Ο Πάμπλο Πικάσο (1881-1973)

Ο Πάμπλο Πικάσο, πραγματικό όνομα Πάμπλο Ρουίθ ι Πικάσο, (ισπανικά: Pablo Ruiz y Picasso, ισπανική προφορά: ˈpaβlo piˈkaso, 25 Οκτωβρίου 1881 – 8 Απριλίου 1973) ήταν Ισπανός ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, ποιητής, σκηνογράφος και δραματουργός.

Είναι ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ού αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης. Υπήρξε υποστηρικτής του  Κομμουνισμού, καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του, από το 1944 ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ήταν αντιφρανκικός.

Ο Πάμπλο Πικάσο ήταν Ισπανός ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, ποιητής, σκηνογράφος και δραματουργός.
Ο Πάμπλο Πικάσο

Ο Βίος του Πάμπλο Πικάσο

Ο πατέρας του ονομαζόταν Χοσέ Ρουίθ ι Μπλάσκο και ήταν επίσης ζωγράφος ενώ μητέρα του ήταν η Μαρία Πικάσο για Λόπεθ. Τα πρώτα έργα του τα υπέγραφε ως Ρουίθ Μπλάσκο αλλά από το 1901 άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα της μητέρας του.

Ο Πάμπλο Πικάσο γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας όπου πέρασε και τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, τα έλαβε από τον πατέρα του, ο οποίος δίδασκε σε διάφορες ακαδημαϊκές σχολές. Ο ίδιος ο Πικάσο ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε πολύ μικρή ηλικία και έδειξε από νωρίς δείγματα του ταλέντου του. Το 1891 η οικογένειά του μετακόμισε στην Λα Κορούνια όπου έζησε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σπουδάζοντας στην τοπική σχολή καλών τεχνών. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Βαρκελώνη το φθινόπωρο του 1895, και ο Πάμπλο έγινε δεκτός στην τοπική Ακαδημία Καλών Τεχνών (La Llotja), όπου είχε προσληφθεί ο πατέρας του ως καθηγητής του σχεδίου. Η οικογένεια ήλπιζε ότι ο γιος της θα σημείωνε επιτυχία ως ακαδημαϊκός ζωγράφος, και το 1897 η μελλοντική φήμη του στην Ισπανία φαινόταν εξασφαλισμένη. Τον ίδιο χρόνο το έργο του «επιστήμη και συμπόνοια»  όπου για το πρόσωπο του γιατρού είχε ποζάρει ο πατέρας του, έτυχε διακρίσεως στην Έκθεση Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Ο Πάμπλο Ρούιθ έφυγε για την Μαδρίτη το φθινόπωρο του 1897 και έγινε δεκτός στην βασιλική ακαδημία του Σαν Φερνάντο. Βρίσκοντας όμως τη διδασκαλία εκεί χωρίς νόημα, περνούσε όλο και περισσότερο τον καιρό του αποτυπώνοντας τη ζωή γύρω του, στα καφενεία, στους δρόμους, στα πορνεία και στο Πράδο, όπου ανακάλυψε την ισπανική ζωγραφική. Έγραψε «ο Βελάσκεθ πρώτης κατηγορίας, ο Ελ Γκρέκο έχει ζωγραφίσει μερικά υπέροχα κεφάλια, ο Μουρίγιο δεν με πείθει σε όλα του τα έργα». Τα έργα αυτών και άλλων καλλιτεχνών, όπως λ.χ., του Γκόγια, θα αιχμαλωτίσουν τη φαντασία του Πικάσο σε διάφορες περιόδους της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του.

Ο Πικάσο αρρώστησε την άνοιξη του 1898 από οστρακιά και πέρασε την υπόλοιπη χρονιά αναρρώνοντας στο καταλανικό χωριό Όρτα ντε Εμπρο με συντροφιά το φίλο του από τη Βαρκελώνη Μανουέλ Παλάρες. Όταν ο Πικάσο επέστρεψε στην Βαρκελώνη στις αρχές του 1899, ήταν άλλος άνθρωπος, είχε παχύνει, είχε μάθει να ζει μόνος του στην ύπαιθρο, μιλούσε καταλανικά, και το σπουδαιότερο, είχε πάρει την απόφαση να διακόψει την καλλιτεχνική του εκπαίδευση σε σχολές ζωγραφικής και να αγνοήσει τα σχέδια της οικογένειας του για το μέλλον του. Άρχισε ακόμη να δείχνει σαφή προτίμηση στο επίθετο της μητέρας του και επέγραφε πιο συχνά τα έργα του ως Π. Ρ. Πικάσο (από τα τέλη του 1901 εγκατέλειψε εντελώς το επίθετο Ρουίθ).

Το 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε σημαντικό κέντρο της καλλιτεχνικής ζωής.

Το έργο του Πάμπλο Πικάσο

Λόγω της ποικιλομορφίας αλλά και της χρονικής έκτασης που παρουσιάζει το έργο του Πικάσο, χωρίζεται συνήθως σε διαφορετικές περιόδους. Ο κυριότερες από αυτές είναι:

  • Μπλε ή Γαλάζια περίοδος (1901-1904): οι πίνακες του Πικάσο, αυτής της περιόδου, χαρακτηρίζονται από το μπλε χρώμα ή αποχρώσεις του και συμβολίζουν μία συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο της ζωής του. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του ανήκουν σε αυτή, απεικονίζοντας ακροβάτες, αρλεκίνους, πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες. Η μπλε περίοδος περιλαμβάνει πίνακες που ολοκληρώθηκαν κυρίως στο Παρίσι αλλά είναι περισσότερο επηρεασμένοι από την ισπανική ζωγραφική.
  • Ροζ ή Ρόδινη περίοδος (1905-1907): Στους πίνακες αυτής της περιόδου, κυριαρχούν τα κεραμικά χρώματα και οι γήινοι τόνοι, ενώ συχνά χαρακτηρίζονται ως περισσότερο λυρικοί και εύθυμοι. Θεωρείται η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο επηρεάστηκε περισσότερο από την γαλλική ζωγραφική.
  • Αναλυτικός κυβισμός (1907-1912): είναι η τεχνοτροπία που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πικάσο μαζί με τον Μπρακ και ένας από τους δύο βασικούς τομείς του ρεύματος του κυβισμού.
  • Συνθετικός κυβισμός (1912-1915): η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο και ο Μπρακ εξέλιξαν την κυβιστική οπτική, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολάζ.

Οι επόμενες περίοδοι στο έργο του Πικάσο περιλαμβάνουν μια στροφή του σε περισσότερο κλασικές μορφές και ένα μεσογειακό πνεύμα (1916-1924), την αλληλεπίδρασή του με το υπερρεαλιστικό κίνημα στα μέσα της δεκαετίας του 1920, την ενασχόλησή του με την γλυπτική (από τα τέλη της δεκαετίας του ’20) καθώς και το έργο που πραγματοποίησε μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Οι δεσποινίδες της Αβινιόν, Πάμπλο Πικάσο
Οι δεσποινίδες της Αβινιόν

Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ’ όλα ζωγράφος (στην πραγματικότητα θεωρούσε ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να ζωγραφίζει για να μπορεί να θεωρηθεί αληθινός καλλιτέχνης), εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα. Ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν και ως ποιητής λέγοντας «Je suis aussi un poète», δηλαδή «είμαι κι εγώ ένας ποιητής». Θεωρείται πως μέσα από τα ποιήματά του, ο Πικάσο εξέφρασε πιο έντονα την σχέση του με τον υπερρεαλισμό. Ξεκίνησε τη συγγραφή τους το 1934 και συλλογές αυτών δημοσιεύτηκαν αργότερα στα περιοδικά Cahiers d’ Art (Τετράδια τέχνης) και La Caceta de Arte.

Το διασημότερο ίσως έργο του Πικάσο είναι η Γκερνίκα (ή Γκερνίκα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), η απεικόνιση του Γερμανικού βομβαρδισμού της πόλης της Ισπανίας Γκερνίκα. Αυτός ο μεγάλος καμβάς περιγράφει την απανθρωπιά, την βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Η Γκερνίκα έμεινε κρεμασμένη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην  Ισπανία  προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στην οριστική του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.

Ο Πικάσο ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ως ζωγράφος και ως σχεδιαστής, ακόμη και για τα δεδομένα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του κόσμου. Εργάστηκε εξίσου με ελαιογραφίες, υδατογραφίες, παστέλ, κάρβουνο, μολύβι και μελάνι. Απέδωσε σύνθετες σκηνές ως απλές γεωμετρικές μορφές στα έργα του Κυβισμού, αλλά δημιούργησε επίσης και μεγαλοπρεπή ρεαλιστικά πορτραίτα. Τα σκίτσα του με μελάνι και μολύβι φίλων του από την εποχή του Κυβισμού και κατόπιν, εκτιμούνται για την υποτιμημένη οικειότητα τους, και είναι παραδείγματα των δεξιοτήτων του. Ο Πικάσσο κινήθηκε με ευκολία στις τέχνες παρά την περιορισμένη ακαδημαϊκή του κατάρτιση (παρακολούθησε μόνο ένα έτος στη βασιλική ακαδημία της Μαδρίτης). Τα ταλέντα του αυξήθηκαν από μια αυστηρή αίσθηση καθήκοντος στην εργασία του, που κράτησε μέχρι τα τελευταία έτη της μακρόχρονης ζωής του.

Το 1966 φιλοξενήθηκε στο Γκραν Παλέ και στο Πτί Παλέ στο Παρίσι  μεγάλη έκθεση του 85χρονου τότε Πικάσο, με περισσότερα από 1.000 έργα. Τα ρεπορτάζ της εποχής εκτιμούσαν ότι επρόκειτο για τη «μεγαλύτερη αναδρομική εκδήλωση που έχει ποτέ οργανωθεί για ζώντα καλλιτέχνη». Οι επισκέπτες σχημάτισαν τεράστιες ουρές για να περιπλανηθούν στο σύμπαν από πίνακες, γλυπτά, κεραμικά, σχέδια και γκραβούρες του μεγάλου καλλιτέχνη. Έκθεση που συμπύκνωνε μία πλούσια ζωή: 60 χρόνια δουλειάς, 7 επαναστάσεις, 7 γυναίκες, μισό χιλιόμετρο ζωγραφικής, δεκάδες γλυπτά κ.ο.κ. Ιδιαίτερα παραγωγικός, «ζωγραφίζει όπως αναπνέει» υποστήριζαν, κρατούσε διαρκώς ένα χαρτί κι ένα μολύβι στο χέρι, δημιουργώντας σχέδια, το καθένα από τα οποία στοιχίζει πλέον μία περιουσία. Ανάμεσα στα έργα που εκτέθηκαν στο Παρίσι (ως τις 12 Φεβρουαρίου του 1966) και παρουσίασαν την πορεία του Πικάσο στις εικαστικές τέχνες, περιλαμβάνονταν και ορισμένα που αποτέλεσαν σταθμό στην καριέρα του, όπως Οι δεσποινίδες της Αβινιόν (1907), που έφερε επανάσταση στη σύγχρονη ζωγραφική και θεωρήθηκε προμήνυμα του κυβισμού: «Άλλοτε ένας πίνακας ήταν ένα σύνολο από προσθέσεις. Εγώ θέλησα να δώσω ένα σύνολο από αφαιρέσεις», είπε ο Πικάσο. Ακόμη: Οι μουσικοί με τις μάσκες (1921), Ο ακροβάτης (1930), Κοπέλα μπροστά σε καθρέφτη (1932) κ.α. Η Γκερνίκα δεν βρισκόταν ανάμεσά τους, γιατί είχε ήδη εκτεθεί στο Παρίσι, στο Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών το 1955. Τα γενέθλια του ζωγράφου γιορτάστηκαν σε όλη τη Δύση με αφιερώματα και εκδηλώσεις. Ο ίδιος παρέμενε ανήσυχος και δημιουργικός, σκεπτόμενος διαρκώς το μέλλον.

