Ο Όθων Α’ (912-973)

Ο Όθων Α’ (23 Νοεμβρίου 912-7 Μαΐου 973) ήταν βασιλιάς της Γερμανίας από 936 και Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 962. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ερρίκου Α’ και της Ματθίλδης κόρης του Ντήτριχ, κόμη του Ρίνγκελχαϊμ.

Ο Όθων Α'
Ο Όθων Α’

Ο Βασιλιάς και Αυτοκράτορας Όθων Α’

Ο Όθων Α’ στέφθηκε βασιλιάς στο Άαχεν. Αυτό είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Το Άαχεν ανήκε στην περιοχή της Λοθαριγγίας. Ήθελε να υπογραμμίσει τα αναφαίρετα δικαιώματα του στην Λοθαριγγία, την οποία διεκδικούσε και ο βασιλιάς του δυτικού Φράγκικου κράτους Λουδοβίκος Δ’, ως γνήσιος διάδοχος του Καρόλου του Μεγάλου.

Ο Όθων Α’ κατάφερε το 962, με το γάμο του με την Αδελαΐδα της Ιταλίας το 951, να αποκτήσει τον τίτλο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Την 31η Ιανουαρίου 962 ο Όθων Α’, στα πλαίσια εκστρατείας του στην Ιταλία μπαίνει στην Αιώνια Πόλη, γίνεται δεκτός από τον Πάπα και τον λαό στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και στέφεται Αυτοκράτορας Η 2α Φεβρουαρίου 962 θεωρείται ως η ημέρα ιδρύσεως της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επάνω στον τάφο του Αποστόλου Πέτρου ο Πάπας και οι Ρωμαίοι έδωσαν στον Όθωνα Α’ όρκο πίστεως, ενώ ο Γερμανός μονάρχης τους υποσχέθηκε σεβασμό των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων.

Ο Όθων Α’ κατάφερε να βάλει τα θεμέλια μιας ισχυρής Γερμανίας. Συγκρούστηκε σχεδόν με όλους τους γειτονικούς του λαούς. Αντιμετώπισε πολλές συνωμοσίες εναντίον του από συγγενικά πρόσωπα και ιδίως από τον αδελφό του που δύο φορές συμμάχησε και δήλωσε υποταγή στον Γάλλο βασιλιά, αλλά βγήκε αλώβητος.

Ο Όθων και οι Βυζαντινοί

Ο Όθων ήθελε να υποτάξει όλη την Ιταλία. Η νότια Ιταλία όμως ανήκε στους Βυζαντινούς. Το 967 υπέταξε περιοχές της νότιας Ιταλίας που θεωρούνταν βυζαντινές και θεωρήθηκε από τους Βυζαντινούς η ενέργεια αυτή ως εχθρική. Ο Νικηφόρος Φωκάς, αυτοκράτορας τότε της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έστειλε αντιπροσωπεία προσφέροντας συμμαχία στον Όθωνα κατά των Σαρακηνών με τον όρο να εγκαταλείψει και να παραχωρήσει στο Βυζάντιο τις περιοχές που είχε καταλάβει. Ο Όθων δέχτηκε. Έστειλε στο Βυζάντιο τον Ενετό Δομίνικο ως κομιστή της απάντησης αλλά και ως κομιστή συνοικεσίου. Ήθελε ο Όθων να παντρέψει τον ομώνυμο γιο του με την κόρη του Ρωμανού Β’ και της Θεοφανούς, ελπίζοντας πως οι Βυζαντινοί θα έδιναν ως προίκα τις περιοχές της νότιας Ιταλίας. Οι Βυζαντινοί δεν δέχτηκαν το προξενιό. Θεωρούσαν ανήκουστο να παντρευτεί πορφυρογέννητη πριγκίπισσα βάρβαρο. Αυτό θα γινόταν μόνο αν επέστρεφε στο Βυζάντιο όλη τη νότια Ιταλία. Οι αξιώσεις όμως δεν έγιναν δεκτές.

