Πλαταιές και Θήβα

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από τη Λιβαδειά με σκοπό να φτάσουμε στις Πλαταιές. Σύντομα φτάσαμε σε μια μεγάλη πεδιάδα, που έχει σύνορο την κορυφογραμμή του βουνού Λιμπέθριο (Χλωμός). Καθώς συνεχίσαμε, είδαμε τον Ορχομενό στην πλευρά της πεδιάδας και μετά τη λίμνη Κωπαΐδα που φαινόταν να έχει συρρικνωθεί αρκετά. Είδαμε επίσης και λίγο την κορυφογραμμή του βουνού Ελικώνα. Αρκετές ώρες μετά φτάσαμε στην πόλη της Παραπουγκιάς, που λέγεται ότι είναι τα Λεύκτρα. Προχωρώντας περίπου ένα μίλι ανακαλύψαμε ερείπια που δείχνουν καθαρά ότι εδώ θα πρέπει να ήταν μια αρχαία πόλη που δεν μπορεί να είναι άλλη από τα Λεύκτρα, όπου νίκησε ο Επαμεινώνδας τους Σπαρτιάτες. Βρίσκεται σε μια μικρή πεδιάδα και πάνω από τα ερείπια της πόλης είναι τα χωράφια με το σιτάρι. Δεν αξίζει να προσέξεις κανένα από τα ερείπια. Γι’ αυτό συνεχίσαμε για τις Πλαταιές.

Πλαταιές και Θήβα
Γκραβούρα που απεικονίζει τον Παυσανία

Στις Πλαταιές σταματήσαμε για να εξετάσουμε τα ερείπια της διάσημης πόλης που είναι χτισμένη σε έναν λοφίσκο στους πρόποδες του Κιθαιρώνα. Το σύγχρονο χωριό ονομάζεται Κόχλα. Το ύψωμα, που ήταν η ακρόπολη, είναι ένα επιβλητικό μέρος και ξεχωρίζει από κάποια ερείπια. Παραμένουν ακόμη ίχνη από τα τείχη της πόλης. Κοντά την Ακρόπολη βρίσκεται ένα ογκώδες ερείπιο, που έχει τη μορφή μεγάλου τείχους φτιαγμένου από τεράστιες πέτρες και δύο εξοχές. Αυτό πρέπει να ήταν είτε ένα μέρος του τείχους, είτε, το πιθανότερο, μέρος μιας ταβέρνας που προοριζόταν γι’ αυτούς που έρχονταν για επίσκεψη και θυσία. Κοντά στην ακρόπολη, και μέσα την πεδιάδα, υπάρχει μια ωραία πηγή που αναφέρεται και από τον Παυσανία και γύρω από αυτήν τεράστια ερείπια κτιρίων. Στην γύρω περιοχή υπάρχουν κάποιες σαρκοφάγοι. Αυτά είναι όσα μπορέσαμε να δούμε από αυτό το φημισμένο μέρος, στο οποίο, ηττήθηκε ο περσικός στρατός του Μαρδόνιου.

Η πεδιάδα που ανήκει στην πόλη είναι μεγάλη και πλούσια, αλλά προς το παρόν δεν καλλιεργείται ιδιαίτερα. Όλη η Βοιωτία είναι μια πραγματικά γοητευτική περιοχή. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσο όμορφη ποικιλία λόφων και πεδιάδων και ταυτόχρονα τόσο πλούσιο έδαφος.

Από τις Πλαταιές συνεχίσαμε για τη Θήβα. Μόλις φτάσαμε στην πόλη, πρώτα περιμέναμε τον πασά, που είχε έρθει από τη Λιβαδειά. Έμεινε τρεις μέρες και παρά τις διαμαρτυρίες έβαλε φόρους 12.000 γρόσια. Η Θήβα είναι μια πόλη 1.500 ή 2.000 ψυχών, οπότε ο φόρος αυτός ήταν πολύ βαρύς. Ο βλοσυρός πασάς μας δέχτηκε με ευγένεια και διέταξε να πάρουμε τα άλογα μας χωρίς καθυστέρηση. Είναι πολύ ωραίος άνδρας παρά την καστανή μακρά γενειάδα του. Τον βρήκαμε να καπνίζει ένα μεγάλο ναργιλέ, περιτριγυρισμένο από Τούρκους στους οποίους θα έπρεπε να δώσουμε ένα δώρο, αλλά το ξεχάσαμε. Ο πασάς μας οδήγησε στον κυβερνήτη, που μας βρήκε σπίτι να κοιμηθούμε.

Η Θήβα τώρα ονομάζεται τα Θήβα, ή συνήθως στη Βοιωτία τα Φήβα, από την εύκολη αντικατάσταση του Θ με το Φ, που συνέβαινε στη αρχαιότητα. Οι Τούρκοι τη λένε Στήφα, Η πόλη βρίσκεται σε ένα λόφο πάνω σε ένα λόφο και οριοθετείται περιμετρικά με τους γειτονικούς λόφους, που υψώνονται περίπου 50 μέτρα πάνω από τη πεδιάδα, και βρίσκεται 3χλμ βόρεια από το ψηλότερο σημείο της οροσειράς. Οροθετείται προς τα ανατολικά και δυτικά από τα φαράγγια δύο μικρών ποταμών, και περιζώνεται από ένα κατεστραμμένο τείχος που αποτελείται από υλικά διαφόρων εποχών, ανάμεσα στα οποία βλέπουμε σε διάφορα σημεία ρωμαϊκά πλακόστρωτα και μεγάλα τετράγωνα κομμάτια ελληνικού ρυθμού. Σε ένα χαμηλό ύψωμα στο βόρειο άκρο υπήρχε ένας πύργος, ο οποίος μαζί με ένα άλλο πύργο με ακρινή πύλη στην βορειοανατολική πλευρά έχουν πιο στιβαρή κατασκευή από το κατεστραμμένο τείχος, και αποτελούνται κυρίως από αρχαία υλικά.

Η Θήβα έχει 750 οικογένειες, από τις οποίες οι 250 είναι τουρκικές. Οι δρόμοι είναι στενοί και τα σπίτια βρίσκονται το ένα πλάι στο άλλο. με λίγους κήπους. Προς τα νότια, ανάμεσα στην πόλη και την οροσειρά, υπήρχε ένα χώρος όπου παλαιότερα βρισκόταν η Κάτω Θήβα, που διασχίζεται από ένα ποτάμι πάνω σε καμάρες, το οποίο ακόμη και σήμερα μεταφέρει νερό στην πόλη από το δυτικό ποτάμι. Η περιοχή έχει 64 χωριά, τα περισσότερα από τα οποία είναι μικρά.

Στη Θήβα όπως και στις άλλες πόλεις της Ελλάδας, που συνεχίζουν να βρίσκονται εκεί που ήταν και οι αντίστοιχες αρχαίες πόλεις, οι αρχαιότητες αποτελούνται κατά κύριο λόγο από κομμάτια αρχιτεκτονικής και γλυπτικής ή από μάρμαρα με επιγραφές, διάσπαρτα ανάμεσα στα σπίτια, στα τζαμιά, στα λουτρά και τις βρύσες, στα τείχη, στις σκάλες, στους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Ούτε ένα κτίριο δεν μπορεί να βρεθεί, αν και είναι πολύ πιθανόν κάποια απομεινάρια πρέπει να είναι ανακατεμένα με τις σύγχρονες κατασκευές ή θαμμένα κάτω από αυτές. Στην πλευρά της Κάτω Θήβας και προς τα νότια της πόλης, όπου η πρόσβαση είναι ευκολότερη, μπορεί να βρίσκονται ακόμη ερείπια κάτω από το έδαφος.

Η Θήβα, η πόλη του Πίνδαρου και η έδρα του πολέμου και της ελευθερίας, έχει ξεχάσει το όνομα του ποιητή και το πνεύμα των ηρώων της. Είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει αντίτυπο των έργων του στη Θήβα και μπορούμε όλοι εύκολα να δούμε ότι οι Θηβαίοι είναι βουλιαγμένοι στην σκλαβιά. Αφού τα είδαμε όλα, αφήσαμε τη Θήβα.

Nicholas Biddle

Λιβαδειά (19ος αιώνας)

Η Λιβαδειά έχει επιβλητική εμφάνιση από τα βόρεια, συνθέτοντας ένα σκηνικό όμορφο και μοναδικό. Τα περισσότερα σπίτια της περιστοιχίζονται από κήπους και έτσι καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο πάνω σε κάποιες απότομες πλαγιές, στους πρόποδες ενός απόκρημνου υψώματος που στεφανώνεται με ένα κατεστραμμένο κάστρο που λέγεται ότι χτίστηκε από τους Καταλανούς. Αυτό το ύψωμα αποτελεί μια απότομη, βόρεια απόληξη του όρους Ελικώνα και χωρίζεται προς τα ανατολικά από παρόμοιους λόφους με ένα χείμαρρο, που αναβλύζει από το βουνό ανάμεσα σε ψηλούς γκρεμούς και πέφτει με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε ένα βραχώδες μέρος, αφού διασχίσει το κέντρο της πόλης. Είναι η αρχαία Έρκυνα. Πάνω από το κάστρο το τοπίο είναι γενικά ξερό.