Πέθανε σε ηλικία 92 ετών το 1973 και τάφηκε δίπλα στην σύζυγό του, Ζακλίν Ροκ, στον κήπο του κάστρου Βωβενάργκ, που του ανήκε, στο χωριό Βωβενάργκ της Γαλλίας.

Διάφορα έργα ζωγραφικής του Πικάσσο συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο ακριβά έργα τέχνης στον κόσμο. Στις 4 Μαΐου 2004 ο πίνακας Garçon à la pipe πωλήθηκε έναντι 104 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Σόθμπι (Sotheby’s).

Προσωπική ζωή

Πρώτη σύζυγος του Πάμπλο Πικάσο ήταν η Ρωσίδα χορεύτρια Όλγα Κοκλόβα. Στις αρχές Μαρτίου του 1961, σε ηλικία 79 ετών, ο Πάμπλο Πικάσο παντρεύτηκε την 34χρονη Ζακλίν Ροκ, μοντέλο, μελαχρινή με πράσινα μάτια, την οποία απαθανάτισε σε αρκετούς πίνακές του. Ο γάμος, όχι θρησκευτικός, τελέσθηκε εν πλήρει μυστικότητα στο Βαλορί της Κυανής Ακτής και ήταν ο δεύτερος και για τους δύο. Αν και υπήρξε  κομμουνιστής, εξέφρασε πολλές φορές την αντίθεσή του σε διάφορες πρακτικές του Σοβιετικό μπλοκ, όπως η Σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956 και στην Τσεχοσλοβακία το 1968, χωρίς όμως να διαγραφεί ποτέ από το κόμμα. Είχε στηρίξει μαζί με άλλους διανοούμενους τον Νίκο Μπελογιάννη και μάλιστα του αφιέρωσε και ένα πίνακα μετά την εκτέλεσή του. Όταν τον ρώτησαν γιατί δεν έκλεισε το πορτρέτο είπε χαρακτηριστικά «Έναν τόσο μεγάλο άνθρωπο δεν μπορείς να τον κλείσεις σε ένα πορτρέτο». Κάποτε είχε δημιουργήσει ένα πορτρέτο που να αναπαριστά τον Στάλιν, κατόπιν πιέσεων των συντρόφων του, όμως προκάλεσε σάλο στους ηγέτες του κόμματος, διότι στο πορτρέτο διαφαινόταν μία σατυρική ματιά για τον Στάλιν, μία διαπεραστική ειρωνεία. Γενικά, οι σχέσεις του με τον Σοβιετικό ηγέτη δεν ήταν και οι καλύτερες δυνατές.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πάμπλο_Πικάσο

Please follow and like us:
error0

Ο Ζακ Σιράκ (1932-2019)

Ο Ζακ Σιράκ (γαλλικά: Jacques Chirac, Παρίσι, 29 Νοεμβρίου 1932 – 26 Σεπτεμβρίου 2019) ήταν Γάλλος πολιτικός και πρώην Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Ο Ζακ Σιράκ (γαλλικά: Jacques Chirac, Παρίσι, 29 Νοεμβρίου 1932 - 26 Σεπτεμβρίου 2019) ήταν Γάλλος πολιτικός και πρώην Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας.
Ο Ζακ Σιράκ

Ο Βίος του Ζακ Σιράκ

Ο Ζακ Σιράκ γεννήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1932. Πατέρας του ήταν ο Αμπέλ Φρανσουά Σιράκ και μητέρα του η Μαρί Λουίζ Βαλέτ. Φοίτησε στο Λύκειο Λουί-λε-Γκραν (έως 1950), στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού (1951–1953), στην «Εθνική Σχολή Διοίκησης» (École nationale d’administration – ENA) (1957-1959) και στο Harvard Summer School. Ξεκίνησε την καριέρα του ως υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Το 1956 παντρεύτηκε τη σύζυγο του Μπερναντέτ και μαζί απέκτησαν δύο κόρες την Κλοντ και τη Λοράνς. Ο Ζακ Σιράκ έσβησε το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου 2019 ανάμεσα στους δικούς του.

Η καριέρα του Ζακ Σιράκ στην πολιτική

Εκλέχθηκε βουλευτής με το κόμμα UDR για πρώτη φορά το 1967, έγινε γραμματέας του κράτους το 1968, υπουργός για τις Επαφές με τη Βουλή το 1971, της Γεωργίας το 1972, των Εσωτερικών το 1974. Την ίδια εποχή στις προεδρικές εκλογές έπαιξε σημαντικό ρόλο υπέρ του Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, στον οποίο εξασφάλισε ένα στήριγμα ενός σταθερού μέρους του κόμματος του Σαρλ ντε Γκωλ. Αυτό τον ανακήρυξε πρωθυπουργό. Ερχόμενος σε ρήξη με τον πρόεδρο, ο Σιράκ άφησε την κυβέρνηση το 1976. Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, για να σταθεροποιήσει τις θέσεις του κόμματος του Ντε Γκωλ προχώρησε στην επανίδρυση μετατρέποντας το παλιό UDR του Ντε Γκωλ σε Rassemblement pour La republique, του οποίου έγινε πρόεδρος. Στις εθνικές εκλογές του 1978 το κόμμα του εμφανίστηκε το πιο ισχυροποιημένο στη χώρα. Έβαλε υποψηφιότητα για την προεδρία της Δημοκρατίας το 1981, δεν έφτασε όμως στην τελική ψηφοφορία. Το 1986, με τη νίκη του επί του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έγινε πρωθυπουργός για δεύτερη φορά. Δύο χρόνια αργότερα, έβαλε και πάλι υποψηφιότητα για την προεδρία της Δημοκρατίας μαζί με το σοσιαλιστή πρόεδρο Μιτεράν, ηττήθηκε και παραιτήθηκε και από το αξίωμα του πρωθυπουργού. Εκλέχθηκε δήμαρχος του Παρισιού το 1977 και οδήγησε το κόμμα του σε μια νίκη στις πολιτικές εκλογές το 1993. Στις προεδρικές εκλογές το 1995, ο Σιράκ νίκησε στην τελική ψηφοφορία τον σοσιαλιστή υποψήφιο, Λιονέλ Ζοσπέν, εγκαινιάζοντας για τη χώρα μια δεξιά κυβέρνηση. Μια από τις πρώτες πράξεις κατά τη διάρκεια της προεδρίας του ήταν η επανάληψη των πυρηνικών πειραμάτων στον Ειρηνικό. Στην εξωτερική πολιτική, ο Σιράκ ακολούθησε την προηγούμενη πολιτική γραμμή της Γαλλίας, διατηρώντας σταθερό τον προνομιούχο άξονα με τη Γερμανία. Επανεξελέγη το 2002 με συντριπτική πλειοψηφία, έχοντας απέναντί του τον ακροδεξιό υποψήφιο, Ζαν-Μαρί Λεπέν.

Το 2005 αντιμετώπισε τις ταραχές με τους νεαρούς μετανάστες, που πήραν χαρακτήρα εξέγερσης και ανάγκασαν την κυβέρνησή του να κηρύξει ξανά το νόμο που ίσχυε την περίοδο του Πολέμου στην Αλγερία. Μετά τις προεδρικές εκλογές του 2007 αποσύρθηκε από την πολιτική.

Τα προβλήματα του Ζακ Σιράκ με τη δικαιοσύνη

Το Δεκέμβριο του 2011 κρίθηκε ένοχος για τις κατηγορίες: Υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, κατάχρηση εμπιστοσύνης, παράνομη οικειοποίηση συμφερόντων, πράξεις οι οποίες διαπράχθηκαν, κατά τη γαλλική δικαιοσύνη, κατά τη διάρκεια της θητείας του ως δήμαρχος του Παρισιού την περίοδο 1990 – 95 και ενώ κατείχε τη θέση του ηγέτη του κόμματος RPR.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ζακ_Σιράκ

Please follow and like us:
error0

Η Κοκό Σανέλ (1883-1971)

Η Γκαμπριέλ Μπονέρ «Κοκό» Σανέλ (Gabrielle Bonheur “Coco” Chanel, 19 Αυγούστου 1883 – 10 Ιανουαρίου 1971), γνωστή ως Κοκό Σανέλ, ήταν Γαλλίδα σχεδιάστρια μόδας, μία από τις διασημότερες σχεδιάστριες μόδας του 20ού αιώνα.

Η Γκαμπριέλ-Κοκό Σανέλ
Η Κοκό Σανέλ

Το 1909 άνοιξε το πρώτο της κατάστημα στο Παρίσι, με γυναικεία καπέλα. Ίδρυσε ομώνυμο οίκο μόδας που παραμένει στην επικαιρότητα μέχρι σήμερα. Το 1923 δημιούργησε το άρωμα «Σανέλ № 5» και εφηύρε το μικρό μαύρο φόρεμα.

Μόνο το όνομά της είναι αρκετό για να οριστεί ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα ταγέρ, μία ατζέντα, ένα άρωμα, ένα κόσμημα, μία ολόκληρη εμφάνιση. Προσδίδει prestige, ποιότητα, άμεμπτο γούστο και αλάνθαστο στυλ. Είναι μια υπογραφή αρτιότητας. Η Κοκό Σανέλ είχε ελάχιστη υπομονή και πολύ ταλέντο. Δε θα μπορούσε να καταφέρει τίποτα λιγότερο. Η Κοκό Σανέλ ήταν πρωτοποριακή σχεδιάστρια μόδας. Η μοντέρνα και νεωτεριστική φιλοσοφία της, οι εμπνευσμένες γυναικείες μόδες -από τις αντρικές- και η αναζήτηση της πολυτελούς απλότητας, την έκαναν αναμφισβήτητα τη σημαντικότερη φιγούρα στην ιστορία της μόδας του 20ου αιώνα. Η επιρροή της στην υψηλή ραπτική ήταν τόση, (μέχρι το θάνατό της, στα 87 της, η Γαλλίδα σχεδιάστρια κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει τον εαυτό της ως το σημαντικότερο και ίσως το μοναδικό ρυθμιστή της μόδας του 20ού αιώνα), που ήταν το μόνο πρόσωπο στον τομέα της που αναφερόταν στο περιοδικό TIME, ανάμεσα στους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στον 20ό αιώνα.

Μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της, στην πραγματικότητα, ίσως η πρώτη γυναίκα στο κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών. Η φήμη της Σανέλ και το ύφος της, παρέμειναν περισσότερο από τη ζωή της. Η Σανέλ, βέβαια, δεν θα προσδιόριζε ποτέ τον εαυτό της ως φεμινίστρια, στην πραγματικότητα περισσότερο μιλούσε για θηλυκότητα παρά για φεμινισμό, παρ’όλα αυτά η δουλειά της είναι αδιαμφισβήτητα μέρος της απελευθέρωσης των γυναικών. Στάθηκε σωσίβια λέμβος για τις γυναίκες, όχι μία, αλλά δύο φορές, κατά τη διάρκεια δυο ξεκάθαρα διαφορετικών περιόδων, που χώριζαν πολλές δεκαετίες: τη δεκαετία του 1920 και τη δεκαετία του 1950. Όχι μόνο έκανε αποδεκτά νέα στυλ και υφάσματα, αλλά έκανε μόδα την ανάγκη και την απροκάλυπτη ανυπακοή. Επειδή δεν άντεχε οικονομικά τα μοδάτα ρούχα της περιόδου, τα απέρριψε και έφτιαξε δικά της, χρησιμοποιώντας σπορ jackets και γραβάτες, που μόνο οι άντρες φορούσαν στην καθημερινότητά τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι συσχετίστηκε με το μοντἐρνο κίνημα συμπεριλαμβανομένων των Ντιάγκιλεφ, Πάμπλο Πικάσο, Στραβίνσκι και Κοκτώ. Όπως αυτοί οι καλλιτέχνες, έτσι και η ίδια ήταν αποφασισμένη να σπάσει τους παλαιούς κώδικες και να βρει ένα τρόπο να εκφράσει τον εαυτό της. Ο Κοκτώ κάποτε είπε γι’ αυτήν ότι «ήταν κάτι σαν θαύμα, δούλεψε στον κόσμο της μόδας με κανόνες οι οποίοι είχαν αξία μόνο για τους ζωγράφους, τους ποιητές και τους μουσικούς».

Οι καινοτομίες της είναι βασικά κομμάτια της γκαρνταρόμπας πολλών γενεών γυναικών: τα jersey ταγέρ και φορέματα, τα ντραπέ τουρμπάνια, τα πουκάμισα, οι πλισέ φούστες, τα γυναικεία πουλόβερ, οι μπλούζες χωρίς γιακά, τα τουίντ (πλεχτά) ταγέρ, τα blazer, οι δίχρωμες (μπεζ με μαύρη μύτη) γόβες χωρίς φτέρνα, τα strapless φορέματα, οι καμπαρντίνες. Δημιούργησε, επίσης, το μικρό μαὐρο φόρεμα, τη ζώνη-αλυσίδα, το άρωμα № 5, το total look, τα κοσμήματα στα ρούχα, το κασμιρένιο κάρντιγκαν, την καπιτονέ τσάντα με την αλυσίδα, τις γυναικείες πυτζάμες (τις οποίες κατόρθωσε να κάνει και κοινωνικά αποδεκτές), το unisex στυλ, το gypsy look και τα γυναικεία παντελὀνια, ενώ, επίσης, αυτή ήταν που καθιέρωσε το μαὐρισμα και τα κοντἀ μαλλιά στις γυναίκες.

Η σχεδιάστρια χρησιμοποίησε, επίσης, τα ζωηρά χρώματα και τα θηλυκά τυπωμένα σιφόν στα σχέδιά της που αφορούσαν την πρωινή ένδυση. Τα βραδινά της σύνολα ακολούθησαν τη μακριά και λεπτή γραμμή για την οποία η σχεδιάστρια ήταν γνωστή, αλλά και το ενσωματωμένο τούλι, τη δαντέλλα, και τα διακοσμητικά στοιχεία που μαλακώνουν και κάνουν ρομαντικότερο το ένδυμα.

Τα γεγονότα της ζωής της Κοκό Σανέλ δείχνουν ότι αναγνώρισε από νωρίς, κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, ότι η κοινωνία και η μόδα συνδέονται άμεσα και περίπλοκα μεταξύ τους. Τα παθιασμένα ενδιαφέροντα της σχεδιάστριας ενέπνευσαν τις μόδες της. Το διαμέρισμά της και ο ιματισμός της ακολουθούσαν την αγαπημένη της χρωματική παλέτα, σκιές του μπεζ, του μαύρου και του λευκού. Αντικείμενα από τη συλλογή τέχνης της και τα θεατρικά ενδιαφέροντά της, της παρείχαν την κατάλληλη έμπνευση για τα θέματα των collections της. Όταν η Κοκό Σανέλ παρευρέθηκε σ’ ένα χορό μεταμφιεσμένων, ντύθηκε σαν μια φιγούρα από πίνακα του Βατώ (Watteau) και αργότερα ξαναδούλεψε αυτό το κοστούμι και το μετέτρεψε σε γυναικείο κοστούμι.

Η Κοκό Σανέλ, επίσης, εμπνεόταν για τις δημιουργίες της από την καθημερινότητα και την προσωπική της ζωή. Κατά τη διάρκεια του δεσμού της με τον Etienne Balsan εμπνεύστηκε τα σύνολα ιππασίας, ενώ η συμβίωσή της με το δούκα του Γουέστμινστερ, την οδήγησε σε μια αγγλική περίοδο – που κατόρθωσε να την εισάγει στους κλειστούς υψηλους κύκλους της κοινωνίας. Η συνεχής ανάγκη για υψηλή ραπτική και τα χρήματα για τη χρηματοδότησή της, βρίσκονταν εκεί στις αίθουσες χορού και στα σαλόνια του Παρισιού. Και η αυξανόμενη φήμη της Σανέλ ως πρωτοποριακής σχεδιάστριας, ενδυνάμωσε την επιθυμία της υψηλής κοινωνίας να την συμπεριλάβει στους κύκλους της. Η κοινωνία, άλλωστε, πάντα αγαπά να βρίσκεται κοντά στην δημιουργικότητα.

«Δεν μπήκα στην κοινωνία αυτή επειδή έπρεπε να σχεδιάσω ρούχα. Σχεδίασα ρούχα, ακριβώς επειδή μπήκα στην κοινωνία αυτή. Επειδή ήμουν η πρώτη που έζησε τη ζωή αυτού του αιώνα» είχε πει η ίδια η Σανέλ.

Αργότερα, προσέλαβε Ρώσους μετανάστες από τον φιλικό της κύκλο, για να εργαστούν στο εργαστήριο κεντήματός της, δημιουργώντας, έτσι, σχέδια που μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της. Γνωστή για την ανηλεή τελειομανία της, είτε στο σχέδιο, είτε στην εφαρμογή, αλλά και για τις ισχυρές απόψεις της σε κάθε θέμα γούστου, η Σανέλ δημιούργησε τα ρούχα της έχοντας ως αρχή την προσωπική της πεποίθηση.

Το κοφτερό μυαλό της φαίνεται σε κάθε δημιουργία της. Από τη χρήση των λογότυπων μέχρι τη βαθιά κατανόηση της δύναμης της προσωπικότητας και των πακέτων συσκευασίας. Ακόμα, για τη Σανέλ ήταν πολύ σημαντικό το να αντιγράφεται.

Η Κοκό Σανέλ δεν ήταν απλά μπροστά από την εποχή της. Ήταν μπροστά από τον ίδιο της τον εαυτό. Εάν κάποιος κοιτάξει τις δουλειές των σύγχρονων σχεδιαστών μόδας, τόσο διαφορετικών μεταξύ τους, όπως οι Τομ Φορντ, Χέλμουτ Λανγκ, Μιούτσια Πράντα, Τζιλ Σάντερ και Ντονατέλλα Βερσάτσε, βλέπει ότι πολλές δημιουργίες τους αντανακλούν τις δικές της δημιουργίες. Αποδεικνύεται, δηλαδή, πως το γούστο της και η αίσθηση του στυλ που διέθετε, υπερπηδούν τη μόδα του σήμερα.

Ο Βίος της Κοκό Σανέλ

Η Κοκό Σανέλ γεννήθηκε στο Σωμύρ (Saumur), στην κοιλάδα του Λίγηρα της Γαλλίας. Επέζησε μιας πενιχρής παιδικής ηλικίας και μιας αυστηρής, μοναχικής εκπαίδευσης. Η Σανέλ μεγάλωσε σε ένα γαλλικό ορφανοτροφείο. Το απλοϊκό και άκαμπτο φόρεμα των καλογραιών και το περιβάλλον αυτό επηρέασαν τα σχέδια της. Οι δυσκολίες της νεαρής ζωής της, την ενέπνευσαν να ακολουθήσει έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο ζωής, πρώτα πάνω στο σανίδι, όπου απόκτησε το παρατσούκλι «Κοκό» και έπειτα ως κατασκευάστρια και πωλήτρια γυναικείων καπέλων.

Παρόλο που η Coco δεν είχε αριστοκρατική καταγωγή, το 1912 γνώρισε την εύπορη κοινωνία όταν γνώρισε τον Arthur “Boy” Capel, που την βοήθησε να ανοίξει το πρώτο της κατάστημα καπέλων το 1913, ακολουθούμενο από ένα ακόμα στην τουριστική πόλη Ντωβίλ. Πωλώντας καπέλα και μια περιορισμένη γραμμή ενδυμάτων, τα καταστήματα Σανέλ ανέπτυξαν μια αφιερωμένη πελατεία που έκανε γρήγορα το πρακτικό, αθλητικό της ντύσιμο, μεγάλη επιτυχία. Ένα μεγάλο μέρος του ιματισμού Σανέλ ήταν φτιαγμένο από jersey, μια επιλογή υφάσματος ασυνήθιστη και εμπνευσμένη. Έως ότου αρχίσουν οι σχεδιαστές να δουλεύουν με το jersey, αυτό συνήθως έβρισκε εφαρμογή σε αντρικά εσώρουχα. Με την οικονομική της κατάστασή επισφαλή κατά τα πρώτα έτη της σχεδιαστικής της σταδιοδρομίας, η Σανέλ προτίμησε το jersey πρώτιστα για το χαμηλότερο κόστος του. Οι ιδιότητες του συγκεκριμένου υφάσματος, εντούτοις, διασφάλισαν τη συνέχεια της χρήσης του από τη σχεδιάστρια ακόμα και όταν η επιχείρησή της έγινε κερδοφόρα. Το ύφασμα έπεφτε ωραία και ταίριαζε στα σχέδια της Σανέλ, που ήταν απλά, πρακτικά, και συχνά εμπνευσμένα από την αντρική ένδυση, ειδικά από τις στολές που επικράτησαν κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, που ξέσπασε το 1914.