Οι σχέσεις του Όθωνα με τους Βυζαντινούς βελτιώθηκαν όταν πέθανε ο Νικηφόρος Φωκάς και ανέβηκε στη βυζαντινό θρόνο ο Ιωάννης Τσιμισκής. Ο τελευταίος επανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τον Όθωνα Α’ και δέχτηκε να δώσει βυζαντινή πριγκίπισσα στον Όθωνα Β’. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας έστειλε ως νύφη όχι την κόρη του Ρωμανού Β, αλλά την ανηψιά του Θεοφανώ. Οι γάμοι του Όθωνα Β’ και της Θεοφανούς έγιναν το 972 στο ναό του Αγίου Πέτρου στην Ρώμη και ευλογήθηκαν από τον Πάπα Ιωάννη ΙΓ’. Τα αποτελέσματα αυτής της επιγαμίας μπορούν αν συνοψισθούν ως εξής: οι Γερμανοί έπαψαν να διεκδικούν την κυριαρχία των βυζαντινών κτήσεων της Απουλίας και της Καλαβρία. Οι Βυζαντινοί αναγνώρισαν το αυτοκρατορικό αξίωμα του Όθωνα Α’ και τον γερμανικό έλεγχο στα πριγκιπάτα Βενεβέντου, Κάπουας και Σαλέρνου. Έτσι η ιταλική πολιτική του Όθωνα Α’ στέφθηκε με επιτυχία.

Υστεροφημία του Όθωνα Α’

Έπειτα από 37 χρόνια βασιλείας ο Όθων Α’ πέθανε στις 7 Μαΐου του 973. Τον έθαψαν στον καθεδρικό ναό της αγαπημένης του πόλης του Μαγδεβούργου, στην ίδια περιοχή που αναπαυόταν και ο πατέρας του, Ερρίκος Α’. Και οι δύο, ο πρώτος ως βασιλιάς και ο δεύτερος ως αυτοκράτορας, ανήκουν στην ιστορία. Έβαλαν τα θεμέλια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της έδωσαν την τελική μορφή για όλη την περίοδο του Μεσαίωνα. Ο Όθων Α’ κληρονόμησε τις στρατιωτικές ικανότητες του πατέρα του, χάρη στις οποίες κατάφερε αυτό που φαινόταν αδιανόητο. Σε διάστημα είκοσι ετών καθυπόταξε, παρά τις σοβαρές συνωμοσίες ανάμεσα τους και αυτές μελών του στενού οικογενειακού του κύκλου, όχι μόνο τους Γερμανούς δούκες αλλά και τους Ούγγρους και τους Σλάβους. Ο Όθων Α’, στηριζόμενος στην ίδια παράδοση με τον Κάρολο τον Μέγα, ίδρυσε την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Κάρολος και η Αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Όθων Α’ ήταν τόσο σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία, που η τελευταία κόσμησε με την επωνυμία «Μέγας» μόνο αυτούς τους δύο ανώτατους άρχοντες.

Σύμφωνα με τον σύγχρονο του Όθωνα ιστοριογράφο Βιδουκίνδο, «ο λαός εξύμνησε τον Όθωνα Α’ για τα κατορθώματα του και κυβέρνησε τους υπηκόους του με πατρική στοργή, τους απελευθέρωσε από τους εχθρούς, κατέβαλε με τη δύναμη των όπλων τους υπερόπτες πολεμίους, Αβάρους (Ούγγρους), Σαρακηνούς, Σλάβους, υπέταξε την Ιταλία, κατέστρεψε τους ειδωλολατρικούς ναούς των γειτονικών ειδωλολατρών, ίδρυσε χριστιανικούς ναούς και χριστιανικά μνημεία». Ένας σύγχρονος Ιταλός ιστορικός σημειώνει: «Όλοι οι δρόμοι της Ευρωπαϊκής ιστορίας: της αγγλικής, της γαλλικής, της βουργουνδικής και κυρίως της ιταλικής οδηγούσαν στην αυλή του Όθωνα Α’. Ως κυρίαρχος των εθνών, ως αρχηγός το στρατού των κατακτήσεων, ως υπερασπιστής της πίστεως, ως ανώτατος ρυθμιστής της πολιτικής της Δύσεως ο Όθων Α’ υπήρξε πράγματι στη συνείδηση των αρχόντων της αυτοκρατορίας, του στρατού και του λαού του ο νέος Κάρολος».