Λιβαδειά
Η Λιβαδειά το 1819

Η κύρια παροχή νερού γίνεται από κάποιες πηγές στο νότιο άκρο της πόλης και στους κήπους που περιζώνουν τα σπίτια. Υπάρχουν επίσης πηγές σε πολλά μέρη σε αυτήν την πλευρά, έτσι ώστε όλη αυτή η υπερβολή σε νερό, σε συνδυασμό και με το φυσικό καταφύγιο που δημιουργούν τα βουνά που κρέμονται από πάνω, να κάνει τον αέρα το καλοκαίρι, στο βόρειο μέρος της πόλης για κάναδυο ώρες το πρωί και το βράδυ, ευχάριστα δροσερό.

Τα ίδια αυτά βουνά ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς το αεράκι που φυσάει συχνά, κάνουν τη θερμοκρασία πολύ υψηλή, ενώ το χειμώνα δημιουργούν υγρασία στερώντας από την πόλη τις ακτίνες του ήλιου. Ο ήλιος δεν ζεσταίνει ούτε χαμηλότερα σημεία της πόλης της Λιβαδειάς μετά τις δύο το μεσημέρι. Εξαιτίας αυτών των συνθηκών, το κλίμα δεν θεωρείται ευχάριστο ή υγιεινό. Λέγεται δε, ότι το καλοκαίρι, λόγω των αναγκών για εξαερισμό, οι βλαβερές αναθυμιάσεις των ποτιστικών χωραφιών με βαμβάκι και ρύζι γίνονται παντού αισθητές, αν και απέχουν κοντά 3χλμ. από το βόρειο τμήμα της πόλης. Η Βελίτσα, που έχει παρόμοια θέση και θέα, επηρεάζεται από το γειτονικό βουνό, με τον ίδιο τρόπο, και εκεί το χωριό ήταν στη σκιά ακόμη και πριν το μεσημέρι. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις αρχαίες πόλεις της Δωρίδας, της Φωκίδας και της Βοιωτίας που καταλάμβαναν τις ισχυρές και άλλοτε προνομιούχες κάτω από τις βόρειες πλευρές του Παρνασσού και του Ελικώνα, βίωναν τα ίδια προβλήματα και είχαν το ίδιο κλίμα το χειμώνα, όπως σημειώνει ο Παυσανίας, ειδικά στη Λιλαία.

Η Λιβαδειά έχει ένα γενικότερο αέρα χλιδής σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη στην Ελλάδα, χωρίς να εξαιρούνται τα Ιωάννινα. Αυτό οφείλεται και στον μικρό αριθμό Τούρκων, που γενικά δεν είναι μόνον οι ίδιοι φτωχοί, αλλά και αιτία φτώχειας για τους άλλους. Εκεί οφείλεται εν μέρει και η κατασκευή μεγάλων ελληνικών σπιτιών, τα οποία έχοντας ευρύχωρα δωμάτια και εξώστες, σύμφωνα με το τουρκικό στυλ, φαίνεται ότι χτίζονται προωθώντας την πόλη προς τον απότομο γκρεμό του λόφου. Μπορεί να παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι αυτή η αρχιτεκτονική, αποτέλεσμα της ελληνικής ματαιοδοξίας πάντα έτοιμης να μιμηθεί το τουρκικό μεγαλείο, αν και ευχάριστη το καλοκαίρι, δεν ταιριάζει σε ένα μέρος όπου ο χειμώνας είναι βαρύς και μεγάλος. Υπάρχουν περίπου χίλια πεντακόσια σπίτια στην πόλη της Λιβαδειάς, από τα οποία μόνο τα εκατόν τριάντα είναι τούρκικα.

Το πιο ευδιάκριτο σημείο στην πόλης της Λιβαδειάς είναι ένας πύργος με ένα ρολόι. Στην περιοχή υπάρχουν εβδομήντα χωριά, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι το Δαδί και η Αράχοβα. Το Ξεροχώρι, η Φίλα και πολλά άλλα στην Εύβοια έχουν καταχωρισθεί στο βιλαέτι, καθώς επίσης και ο Κάλαμος, και κάποια άλλα στην Αττική.

Η ομηρική Μήδεια βρισκόταν σύμφωνα με τον Παυσανία σε ένα ύψωμα από όπου οι κάτοικοι, υπό την καθοδήγηση του Λέβαδου, ενός Αθηναίου, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερο σημείο και εκεί έχτισαν μια πόλη που της έδωσαν το όνομα Λιβαδειά. Φαίνεται δηλαδή ότι η Μήδεια βρισκόταν στην πλευρά του κάστρου και προς το δυτικό τμήμα της καινούργιας πόλης. Στην ανατολική της πλευρά περιβαλλόταν από την Έρκυνα, ενώ η Λιβαδειά κατελάμβανε το χαμηλότερο μέρος της σημερινής πόλης. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ωστόσο, ότι το κάστρο δεν ήταν ποτέ μέρος της αρχαίας πόλης μια και ήταν τόσο σημαντικό για την ασφάλεια της. Οι μόνες αρχαιότητες είναι κάποιες τετράγωνες ελληνικές πέτρες στα τοιχώματα, του κατεστραμμένου κάστρου, και λίγες επιγραφές και αρχιτεκτονικά κομμάτια διάσπαρτα στην πόλη. Αυτή η ισχυρή και πλούσια σε νερό πόλη, που πάντα είχε μεγάλο πληθυσμό, έχει επιδοθεί σε πολλές ανακατασκευές με βάση τα αρχαία υλικά ώστε τίποτε πλέον δεν έχει παραμείνει στη θέση του.

Η Λιβαδειά σαν βακούφι, διοικείται από βοεβόδα που εκμισθώνει τα εισοδήματα από τη διαχείριση των βασιλικών τζαμιών (της Πύλης). Ή πιο συχνά από βεκίλη ή αντιπρόσωπο, στον όποιο ο βοεβόδας δίνει αναφορά. Ο Τούρκος που τώρα κατοικεί στη Λιβαδειά είναι αντιπρόσωπος, αλλά συλλέγει ο ίδιος και εκμεταλλεύεται τους φόρους.

Η δημοτική εξουσία μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις κυρίαρχες ελληνικές οικογένειες, από τις οποίες η πρώτη είναι του Γιάννη Χονδροδήμα ή Λογοθέτη, εξαιτίας του αξιώματος του στην εκκλησία. Όλες οι υποθέσεις της πόλης περνούν από τα χέρια ενός γραμματικού που τον ορίζουν οι παραπάνω άρχοντες. Ούτε ο Τούρκος βοεβόδας, ούτε ο καδής (ιεροδικαστής) ανακατεύονται, εκτός και αν η υπόθεση αφορά Τούρκο. Ειδικά ο πρώτος απέχει ολοκληρωτικά, καθώς φοβάται μήπως χάσει τα συνηθισμένα δώρα που παίρνει από τους Έλληνες, καθώς και τα αποτελέσματα των διαμαρτυριών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η κύρια ασχολία του είναι να συλλέγει τους φόρους του σουλτάνου, που δίνονται προς το παρόν στα τρία παραπάνω πρόσωπα για 2.500 γρόσια το χρόνο. Αυτοί οι φόροι είναι το μίρι, ή δεκάτη ή αβαρέσι ή φόρος στην προσωπική περιουσία, και το χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.

Το πρώτο υπενοικιάζεται σε μερίδια κάθε χρόνο. Αυτοί που το εκμισθώνουν επισκέπτονται τα χωριά τον καιρό του θερισμού και παίρνουν το μερίδιο τους, που για τα χωράφια που ανήκουν στους Έλληνες είναι περίπου το ένα όγδοο. Ό,τι απομείνει μοιράζεται σε αναλογία δύο τρίτων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και σε αυτόν που έχει την αποθήκη και προμηθεύει τον σπόρο του καλαμποκιού. Οι θεριστές πληρώνονται κυρίως σε είδος δηλαδή, ή μια συμφωνημένη ποσότητα την ημέρα, ή το ένα δέκατο της σοδειάς: ό,τι μένει είναι το μερίδιο του μεταπράτη και μοιράζεται σε ισότιμα μερίδια. Αρκετές φορές τη δεκάτη την εκμεταλλεύεται ο Έλληνας ιδιοκτήτης, αλλά σε αυτήν την περίπτωση το μερίδιο του από το θερισμό είναι δεκαεφτά εικοστά τέταρτα.

Μερικά χωράφια στη Λιβαδειά είναι του σπαχή (ιππέα του οθωμανικού στρατού) και τα διατηρεί καθ’ όλη την διάρκεια της φεουδαρχικής θητείας από τον καιρό της κατάκτησης. Αυτά αποδίδουν λιγότερη δεκάτη στον σπαχή από ό,τι τα ελληνικά χωράφια στον εκμεταλλευτή του βακουφιού. Συνήθως ενοικιάζονται από Έλληνες της Λιβαδειάς και καλλιεργούνται όπως τα άλλα. Τυχαίνει μερικές φορές οι τελευταίοι να έχουν και αυτά του σπαχή, και συμβαίνει ενίοτε ο Έλληνας να έχει τη θέση του σπαχή στο χωριό. Συνήθως, όμως, αυτά τα χωράφια βρίσκονται στα χέρια των Αλβανών στρατιωτών, που τα θεωρούν ως ένα καλό τρόπο για να μαζεύουν αποθέματα, όπως οι σπαχήδες, πέρα από τη δεκάτη, που σύμφωνα με το έθιμο αντιστοιχεί σε ένα γρόσι το χρόνο για κάθε ενήλικο άνδρα και μισό και κάθε αγόρι στο χωριό, συν μια συγκεκριμένη μερίδα φαγητού, που πάντα παίρνουν οι Αλβανοί για τη συντήρηση τους, και άλλα προνόμια που η θέση του μουσουλμάνου στρατιώτη τους προσφέρει. Μερικές φορές τυχαίνει ο σπαχής να μένει στην περιοχή και να μην εισπράττει τη δεκάτη παρά μόνο ως φέουδο και ό,τι άλλο μπορεί να αποσπάσει εκβιαστικά.