Απ΄τη στιγμή που οι «έχοντες συνείδηση μόδας» πελάτες της πήγαν στο Παρίσι, στην αρχή του πολέμου, οι Βoutiques Chanel στο Ντωβίλ και στο Μπιαρίτς άρχισαν να ακμάζουν. Μαζί, αυτά τα δύο καταστήματα απασχόλησαν πάνω από 300 άτομα. Το νέο στυλ της Σανέλ, με τις boxy γραμμές και τις κοντές φούστες, που επέτρεπε στις γυναίκες να αφήσουν τους κορσέδες πίσω τους, τις ελευθέρωνε κινησιολογικά, για τις πρακτικές δραστηριότητες που γίνονται απαραίτητες από τον πόλεμο. Τα στοιχεία αυτών των πρόωρων σχεδίων έγιναν σφραγίδες του στυλ Σανέλ. Η Κοκό Σανέλ ένιωσε μεγάλη υπερηφάνεια ως γυναίκα στο σχεδιασμό για άλλες γυναίκες, και μέχρι το 1919, στην ηλικία τριάντα δύο, απόλαυσε τεράστια επιτυχία, με πελάτες σε όλο τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Σανέλ δημιούργησε το -σε όλο τον κόσμο διάσημο- άρωμα της, το Νο 5. Σύντομα κατόπιν, στις αρχές του 1920 κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, με την οικονομική βοήθεια του Capel, μετέφερε τον οίκο ραπτικής της στο Παρίσι, στην οδό Cambon 31, ο οποίος παραμένει το κέντρο των διαδικασιών της επιχείρησης Σανέλ, ακόμα και σήμερα.

Η Κοκό Σανέλ εισήγαγε τις πλεκτές ζακέτες το 1925 και το «μικρό μαύρο φόρεμα» το 1926.

Το 1931, η Σανέλ μισθώθηκε από τον Samuel Goldwin για ένα εκατομμύριο δολάρια για να ντύσει τα αστέρια του, συμπεριλαμβανομένων των Kathrine Hepburn, Grace Kelly, Elizabeth Taylor και Gloria Swanson. Αυτό διήρκεσε λίγο, εντούτοις, διότι πολλές στάρλετ της εποχής αρνήθηκαν την υπηρεσία της. Αργότερα εκείνη τη δεκαετία, πίσω στη γενέτειρά της, η Σανέλ σχεδίασε και ανέπτυξε μια σειρά κοσμημάτων που εμπνεύστηκε από το «Αρ Ντεκό» κίνημα της τέχνης της δεκαετίας του 1930.

Ο αμερικανός βιογράφος της, δημοσιογράφος Φρανς Βον που ζει στη Γαλλία υποστηρίζει ότι χρησιμοποίησε πληθώρα υλικού των γαλλικών, των βρετανικών, των γερμανικών και των αμερικανικών αρχείων που αναφέρουν ότι η Σανέλ ήταν πράκτορας των Γερμανών Ναζί.

Στο βιβλίο του με τίτλο Στο κρεβάτι με τον εχθρό, ο μυστικός πόλεμος της Κοκό Σανέλ, γράφει ότι το 1940, σε ηλικία 57 ετών, η Κοκό Σανέλ στρατολογήθηκε από την Abwehr, τις μυστικές υπηρεσίες του γερμανικού στρατιωτικού επιτελείου, για να γίνει ο πράκτορας F-7124, κωδική ονομασία του Γουέστμινστερ, του ονόματος του πρώην εραστή και φίλου της του δούκα του Γουέστμινστερ.

Το 1954, η επιστροφή της την αποκατέστησε στην κορυφή της υψηλής ραπτικής. Η Σανέλ αποφάσισε να βελτιώσει τα σχεδία της δεκαετίας του 1930. Ο φυσικός, casual ιματισμός της, συμπεριλαμβανομένου του κοστουμιού Σανέλ, για άλλη μια φορά τράβηξε την προσοχή – και τα πορτοφόλια – των γυναικών. Εισήγαγε τα μεσάτα σακάκια και τα παντελόνια καμπάνα για τις γυναίκες. Μερικοί λένε ότι η δημοτικότητα του «new look» του Ντιόρ αηδίασε την Σανέλ και της έδωσε την έμπνευσή που ήταν από καιρό μουδιασμένη. Άλλη μια φορά, τα σχέδια Σανέλ άκμασαν και πλέον αγκαλιάστηκε από τις στάρλετ του Hollywood. Στην πραγματικότητα, η Σανέλ ξόδεψε ένα μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1950 και της δεκαετίας του 1960 εργαζόμενη για τα διάφορα στούντιο του Hollywood, ντύνοντας σταρς όπως η Audrey Hepburn και η Anne Baxter. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα σχέδια της έγιναν πολύ δημοφιλή, ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εκτός από τη δουλειά της στην υψηλή ραπτική, σχεδίασε επίσης κοστούμια για θεατρικά, όπως την Αντιγόνη του Κοκτώ (1923) και το “Oedipus Rex” (1937), όπως επίσης και κοστούμια ταινιών, συμπεριλαμβανομένου του “La Regle de Jeu” του Ρενουάρ. Η Κάθριν Χέπμπορν πρωταγωνίστησε το 1969 στο Broadway στο μιούζικαλ “Coco“, που ήταν βασισμένο στη ζωή της Κοκό Σανέλ.

Πέθανε μόνη, στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1971. Πριν από το θάνατό της, ένα κοστούμι της ή μια βραδινή τουαλέτα της στοίχιζε τουλάχιστον $12.000.

Το Στυλ (Style Icon) της Κοκό Σανέλ

Ο τρόπος ζωής της Σανέλ την τροφοδότησε ιδέες για το πώς οι σύγχρονες γυναίκες πρέπει να δείχνουν, να ενεργούν και να ντύνονται. Η λεπτή, αγορίστικη φιγούρα της και και τα κοντά της μαλλιά έγιναν ιδανικό, όπως και το μαυρισμένο δέρμα της, ο δραστήριος τρόπος ζωής της και η οικονομική ανεξαρτησία της. Σε όλη τη σταδιοδρομία της, η Σανέλ πέτυχε στη συσκευασία και το μάρκετινγκ των προσωπικών της τοποθετήσεων, στυλ και ύφους, γεγονός που την κάνει έναν βασικό ρυθμιστή του γυναικείου γούστου καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Ήταν για μια ολόκληρη κοινωνία ένα παράδειγμα προς μίμηση. Πιο συγκεκριμένα:

Τα παντελόνια καμπάνες

Στην περίπτωση αυτή καθοριστικός παράγοντας ήταν η πρακτικότητα. Η Σανέλ φορούσε παντελόνια καμπάνα στη Βενετία για να μπαινοβγαίνει ευκολότερα στις γόνδολες και έτσι ξεκίνησε μια επανάσταση στο σχεδιασμό των παντελονιών.

Τα κοντά μαλλιά

Η επανάσταση αυτή, ήρθε απλά τυχαία. Αφού έκαψε τα μαλλιά της, τα έκοψε εντελώς και έκανε μία εμφάνιση στο Παρίσι, αρχίζοντας την τρέλλα με τα κοντοκουρεμένα μαλλιά. Όπως πάντα, κάθε ιδέα της Σανέλ προκαλούσε σεβασμό. Και το σημαντικότερο…

Το μαύρισμα από τον ήλιο

Αυτή ήταν, ίσως, η μεγαλύτερη ανατροπή που η σχεδιάστρια κατάφερε και μάλιστα άθελά της. Από την εποχή του Σαίξπηρ ακόμα, πριν από τη βιομηχανική επανάσταση, το λευκό δέρμα δήλωνε την υψηλή κοινωνική θέση. Η Ελισάβετ Α΄ πέθανε από τα άσπρα καλλυντικά μολύβδου. Στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου μέρους του 18ου και του 19ου αιώνα, το λευκό, άσπιλο δέρμα θεωρήθηκε ελκυστικό, ειδικά στις γυναίκες, δεδομένου ότι το μαυρισμένο δέρμα συνδέθηκε με τη χειρωνακτική εργασία σε ένα αγρόκτημα ή στην ύπαιθρο. Η κατοχή του λευκού δέρματος δήλωνε ότι κάποιος ήταν αρκετά πλούσιος ώστε να μισθώνει άλλους για να κάνουν χειρωνακτική εργασία. Μετά την εμμονή δύο αιώνων, λοιπόν, το γεγονός αυτό έπρεπε να αλλάξει και άλλαξε όταν η Σανέλ απόκτησε τυχαία ένα σκοτεινό μαύρισμα, κατά τη διάρκεια των διακοπών της στη γαλλική Ριβιέρα στη δεκαετία του 1920, αναφλέγοντας τη μανία μεταξύ των λευκών για το μαυρισμένο δέρμα. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, η προηγούμενη κοινωνική σημασία ενός μαυρίσματος είχε αντιστραφεί και το επιχαλκωμένο δέρμα μεταξύ των λευκών δήλωσε συχνά την υψηλή κοινωνική θέση, τον πλούτο και την υγεία, ενδεχομένως για τον αντίθετο λόγο. Τώρα που οι περισσότερες εργασίες γίνονται μέσα σε κλειστούς χώρους, το μαύρισμα για τους λευκούς υποδηλώνει πλούτο, εφόσον απαιτείται ελεύθερος χρόνος για να το αποκτήσουν.

Σχεδιαστικές καινοτομίες της Κοκό Σανέλ

Ανατροπή του New Look του Ντιόρ

Η υψηλή κοινωνία ήταν αφοσιωμένη στη μόδα το 1900-1910. Μόνο οι πολύ πλούσιοι άνθρωποι εκείνης της εποχής μπορούσαν να έχουν κομμάτια υψηλής ραπτικής, διότι τα ρούχα αυτά ήταν χειροποίητα και η διαδικασία παραγωγής ήταν αργή, λεπτομερής και ακριβή. Γι’ αυτό οι περισσότεροι δεν είχαν τα λεφτά για να πληρώσουν αυτά τα ρούχα. Οι πλούσιοι έλεγχαν την μόδα, γιατί η μόδα ήταν ένα σύμβολο του κοινωνικού status. Το συνηθισμένο στυλ ήταν εξωπραγματικό, οι γυναίκες φορούσαν πολλά ρούχα το ένα πάνω από το άλλο, για παράδειγμα σεμιζιέ, κορσέ, επικάλυμμα του κορσέ, μεγάλα εσώρουχα, φανελένια μεσοφόρια (τα οποία συνήθως ήταν και περισσότερα του ενός). Το λεγόμενο New Look του Ντιόρ.

Γύρω στο 1908, ένα νέο στυλ στη μόδα ξεκίνησε. Η Σανέλ αντικατέστησε τον κορσέ με την άνεση και την καθημερινή κομψότητα. Τα σχέδιά της περιλάμβαναν τα απλά ταγέρ και φορέματα, τα γυναικεία παντελόνια, τα κοσμήματα κοστουμιών, τα αρώματα και τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Το κόνσεπτ ήταν η γυναικεία φιγούρα να φαίνεται φυσική. Οι γυναίκες ξεκίνησαν να κάνουν καριέρα σε διάφορους τομείς και είχαν ένα νέο τρόπο ζωής. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, οι γυναίκες ανέλαβαν τις δουλειές των αντρών και τα συνηθισμένα πομπώδη ρούχα εξαφανίστηκαν. Μετά το πέρας του πολέμου, η μόδα της Σανέλ επηρεάστηκε από την καινούρια συμπεριφορά των γυναικών.