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας (1945)

Κατά το χρονικό διάστημα από 4 έως 11 Φεβρουαρίου του 1945 πραγματοποιείται η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούζβελτ, τον ηγέτη της ΕΣΣΔ Ιωσήφ Στάλιν και τον Βρετανό Πρωθυπουργό Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ εν όψει του τέλους του πολέμου. Οι τρεις νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συναντήθηκαν στην Γιάλτα της Ρωσίας για την πραγματοποίηση της δεύτερης συνόδου κορυφής (είχε προηγηθεί ανάλογη διάσκεψη στην Τεχεράνη από τις 28 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου του 1943).

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας

Στόχος της Συνδιάσκεψης ήταν να σταθεροποιηθούν οι υπάρχουσες συμφωνίες και να προδιαγραφεί η εικόνα του μεταπολεμικού κόσμου. Επίσης, να συζητηθεί το θέμα του πολέμου στην Ασία, για το οποίο προτείνεται η ανάμειξη της ΕΣΣΔ. Επί του θέματος αυτού, ο Ρούσβελτ και ο σύμβουλος του Χάρρυ Χόπκινς είναι πρόθυμοι να για παραχωρήσεις στις οποίες ο Τσόρτσιλ συναινεί, για να μην τεθεί η Μεγάλη Βρετανία στο πολιτικό περιθώριο. Εξάλλου, η Σοβιετική Ένωση, με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού στην Ανατολική και Δυτική Ευρώπη, έχει τόσο ισχυοιποιήσει τη θέση της που φαίνεται ικανή να διαμορφώνει τις εκεί συνθήκες σύμφωνα με τη θέληση της. Τέτοιες τάσεις παρατηρήθηκαν ήδη στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Γιαυτό το λόγο επείγει να βρεθεί για την Πολωνία μια λύση αποδεκτή από τα δυτικά κράτη. Τέλος, το ενδιαφέρον στρέφεται πάνω στο ποια θα είναι η μελλοντική επιρροή της Γαλλίας. όπως και στην Τεχεράνη διεξάγονται διμερείς συζητήσεις ανάμεσα στο Στάλιν και το Ρούσβελτ, ο δε Τσόρτσιλ μόνο εκ των υστέρων συμφωνεί με τα τελικά αποτελέσματα. Για το μέλλον της Γερμανίας και της Ιαπωνίας λαμβάνονται προκαταρκτικές αποφάσεις. Για την Κίνα, τη Γαλλία και την Ιαπωνία καταστρώνονται σχέδια ερήμην τους.

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας και τα αποτελέσματα της

Τα αποτελέσματα της Συνδιάσκεψης μπορούν να συνοψιστούν:

