έργα του τόσο μεγάλη ομορφιά, χάρη και ζωντάνια που ξεπέρασε ακόμη και τους αρχαίους.

Η τέχνη του Μιχαήλ Άγγελου αναγνωρίστηκε ήδη ενόσω εκείνος ζούσε. Οι μεγάλοι Πάπες, ο Ιούλιος Β’, ο Λέων Ι’, ο Κλήμης Ζ’, ο Παύλος Γ’, ο Ιούλιος Γ’ και ο Πίος Ε’, ήθελαν να το έχουν πάντα κοντά τους. Το ίδιο και ο Τούρκος Σουλτάνος Σουλεϊμάν, ο Φραγκίσκος Βαλουά, ο βασιλιάς της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε’, ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων: όλοι προσφέρθηκαν να πληρώνουν τιμητικό μισθό για να συμμετέχουν στη δόξα του. Όλοι είχαν δει και αναγνωρίσει ότι σ’ αυτόν οι τρεις τέχνες είχαν φτάσει την τελειότητα.

Είχε μια τόσο δυναμική φαντασία, που τα χέρια του δεν μπορούσαν να μορφοποιήσουν τις μεγάλες και φοβερές σκέψεις που το πνεύμα συνελάμβανε ως ιδέες και πολλές φορές άφησε τα έργα μισοτελειωμένα ή κατέστρεψε πολλά. Ο Μιχαήλ Άγγελος αγαπούσε τη μοναξιά, γιατί πάρα πολύ δοθεί στην τέχνη του, η οποία θέλει ολόκληρο τον άνθρωπο που αφιερώνεται σ΄αυτήν και φτάνει να θεωρεί καθήκον του την αποφυγή της παρέας. Η τέχνη απαιτεί σκέψη, μοναξιά και άνεση και δεν αντέχει αντιπερισπασμούς.

Ο Μιχαήλ Άγγελος σαν καλός Χριστιανός αγαπούσε πολύ τις Άγιες Γραφές και ήταν θαυμαστής το Μοναχού Σαβοναρόλα. Αγαπούσε στο έπακρο την ανθρώπινη ομορφιά και προσπαθούσε να τη μιμηθεί στην τέχνη του επιλέγοντας ό,τι ωραιότερο από το ωραίο. Ήταν πολύ μετριοπαθής και του αρκούσε στα μεν νιάτα του λίγο ψωμί και κρασί, ενώ στα στερνά του έπαιρνε τα βράδια μετά τη δουλειά της ημέρας ένα απλό βραδινό. Αν και ήταν πλούσιος, ζούσε σαν φτωχός. Ποτέ ή σπάνια έτρωγε ένας φίλος μαζί του. Δεν δεχόταν δώρα από κανέναν, γιατί υποχρεωνόταν απέναντι στον δωρητή. Η μετριοπάθεια του συνέτεινε στο να χρειάζεται ελάχιστο ύπνο. Συχνά, σηκωνόταν τη νύχτα, όταν δε μπορούσε να ησυχάσει, για να δουλέψει με τη σμίλη. Γι’ αυτόν τον σκοπό είχε κατασκευάσει ένα χάρτινο σκούφο και στην κορυφή του είχε στερεώσει ένα κερί, ώστε να έχει φως οπουδήποτε κι αν εργαζόταν χωρίς να εμποδίζονται τα χέρια του.

Στα νιάτα του, κοιμόταν πολλές φορές ντυμένος, όταν, κουρασμένος από τη δουλειά, δεν είχε τη δύναμη να γδυθεί και να ντυθεί πάλι, όταν ξυπνούσε. Μερικοί τον θεωρούσαν τσιγκούνη, όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού απέδειξε κατά τη διάρκεια του βίου το του ακριβώς αντίθετο. Με χρήματα που πήρε από τον κόπο του αποκλειστικά βοήθησε πολλούς φτωχούς και πάντρεψε στα κρυφά πολλά κορίτσια.

Ο Μιχαήλ Άγγελος είχε μια πολύ καλή και πλατιά μνήμη. Χρειαζόταν να δει μόνο μια φορά τα έργα των άλλων, για να τα συγκρατήσει και κατά κάποιον τρόπο να τα χρησιμοποιήσει χωρίς κανείς να το καταλάβει. Επίσης ποτέ δεν έφτιαξε πότε κάτι όμοιο με άλλα έργα του. Θύμωνε με αυτούς που τον πρόσβαλαν. Ποτέ όμως δεν ήταν εκδικητικός, αντίθετα ήταν πολύ υπομονετικός και απλός στις συνήθειες του, στα λόγια του πολύ κατανοητός, απαντούσε πάντα με σοφία και σοβαρότητα και πολλές φορές έλεγε πράγματα περιεκτικά, αστεία ή και σκληρά.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Πιετά (Αποκαθήλωση), Βασιλική του Αγίου Πέτρου, Ρώμη