Σύντομα, επεκτάθηκε και στην υψηλή ραπτική δουλεύοντας το ζέρσεϋ, η πρώτη στον γαλλικό κόσμο της μόδας. Μέχρι το 1920, ο οίκος της επεκτεινόταν συνεχώς, κάνοντας μόδα το look της, του μικρού αγοριού. Τα χαλαρά της σχέδια, οι κοντές φούστες και το casual ντύσιμο της, έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με την μόδα του κορσέ που επικρατούσε τις προηγούμενες δεκαετίες. Η ίδια η Σανέλ ντυνόταν με ρούχα που έμοιαζαν με αντρικά, πράγμα που προσάρμοσε και στις υπόλοιπες γυναίκες, οι οποίες το έβρισκαν απελευθερωτικό.

Ο ίδιος ο Κριστιάν Ντιόρ είπε: « με ένα μαύρο πουλόβερ και δέκα σειρές μαργαριτάρια ξεσήκωσε την μόδα».

Μικρά καπέλα

Τα αγορίστικα σχέδιά της, σε πλήρη αντίθεση με την Belle Epoque, που ήταν στη μόδα εκείνη την περίοδο, δεν περιορίζονταν στα ρούχα και για την ακρίβεια δεν ξεκίνησαν κι απ’ αυτά. Την πρώτη της σχεδιαστική απόπειρα την έκανε στα καπέλα, τα οποία και αναδιαμόρφωσε. Ενώ, μέχρι και τότε τα καπέλα ήταν πλατύγυρα και υπερβολικά, φορτωμένα με στολίδια, η Σανέλ επαναστάτησε σχεδιάζοντας (και φορώντας) καπέλα μικρά, απλής φόρμας και με στενό γείσο. Όταν ρωτήθηκε σχετικά με αυτό, είπε: «πώς μπορεί να λειτουργήσει το μυαλό κάτω από αυτές τις συνθήκες;». Και κάτι για το οποίο δεν μπορεί να κατηγορηθεί η ίδια είναι ότι δεν χρησιμοποιούσε το μυαλό της.

Το μικρό μαύρο φόρεμα της Κοκό Σανέλ

Η Σανέλ συνέχισε να δημιουργεί επιτυχείς εμφανίσεις και στυλ για τις γυναίκες κατά τη δεκαετία του ’20 και του ’30. Τη δεκαετία του ’20 διέδωσε το μικρό μαύρο φόρεμα, το οποίο έφερε πολλές για την εποχή καινοτομίες. Είχε κοντύνει το μήκος του, η μέση δεν ήταν πλέον ασφυκτικά στενή και η απλή μεταβλητότητά του, τού επέτρεπε να φορεθεί και την ημέρα και το βράδυ, ανάλογα με το είδος των αξεσουάρ που του προσέθετες. Ήταν το πρώτο ρούχο που διέθετε αυτό το προσόν. Αν και τα απλά μαύρα φορέματα προϋπήρχαν της Σανέλ, αυτά που αυτή σχεδίασε θεωρήθηκαν και θεωρούνται πρότυπα υψηλής ραπτικής. Το 1923, η σχεδιάστρια είπε στο Harper’s Bazaar ότι «η απλότητα είναι η κεντρική ιδέα όλης της αληθινής κομψότητας», ενώ το 1926, η αμερικανική Vogue παρομοίασε «το μικρό μαύρο φόρεμα» της Σανέλ με τον Ford, υπαινισσόμενη τη σχεδόν καθολική δημοτικότητά του και την καθιέρωση του στη μόδα ως βασικό στοιχείο της. Στην πραγματικότητα, η έννοια του φορέματος κατάλληλου για την ημέρα και το βράδυ έγινε και μια βάση για την ίδια τη Σανέλ, καθ’ όλη τη διάρκεια των επόμενων εποχών και ένα κλασικό κομμάτι της ένδυσης των γυναικών του εικοστού αιώνα. Για τις βραδυνές εμφανίσεις, το φόρεμα συνοδευόταν από μία σειρά κοσμημάτων.

Τα κοσμήματα της Κοκό Σανέλ

Η μοναδική της αίσθηση περί μόδας αντικατοπτριζόταν και στα σχέδια που έκανε και για τα κοσμήματα. Η καινοτομία της ήταν πως συνδύαζε πραγματικές με ψεύτικες πέτρες. Για άλλη μια φορά, παρασυρόταν στο σχεδιασμό από τα προσωπικά της πάθη και προτιμήσεις. Στα κοσμήματά της επαναλάμβανε, πολλές φορές, τη φόρμα της καμέλιας, που ήταν το αγαπημένο της λουλούδι.

Το άρωμα Νο.5 της Κοκό Σανέλ

Το διάσημο άρωμά της, το Chanel No.5, ήταν το πρώτο που βγήκε στην αγορά από σχεδιαστή ρούχων στην ιστορία της αρωματοποιίας και οι ευθείες γραμμές του μπουκαλιού, το έκαναν να ξεχωρίζει από τα άλλα επιδεικτικά μπουκάλια αρωμάτων της εποχής εκείνης. Το Νο. 5 λέγεται ότι ήταν ο τυχερός αριθμός της Κοκό, εντούτοις η ονομασία του αρώματος επιλέχτηκε πραγματικά, επειδή ήταν το πέμπτο δείγμα.

«Το Chanel No.5 ακόμα ταξινομείται ανάμεσα στα πέντε κορυφαία εμπορικά σήματα οποιουδήποτε σημαντικού καταστήματος», λέει ο Jean Hoehn Zimmerman, ανώτερο εμπορικό στέλεχος της Σανέλ, «η επιτυχία του οποίου οφείλεται στο άρωμα το ίδιο και την πολύ δημιουργική διαφήμιση πίσω από αυτό.»

Προς το τέλος της δεκαετίας του ’50, η Mέριλιν Μονρό αποκάλυψε ότι το Chanel Νο.5 ήταν το αγαπημένο της άρωμά. Όταν ρωτήθηκε τι φορούσε στο κρεβάτι, αυτή απάντησε «δύο σταγόνες του Chanel Νο.5». Ένα μπουκάλι Chanel Νο.5 πωλείται κάθε 30 δευτερόλεπτα.

Η Σανέλ το εισήγαγε το 1922. Από τότε έγινε και παρέμεινε δημοφιλές και παραμένει ένα κερδοφόρο προϊόν της επιχείρησης Σανέλ. Ο Pierre Wertheimer έγινε συνεργάτης της στην επιχείρηση αρώματος το 1924. Ο Wertheimer ήταν κύριος μέτοχος της επιχείρησης κατά 70%. Η Κοκό Σανέλ έλαβε το 10% και ο φίλος της Bader το 20%. Ο Wertheimer συνεχίζει να ελέγχει την επιχείρηση αρώματος μέχρι και σήμερα.

Με το μείγμα του ylang-ylang και γιασεμιού (που καλλιεργούνται σε ειδικά λιβάδια, στη Γαλλία, που είναι στην κατοχή της εταιρείας), το διακριτικό art deco μπουκάλι και τη μινιμαλιστική συσκευασία του, το No5 παραμένει ένα ανεξίτηλο σύμβολο του οίκου Σανέλ και του δυτικού πολιτισμού αυτού του αιώνα.

Η Σανέλ αγαπούσε να αναφέρει την έκφραση του ποιητή Paul Valery που είπε ότι «μια άσχημα αρωματισμένη γυναίκα δεν έχει κανένα μέλλον.» Τρία τέταρτα ενός αιώνα αργότερα, το No5 προφανώς συνεχίζει να είναι μια προστασία ενάντια σ’ αυτή τη μοίρα.

Το ταγέρ της Κοκό Σανέλ

Οτιδήποτε και αν είναι, είτε ένα ταγέρ του 30, είτε του 60, το κλασικό ταγέρ Σανέλ έχει τις “boxy” -τετράγωνες- γραμμές. Το χαρακτηριστικό ταγέρ της, επίσης, έχει λεπτή και συγκεκριμένη πλέξη (που είναι μια μοναδική τεχνική αργαλειού), ενώ το σακάκι ευθυγραμμίζεται με τη φούστα και έχει μαύρα τελειώματα. Τα κουμπιά είτε μοιάζουν με νομίσματα, είτε είναι χρυσά με το διπλό λογότυπο των “CC” να επιδεικνύεται πάνω τους και συνδυάζονται με μεγάλα μαργαριταρένια περιδέραια κοστουμιών. Υπάρχει πάντα ένα ζωνάρι που ράβεται στη μέση της φούστας, για να αποτρέπεται η μπλούζα από την ολίσθηση και το φερμουάρ τοποθετείται στην πλευρά της φούστας για να είναι πιο άνετη. Από μία άποψη, το να φοράει κάποιος ένα ταγέρ Σανέλ, είναι όπως το να φοράει ένα οποιοδήποτε άλλο περίκομψο ταγέρ, το οποίο, όμως, έχει φτιαχτεί ειδικά για να ταιριάζει στις κινήσεις αυτού που το φορά και να διατηρεί την τέλεια χάρη του και την κομψότητά του.

Το γνωστό αυτό ταγέρ της Σανέλ, που προωθήθηκε το 1923, περιελάμβανε μια φούστα στο μήκος του γονάτου (για πρώτη φορά στην ιστορία της γυναικείας μόδας, οι γυναίκες έδειχναν τους γυμνούς τους αστραγάλους σε δημόσια θέα – οι άνθρωποι είχαν εκπλαγεί από αυτό το νέο στυλ) ή παντελόνι για γυναίκες, δημιουργώντας το πρωτοποριακό για την εποχή ανδρόγυνο στυλ, το οποίο, επίσης, περιλάμβανε το γυναικείο πουκάμισο και τη γραβάτα, που κανένας άλλος σχεδιαστής δεν είχε τολμήσει να χρησιμοποιήσει.

Τα ταγέρ αυτά, εξαφάνιζαν την γυναικεία μέση και διέθεταν απλότητα. Τα ταγέρ της ταίριαζαν στον τρόπο ζωής των ανθρώπων και δεν ήταν απλά μόδα. Η ίδια έλεγε «φτιάχνω ρούχα μέσα στα οποία οι γυναίκες μπορούν να ζουν, να αναπνέουν, να αισθάνονται άνετα και να φαίνονται νεότερες». Το σκεπτικό πίσω από αυτά βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με το σκεπτικό που έφτιαχναν τα ρούχα πριν από αυτήν.

Το Μάιο του 1916, η Σανέλ εισήγαγε τα ζέρσεϋ ταγέρ. Το ζέρσεϋ είναι ένα μαλακό και ελαστικό ύφασμα, το οποίο χρησιμοποιείτο μόνο για τα εσώρουχα των αντρών, πριν εκείνη το χρησιμοποιήσει στα ταγέρ της, γιατί η εμφάνισή του και η κίνησή του το καθιστούσαν δύσκολο στο χειρισμό. Λόγω των συνθηκών του πολέμου, η Σανέλ το υιοθέτησε σαν υλικό υψηλής ραπτικής. Σήμερα το μέσο κόστος ενός κοστουμιού Σανέλ είναι $5.000 και μπορεί να αγοραστεί μόνο σε Σανέλ boutiques ή σε πολυτελή καταστήματα. Οι λεπτομέρειες, όπως τα έξοχα υφάσματα, το προσεγμένο κόψιμο και το ράψιμο στο χέρι συμβάλλουν στο υψηλό κόστος. Η Σανέλ ήταν σταθερός οπαδός της άποψης ότι, εάν οι δαπάνες κόστους των προϊόντων της ήταν υψηλές, κατόπιν τα εμμονικά, τέλεια σχέδιά της θα εκτιμούνταν αληθινά.