  1. Η ΕΣΣΔ αποδέχεται τη σύγκληση της ιδρυτικής συνόδου του ΟΗΕ στο Σαν Φρανσίσκο, στις 25 Απριλίου 1945. Θα είναι η μοναδική χώρα σ’ αυτόν τον οργανισμό που θα διατηρεί τρεις ψήφους (από μία επιπλέον ψήφο γαι την Ουκρανία και τη Λευκορωσία).
  2. Δυο με τρεις μήνες μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, η ΕΣΣΔ θα εισέλθει στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας. Ως αντάλλαγμα θα πάρει πίσω τα νησιά Κουρίλες και τη Νότια Σαχαλίνη, που το 1904 περιήλθαν στην κυριότητα της Ιαπωνίας. Ακόμη, της αποδίδονται πίσω τα δικαιώματα ελέγχου των σιδηροδρομικών και ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών στη Μαντζουρία, την οποία είχε επίσης χάσει, ενώ η περιοχή παραμένει στην κυριότητα της Κίνας. Ο Πρόεδρος Ρούσβελτ επωμίζεται την αποστολή να εξασφαλίσει, επί του παρόντος, τη σχετική συγκατάθεση του Στρατηγού Τσανγκ Κάι-Σεκ.
  3. Ως ανατολικό σύνορο της Πολωνία ορίζεται η γραμμή Κόρζον. Έτσι, η ΕΣΣΔ κερδίζει στο Βορρά και στη Δύση «σημαντικά εδαφικά οφέλη», που πρόκειται να συμφωνηθούν με την πολωνική κυβέρνηση σε μια συνδιάσκεψη ειρήνης. Η μελλοντική προσωρινή κυβέρνηση της Πολωνίας, που σχηματίζεται από μέλη τη Επιτροπής του Λιούμπλιν και μερικούς δημοκράτες ηγέτες από τους εξόριστους Πολωνούς, οφείλει να προκηρύξει ελεύθερες εκλογές.
  4. Οι Τρεις Μεγάλες Δυνάμεις χαιρετίζουν τη νέα κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας, που σχηματίστηκε την 1η Νοεμβρίου 1944, από τον Στρατηγό Γιόζιπ Μπροζ Τίτο και τον Πρωθυπουργό της εξόριστης κυβέρνησης Ιβάν Σούμπασιτς.
  5. Οι Τρεις Δυνάμεις αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προσφέρουν βοήθεια στα κράτη τα οποία βρίσκονται εξαρτημένα στον άξονα Χίτλερ-Μουσολίνι «για την επίλυση των πιεστικών οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων τους», ιδιαίτερα «για τη δημιουργία προσωρινών κυβερνήσεων, που θα περιλαμβάνουν μια πλατιά εκπροσώπηση όλων των δημοκρατικών στοιχείων του πληθυσμού».
  6. Ο Στάλιν ανακαλεί τις μέχρι τότε αντιρρήσεις του για τη συμμετοχή της Γαλλίας σε μια μελλοντική στρατιωτική διακυβέρνηση της Γερμανίας. Η Γαλλία αναλαμβάνει μια δική της ζώνη κατοχής, που προκύπτει από εδάφη που προβλέπονταν για τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Σχετικά με το ύψος του ποσού της γερμανικής πολεμικής αποζημίωσης – ο Στάλιν αξιώνει 20 δισεκατομμύρια δολάρια, από τα οποία διεκδικεί τα 10 για τη ΕΣΣΔ – θα εισηγηθεί μια μελλοντική ειδική επιτροπή. Η αποζημίωση θα εξασφαλιστεί με τη διάλυση των εγκαταστάσεων, την απόδοση του παραγόμενου προϊόντος και την «εκμετάλλευση της γερμανική εργατικής δύναμης». Οι Σύμμαχοι οφείλουν να συνεισφέρουν στην αποδόμηση του γερμανικού μιλιταρισμού και την εξολόθρευση του εθνικοσοσιαλισμού, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο της Γερμανίας, της οποίας ο διαμελισμός πρόκειται να συζητηθεί στις λεπτομέρειες του.

Την ώρα που ο Ρούσβελτ και ο Τσώρτσιλ αξιολογούν θετικά τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων και υπογραμμίζουν την εμπιστοσύνη τους στην αξιοπιστία της ΕΣΣΔ, ως προς τις συμφωνίες, στο αμερικανικό Κογκρέσο καθώς και στη Βρετανική Κάτω Βουλή, ασκείται κριτική για την ισχύ που παραχωρείται με τα ανωτέρω στη Σοβιετική Ένωση.

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας πρέπει να θεωρείται ως η προβαθμίδα της Συνδιάσκεψης στο Πότσνταμ.