Ο φτωχός Έλληνας χωρικός δεν παίρνει παρά ψίχουλα από τη γη που κατέχουν οι ομόθρησκοι του. Αν και σπάνια μπορεί να καταφέρει ένα τίμιο παζάρεμα για το μερίδιο του στην παραγωγή, γενικώς πρέπει και από αυτό να δίνει τον υπέρμετρο τόκο που ο Έλληνας ιδιοκτήτης γης ή ο σπαχής τον έχουν αναγκάσει να δίνει, αφού του έχουν δημιουργήσει την ανάγκη να δανειστεί: με λίγα λόγια δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν εργάτη σε ένα τούρκικο τσιφλίκι. Η δυστυχία του ολοκληρώνεται, επειδή η ανώτερη τάξη των Ελλήνων στη Λιβαδειά είναι τόσο προκλητική και αναίσθητη προς τους κατώτερους της, όσο ζηλεύονται με κακεντρέχεια και μεταξύ τους. Αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ταυτόχρονα διαθέτουν όλη τη φιλοξενία, την εξυπνάδα και την κοινωνική προδιάθεση του λαού, και αντίθετα προς τους θησαυρίζοντες Εβραίους και Αρμένιους, γενικά ζουν τη ζωή τους.

Τον Αλή πασά φοβούνται στη Λιβαδειά πιο πολύ από ό,τι την Πύλη. Και προσφέρονται να στείλουν κάθε άνοιξη μια αντιπροσωπεία από άρχοντες στα Ιωάννινα με δώρο να ανέρχεται στα 100 γρόσια. Λίγο καιρό πριν ο Αλή πασάς προσπάθησε να κατακτήσει το Δαδί, αλλά με την παρέμβαση των αρχηγών της Λιβαδειάς η καταστροφή της ανερχόμενης αυτής κοινότητας αποφεύχθηκε προσωρινά. Οι επιδιώξεις του, ωστόσο, τείνουν να αυξάνονται προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο γιος του, Βελής, πρόσφατα κατέκτησε την επαρχία της Αταλάντης

William Martin Leake

Δίστομο: 10 Ιουνίου 1944

Στο Δίστομο του νομού Βοιωτίας έγινε κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο στις 10 Ιουνίου 1944 μια εκ των ειδεχθέστερων σφαγών αμάχων από τις Γερμανικές κατοχικές δυνάμεις.

Δίστομο
Οι Γερμανοί πυρπολούν σπίτια στο Δίστομο

Τα γεγονότα στο Δίστομο

Στις 10 Ιουνίου του 1944 ο εικοσιεξάχρονος τότε Fritz Lautenbach (Φριτς Λάουτενμπαχ), λοχαγός των SS του 2ου λόχου του 1ου τάγματος του 7ου τεθωρακισμένου συντάγματος της αστυνομίας SS, έλαβε διαταγή να μετακινήσει τον λόχο του από την Λιβαδειά προς τα χωριά Δίστομο, Στείρι και Κυριάκι με σκοπό τον εντοπισμό ανταρτών στην δυτική πλευρά του Ελικώνα. Σαν δόλωμα οι Γερμανοί είχαν δύο επιταγμένα Ελληνικά φορτηγά γεμάτα με άνδρες των SS μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, που προπορεύονταν της κύριας φάλαγγας. Ταυτόχρονα ο 10ος και 11ος λόχος του 3ου τάγματος από την Άμφισσα κατευθυνόταν προς το Δίστομο για να συναντήσουν τον 2ο λόχο. Οι τρεις λόχοι συναντήθηκαν χωρίς να έχουν εντοπίσει αντάρτες εκτός από 18 παιδιά που κρύβονταν σε γύρω στάνες. Έξι από τα παιδιά που προσπάθησαν να δραπετεύσουν εκτελέστηκαν. Οι Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και εκφοβίζοντας τους χωρικούς έμαθαν ότι υπήρχαν αντάρτες στο Στείρι. Ο 2ος λόχος κατευθύνθηκε προς τα εκεί και στην θέση Λιθαράκι, περιοχή του Στειρίου, έπεσε σε ενέδρα των ανταρτών του 11ου λόχου του 3ου τάγματος του 34ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Η μάχη του Στειρίου ήταν σκληρή και κράτησε περίπου μέχρι τις δύο το μεσημέρι αναγκάζοντας τους Γερμανούς σε οπισθοχώρηση.

Η Σφαγή του Διστόμου

Αν και από το χωριό Δίστομο τα Γερμανικά στρατεύματα δεν δέχθηκαν κάποια πρόκληση (παρόλο που μεταπολεμικά το ισχυρίστηκαν οι Γερμανοί κατηγορούμενοι της σφαγής), για λόγους αντεκδίκησης ο 2ος λόχος του 8ου Συντάγματος της 4ης Αστυνομικής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας Γρεναδιέρων των SS άρχισε την σφαγή όσων κατοίκων έβρισκαν στο χωριό. Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν ξεχώριζαν από το μακελειό ούτε τα γυναικόπαιδα ούτε τους ηλικιωμένους. Τον ιερέα του χωριού τον αποκεφάλισαν, βρέφη εκτελέστηκαν και γυναίκες βιάστηκαν πριν θανατωθούν. Η σφαγή σταμάτησε μόνον όταν νύχτωσε και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Λιβαδειά, αφού πρώτα έκαψαν τα σπίτια του χωριού. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή των Γερμανών στην βάση τους, καθώς σκότωναν όποιον άμαχο έβρισκαν στον δρόμο τους. Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν τους 228, εκ των οποίων οι 117 γυναίκες και 111 άντρες, ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων. Η μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Eλβετού George Wehrly ο οποίος έφτασε στο Δίστομο μετά λίγες μέρες μιλάει για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή, με πτώματα να κρέμονται ακόμα και από δέντρα περιμετρικά του δρόμου που οδηγεί στο χωριό.

Τις 24 Ιουνίου 1944, οι Γερμανοί επανήλθαν και έκαψαν τα σπίτια και τις θημωνιές στα αλώνια του Στειρίου, χωρίς ανθρώπινες απώλειες αφού οι κάτοικοι του είχαν προλάβει να κρυφτούν σε γειτονικές δύσβατες περιοχές του χωριού.

Ο λοχαγός των SS Fritz Lautenbach είναι ο άνθρωπος που εκτέλεσε την εντολή για τη σφαγή του Διστόμου, ο οποίος και μετά το τέλος της συνέταξε ψευδή αναφορά που ανέφερε ότι οι άνδρες του δέχθηκαν επίθεση «με όλμους, αυτόματα όπλα και τουφέκια από τη μεριά του Διστόμου». Η αναφορά του Lautenbach αμφισβητήθηκε αμέσως καθώς ο Georg Koch, πράκτορας της μυστικής υπηρεσίας o οποίος συνόδευε επίσης το τάγμα, υπέβαλλε ξεχωριστή αναφορά κατά την οποία βεβαίωσε ότι το τάγμα στην πραγματικότητα έπεσε σε ενέδρα πολλά μίλια έξω από το Δίστομο. Ο Koch προσθέτει επίσης ότι μόνο αφού το τάγμα είχε αποτελεσματικά απωθήσει τους «αντάρτες», έκανε μεταβολή προς το Δίστομο για να διεκπεραιώσει τη σφαγή.

Στην ανάκριση που ακολούθησε, ο Lautenbach υπερασπίστηκε τις επιλογές του λέγοντας ότι προτίμησε συνειδητά να ακολουθήσει το πνεύμα των διαταγών, παρά το γράμμα. Επίσης δήλωσε ότι γνώριζε πως η επιλογή του μπορούσε να θεωρηθεί ανυποταξία, ωστόσο ήλπιζε να εγκριθεί εκ των υστέρων, βάσει των ανθρωπιστικών και στρατιωτικών ιδανικών. Σημειώνεται ότι στο στρατοδικείο που ακολούθησε, δεν κλήθηκε κανένας Έλληνας μάρτυρας.

Ένας από τους επκεφαλής που θεωρήθηκε επίσης υπεύθυνος για την σφαγή στο Δίστομο, ο Hans Zampel (Χανς Τσάμπελ) μετά το τέλος του πολέμου συνελήφθη στην Γαλλία και εκδόθηκε στην Ελλάδα. Στην πορεία ζητήθηκε η μεταφορά του στην Γερμανία για τις εκεί έρευνες όπου και παρέμεινε. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ζει ως σήμερα ελεύθερος.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Σφαγή_του_Διστόμου

Το Μαντείο του Τροφωνίου

Το μαντείο του Τροφωνίου είναι ελάχιστα γνωστό. Το ιερό, τοποθετημένο στην έξοδο ενός επιβλητικού φαραγγιού, κατελάμβανε τρία επίπεδα. Το κάτω μέρος, κατά μήκος της Έρκυνας, ένωνε το ιερό δάσος με τα βασικά δημόσια οικοδομήματα, όπως οι ναοί της Έρκυνας, της Δήμητρας, και του ίδιου του Τροφωνίου. Το άνω μέρος, στο σημερινό Προφήτη Ηλία, περιείχε το μεγάλο ναό του Δία και ένα ιερό που ο Κρόνος διαθέτει το μόνο γνωστό άγαλμα του στην Ελλάδα. Το ίδιο το μαντείο, μια απλή πέτρινη κυκλική βάση που οδηγούσε σε ένα υπόγειο διαμέρισμα, βρισκόταν κάπου μεταξύ του άνω επιπέδου και του κάτω. Η αρχαία πόλη της Λιβαδειάς, επίσης είναι λίγο γνωστή, γεγονός που δυσχεραίνει κάθε μελέτη σχετικά με τη διαχείριση του μαντείου και την επίδραση του στη ζωή της πόλης.