Το τέλος του Μιχαήλ Άγγελου

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι άφησε την τελευταία του πνοή στις 18 Φεβρουαρίου του 1564. Ο Μιχαήλ Άγγελος κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές και με συμμετοχή όλων των καλλιτεχνών, των φίλων της φλωρεντινής παροικίας, μπροστά στα μάτια ολόκληρης της Ρώμης, σε μια κρύπτη των Αγίων Αποστόλων, γιατί ο Πάπας είχε την πρόθεση να ταφεί στον Άγιο Πέτρο, σε ένα ιδιαίτερο μνημείο. Ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων επειδή δεν μπόρεσε να τον κερδίσει όσο ζούσε, ήθελα να μεταφέρει το νεκρό στη Φλωρεντία και να του αποδώσει μεγάλες τιμές με όλη τη προσήκουσα μεγαλοπρέπεια. Το πτώμα του Μιχαήλ Άγγελου το πήραν τυλιγμένο, για να μην γίνει θόρυβος στη Ρώμη και ματαιωθεί το εγχείρημα. Μετέφεραν το φέρετρο στην Αδελφότητα της Αναλήψεως της Θεοτόκου και το τοποθέτησαν κάτω από τον κεντρικό βωμό, χωρίς να κάνουν τίποτα. Τη νύχτα, γύρω στις δώδεκα, μαζεύτηκαν γύρω από το σκήνωμα. Ήθελαν να ό,τι έκαναν να γίνει αθόρυβα. Η είδηση όμως μεταπήδησε από το ένα στόμα στο άλλο και η εκκλησία πλημμύρισε από κόσμο. Τελικά ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ετάφη στην Santa Croce, όπως ήταν και η επιθυμία του, αφού εκεί βρισκόταν και η κρύπτη των προγόνων του. Με εντολή του Κόζιμο των Μεδίκων ανεγέρθηκε μνημείο με τρία αγάλματα: της Ζωγραφικής, της Γλυπτικής και της Αρχιτεκτονικής.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Ο Ντονατέλλο (1386-1466)

Ο Ντονατέλλο, με πλήρες όνομα Ντονάτο ντι Νικολό Μπάρντι (Donato di Niccolò Bardi, 1386 – 13 Δεκεμβρίου 1466), ήταν γλύπτης της πρώιμης Αναγέννησης από τη Φλωρεντία. Τη φήμη του οφείλει κυρίως στους ανδριάντες του, δημιούργησε όμως και έργα τεχνοτροπίας basso rilievo (αβαθές ανάγλυφο), στα οποία εμφανίζονται οι νέες -για την εποχή του- τάσεις στην εικονική προοπτική.

Ο Ντονατέλλο
Ο Ντονατέλλο

Ο Βίος του Ντονατέλλο

Ο Ντονατέλλο γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1386. Αφιερώθηκε στη μελέτη σχεδίου και δεν έγινε μόνο ένας εξαίρετος και αξιοθαύμαστος γλύπτης, αλλά έδειξε επίσης πολλές ικανότητες και σε γύψινες διακοσμήσεις, ενώ ήταν έξοχος στην προοπτική και εκτιμήθηκε πολύ στην αρχιτεκτονική. Οι εργασίες του ήταν τόσο ωραίες και είχαν τέτοια χάρη, ώστε τις παρομοίαζε κανείς με τα περίφημα έργα των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων περισσότερο από οποιοδήποτε άλλου μάστορα. Γι΄αυτό θεωρήθηκε ο πρώτος που επανέφερε το αρχαίο είδος του χαμηλού αναγλύφου και το καλλιέργησε με τον καλύτερο τρόπο. Η ευκολία και η μαστοριά με τις οποίες επεξεργαζόταν τα ανάγλυφα δείχνουν με πόση σύνεση δούλευε προσδίδοντας τους ασυνήθιστη ομορφιά, έτσι ώστε, ως τις μέρες μας, δεν βρέθηκε κανείς καλλιτέχνης που θα μπορούσε να τον ξεπεράσει ή να τον φτάσει. Στα νιάτα του δούλεψε πολλά πράγματα, στα οποία, λόγω της ποσότητας τους, δεν δόθηκε η σημασία που τους άξιζε.

Το έργο του Ντονατέλλο

Δόξα και όνομα τα κατοχύρωσε με ένα σύμπλεγμα που παρίστανε τον Ευαγγελισμό. Το υλικό ήταν αμμόλιθος και το έργο βρίσκεται στη Santa Croce της Φλωρεντίας. Ιδιαίτερη ποιότητα παρουσιάζει η μορφή της Παρθένου, που τρομαγμένη από την ξαφνική παρουσία του αγγέλου στρέφεται προς αυτόν με δέος και ύψιστη χάρη, ενώ αυτός τη χαιρετά. Στο πρόσωπο της διακρίνει κανείς την ταπεινοφροσύνη και ευγνωμοσύνη που εκφράζονται όταν κανείς δέχεται κάποιο δώρο χωρίς να το περιμένει, και μάλιστα όταν αυτό το δώρο είναι πολύ μεγάλο. Τα φορέματα της Παναγίας και του αγγέλου ο Ντονατέλλο τα αξιοποίησε ωραία προσδίδοντας τους μια θαυμάσια πτυχολογία, μέσα από την οποία προσπαθούσε να κάνει αντιληπτή την ανθρώπινη σωματικότητα επαναφέροντας την τελειότητα των αρχαίων, η οποία είχε ξεχαστεί για πολλά χρόνια.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Στη Φλωρεντία ο Ντονατέλλο έφτιαξε ακόμη ένα μπρούτζινο σύμπλεγμα. Παρουσιάζει την Ιουδίθ να αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη. Είναι ένα έργο εξαιρετικής απόδοσης και μαστοριάς. Γιατί, όπως είναι απλή η εμφάνιση της Ιουδίθ, αναγνωρίζει κανείς σε αυτήν το θάρρος και την τόλμη, καθώς και τη δύναμη που απέκτησε με τη βοήθεια του Ουρανού. Στο πρόσωπο του Ολοφέρνη, αντίθετα, φαίνεται η επίδραση του κρασιού και του ύπνου, καθώς και ο θάνατος στα μέλη του, που έχουν καταρρεύσει και φαίνονται χωρίς ζωή.