Πηγή: Χρονικό του 20ου αιώνα

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών (1919)

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών είναι η συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε επίσημα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην Αντάντ (Entente) και την Γερμανική Αυτοκρατορία.

Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών
Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών

Η υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η συνθήκη των Βερσαλλιών υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 του δάσους της Κομπιένης. Παρότι υπήρχαν πολλές διατάξεις στη Συνθήκη, μία από τις πιο σημαντικές όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και, σύμφωνα με τα άρθρα 231-248, αποδεχόταν να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους συμμάχους άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου στην Αίθουσα των Κατόπτρων του Ανακτόρου των Βερσαλλιών. Εβδομήντα αντιπρόσωποι από είκοσι έξι έθνη διαπραγματεύθηκαν τους όρους της Συνθήκης. Η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Ρωσία αποκλείστηκαν από τις διαπραγματεύσεις. Αλλά τον πιο σημαντικό ρόλο για τη συγγραφή των όρων της συνθήκης είχαν οι τακτικές διαβουλεύσεις των «Δέκα Μεγάλων», που περιελάμβαναν τους επτά κύριους νικητές (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Βέλγιο και Σερβία). Αργότερα η Ρωσία και άλλες πέντε χώρες εγκατέλειψαν τις διαβουλεύσεις, οπότε έμειναν μόνο οι «Τέσσερις Μεγάλοι». Αφού αποχώρησε και η Ιταλία, οι τελικοί όροι καθορίστηκαν από τους «Τρεις Μεγάλους»: ΗΠΑ, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία.

Στις 29 Απριλίου η Γερμανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του Υπουργού Εξωτερικών Κόμητος Ούλριχ φον Μπρόκντορφ-Ράντσαου (Ulrich Graf von Brockdorff-Rantzau) έμαθε, επιτέλους, τους όρους της ειρήνης. Αυτοί περιελάμβαναν την απώλεια εδαφών, την απώλεια όλων των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας. Καθώς δεν επιτρεπόταν στη γερμανική αντιπροσωπεία να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις, η Γερμανική κυβέρνηση δημοσίευσε έγγραφη διαμαρτυρία για τους, κατά τη γνώμη της, άδικους όρους, και σύντομα αποχώρησε από τις διεργασίες του συνεδρίου. Στις 20 Ιουνίου, δημιουργήθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Γκούσταφ Μπάουερ, αφού παραιτήθηκε ο Φίλιπ Σάιντεμαν. Η Γερμανία τελικά συμφώνησε με τους όρους με 237 ψήφους υπέρ και 138 κατά στις 23 Ιουνίου.

Στις 28 Ιουνίου 1919 ο Χέρμαν Μύλλερ, ο νέος Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελλ (Johannes Bell) συμφώνησαν να υπογράψουν τη Συνθήκη, που επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών στις 10 Ιανουαρίου 1920. Στη Γερμανία η Συνθήκη προκάλεσε σοκ και αισθήματα ταπείνωσης, γιατί πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν άδικο να επωμιστεί μόνον η Γερμανία και οι σύμμαχοί της την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου. Οι «Τρεις Μεγάλοι» που διαπραγματεύθηκαν τη συνθήκη ήταν ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Λόυντ Τζωρτζ (Lloyd George), ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ (Georges Clemenceau) και ο Aμερικανός Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson). Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Βιτόριο Ορλάντο (Vittorio Orlando) διαδραμάτισε δευτερεύοντα ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Η Γερμανία δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτές. Στις Βερσαλλίες ήταν δύσκολο να αποφασιστεί μία κοινή θέση, γιατί οι επιδιώξεις των διαφόρων χωρών συγκρούονταν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός».

Οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, γεγονός μείζονος σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον. Η Κοινωνία των Εθνών επρόκειτο να διαιτητεύει τις διεθνείς διαφορές και έτσι να αποφεύγει μελλοντικούς πολέμους. Μόνο τρία από τα δεκατέσσερα σημεία του Ουίλσον πραγματοποιήθηκαν, αφού ο Αμερικανός Πρόεδρος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τον Κλεμανσώ, τον Λόυντ Τζωρτζ και τον Ορλάντο σε μερικά σημεία για να επιτύχει την έγκρισή τους, προκειμένου να ιδρυθεί το δέκατο τέταρτο σημείο, η Κοινωνία των Εθνών. Η καθιερωμένη άποψη είναι ότι ο Κλεμανσώ ήταν αυτός που διεκδικούσε με περισσότερη εμπάθεια την εκδίκηση σε βάρος της Γερμανίας, καθώς μεγάλο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στη βορειοανατολική Γαλλία με καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Αυτή η συνθήκη θεωρήθηκε υπέρμετρα αυστηρή καθώς έριχνε όλο το βάρος της ευθύνης στους ώμους της Γερμανίας. Η Γερμανία έχασε τα παρακάτω εδάφη:

  • Αλσατία-Λωραίνη (Alsace-Lorraine). Η Γερμανία είχε κερδίσει αυτά τα εδάφη σύμφωνα με την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στις Βερσαλλίες στις 26 Φεβρουαρίου 1871, και με τη συνθήκη της Φρανκφούρτης στις 10 Μαΐου 1871.
  • Βόρειο Σλέσβιγκ (γερμ.Schleswig), περιλαμβανομένων των γερμανικών πόλεων Τόντερν (Tondern), Απενράντε (Apenrade), Ζόντερμπουργκ (Sonderburg), Χάντερσλέμπεν (Hadersleben) και Λύγκουμ (Lügum) στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν (γερμ. Schleswig-Holstein). Ενσωματώθηκαν στην Δανία.
  • Οι πρωσικές επαρχίες του Πόζεν (Posen, σήμ. Πόζναν) και της Δυτικής Πρωσίας, που είχαν προσαρτηθεί με τον Διαμερισμό της Πολωνίας  (1772-1795), αποδόθηκαν στην νεοδημιουργηθείσα  Πολωνία. Τα εδάφη είχαν ήδη απελευθερωθεί από τον αυτόχθονα πολωνικό πληθυσμό κατά τη Μεγάλη Εξέγερση της Πολωνίας του 1918-9.

Η Δυτική Πρωσία αποδόθηκε στην Πολωνία για να έχει διέξοδο στη θάλασσα, παρότι η περιοχή είχε σημαντικό γερμανικό πληθυσμό. Έτσι, δημιουργήθηκε ο λεγόμενος Πολωνικός Διάδρομος ή Διάδρομος του Ντάντσιχ και η Ανατολική Πρωσία αποκόπηκε από την υπόλοιπη Γερμανία, όντας έτσι θύλακας της Γερμανίας.

  • Η περιοχή Χλουτσίνσκο Χούλτσιν της Άνω Σιλεσίας παραχωρήθηκε στην Τσεχοσλοβακία 
  • Το ανατολικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας στην Πολωνία
  • Οι γερμανικές πόλεις Όιπεν (Eupen) και Μαλμεντύ (Malmedy) με τις γύρω περιοχές παραχωρήθηκαν στο Βέλγιο.
  • Η περιοχή του Ζόλνταου (Soldau) της Ανατολικής Πρωσίας στην Πολωνία
  • Το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας με την πόλη Μέμελ (στα γερμανικά η περιοχή ονομάζεται Μέμελλαντ, γερμ. Memelland) πέρασε υπό γαλλικό έλεγχο, ενώ αργότερα έγινε τμήμα της Λιθουανίας.
  • Η Βάρμια (Warmia) και η Μαζουρία (Masuria) αποδόθηκαν στην Πολωνία.
  • Η περιοχή του Σάαρ πέρασε υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών για 15 χρόνια, στη συνέχεια θα ακολουθούσε δημοψήφισμα, με το οποίο οι κάτοικοι θα επέλεγαν αν η περιοχή θα αποδιδόταν στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Για αυτό το διάστημα η Γαλλία είχε δικαίωμα να εξορύσσει τον άνθρακα.
  • Το λιμάνι του Ντάντσιχ (γερμ. Danzig, πολ. Gdańsk), με το δέλτα του ποταμού Βιστούλα στη Βαλτική δημιούργησε την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών.