Το μαντείο του Τροφωνίου
Ο Τροφώνιος ο Λεβαδεύς

Ο Τροφώνιος, ο ιδρυτής του μαντείου

Μια πανούργα τύχη έφερε τον Τροφώνιο στη Βοιωτία, στους κοντινούς Δελφούς, που χάρη στην πόλη και τη μεγαλειώδη φήμη της έλκυε την προσοχή όλων. Ο Τροφώνιος είναι γιος του Εργίνου και της Ιοκάστης , δύο μορφών της μυκηναϊκής μυθολογίας. Έφηβος σύγχρονος του νεαρού Απόλλωνα, αναδεικνύεται ικανός για θετικό έργο, όπως η κατασκευή του πέτρινου κατωφλίου της μαντικής αίθουσας του δελφικού ναού, καθώς και για χθόνιο, όπως η κατασκευή καλά κρυμμένων θησαυρών που κατόπιν λεηλάτησε μαζί με τον αδελφό του Αγαμήδη. Ο Τροφώνιος είναι ριζωμένος στη Λιβαδειά, όπου δε μαρτυρείται καμιά εμφάνιση του έξω από το ιερό του. Παράλληλα με τα ηρωικά χαρακτηριστικά του, κάποια άλλα δεν είναι καθόλου τέτοια. Και αν σε κάποιες μεταγενέστερες αποδόσεις ο Τροφώνιος πεθαίνει, γενικά απλά εξαφανίζεται κάτω από τη γη και η Λιβαδειά δε μπορεί να υπερηφανευτεί για κάποιον τάφο του, στοιχείο ουσιώδες για την λατρεία «ηρώων».

Ο Τροφώνιος είναι ανίκητος φορέας ευνοϊκά προσκείμενος στους ανθρώπους, ανήκει στους σεληνιακούς δαίμονες του Πλούταρχου και έχει επίσης αληθινό χαρακτήρα οικογένειας όπως οι ησιόδειοι δαίμονες, κληρονόμοι των φυλών χρυσού και ασημιού. Ο Τροφώνιος δεν βρισκόταν στο περιθώριο του τοπικού πάνθεου, αλλά στο θρόνο μιας πλούσιας θεϊκής κοινότητας, αφού μερικές φορές ονομαζόταν Δίας ο Τροφώνιος. Τη θολότητα αυτή τόνισε περισσότερο το ότι ο Τροφώνιος νομιζόταν για βρέφος της Δήμητρας, σύμφωνα με την παράδοση παιδικών θεοτήτων και ηρώων. Η θεϊκή τροφός, το υπόγειο καταφύγιο, το μέλι, τα φίδια, το χθόνιο περιβάλλον, το παιδί-θαύμα, η μυστηριώδης εξαφάνιση και η θεοποίηση του, όλα αυτά τα στοιχεία δίνουν στον Τροφώνιο την όψη ενός νέου θεού, όπως ο Ερμής, ο μικρός αυτός ψυχοπονιάρης κλέφτης, όντας και οι δύο άριστοι στην τέχνη του περάσματος στον άλλο κόσμο. Η πασίδηλη διαφορά τους είναι ο τοπικός χαρακτήρας του Τροφωνίου σε σχέση με τον πανελλήνιο του θεού του όρους Κυλλήνη. Ο Τροφώνιος, κάτοικος του Κάτω Κόσμου, αποτελεί για το ελληνικό πνεύμα ένα χθόνιο πέρασμα-τείχος, έναν άνδρα που διαχειρίζεται μέσα από τον κόσμο του ανοίγματα για το υπερπέραν. Όταν τοποθετεί το κατώφλι του αδύτου των Δελφών, ο θρύλος του είναι ξεκάθαρος πάνω σ’ αυτό, από την εποχή του Ομηρικού ύμνου στον Απόλλωνα (7ος ή 6ος αιώνας π.Χ.). Το γενεαλογικό του δέντρο τον συνδέει με τον Κλύμενο, μια άλλη ονομασία του Άδη. Οι κλειστές και ιερές αίθουσες που κατασκευάζει ξεχωρίζουν για τον πλούτο τους και χαρακτηρίζονται από ένα μυστικό πέρασμα.

Το σημείο επαφής με το χθόνιο κόσμο μοιάζει να ήταν το πρώτο στοιχείο του μύθου, γεγονός που σχετικοποιεί το χαρακτηρισμό του «αρχιτέκτονα», που τόσο συχνά αποδίδεται στον Τροφώνιο. Δεν είναι αντιληπτός ούτε ως παραδοσιακός μάντης, όπως ο Αμφιάραος ή ο Μελάμπους. Κανένας θρύλος δεν του αποδίδει μαντική κλίση όσο ζούσε. Κι αν η χθόνια επαφή επιβλήθηκε στη μυθοποιητική φαντασία, αυτό συνέβη πιθανότατα επειδή το μαντείο υποχρέωνε τον πιστό να διαβεί τα σύνορα του θανάτου. Στη διαδικασία της χρησμοδοσίας του γνωρίζουμε και από τον Ηρόδοτο ότι ο Τροφώνιος ήταν πράγματι ψυχαγωγός, όπως ο Ερμής, με τη διαφορά ότι ο Ερμής οδηγούσε τις ψυχές σ’ ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Το μαντείο του Τροφωνίου και η τελετή

Το τελετουργικό του μαντείου, με κεντρικό άξονα το φόβο, αναμφίβολα ήτα καλύτερα γνωστό από τα άλλα μαντικά τελετουργικά. Εξελισσόταν μέσα σε ένα ιερό άλσος, δηλαδή σε τόπο με προνομιούχο επαφή μεταξύ των κόσμων που από μόνος του συγκεντρώνει όλη τη μεταφορική αξία στο πρόσωπο του Τροφωνίου. Ο χρηστηριαζόμενος υποβαλλόταν σε σε μακρά προετοιμασία. Απομονωμένος, είχε όλο το χρόνο να εμποτιστεί από την ιερότητα του τόπου λατρείας. Οι επαφές του περιορίζονταν στους ιερείς ή άλλους συμβούλους και μόνο για να εξετάσει λεπτομερώς τις ομορφιές και τις ανησυχίες του τόπου. Μερικές μέρες αργότερα, και αν όλες οι θυσίες είχαν αποδειχθεί ευνοϊκές, ο προσκυνητής περπατούσε νύχτα προς το μαντείο. Άλλαζε ρούχα, φορούσε σανδάλια παράξενα, προσευχόταν στον Τροφώνιο και οδηγούνταν να πιει το νερό που επίσης πίνουν οι νεκροί, νερό της Λήθης και της Μνημοσύνης. Μέσα στο μαντείο πια, έπαιρνε μια μικρή σκάλα και κατέβαινε σε μια τρύπα, χωρίς να βλέπει το βάθος, που η φήμη την ήθελε γεμάτη φίδια. Εκεί ξαπλωμένος στο χώμα και ενώ κρατούσε σε κάθε χέρι ένα γλυκό από μέλι, έβαζε τα πόδια σε ένα στενό άνοιγμα περιμένοντας «να παρασυρθεί όπως κάποιος από τη δίνη ενός δυνατού ποταμού», σύμφωνα με τον Παυσανία. Η πιθανότητα δόλου των ιερέων που τραβούσαν από τα πόδια τον προσκυνητή είναι σιωπηρά αποδεκτή.

Ο Τροφώνιος παρείχε τους χρησμούς χάρη σε μια κατάσταση ύπνωσης (οράματος) ή κατά τη διάρκεια συγκοπής, πάντα ευνοϊκής στο όνειρο. Η διαφοροποίηση του τρόπου διατροφής και του ύπνου, φυσική απομόνωση και εισπνοές αναθυμιάσεων, έντονος στοχασμός και βαθιά σιωπή, κρύα μπάνια στον ποταμό Έρκυνα και ρυθμικοί χοροί, προκλητικοί ήχοι αυλών, καταστάσεις ύπνωσης, σεξουαλική αποχή ακι διάφορες αισθησιακές στερήσεις, όλα μαζί εκτείνονται χρονικά σε πολλές μέρες. Με τον τρόπο αυτό η ψυχική κατάσταση του προσκυνητή, κλονισμένη από το φόβο του χθόνιου, φθείρεται περισσότερο κατά την κάθοδο του στο σκοτεινό λαγούμι όπου τον περίμενε η λάμψη της θεϊκής επαφής. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο προσκυνητής «ξυπνούσε» ακριβώς στο σημείο όπου είχε χάσει τις αισθήσεις του. Ο φόβος και η εσωτερική ανισορροπία πρέπει να αρκούσαν για να προκαλέσουν μαι λιποθυμία, που ποίκιλλε σε ένταση και διάρκεια ανάλογα με τα άτομα.