Η καπιτονέ τσάντα με την αλυσίδα

Η καινοτομία της συγκεκριμένης τσάντας (για την οποία πήρε το Neiman Marcus award) ήταν αφ’ ενός η ειδική επεξεργασία που είχε υποστεί το δέρμα και αφ’ ετέρου η ευφάνταστη εισαγωγή της αλυσίδας στη γυναικεία ένδυση και αξεσουάρ.

Το total look

Η Σανέλ ήταν η πρώτη σχεδιάστρια που έφερε τη μονοχρωμία στην εξωτερική εμφάνιση δημιουργώντας το total look.

Προϊόντα μακιγιάζ

Επίσης, ήταν η πρώτη σχεδιάστρια στην ιστορία της μόδας που σχεδίασε συσκευασίες προϊόντων μακιγιάζ.

Το casual ντύσιμο

Η Κοκό Σανέλ έφερε και το casual ντύσιμο στις γυναίκες δημιουργώντας για πρώτη φορά γυναικεία πουλόβερ (διακοσμημένα συνήθως με χάντρες) και τις διάσημες δίχρωμες μπαλαρίνες της (μπεζ με μαύρη μύτη). Τέλος, η ίδια εισήγαγε

Το ethnic ντύσιμο

Αυτό το στυλ ένδυσης περιλάμβανε μια σειρά ρούχων επηρεασμένων από την Ασία, μια άλλη που αποκάλυπτε το gypsy look και σαν αξεσουάρ χρησιμοποιούνταν κατά βάση τα ντραπέ τουρμπάνια.

Σήμερα

Οι φορείς και οι δημιουργοί του μύθου, που κατοικοεδρεύουν στα γραφεία Σανέλ στην οδο Cambon και στη λεωφόρο Charles de Gaulle στο Παρίσι, αλλά και στη 57η οδό στη Νέα Υόρκη έχουν πετύχει να καταστήσουν το όνομα Σανέλ ακόμα περισσότερο εμπορικό και επιτυχές στο τέλος του 20ου αιώνα απ’ ό,τι ήταν στην αρχή, επειδή έχουν μάθει να βρίσκουν μια μέση λύση μεταξύ της προστασίας των διαχρονικών στοιχείων της κληρονομιάς Σανέλ (όπως το No5) και της προσαρμογής των επίκαιρων στοιχείων της. Μετά το θάνατο της Σανέλ το 1971, αρκετοί από τους βοηθούς της σχεδίασαν τις συλλογές της υψηλής ραπτικής και ready-to-wear έως ότου ανέλαβε ο Karl Lagerfeld (γεννημένος το 1938) το κομμάτι της υψηλής ραπτικής το 1983 και τις ready-to-wear τo 1984. Ο Lagerfeld, όπως και η Σανέλ κατά την διάρκεια της επιστροφής της, κοίταξε στα προηγούμενα σχέδια για το μυστικό της επιτυχίας του. Τα σχέδιά του ενσωμάτωσαν τις λεπτομέρειες της υπογραφής της Σανέλ, τα υφάσματα τουίντ, τα χρώματα, τις χρυσές αλυσίδες, το καπιτονέ δέρμα, και το συνδεμένο λογότυπο των “CC”. Στις πιο πρόσφατες συλλογές, ο Lagerfeld έγινε πιο ασεβής, αποσυνθέτοντας μερικά από τα θηλυκά looks της Σανέλ. Παίζοντας με το γεγονός ότι το αγαπημένο ύφασμα της ήταν το ζέρσεϋ, ο Lagerfeld το ενσωμάτωσε ακόμη και στις μπλούζες και στις λεπτομέρειες όλων των σχεδίων του. Εν τούτοις, η δυνατότητα του Lagerfeld να ψάχνει στο αρχείο του οίκου για την έμπνευση του, πιστοποιεί τη σημασία της συνεισφοράς της Gabrielle Chanel στη μόδα των γυναικών στον εικοστό αιώνα. «Μια γυναίκα μπορεί να είναι υπερβολικά ντυμένη, ποτέ όμως δε μπορεί να είναι υπερβολικά κομψά ντυμένη». Η Coco ήξερε πολύ καλά ότι το στυλ δεν έρχεται μόνο από την ενδυμασία, αλλά και από τη συμπεριφορά.

https://el.wikipedia.org/wiki/Κοκό_Σανέλ

Please follow and like us:
error0

Η μάχη της Αμιένης (1918)

Η μάχη της Αμιένης που ανέλαβαν στις 8 Αυγούστου 1918 η 4η Βρετανική Στρατιά και η 1η Γαλλική Στρατιά ως Σύμμαχες Δυνάμεις υπό την γενική αρχηγία του Άγγλου Στρατάρχη Σερ Ντάγκλας Χέιγκ
Η Αμιένη

Η Μάχη της Αμιένης παρέμεινε στη νεότερη παγκόσμια ιστορία ως η μεγάλη πολεμική προσπάθεια την οποία ανέλαβαν στις 8 Αυγούστου 1918 η 4η Βρετανική Στρατιά και η 1η Γαλλική Στρατιά ως Σύμμαχες Δυνάμεις υπό την γενική αρχηγία του Άγγλου Στρατάρχη Σερ Ντάγκλας Χέιγκ. Η μάχη που επακολούθησε την επίσης μεγάλη επίθεση που είχαν αναλάβει οι Γερμανοί τον Μάρτιο του ίδιου έτους και η οποία είχε ανακοπεί σε απόσταση μόλις 14 χλμ. περίπου από την Αμιένη, εξ ου και το όνομά της, και που εξελίχθηκε μετά από σφοδρούς και αδιάκοπους αγώνες σε γενική προέλαση των συμμαχικών δυνάμεων η οποία και τελικά εξανάγκασε τους Γερμανούς να συνθηκολογήσουν στις 11 Νοεμβρίου του 1918.

Η μάχη της Αμιένης διήρκεσε από της 8ης μέχρι της 21ης Αυγούστου, δηλαδή 13 ολόκληρα 24ωρα. Σε αυτήν δε ενεπλάκησαν 32 συμμαχικές και 42 γερμανικές Μεραρχίες. Οι σύμμαχες δυνάμεις πέτυχαν κατ΄ αυτήν προέλαση σε βάθος 10 – 20 χλμ. με συνολικό μήκος μετώπου περίπου 75 χλμ. όπου και συνέλαβαν άνω των 40.000 Γερμανών αιχμαλώτων ενώ κυρίευσαν περί τα 600 πυροβόλα.
Το σημαντικότερο όμως αποτέλεσμα της έκβασης αυτής ήταν ότι είχε δημιουργηθεί τέτοιας έκτασης ρήγμα του γερμανικού μετώπου που συνέπειά του ήταν η συνθηκολόγηση. Δεν ήταν όμως και μικρότερης αξίας ο αντίκτυπος της έκβασης της μάχης αυτής επί του ηθικού των αντιμαχομένων στρατευμάτων. Όλες οι προσπάθειες του γερμανικού Ανωτάτου Αρχηγείου όπως αποκαταστήσει το κλονισμένο ηθικό των Γερμανών στρατιωτών απέβησαν άκαρπες, ενώ αντίθετα οι συμμαχικές δυνάμεις καταχωρούσαν την επιτυχία τους αυτή στη πρώτη σελίδα στην ιστορία της συμμαχικής νίκης του 1918.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Μάχη_της_Αμιένης

Please follow and like us:
error0

Κυβέρνηση του Βισύ ή Γαλλία του Βισύ

Ο όρος Κυβέρνηση του Βισύ ή Γαλλία του Βισύ αναφέρεται στη φιλογερμανική κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τον Γάλλο στρατάρχη και ήρωα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου Φιλίπ Πεταίν στο ελεύθερο τμήμα της Γαλλίας, νοτίως του Λίγηρα, μετά την ήττα από την Γερμανία και τη συνθηκολόγησή της κατά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Πήρε το όνομά της από την πόλη Βισύ, η οποία αποτέλεσε την έδρα και πρωτεύουσά της.

Γάλλος στρατάρχης και ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου Φιλίπ Πεταίν
Ο Φιλίπ Πεταίν


Η Γαλλία κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο

Στις αρχές Ιουνίου του 1940 τα στρατεύματα των Ναζί έχουν νικήσει κατά κράτος την αντίσταση των συμμάχων Άγγλων, Γάλλων και Βέλγων στο γαλλικό έδαφος. Τα αγγλικά στρατεύματα αποχωρούν για να συνεχίσουν την άμυνά τους επί αγγλικού εδάφους παίρνοντας μαζί τους και περίπου 140.000 Γάλλους στρατιώτες (Δουνκέρκη, 1-4 Ιουνίου). Στις 14 Ιουνίου οι Γερμανοί εισέρχονται στο Παρίσι. Αφού απορρίπτονται προτάσεις για μετακίνηση της γαλλικής Κυβέρνησης στις ΗΠΑ ή τη συγχώνευση του ελεύθερου τμήματος με τη Μεγάλη Βρετανία (πρόταση του Τσώρτσιλ), ο πρόεδρος της χώρας Αλμπέρ Λεμπρέν (Albert Lebrun) και ο πρωθυπουργός Πολ Ρεϊνό (Paul Reynaud) παραιτούνται και τη θέση τους παίρνει ο, ηλικιωμένος τότε, στρατάρχης Φιλίπ Πεταίν (Philippe Pétain), άνθρωπος με μεγάλο κύρος στη Γαλλία λόγω των επιτυχιών στις οποίες είχε οδηγήσει τον γαλλικό Στρατό κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις 21 Ιουνίου ο Πεταίν ζήτησε ανακωχή από τους Γερμανούς, με τη συναίνεση και του Αρχηγού του Στρατού Μαξιμ Βεϋγκάν (Maxime Weygand), η οποία έγινε δεκτή και συμφωνήθηκε το τμήμα της Γαλλίας νοτίως του ποταμού Λίγηρα να διοικηθεί από Γαλλική Κυβέρνηση με έδρα την πόλη Βισύ (Vichy). Αρχηγός αυτής της Κυβέρνησης ανέλαβε ο Πεταίν. Η κυβέρνηση του Βισύ στηρίχθηκε σε μια μερίδα του λαού που έτρεφε φιλογερμανικά αισθήματα και, αν και χωρίς ιδιαίτερη στρατιωτική δραστηριότητα στη συνέχεια, θεωρήθηκε εχθρική προς τους Συμμάχους. Χαρακτηριστική είναι η καταβύθιση του γαλλικού στόλου της Μεσογείου, ο οποίος καταστράφηκε από τους Άγγλους το καλοκαίρι του 1940, λόγω της ανησυχίας που είχε ο Ουίνστων Τσώρτσιλ ότι υπήρχε ενδεχόμενο ο γαλλικός Στόλος να συνεργασθεί με τις δυνάμεις του Άξονα.