Οι γερμανικές αποικίες περιήλθαν υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών: η Γερμανική Ανατολική Αφρική στη Βρετανία, η Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική στη Νότιο Αφρική, το Καμερούν και το Τόγκο στη Βρετανία και τη Γαλλία, η Γερμανική Σαμόα στη Νέα Ζηλανδία, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία, τα νησιά Μάρσαλ και τα νησιά του Ειρηνικού βόρεια του Ισημερινού στην Ιαπωνία.

Η Γερμανία έχασε το ένα όγδοο των εδαφών της, και περισσότερους από 5.000.000 Γερμανούς κατοίκους.

Επίσης, στη Συνθήκη περιλαμβανόταν ο όρος ότι η Γερμανία αναγνωρίζει και σέβεται την ανεξαρτησία της Αυστρίας.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών και οι γερμανικές υποχρεώσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 156 οι γερμανικές κτήσεις στο Σανντόνγκ (Shandong) της Κίνας μεταβιβάζονταν στην Ιαπωνία αντί να επιστραφούν στην Κίνα. Οι Κινέζοι εξοργίστηκαν με αυτήν την διάταξη και πραγματοποίησαν διαδηλώσεις, ενώ δημιουργήθηκε το λεγόμενο  κίνημα της 4ης Μαρτίου, που συνέβαλε στην άρνηση της Κίνας να υπογράψει την συνθήκη. Η Κίνα ανακοίνωσε το τέλος του πολέμου με την Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1919 και υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία το 1921. Πέρα από τις εδαφικές παραχωρήσεις, η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε επίσης τα εξής:

  • Οι Γερμανοί έχασαν τα προνόμια και τα εμπορικά τους δικαιώματα στην Κίνα, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή.
  • Αποστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας και του νησιού Ελιγολάνδη (Heligoland).
  • Ο γερμανικός στρατός περιοριζόταν σε 100.000 άνδρες χωρίς υποβρύχια και εναέριες δυνάμεις, ενώ απαγορευόταν η χρήση βαρέος πυροβολικού και θωρακισμένων αρμάτων καθώς και χημικών όπλων. Απαγορευόταν, επίσης, η ναυπήγηση πολεμικών σκαφών εκτοπίσματος άνω των 10.000 κόρων.
  • Τα εμπορικά πλοία εκτοπίσματος άνω των 1600 τόνων, το 1/4 του αλιευτικού στόλου, το 1/5 των ποταμόπλοιων κατασχέθηκαν.
  • Υποχρεώθηκε επίσης να εφοδιάζει την Γαλλία με 140 εκατομμύρια τόνους άνθρακα ετησίως, το Βέλγιο με 80 εκ. τόνους, την Ιταλία 77 εκ. τόνους.
  • Υποχρεώθηκε να ναυπηγήσει για τα επόμενα 5 χρόνια, για λογαριασμό των Συμμάχων της Αντάντ, εμπορικά πλοία συνολικού εκτοπίσματος 200.000 τόνων ετησίως.
  • Στρατιωτική κατοχή από τους Συμμάχους της δυτικής όχθης του Ρήνου, της Κολωνίας, του Κόμπλεντς και του Μάιντς από τον Ιανουάριο του 1920.
  • Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ θεωρούνταν άκυρη. Η Γερμανία έπρεπε να εκκενώσει τα εδάφη που ανήκαν στις Βαλτικές χώρες καθώς και όλα τα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη.
  • Ο Κανονισμός της Κοινωνίας των Εθνών ήταν ενσωματωμένος στην συνθήκη.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Συνθήκη των Βερσαλλιών