Το ιερατείο δεν ήταν κακόβουλο και χειραγωγό. Έπαιζε όμως σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της επιλογής του χρηστηριαζόμενου. Οι ιερείς, παρόντες σε κάθε θυσία, πρέπει να είχαν αποκτήσει βαθιά εμπειρία για να διακρίνουν ποιος, μεταξύ των προσκυνητών, είχε ή όχι υποστεί την απαραίτητη ψυχική μεταμόρφωση για την επίτευξη του οράματος. Το γεγονός ότι χρηστηριαζόμενος δεν είχε κλονιστεί από το τελετουργικό, που ο ίδιος ο Τροφώνιος είχε διδάξει, μπορούσε να επιτρέψει να πιστέψουν σε άρνηση όντως της τοπικής θεότητας και συνεπώς η απόρριψη του από τους ιερείς δεν ήταν κακοπροαίρετη.

Με την επιστροφή του ζητούντος το χρησμό στον καθαρό αέρα, ενώ ακόμη βρισκόταν σε κατάσταση κλονισμού, τοποθετούνταν στο θρόνο της Μνημοσύνης, όπου οι ιερείς προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το περιεχόμενο του χρησμού.

Ο Τροφώνιος και τα Ελευσίνια Μυστήρια

Ο χρηστηριαζόμενος του Τροφωνίου θεωρούσε τον εαυτό του μύστη. «Η ασυνήθιστη εμπειρία» του οράματος όσο και το ταξίδι στον άλλο κόσμο- στην πραγματικότητα ένας πρόσκαιρος θάνατος- και παράλληλα η επιστροφή από το βασίλειο των νεκρών, έδιναν στη δοκιμασία την πλήρη μυητική έννοια. Αυτό δε σημαίνει ότι το ιερό του Τροφωνίου στέγασε ποτέ μυστικιστική λατρεία με την αυστηρή έννοια του όρου, αφού η πρώτη του κλίση ήταν μαντική. Η ομοιότητα, και μάλιστα η ταυτοσημία του τύπου της αποκάλυψης, πρέπει να έδωσε μυστηριακή χροιά στο βοιωτικό ιερό σε πρώιμη εποχή, αν όχι από τη γέννηση του. πολλές αναλογίες θα μπορούσαν να παρατηρηθούν με τα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως οι παρόμοιες διατροφικές απαγορεύσεις, οι έννοιες του θάρρους και της καλοτυχίας, η μυστικότητα, η μυσταγωγία, ακόμη και η παρουσία στη Λιβαδειά του Εύβουλου, ενός από τους βασικούς θεούς των μυστηρίων της Ελευσίνας.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Λιβαδειά ή Λεβαδειά (8ος αιώνας π.Χ.-…)

Η Λιβαδειά ή Λεβαδειά (παλαιότερα) είναι πόλη της Στερεάς Ελλάδας. Διοικητικά, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Καλλικράτης, υπάγεται στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, ειδικότερα στην Περιφερειακή Ενότητα Βοιωτίας και αποτελεί έδρα του Δήμου Λεβαδέων. Σύμφωνα με την προηγούμενη διοικητική οργάνωση, αποτελούσε πρωτεύουσα του Νομού Βοιωτίας, της άλλοτε ομώνυμης επαρχίας και έδρα του Καποδιστριακού Δήμου Λεβαδέων. Ακόμη, αποτελεί έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας. Διαθέτει καλή ρυμοτομία με ευθύγραμμους δρόμους και πέντε μεγάλες πλατείες. Χαρακτηριστικό αξιοθέατο της Λιβαδειάς οι πηγές της Κρύας.

Η Λιβαδειά
Οι πηγές της Κρύας

Η γεωγραφία της Λιβαδειάς

Η Λιβαδειά βρίσκεται χτισμένη σε γραφική τοποθεσία, στους πρόποδες του Ελικώνα, σε υψόμετρο 200μ. Έχει άφθονα νερά και υδρεύεται από τις πηγές Λεπτοκαρυάς, Κάδης, και από τη Λήθη και τη Μνημοσύνη, πηγές του ποταμού Έρκυνα ή Χιλιά, που διασχίζει το νότιο τμήμα της.

Η ιστορία της Λιβαδειάς

Αρχαία Χρόνια

Ως πόλη η Λιβαδειά δεν αναφέρεται από τον Όμηρο. Οι αρχαίοι θεωρούσαν πως είναι η Μίδεια που ανήκε στους ενωμένους με τη Θήβα οικισμούς. Υποτίθεται πως ο Αθηναίος ήρωας Λέβαδος, μετοίκησε τους Μίδειους στους πρόποδες του λόφου όπου βρισκόταν ο οικισμός και έχτισε τη Λεβαδειά. Τον 8ο αιώνα π.Χ. ανήκε στο Κοινό των Βοιωτών.

Βυζαντινή περίοδος

Κατά τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής περιόδου η πόλη της Λιβαδειάς δεν παρουσίασε ιδιαίτερη ανάπτυξη, μετά τις καταστροφές που είχε υποστεί. Παρακολούθησε τις τύχες του Ανατολικού Ιλλυρικού, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, τόσο στις πολιτικές όσο και στις εκκλησιαστικές μεταβολές, μέχρι την τελική εκκλησιαστική υπαγωγή στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Η αγροτική οικονομία της πόλης αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα από τις βαρβαρικές επιδρομές του 4ου και των αρχών του 5ου αιώνα, ιδίως υπό του Αλάριχου και κατά τη μεταβατική περίοδο του 7ου αιώνα λόγω σεισμών όπου και τελικά ερημώθηκε.

Κατά τη διοικητική μεταρρύθμιση με την εισαγωγή του θεσμού των θεμάτων εντάχθηκε, όπως ήταν φυσικό, στο θέμα της Ελλάδος και από τον 9ο αιώνα γνώρισε αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη μέσα στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής προόδου του θέματος του ελλαδικού χώρου.

Η οικονομική ακμή της πόλης των Θηβών ευνόησε την ακμή και της Λιβαδειάς μέχρι τα μέσα του 12ου αιώνα, αλλά οι ληστρικές επιδρομές των Νορμανδών αποδυνάμωσαν την καλλιέργεια και τη βιομηχανία μέταξας στην ευρύτερη περιοχή και περιόρισαν την εμπορική κίνηση.

Οι Φράγκοι στη Λιβαδειά

Μετά την κατάληψη της νότιας Ελλάδας από τους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας (1204), η Λιβαδειά παραχωρήθηκε στον «κύριο των Αθηνών» Όθωνα ντε Λα Ρος και, έναν αιώνα αργότερα, μετά την ήττα των Φράγκων από τους Καταλανούς στη Μάχη του Αλμυρού (1311), οι κάτοικοι παρέδωσαν το κάστρο της πόλης στους νικητές με αντάλλαγμα την παραχώρηση προνομίων. Την περίοδο αυτή η Λιβαδειά γνωρίζει μεγάλη εμπορική ακμή.

Η καταλανική κυριαρχία συνεχίστηκε υπό την επικυριαρχία του βασιλιά της Σικελίας Φρειδερίκου ως τον Μάιο του 1388, οπότε η περιοχή του Δουκάτου των Αθηνών περιήλθε στον Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι, μέλος φλωρεντινού τραπεζικού οίκου.

Η Λιβαδειά και οι Οθωμανοί

Δύο χρόνια μετά την παράδοση της Αθήνας στον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή (1458), η Λιβαδειά περιήλθε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αποτέλεσε καζά, διοικητική υποπεριφέρεια, που υπαγόταν ως το 1470 στο Σαντζάκι Τρικάλων και αργότερα στο Σαντζάκι Ευρίπου.

Τον 16ο αιώνα η Λιβαδειά άρχισε να διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στα δρώμενα της περιοχής. Ήταν χάσι (= τόπος χατζήδων) Οθωμανών αξιωματούχων και από την 3η ή 4η δεκαετία του 17ου αιώνα υπήρξε βακούφι της Μέκκας ή, κατ’ άλλους, της Μεδίνας. Αποτελούσε ξεχωριστό βοεβοδιλίκι και έφτασε να γίνει η πιο σπουδαία πόλη της Ανατολικής Στερεάς. Ανήκε στο φέουδο της εκάστοτε βαλιδέ Σουλτάνας (βασιλομήτορος) και διέθετε ντόπιους διοικητές, των οποίων ο πρόεδρος την εκπροσωπούσε στις τουρκικές αρχές. Την αυτονομία της ούτε ο Αλή Πασάς κατόρθωσε να καταργήσει.

Παρά τις καταστροφές που είχε υποστεί η Λιβαδειά από τις πολεμικές συγκρούσεις στη Βοιωτία κατά τη διάρκεια του Τουρκο-ενετικού πολέμου του 1684-1699 και συγκεκριμένα το 1694 και το 1695, από τις αρχές του 18ου αιώνα οι συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί βοήθησαν στην ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας: μετά την αφιέρωση των προσόδων στο Γενί-Τζαμί, όπου και είχε τεθεί υπό την αιγίδα της Βαλιντέ Σουλτάνας, χορηγήθηκαν στους κατοίκους ιδιαίτερα προνόμια αυτοδιοίκησης, με συνέπεια την ενίσχυση του κοινοτικού θεσμού και τη δημιουργία μιας τάξης αρχόντων.