Η Πολιτική της κυβέρνησης του Βισύ

Ο Πεταίν ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό τα χνάρια των φασιστικών και ναζιστικών κυβερνήσεων του Άξονα. Εγκαθίδρυσε ένα σκληρό και απολυταρχικό καθεστώς, ενώ διώχθηκαν πολλές κατηγορίες πολιτών, όπως σοσιαλιστές και κομμουνιστές, αλλά και Εβραίοι. Όλες οι αποφάσεις παίρνονταν με τη συγκατάθεση των Ναζί. Σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική, η στάση του ήταν πάντα από ανοχή ως επιδοκιμασία των ενεργειών της ναζιστικής Γερμανίας, στο στρατιωτικό όμως τομέα δεν υπήρξε μεγάλη συμμετοχή, καθώς ο γαλλικός στρατός ήταν διαλυμένος, ενώ μεγάλο κομμάτι του είχε καταφύγει στην Αγγλία. Πάντως, δόθηκε σε πολλές περιπτώσεις το ελεύθερο στους Γερμανούς να χρησιμοποιήσουν γαλλικές βάσεις σε αποικίες. Το 1944 όμως, η κατάσταση άλλαξε, καθώς ο Πεταίν τήρησε παθητική στάση απέναντι στην απόβαση Συμμαχικών στρατευμάτων στη Γαλλική Βόρεια Αφρική, αψηφώντας τις απόψεις των υφισταμένων του για επίθεση. Αυτό εξόργισε τον Χίτλερ, ο οποίος εισέβαλε και στη Νότια Γαλλία. Αυτό ήταν και το τέλος της Γαλλίας του Βισύ. Ο διοικητής των γαλλικών στρατευμάτων στη Βόρεια Αφρική Ναύαρχος Ζαν Νταρλάν αποφάσισε τότε να συνεργαστεί με τους Συμμάχους. Αυτό προκάλεσε την οργή μερίδας Γάλλων δοσίλογων, με αποτέλεσμα λίγους μήνες αργότερα ο Νταρλάν να δολοφονηθεί. Ο Πεταίν παραμένει αρχηγός της Γαλλίας του Βισύ, περιθωριοποιημένος από τους νικητές, με εχθρική διάθεση απέναντί του από τους Συμμάχους.

Η Αντίσταση στην κυβέρνηση του Βισύ

Η πολιτική της κυβέρνησης του Βισύ, αν και βρήκε υποστηρικτές, δυσαρέστησε την πλειοψηφία του γαλλικού λαού, ο οποίος στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας είχε πάρει ήδη μια γεύση από τη ναζιστική βαρβαρότητα. Η αντίδραση δεν άργησε να εκδηλωθεί. Ένας άλλος στρατηγός, νεότερος σε ηλικία, ο Σαρλ Ντε Γκωλ, έφυγε για την Αγγλία με σκοπό να οργανώσει αντίσταση. Με ραδιοφωνικό του διάγγελμα – από το Λονδίνο – κάλεσε τον γαλλικό λαό να αντισταθεί με κάθε μέσο. Η οργάνωσή του ονομάστηκε “Ελεύθεροι Γάλλοι” και αρχικά προσπάθησε να πάρει τη Γαλλία του Βισύ με το μέρος του. Η προσπάθειά του απέτυχε, με αποτέλεσμα πολλές φορές να δημιουργηθεί σύγχυση μεταξύ των Συμμάχων, οι οποίοι δεν ήξεραν τι να περιμένουν από τα απομεινάρια του γαλλικού στρατού. Τα επόμενα χρόνια, ο Ντε Γκωλ ήρθε σε ρήξη με τους δωσίλογους του Βισύ και οργάνωσε ισχυρή εθνική αντίσταση στη Γαλλία (αλλά και έξω από αυτήν), ενώ με το τμήμα του γαλλικού στρατού που είχε απομείνει πιστό σε αυτόν συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις των Συμμάχων.

Το τέλος της Κυβέρνησης του Βισύ

Ύστερα από την Απόβαση της Νορμανδίας και την κατάρρευση του εκεί γερμανικού μετώπου, οι Γερμανοί αγκιστρώνονται σε όσα σημεία της Γαλλίας παραμένουν ακόμη υπό την κατοχή τους. Ωστόσο, τους δυσχεραίνει σημαντικά η ύπαρξη σημαντικής γαλλικής αντίστασης. Έτσι, στις 7 Μαΐου 1944 οι Γερμανοί μεταφέρουν τον Πεταίν στο Ραμπουγέ, αρκετά βορειότερα, επειδή φοβούνται απαγωγή του Στρατάρχη από τους μακί. Δεκαπέντε ημέρες αργότερα, με το πρόσχημα ότι στη Βόρεια Γαλλία αναμενόταν νέα απόβαση, και άγνωστο για ποιους λόγους, τον επαναφέρουν στο Βισύ. Επιστρέφοντας ο Πεταίν απευθύνει στον Ντε Γκωλ μια επιστολή, στην οποία του προτείνει να μοιρασθούν επί μερικούς μήνες την εξουσία και ύστερα να του την παραχωρήσει εξ ολοκλήρου και ο ίδιος να ιδιωτεύσει. Ο Ντε Γκώλ, φυσικά, δεν απαντά.

Η εξουσία του Πεταίν συνεχίζεται. Στις 8 Αυγούστου ο Πιέρ Λαβάλ, τον οποίο είχε προσπαθήσει για μια ακόμη φορά να αποπέμψει ο Πεταίν, καταφεύγει στο Παρίσι. Αποπειράται να μεταφέρει την Κυβέρνησή του εκεί, οι Γερμανοί αρνούνται και του υποδεικνύουν την πόλη Μπελφόρ. Ο Λαβάλ αρνείται και οι Γερμανοί τον συλλαμβάνουν και τον μεταφέρουν ανατολικά. Στις 17 Αυγούστου έρχεται η σειρά του Πεταίν: Οι Γερμανοί τον συλλαμβάνουν και τον απομακρύνουν από την έδρα της Κυβέρνησης, πράγμα που σηματοδοτεί το τέλος της Γαλλίας του Βισύ.

Πηγή: http://www.hellenicaworld.com/France/History/gr/VichyFrance.html

Please follow and like us:
error0

Ο Σαρλ ντε Γκωλ (1890-1970)

Ο Σαρλ ντε Γκωλ (Charles de Gaulle, στη Γαλλία συνήθως General De Gaulle· Λιλ 22 Νοεμβρίου 1890 – 9 Νοεμβρίου 1970), ήταν Γάλλος στρατηγός και πολιτικός. Μεταξύ του 1944 και του 1946, μετά από την απελευθέρωση της Γαλλίας από τη γερμανική κατοχή, ήταν επικεφαλής της γαλλικής προσωρινής κυβέρνησης. Καλούμενος για να διαμορφώσει κυβέρνηση το 1958, εμπνεύστηκε ένα νέο Σύνταγμα και ήταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας από το 1958 ως το 1969. Η πολιτική ιδεολογία του είναι γνωστή ως Γκωλισμός (Gaullisme) και είναι έχει σημαντική επιρροή στην γαλλική πολιτική μέχρι και σήμερα.

Ο Σαρλ ντε Γκωλ , Γάλλος στρατηγός και πολιτικός.
Ο Σαρλ ντε Γκωλ


Στρατιωτική σταδιοδρομία

Ο Σαρλ ντε Γκωλ γεννήθηκε στη Λιλ (Lille) της Γαλλίας ως δευτερότοκος γιος μιας οικογένειας ρωμαιοκαθολικών της ανώτερης μεσοαστικής τάξης και διαποτίστηκε με τις διδαχές του φιλόσοφου πατέρα του, γεγονός όμως που δεν τον εμποδίζει να εκδηλώσει εξ απαλών ονύχων το ενδιαφέρον του για στρατιωτική σταδιοδρομία.

Το 1913 γίνεται ανθυπολοχαγός σε ένα σύνταγμα πεζικού με διοικητή τον συνταγματάρχη Φιλίπ Πετέν. Όταν ένα χρόνο αργότερα ξεσπά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ο Ντε Γκωλ πολεμά στο Βερντέν και τραυματίζεται τρεις φορές. Το 1921 παντρεύεται την Υβόν, με την οποία αποκτά τρία παιδιά. Το 1925 ο Πετέν τον τοποθετεί αξιωματικό του επιτελείου του Ανώτερου Πολεμικού Συμβουλίου και για αρκετά χρόνια υπηρετεί στην (εικονικού χαρακτήρα) στρατιωτική δύναμη κατοχής στη Ρηνανία της Γερμανίας.

Εκεί έγραψε το έργο «Η διχόνοια στους κόλπους του εχθρού», μία μελέτη γύρω από τον συσχετισμό πολιτικών και στρατιωτικών δυνάμεων στη Γερμανία. Ακολουθεί η μελέτη στρατιωτικής θεωρίας «Προς έναν επαγγελματικό στρατό», στην οποία υποστηρίζει με ζήλο την ιδέα ενός ολιγάριθμου στρατού εξοπλισμένο σε ύψιστο βαθμό με μηχανοκίνητα μέσα. Οι απόψεις του έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την αμυντική πολιτική που έχει υιοθετήσει τότε στην Γαλλία. Οι θεωρίες του επιβεβαιώνονται όταν ο ναζιστικός στρατός εισβάλει στη Γαλλία. Ο ίδιος τιμάται για τη δράση του με τον βαθμό του υποστράτηγου.

Όταν βλέπει την πατρίδα του έτοιμη να παραδοθεί στις δυνάμεις του Άξονα, καταφεύγει στο Λονδίνο. Στις 18 Ιουνίου 1940 απευθύνει την ραδιοφωνική έκκληση προς τους συμπατριώτες του να συνεχίσουν τον πόλεμο υπό την ηγεσία του και στις 2 Αυγούστου ένα γαλλικό στρατοδικείο τον καταδικάζει ερήμην σε θάνατο.

Πολιτική σταδιοδρομία

Με το τέλος του πολέμου στη Γαλλία συμμετέχει στις 26 Αυγούστου 1944 σε μια πορεία θριάμβου στα Ηλύσια Πεδία επευφημούμενος ως εθνικός ήρωας. Ο ίδιος αντιτάσσεται στη νεοσύστατη Δ’ Γαλλική Δημοκρατία.

Το 1947 ιδρύει τον Συναγερμό του Γαλλικού Λαού (Rassemblement du Peuple Francais-RPF), ένα κίνημα που εκφράζει τις γκωλικές απόψεις και το 1951 μετασχηματίζεται σε κόμμα. Με την κρίση στην Αλγερία το 1958 έρχεται ο κίνδυνος ενός εμφυλίου πολέμου και ο Σαρλ ντε Γκωλ εκλέγεται πρώτος πρόεδρος της Ε’ Γαλλικής Δημοκρατίας. Το 1962 τελικά αναγνωρίζει το αλγερινό κράτος βλέποντας ότι το μέλλον τις Γαλλίας δεν θα ήταν η κράτηση των αποικιών, αλλά η νέα ευρωπαϊκή πορεία.