Ιουδίθ  και Ολοφέρνης
Ιουδίθ και Ολοφέρνης

Στην εσωτερική αυλή της Signoria τοποθετήθηκε μια δική του μορφή σε μπρούντζο που παρίστανε τον Δαυίδ γυμνό σε φυσικό μέγεθος. Ακουμπά το ένα του πόδι πάνω στο κεφάλι του Γολιάθ, ενώ στο δεξί του χέρι κρατά ένα σπαθί. Η μορφή του είναι τόσο φυσική, τόσο ζωντανή και αληθινή, που να φαίνεται σε μερικούς καλλιτέχνες πως βγήκε κατευθείαν από ένα ζωντανό σώμα.

Δαυίδ
Δαυίδ

Η Signoria της Βενετίας τον κάλεσε να φτιάξει στην Padua το μνημείο του Gattamellata. Ο Ντονατέλλο δούλεψε στον μπρούντζο ένα έφιππο ανδριάντα, που απεικόνισε με μεγάλη φυσικότητα το άλογο αλλά και το θάρρος και τον ζωντανό δυναμισμό του ιππέα. Αξιοθαύμαστη είναι η χύτευση του τόσο μεγάλου έργου, κυρίως σε ότι αφορά το μέτρο και την ακρίβεια των αναλογιών. Γι΄αυτό, το έργο του μπορεί να συγκριθεί σε ό,τι αφορά την τεχνική, το μέγεθος και την ποιότητα με οποιοδήποτε ανάλογο έργο αρχαίου καλλιτέχνη.

Μνημείο του Gattamellata
Μνημείο του Gattamellata

Ο Ντονατέλλο, εκτός από τα αξιοθαύμαστα γλυπτά του, καταπιάστηκε και με μικρά καλλιτεχνικά αντικείμενα. Ανέλαβε, μάλιστα, τη δημιουργία οικογενειακών εμβλημάτων, που τα τοποθετούσαν πάνω στα τζάκια ή στις προσόψεις των αστικών σπιτιών. Ο Ντονατέλλο ήταν σε όλα έξοχος, που μπορεί να πει κανείς πως ήταν ένας από τους πρώτους που με μελέτη, κρίση και γνώση προώθησε τη γλυπτική για τους νεότερους και γι΄αυτό του αξίζει πολύ μεγάλη δόξα.

Ήταν γενναιόδωρος, αγαπητός και φιλικός. Σκεπτόταν περισσότερο το καλό των φίλων του παρά το δικό του καλό. Ποτέ δε νοιαζόταν για τα χρήματα. Τα είχε τοποθετήσει σε ένα καλάθι, που το είχε κρεμασμένο με ένα σκοινί στη στέγη και οι βοηθοί και φίλοι του έπαιρναν ό,τι τους χρειαζόταν χωρίς να τον ρωτούν.

Το τέλος του Ντονατέλλο

Έζησε ευτυχισμένα γερατειά και όταν άρχισε να χάνει τις δυνάμεις του και δεν μπορούσε να εργαστεί, υποστηρίχθηκε από τους φίλους του και τον Cosimo de Medici, οποίος όσο ήταν γερός ο Ντονατέλλο τον τιμούσε και αυτόν και την τέχνη του και του έδινε συνεχώς δουλειά.

Ο Ντονατέλλο στην ηλικία των 80 ετών έπεσε στο κρεβάτι από τα αρθριτικά του. Χειροτέρευε από μέρα σε μέρα, χάνοντας τις δυνάμεις του και στις 13 Δεκεμβρίου 1466 πέθανε. Σύμφωνα με την επιθυμία του τάφηκε στην εκκλησία San Lorenzo κοντά στον Cosimo, για να είναι το σώμα του μετά θάνατον δίπλα σε εκείνον με τον οποίο ήταν το πνεύμα του όσο ζούσε.

Ο θάνατος του Ντονατέλλο λύπησε βαθιά τους συμπολίτες και τους ομοτέχνους του, και για να τιμηθεί νεκρός, όπως τιμήθηκε ζωντανός, έκαναν μια μεγαλοπρεπή κηδεία και ακολούθησαν όλοι οι ζωγράφοι, οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες και όλοι οι κάτοικοι της πόλης.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