Ο βοεβόδας, για παράδειγμα, δεν μπορούσε να λάβει καμία απόφαση χωρίς τη συγκατάθεση των προκρίτων της πόλης. Δέκα περίπου οικογένειες αποτελούσαν την αριστοκρατία της γης και της πόλης, των οποίων τη σύμπνοια δεν μπόρεσε να διασπάσει ούτε ο Αλή πασάς, παρά την πίεση που ασκούσε στον Καζά της Λιβαδειάς, όταν είχε περιέλθει στο Πασαλίκι του. Έτσι η πόλη, η οποία στα τέλη του 18ου αιώνα χαρακτηριζόταν ως «η μεγαλύτερη της Βοιωτίας», καθώς βρισκόταν στον εμπορικό δρόμο (ανατολική διάβαση) Πελοποννήσου-Μακεδονίας, είχε αξιόλογη παραγωγή σε μαλλιά, σιτάρι, ρύζι, τα οποία χορηγούσε σε άλλα μέρη της Ελλάδος και του εξωτερικού.

Παρά το γεγονός ότι το ρεύμα της μετανάστευσης υπήρξε περιορισμένο, από τη Λιβαδειά προήλθαν άνδρες οι οποίοι διακρίθηκαν στις ελληνικές παροικίες της Ρωσίας και της κεντρικής Ευρώπης. Εκτός από τον Λάμπρο Κατσώνη, από τη Λιβαδειά και την περιοχή της κατάγονταν κληρικοί, λόγιοι και έμποροι της διασποράς.

Η Λιβαδειά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Οι συσκέψεις των Φιλικών γίνονταν σχεδόν απροκάλυπτα. Ο διοικητής Καρά Ισμαήλ Αγάς κάτι υποψιάστηκε και ζήτησε άδεια από το σερασκέρη της Λάρισας Μαχμούτ Δράμαλη να σφάξει «προληπτικά» τους πρόκριτους. Οι Έλληνες το έμαθαν και δωροδόκησαν μερικούς ευυπόληπτους Τούρκους, ώστε να μάθει ο Δράμαλης ότι ο Αγάς είναι μεγάλος ψεύτης. Ο Ισμαήλ αντικαταστάθηκε από τον Χασάν Αγά και πήρε εντολή να συνεργαστεί με τους πρόκριτους για το καλό του τόπου. Η οργάνωση της Επανάστασης συνεχίστηκε απρόσκοπτα.

Στις 26 Μαρτίου του 1821, ο απεσταλμένος του Αθανάσιου Διάκου (ο οποίος έμενε στην Λιβαδειά από το 1820) στα Σάλωνα (Άμφισσα) γύρισε στη Λιβαδειά έχοντας σκοτώσει στο δρόμο Τούρκο ταχυδρόμο κι έναν Αλβανό, που έφερναν στον Χασάν το μήνυμα ότι η πόλη επαναστάτησε. όμως τα νέα έφτασαν στον Χασάν που ζήτησε εξηγήσεις.

Ο Διάκος τον διαβεβαίωσε πως τίποτα δε γινόταν στα Σάλωνα, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βγήκε στο Μοριά με 10.000 οπλισμένους και απειλούσε να έρθει στη Λιβαδειά. Ο Χασάν τρόμαξε και ο ζήτησε από το Διάκο να στρατολογήσει υπερασπιστές της πόλης. Δεν είχε μάθει ότι ανάλογοι «υπερασπιστές» είχαν κυριεύσει την Καλαμάτα.

Με την άδεια των Τούρκων, ως τις 28 Μαρτίου ο Αθανάσιος Διάκος συγκέντρωσε 5.000 άνδρες και στρατοπέδευσε απέναντι από το κάστρο της πόλης. Στις 29 άρχισε την επίθεση. Στις 30 συμφώνησε με τους Αλβανούς ότι δεν είχαν κανένα λόγο να υπερασπίζονται τον διοικητή και τους έπεισε να φύγουν από τη μέση.

Μεσάνυχτα 30 προς 31 Μαρτίου του 1821 οι Έλληνες ξεκίνησαν γενική έφοδο. Ως το ξημέρωμα είχαν πάρει το πρώτο τείχος του κάστρου. Το πρωί ο Χασάν Αγάς παραδόθηκε. Την επομένη, 1 Απριλίου έγινε πανηγυρική δοξολογία. Τρεις επίσκοποι ευλόγησαν τη σημαία του Διάκου. Τη Λιβαδειά ανακατέλαβε ο Ομέρ Βρυώνης στις 26 Ιουνίου του 1821. Η πόλη έγινε οριστικά ελληνική στα 1829, μετά τη μάχη της Πέτρας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λιβαδειά

Το Θαύμα της Παναγίας της Σκριπούς (1943)

Η Παναγία η Σκριπού
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Σκριπούς

Τα Γεγονότα του Θαύματος

Οι αντάρτες του Ορχομενού

Βρισκόμαστε στα μαύρα χρόνια της κατοχής. Ο λαός μας υποφέρει τα πάνδεινα. Ο κατακτητής του στερεί όχι μόνο το οξυγόνο της λευτεριάς, αλλά πολλές φορές και την ίδια την τροφή. Και ο Ρωμιός, που πλάστηκε από το Θεό για να ζει ελεύθερος, ο Έλληνας, του οποίου «ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει», δεν μπορεί να κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια. Όσο μπορεί οργανώνεται κι όσο μπορεί προσπαθεί να αντισταθεί στο θηρίο του Ναζισμού.

Έτσι και στην περιοχή της Σκριπούς, αργότερα Ορχομενός, οι κάτοικοι οργανώνονται και σκέφτονται, πώς μπορούν να βοηθήσουν την πατρίδα που στενάζει κάτω από την μπότα του αδίστακτου κατακτητή. Μόλις λοιπόν οι κάτοικοι της περιοχής, οι Ορχομένιοι ακούνε ότι οι Ιταλοί, το ένα θηρίο του φασισμού, συνθηκολόγησαν, αποφασίζουν να πάνε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λιβαδειάς, όπου υπήρχε ιταλική φρουρά, για να πάρουν τα όπλα των Ιταλών. Φτάνουν στο σταθμό των τρένων με κασμάδες, φτυάρια, ξύλα κι άλλα «όπλα»! Αιώνιε Έλληνα, αθάνατε Ρωμιέ, που είσαι έτοιμος ακόμα και με τα ίδια σου τα χέρια, με τα νύχια και τα δόντια σου, να αγωνιστείς για τη λευτεριά της πατρίδας σου! Εκεί, λοιπόν, στο σταθμό του τρένου, οι Ορχομένιοι ζητούν από τους Ιταλούς να τους παραδώσουν τον οπλισμό τους, διότι σε αντίθετη περίπτωση μεγάλη δύναμη ανταρτών που βρισκόταν στο Τζαμάλι (περιοχή με κτήματα της Παναγίας στα οποία σήμερα έχουν εγκατασταθεί Σαρακατσάνοι, οι οποίοι ίδρυσαν το χωριό Διόνυσο) θα τους κτυπήσει. Η Ιταλική φρουρά βρίσκεται σε αμηχανία και δεν ξέρει τι να κάνει. Την τελευταία στιγμή αποφασίζουν να έλθουν σε επαφή με το Ιταλικό Στρατηγείο και από εκεί τους δίνουν εντολή να παραδοθούν στους Γερμανούς, στους οποίους θα δώσουν και τον οπλισμό τους. Οι Ορχομένιοι φεύγουν άπρακτοι και γυρνούν στον Ορχομενό.

Οι Γερμανοί στον Ορχομενό

Οι Ιταλοί του σιδηροδρομικού σταθμού παραδόθηκαν κανονικά στους Γερμανούς. Όταν όμως έγινε η παράδοση στους Γερμανούς θεώρησαν καλό να αναφέρουν και το περιστατικό που έγινε με τους Ορχομένιους. Οι Γερμανοί στο άκουσμα του γεγονότος εξοργίστηκαν. Έξαλλοι από το θυμό τους, αποφασίζουν να τιμωρήσουν παραδειγματικά τον Ορχομενό και τους κατοίκους του. Έτσι ο Γερμανικός στρατός κινείται προς τον Ορχομενό με τριπλή αποστολή:

Α) Να ενεργήσει αναγνωριστικά και να ελέγξει αν στην περιοχή υπάρχει τόσο μεγάλη δύναμη ανταρτών, όση είχαν αναφέρει οι Ορχομένιοι στην Ιταλική φρουρά.

Β) Να τιμωρήσει σκληρά τους κατοίκους του Ορχομενού επειδή κάποιοι από αυτούς διανοήθηκαν και τόλμησαν να ζητήσουν από τους Ιταλούς να τους παραδώσουν τα όπλα τους.

Γ) Να κάψει τη Σκριπού και την Πετρομαγούλα και να παραδώσει ολόκληρο τον Ορχομενό στην κόλαση της φωτιάς.

Οι Γερμανικός στρατός στον Ορχομενό. Λεπτομέρεια από εικόνα αναπαράστασης του Θαύματος της Μεγαλόχαρης

Οι Γερμανοί ξεκινούν σιδερόφρακτοι, φοβεροί και αδίσταχτοι. Στις γραμμές του τρένου στήνεται «μπλόκο» για να αποκλειστεί τελείως ο Ορχομενός. Το θλιβερό μαντάτο, όμως, δεν άργησε να μαθευτεί. Λέγεται, ότι κάποιος συνεργάτης των Γερμανών πρόλαβε και ειδοποίησε τους Ορχομένιους. Οι κάτοικοι του Ορχομενού είναι ανάστατοι για το κακό που τους βρήκε και τη συμφορά που πλησιάζει. Το πέπλο του θανάτου και της καταστροφής τους σκεπάζει μαζί με την πόλη τους. Οι περισσότεροι κάτοικοι φεύγουν στα χωράφια για να σωθούν. Οι πιο πολλοί πηγαίνουν προς την περιοχή του Τζαμαλιού. Στον Ορχομενό μένουν ελάχιστοι, οι οποίοι κρύβονται στα σπίτια τους. Ο Ορχομενός είναι μια έρημη πόλη και μοιάζει με νεκρή πολιτεία.