Ξεκινά τις στενές πολιτικές σχέσεις με την Δυτική Γερμανία, και η προσωπική φιλία του με τον Γερμανό καγκελάριο Κόνραντ Αντενάουερ εξελίσσεται στην Γερμανο-Γαλλική Φιλία. Παράλληλα ήταν αντιμέτωπος με την επιρροή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και στην Ευρώπη. Πέθανε το 1970 από καρδιακή προσβολή.

Από νωρίς υποστήριξε την προσέγγιση της Ελλάδος στην ΕΟΚ, πράγμα που τόνισε και κατά την διάρκεια τις επίσκεψης του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Παρίσι. Επίσης και στην προστασία της Ελλάδος από τους επικίνδυνους γείτονές της. Ο ντε Γκωλ δέχτηκε και πρόσκληση από τον Βασιλιά Παύλο να επισκεφτεί την Ελλάδα.

Πηγή: http://www.hellenica.de/France/Biographia/CharlesDeGaulle.html

Please follow and like us:
error0

Ο Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας, η Μασσαλιώτιδα

Ακούγεται για πρώτη φορά ο Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας
Ο Ρουζέ ντε Λιλ τραγουδά για πρώτη φορά τη Μασσαλιώτιδα (Πίνακας του Ισιντόρ Πιλς)

Ο Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας ονομάζεται Μασσαλιώτιδα. Η Μασσαλιώτιδα είναι πολεμικό επαναστατικό άσμα, που υιοθετήθηκε προοδευτικά ως Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας. Γράφτηκε στις 24 Απριλίου 1792 από τον λοχαγό του Μηχανικού Κλοντ Ζοζέφ Ρουζέ ντε Λιλ, τη νύκτα της κήρυξης του πολέμου μεταξύ Γαλλίας και Αυστρίας, προς τιμή του στρατάρχη Νίκολας Λούκνερ, ενός Βαυαρού που έγινε Γάλλος και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Γαλλική Επανάσταση. Ο πρωτότυπος τίτλος του εμβατηρίου είναι Πολεμικό Άσμα για τη Στρατιά του Ρήνου.

Ονομάστηκε Μασσαλιώτιδα (Marseillaise) επειδή τραγουδήθηκε από τους στρατιώτες της Μασσαλίας που έφτασαν στο Παρίσι και συμμετείχαν στην εξέγερση της 10ης Αυγούστου 1792, η οποία οδήγησε στην κατάργηση της Μοναρχίας, μεσούσης της Γαλλικής Επανάστασης. Η Μασσαλιώτιδα έγινε για πρώτη φορά ο Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας στις 14 Ιουλίου 1795, ανήμερα της έκτης επετείου από την Πτώση της Βαστίλης.

Απαγορευμένη κατά τη διάρκεια της Αυτοκρατορίας και της Παλινόρθωσης, επειδή θεωρήθηκε επαναστατικό τραγούδι, η Μασσαλιώτιδα ξαναβρήκε την αίγλη της στην Επανάσταση του 1830, όταν ο Εκτόρ Μπερλιόζ την ενορχήστρωσε και την αφιέρωσε στον Ρουζέ Ντε Λιλ. Απαγορεύθηκε εκ νέου από το φιλοναζιστικό καθεστώς του Βισί, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Σεπτέμβριο του 1944, με εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας, η Μασσαλιώτιδα παίζεται στα σχολεία για να γιορτασθεί η Απελευθέρωση και να τιμηθούν οι μάρτυρες. Τα Συντάγματα του 1946 και 1958 καθιέρωσαν την Μασσαλιώτιδα ως τον Εθνικό Ύμνο της Γαλλίας (Άρθρο 2).

Για πολλά χρόνια η Μασσαλιώτιδα ήταν ο Ύμνος του Διεθνούς Επαναστατικού και Αριστερού κινήματος. Οι στίχοι της Διεθνούς (The Intenationale) γράφτηκαν το 1870 από τον Εζέν Ποτιέ πάνω στη μουσική της Μασσαλιώτιδας. Το 1871 υιοθετήθηκε ως Ύμνος της Παρισινή Κομμούνας, τραγουδήθηκε από τους απεργούς του Σικάγου στα αιματηρά γεγονότα του Χέιμαρκετ που οδήγησαν στην καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς και μαζί με τη Διεθνή, που είχε αποκτήσει τη δική της μουσική το 1888 από τον Πιερ Ντεζετέ, ήταν οι επίσημοι ύμνοι της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία. Σταδιακά, η Μασσαλιώτιδα υποχώρησε και η Διεθνής επικράτησε ως ο Ύμνος του Διεθνούς Επαναστατικού και Αριστερού κινήματος.

Μουσική και στίχοι

Διασκευές της Μασσαλιώτιδας

  • Το 1882 ο ρώσος συνθέτης Πιοτρ Ιλιτς Τσαϊκόφσκι χρησιμοποίησε εκτεταμένα αποσπάσματα της Μασσαλιώτιδας για το συμφωνικό του κομψοτέχνημα 1812.
  • Γιανίκ Νοά: Oh Reve, ποπ διασκευή.
  • Τζάνγκο Ράινχαρντ: Echoes of France, τζαζ διασκευή.
  • Beatles: Διασκευασμένο απόσπασμα στο τραγούδι τους All you need is love.
  • Σερζ Γκενζμπούρ: Aux Armes et cetera, ρέγκε διασκευή με τη συμμετοχή του Ρόμπι Σέξπηρ, του Σλάι Ντένμπαρ και της Ρίτας Μάρλεϊ.
  • Οι καμπάνες του Δημαρχείου της βαυαρικής πόλης Χαμ παίζουν κάθε μέρα στις 12:05 μ.μ. τη Μασσαλιώτιδα, προς τιμή του διακεκριμένου τέκνου της στρατάρχη Νίκολας Λούκνερ.

La Marseillaise

Allons enfants de la Patrie,
Le jour de gloire est arrivé!
Contre nous de la tyrannie,
L’ étendard sanglant est levé, (bis)
Entendez-vous dans les campagnes
Mugir ces féroces soldats ?
Ils viennent jusque dans vos bras
Égorger vos fils, vos compagnes!

Aux armes, citoyens,
Formez vos bataillons,
Marchons, marchons!
Qu’un sang impur
Abreuve nos sillons!

Η Μασσαλιώτιδα

Εμπρός παιδιά της Πατρίδας,
Η μέρα της δόξας έφθασε!
Ενάντια στην τυραννία μας,
Το ματωμένο λάβαρο υψώθηκε, (δις)
Ακούστε τον ήχο στα λιβάδια
Το ουρλιαχτό αυτών των φοβερών στρατιωτών
Έρχονται ανάμεσά μας
Να κόψουν τους λαιμούς των γιων και των συζύγων σας!

Στα όπλα πολίτες,
Σχηματίστε τα τάγματά σας,
Προελάστε, προελάστε!
Αφήστε το μολυσμένο αίμα
Να ποτίσει τα αυλάκια στα χωράφια μας!

Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/163

Please follow and like us:
error0

Η Βαστίλη, το σύμβολο της Γαλλικής Επανάστασης

Η άλωση της φυλακής
Η άλωση της Βαστίλης

Η Βαστίλη ήταν φρούριο του 13ου αιώνα που χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή για αιώνες. Την εποχή του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ φιλοξενούσε κυρίως ανθρώπους που συλλαμβάνονταν κατόπιν διαταγής του βασιλιά ή της συζύγου του με την κατηγορία της συνωμοσίας ή της υπονόμευσης. Ένας από τους διακεκριμένους, παλαιότερους τροφίμους της Βαστίλης ήταν ο Βολταίρος, ο οποίος το 1718 έγραψε εκεί το έργο του, «Οιδίπους». Η άλωση της Βαστίλης πραγματοποιήθηκε στις 14 Ιουλίου 1789. Είναι η μέρα και το γεγονός που έχει συνδεθεί άρρηκτα με την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης και την ανατροπή του «κατεστημένου». Ο λαός πήρε την κατάσταση στα χέρια του και άλωσε ένα απ’ τα σύμβολα της βασιλικής εξουσίας.

Εκατό άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην έφοδο, ανάμεσά τους και ο διοικητής της Βαστίλης, το κεφάλι του οποίου έκανε το γύρο του Παρισιού καρφωμένο σε μια λόγχη. Οι δεσμοφύλακες της Βαστίλης ήταν ένα απόσπασμα αναπήρων, δηλαδή στρατιωτών που είχαν απαλλαχθεί από τα συνηθισμένα καθήκοντά τους λόγω αναπηρίας.

Οι φυλακισμένοι που απελευθερώθηκαν εκείνη την ημέρα ήταν μόλις εφτά: τέσσερις παραχαράκτες, ο κόμης του Σολάνζ, που ήταν μέσα για κάποιο «σεξουαλικό πταίσμα», ένας τρελός που είχε γενειάδα μέχρι τη μέση και νόμιζε ότι ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας και τέλος, ένας που είχε συλληφθεί για συνομωσία εναντίον του βασιλιά.

Συνθήκες κράτησης

Οι συνθήκες στη φυλακή ήταν αρκετά καλές για τους περισσότερους κρατούμενους, με ελαστικές ώρες επισκεπτηρίου και επιπλωμένα δωμάτια. Ένα προσχέδιο του ζωγράφου Ζαν Φραγκονάρ απεικονίζει μια ημέρα επισκεπτηρίου του 1785, όπου καλοντυμένες κυρίες κάνουν βόλτα στο προαύλιο με τους φυλακισμένους, στους οποίους χορηγούνταν γενναιόδωρο χρηματικό βοήθημα, άφθονο ταμπάκο και αλκοόλ, ενώ επιπλέον μπορούσαν να έχουν κατοικιδία. Ο Ζαν Φρανσουά Μαρμοντέλ, τρόφιμος από το 1759 έως το 1760, έγραψε: «Το κρασί δεν ήταν εξαιρετικό, ήταν όμως καλούτσικο. Επιδόρπιο δεν υπήρχε: έπρεπε να στερούμαστε κάτι. Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι τρώγαμε πολύ καλά στη φυλακή».

Υστεροφημία της Βαστίλης

Λίγο καιρό μετά την άλωση της Βαστίλης, κυκλοφόρησαν προς πώληση στους δρόμους του Παρισιού, φρικαλέες γκραβούρες που παρίσταναν τους φυλακισμένους σε εξαφλιωμένη κατάσταση, αλυσοδεμένους δίπλα σε σκελετούς. Ο γκραβούρες αυτές ευθύνονται για την αντίληψη που έχει επικρατήσει μέχρι και σήμερα για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Βαστίλη. Η μοναδική καταχώριση στο ημερολόγιο του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ την ημέρα της άλωσης της Βαστίλης είναι η λέξη: «Rien», δηλαδή «τίποτα». Ο Λουδοβίκος αναφερόταν στο γεγονός ότι δεν είχε καταφέρει να σκοτώσει κανένα θήραμα, όταν πήγε για κυνήγι εκείνη την ημέρα…. 

Πηγή: http://www.mixanitouxronou.gr/vastili-i-diasimi-filaki-tis-gallias-pou-egine-simvolo-diafthoras-tis-vasilikis-exousias-i-epanastates-poliorkisan-to-frourio-ekopsan-to-kefali-tou-diikiti-ke-to-perieferan-se-olo-to-parisi/

Please follow and like us:
error0