Οι Γερμανοί φθάνουν στον Ορχομενό τις βραδινές ώρες της 9ης Σεπτεμβρίου. Ένα τμήμα του Γερμανικού στρατού παραμένει στον Ορχομενό και ετοιμάζει τη φωτιά και την καταστροφή του Ορχομενού, ενώ ένα άλλο τμήμα με τρία τανκς προχωρεί προς το Τζαμάλι έχοντας διπλή αποστολή:

Α) Να ενεργήσει αναγνωριστικά και να ελέγξει πόσο μεγάλη δύναμη ανταρτών υπήρχε στην περιοχή.

Β) Να αναγκάσει όσους κατοίκους είχαν φύγει προς εκείνη την κατεύθυνση να γυρίσουν πίσω.

Τα τρία τανκς περνάνε μπροστά από την εκκλησία της Μεγαλόχαρης, η οποία δεσπόζει μέσα στην πόλη του Ορχομενού. Από τα παράθυρά της διακρίνεται το φως των καντηλιών· είναι το μόνο φως μέσα στην έρημη πόλη. Αυτό το τρεμάμενο φως δείχνει ότι εκεί κάποιος αγρυπνεί, δείχνει ότι η καρδιά του Ορχομενού απόψε κτυπά εκεί. Κοντεύουν μεσάνυχτα. Τα τρία Γερμανικά τανκς, το ένα μετά το άλλο και ο Γερμανικός στρατός προσπερνάνε την εκκλησία της Θεομήτορος και απομακρύνονται γύρω στα πεντακόσια πενήντα μέτρα. Ξαφνικά όμως, το πρώτο τανκ ακινητοποιείται στη μέση του δρόμου. Δεν προχωρεί πια, ούτε μπροστά, ούτε πίσω. Το δεύτερο τανκ δοκιμάζει να περάσει δίπλα στο πρώτο, αλλά πέφτει σε ένα μικρό χαντάκι, μια «σούδα», όπως λένε οι κάτοικοι της περιοχής και ακινητοποιείται. Το τρίτο τανκ στρίβει λίγο και δοκιμάζει να περάσει μέσα από ένα χωράφι, αλλά και αυτό το περιμένει η ίδια τύχη. Τρία τανκς ακινητοποιημένα· δεν μπορούν να προχωρήσουν μπροστά, αλλά ούτε και κατορθώνουν να γυρίσουν πίσω. Τα τανκς που διέσχιζαν τα ποτάμια και τις ερήμους της Βόρειας Αφρικής, μένουν ακίνητα, «παράλυτα», σε ένα ίσιωμα. Μάταια αγωνίζονται οι Γερμανοί να τα μετακινήσουν. Βρίσκουν κάποιους Ορχομένιους κρυμμένους μέσα στις καλαμιές και τους αναγκάζουν κι αυτούς να βοηθήσουν, αλλά κι αυτοί δεν καταφέρνουν τίποτα. Κανένα αποτέλεσμα. Τα τανκς παραμένουν ακίνητα. Λες και κάποια αόρατη δύναμη τα τραβά προς τα έγκατα της γης και τα εμποδίζει να προχωρήσουν.

Η ημέρα του θαύματος

Ξημερώνει η 10η Σεπτεμβρίου και ο επικεφαλής αξιωματικός, που λέγεται Όφμαν, συνοδευόμενος από κάποιους στρατιώτες και μερικούς Ορχομένιους επιστρέφει πίσω στον Ορχομενό, αναζητώντας βοήθεια. Στην περιοχή του Ορχομενού ζούσε τότε ο Σέρβος Γιαννάτζης Δανιηλάτος, ο οποίος γνώριζε πάρα πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα. Αυτόν τον άνθρωπο, λοιπόν, αναζητεί ο Όφμαν, ώστε να μπορέσει να συνεννοηθεί και να ζητήσει βοήθεια. Αφού τον βρήκε, τον ρώτησε αν υπάρχει κάποιο τρακτέρ στην περιοχή για να τραβήξει τα τανκς. Πράγματι, εκείνη την εποχή υπήρχε ένα και μοναδικό τρακτέρ στην περιοχή, το οποίο, μάλιστα, άνηκε στον Γεωργικό Συνεταιρισμό και το οποίο οδήγησε ένας άλλος κάτοικος του Ορχομενού, ο αείμνηστος Νικόλαος Γούλας. Αφού παρέλαβαν το τρακτέρ, επέστρεψαν στον τόπο που είχαν ακινητοποιηθεί τα τανκς. Με τη βοήθεια του τρακτέρ τα τανκς ξεκίνησαν αμέσως να κινούνται. Ο Όφμαν έκπληκτος φωνάζει «Θαύμα! Θαύμα! Τα τανκς κινήθηκαν σαν να ήταν άδεια σπιρτόκουτα» και συνεχίζει «Όλη νύχτα προσπαθούσαμε να τα κινήσουμε και τίποτα δεν μπορούσαμε να κάνουμε και τώρα πριν προλάβει καλά-καλά το τρακτέρ να βάλει μπροστά, το κάθε ένα από τα τανκς κινήθηκε.»

Η ομολογία του Γερμανού αξιωματούχου

Αμέσως μετά ο Όφμαν απευθυνόμενος στο Γιαννάτζη τον ρωτάει «Σας παρακαλώ, τι έχετε εδώ στον Ορχομενό;» Ο Γιαννάτζης του μίλησε για το θησαυρό του Μινύα, το θολωτό τάφο που ανακάλυψε ο μεγάλος ιστορικός Ερρίκος Σλήμαν. Ο Γερμανός δεν έδειξε καθόλου ενδιαφέρον και δείχνοντας με το χέρι του την εκκλησία ρώτησε «Τι εκκλησία είναι αυτή;». Ο Γιαννάτζης, μη γνωρίζοντας να του πει στα Γερμανικά «η Κοίμησις της Θεοτόκου», του εξήγησε «Είναι που έφυγε η Παναγία και πήγε στους ουρανούς». Αμέσως ο Όφμαν ζήτησε επιτακτικά να επισκεφθεί την εκκλησία.

Ο Όφμαν μαζί με τους στρατιώτες του, το Γιαννάτζη και τους Ορχομένιους που βοήθησαν να μετακινηθούν τα τανκς πορεύθηκαν προς την εκκλησία. Στο μεταξύ, στην εκκλησία έφτασαν και άλλοι Ορχομένιοι που έμαθαν τα γεγονότα. Ειδοποιήθηκε ο εφημέριος της Παναγίας, ο αείμνηστος παπά-Σεραφείμ Παπαπαναγιώτου και μαζί του κατέφθασε και ο εφημέριος του Ευαγγελιστή Λουκά παπά-Μάρκος Αρμακόλας. Σχεδόν ταυτόχρονα έφθασαν στην εκκλησία ο Πρόεδρος της Σκριπούς Δημήτριος Γκικόπουλος και ο Πρόεδρος της Πετρομαγούλας Δημήτριος Βούτσας.

Αφού μπήκαν όλοι στην εκκλησία, ο Όφμαν, προχωρώντας μπροστά από τους υπόλοιπους, κοίταζε δεξιά κι αριστερά τις εικόνες που ήτανε κρεμασμένες στους τοίχους και στο τέμπλο, δίνοντας την εντύπωση πως κάτι αναζητούσε κι έψαχνε. Αφού διέσχισε το παρεκκλήσιο του Αποστόλου Πέτρου και τον κυρίως ναό έφθασε στο παρεκκλήσι του Αποστόλου Παύλου. Εκεί, μόλις αντίκρισε το τέμπλο, γονάτισε έντρομος και έδειξε την εικόνα της Παναγίας που βρισκόταν στερεωμένη σε αυτό. Πρόκειται για μια ωραιότατη εικόνα Ρωσικής τεχνοτροπίας, στην οποία η Παναγία που εικονίζεται, όπου κι αν σταθείς, σε παρακολουθεί με το γεμάτο αγάπη βλέμμα της. Δείχνοντας, λοιπόν, την εικόνα αυτή της Παναγίας ο Όφμαν αναφώνησε:

«Αυτή η γυναίκα σας έσωσε· να την τιμάτε και να τη δοξάζετε.»

Η Παναγία κάνει το θαύμα της
Αναπαράσταση του θαύματος της Παναγίας

Αργότερα ο Όφμαν, μαζί με τους άλλους Γερμανούς ομολόγησε τι πραγματικά είχε συμβεί. Την ώρα που προχωρούσαν προς το Τζαμάλι, ακούστηκε ένας μεγάλος θόρυβος και μια γυναικεία κραυγή πόνου και αγωνίας. Τότε εμφανίστηκε μπροστά τους, μέσα σε φωτεινή νεφέλη, μια μεγαλοπρεπή γυναίκα με αυστηρό ύφος, έχοντας σηκωμένο το χέρι της σε απαγορευτική στάση και τότε ήταν που σταμάτησε το πρώτο τανκς. Η γυναίκα παρέμεινε σε αυτή τη στάση και τους εμπόδιζε να προχωρήσουν, μέχρι που ακινητοποιήθηκαν και τα τρία τανκς. Όταν λοιπόν αντίκρισε την εικόνα της Παναγίας, στο τέμπλο του παρεκκλησίου του Αποστόλου Παύλου, αναγνώρισε αυτή τη γυναίκα που τους σταμάτησε το προηγούμενο βράδυ, απλά σηκώνοντας το χέρι της.

Ο Όφμαν τότε είπε στους Ορχομένιους να μην φοβούνται τίποτα κι ότι, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, ο Ορχομενός θα είναι κάτω από την προστασία του. Και πραγματικά δόθηκε στον Όφμαν η ευκαιρία και κράτησε την υπόσχεσή του. Όταν λίγους μήνες μετά δημιουργήθηκε κάποιο επεισόδιο με τους αντάρτες, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλους τους άντρες κατοίκους στην πλατεία του Ευαγγελιστή Λουκά. Εκεί έγινε κάποια επιλογή και αυτούς που επέλεξαν τους οδήγησαν στα κρατητήρια της Λιβαδειάς. Ενώ επρόκειτο να γίνει και νέα επιλογή και οι άνδρες να μεταφερθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επενέβη ο Όφμαν και οι Ορχομένιοι αφέθηκαν ελεύθεροι.

Αφιερώματα στην Παναγία από τον Γερμανό

Σε ένδειξη σεβασμού προς την Παναγία, ο Όφμαν πρόσφερε ορισμένα χρήματα στο εκκλησιαστικό συμβούλιο. Συγκεντρώθηκαν και άλλα χρήματα και με τα χρήματα αυτά, έγιναν δύο λάβαρα. Το ένα απεικόνιζε την Κοίμηση της Θεοτόκου, ενώ το δεύτερο αποτέλεσε την πρώτη απεικόνιση του θαύματος της Παναγίας. Στο λάβαρο αυτό, εικονίζεται η Παναγία με ύφος αυστηρό και με το δεξί της χέρι υψωμένο σε απαγορευτική στάση, ενώ τα τανκς είναι ριγμένα μπροστά της εδώ κι εκεί. Στα πόδια της Παναγίας εικονίζονται γονατιστοί ένας άνδρας, μία γυναίκα και ένα παιδί, τους οποίους η Παναγία προστατεύει με το αριστερό της χέρι. Τα τρία αυτά πρόσωπα συμβολίζουν όλο το λαό του Ορχομενού, τον οποίο προστάτευσε και έσωσε η Παναγία.

Οι Ορχομένιοι για να ευχαριστήσουν τον Όφμαν και τους Γερμανούς στρατιώτες του, που όχι μόνο δεν τους πείραξαν, αλλά άφησαν και χρήματα στην εκκλησία της Μεγαλόχαρης, τους έκαναν μεγάλο τραπέζι και οι Γερμανοί έτρωγαν και έπιναν μέχρι το απόγευμα. Μας διηγούνται μάλιστα σήμερα κάποιες γιαγιάδες, πως τότε σαν μικρά κορίτσια, θυμούνται που τις έστελναν οι γονείς τους στο σπίτι για να φέρουν ψωμί, τυρί, κρασί, αυγά, κανένα κοτόπουλο και ότι άλλο είχαν οι άνθρωποι στα σπίτια τους για να κάνουν το τραπέζι αυτό στον Όφμαν και τους στρατιώτες του. Όσοι, μάλιστα, κάθισαν στο τραπέζι αυτό, μεταξύ τους και ο τότε πρόεδρος της κοινότητας Σκριπούς αείμνηστος Δημήτριος Γκικόπουλος, θυμούνται τον Όφμαν να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά μια στερεότυπη φράση. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να ρωτήσουν το Σέρβο Γιαννάτζη, τι έλεγε συνέχεια ο Γερμανός. Λοιπόν, ο Όφμαν επαναλάμβανε τη φράση «Να χρωστάτε χάρη στην Παναγία, γιατί σήμερα θα παθαίνατε μεγάλο κακό».

Αργά το απόγευμα οι Γερμανοί έφευγαν προς την ίδια κατεύθυνση από την οποία ήλθαν, με τις κάννες των πυροβόλων στα τανκς τους κατεβασμένες σε ένδειξη πένθους και αποτυχίας. Στον Ορχομενό που ήλθαν, δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους και δεν εκτέλεσαν την αποστολή τους, γιατί νικήθηκαν από την Παναγία.

10 Σεπτεμβρίου 1943

Ο Ήλιος κρύφτηκε πίσω από την οροσειρά του Ακοντίου. Οι Γερμανοί έχουν ήδη φύγει. Ο Ορχομενός και οι κάτοικοί του σώθηκαν. Και οι Ορχομένιοι με τους ιερείς τους βρίσκονται στην εκκλησία της Παναγίας. Ψέλνουν παράκληση και δοξολογία. Ευχαριστούν και ευγνωμονούν την Πολιούχο και Σώτειρά τους, τη Γλυκιά Παναγία.

10 Σεπτεμβρίου 1943. Μέρα θαύματος. Μέρα ευγνωμοσύνης, ευχαριστίας και χαράς για όλο τον Ορχομενό και τους κατοίκους του.

Πηγή: http://www.panagiaskripou.gr/

Η Παναγία η Σκριπού (873/4 μ.Χ.)

Η Παναγία η Σκριπού είναι το σημαντικότερο μνημείο της βυζαντινής ναοδομίας του 9ου αιώνα. Ο ναός της είναι από τα σπάνια μνημεία που με επιγραφές δίνει πλήθος στοιχεία για την χρονολόγηση του κτιρίου, τους αυτοκράτορες και τον πατριάρχη, καθώς και πολλές πληροφορίες για τον κτήτορα Λέοντα, που ίσως ήταν ο στρατηγός του θέματος Ελλάδος που είχε έδρα την εποχή αυτή τη Θήβα Βοιωτίας.

Το σχήμα του ναού είναι μεταβατικός εγγεγραμμένος σταυροειδής. Εγγεγραμμένος σταυροειδής σημαίνει ότι ο κυρίως ναός έχει το σχήμα σταυρού και στις τέσσερις γωνίες του υπάρχουν μικρά διαμερίσματα. Οι μεταβατικοί σταυροειδής εγγεγραμμένοι ναοί είναι συνδυασμός ελεύθερου σταυρού (χωρίς γωνιακά διαμερίσματα) και τρίκλιτη θολωτή βασιλική. Τα γωνιακά τους διαμερίσματα χωρίζονται από την κάθετη κεραία του σταυρού με τοίχους, οι οποίοι ανοίγονται από μία στενή χαμηλή δίοδο.

Η Παναγία η Σκριπού στην Βοιωτία δεν έχει ακριβώς εγγεγραμμένο σταυρό γιατί η εγκάρσια κεραία εξέχει. Τα καμαροσκέπαστα τρία κλίτη απολήγουν ανατολικά σε τρεις ημικυλινδρικές αψίδες, από τις οποίες η μεσαία είναι πολύ μεγαλύτερη και έχει βαθμιδωτή στέγη. Στα δυτικά υπάρχει νάρθηκας και μπροστά από αυτόν καμαροσκέπαστο πρόπυλο.

Ο ναός εσωτερικά δίνει την εντύπωση τρίκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής, γιατί το μεσαίο κλίτος χωρίζεται από τα πλάγια με συνεχείς τοίχους. Στη διασταύρωση των κεραιών του ναού υψώνεται ο κυλινδρικός τρούλλος, ο σημερινός είναι της τελευταίας αναστήλωσης του 1936.

Τα παράθυρα του ναού είναι μικρά και έρχονται σε αντίθεση με τις επιφάνειες του που είναι πολύ μεγάλες. Για την τοιχοδομία του ναού χρησιμοποιήθηκαν μεγάλες πέτρες και πολύ υλικό από τον αρχαίο Ορχομενό που συνδέθηκε με άφθονο ασβεστοκονίαμα χωρίς την παρεμβολή τούβλων. Οι μεγάλες λείες εξωτερικές επιφάνειες διακόπτονται από μαρμάρινα ανάγλυφα γείσα. Το ένα βρίσκεται ακριβώς κάτω από τις στέγες και το δεύτερο περιτρέχει το σταυρικό κέντρο κάτω από τα πάνω παράθυρα. Στο ύψος της κάτω σειράς των παραθύρων περιτρέχει το κτήριο οδοντωτή ταινία ταινία. Η ανατολική πλευρά έχει διακοσμηθεί με μεγάλη φροντίδα. Η κεντρική αψίδα εκτός από το ανάγλυφο γείσο και την οδοντωτή ταινία περιβάλλεται από μαρμάρινη κτητορική επιγραφή και πλατιές ανάγλυφες πλάκες. Τρεις άλλες επιγραφές και ένα ηλιακό ρολόι είναι εντοιχισμένα στο ναό.

Τα γλυπτά ως προς τα θέματα και την τεχνική εκτέλεση ανήκουν σε μια βυζαντινή «κοινή» με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη και συνεπώς, πρόκειται για ακτινοβολία της τέχνης της πρωτεύουσας στην επαρχία. Με την Πόλη άλλωστε συνδέεται και ο κτήτορας του ναού που ήταν ανώτερος αξιωματούχος, πρωτοσπαθάριος,όπως μας πληροφορούν οι επιγραφές. Η Παναγία η Σκριπού είναι το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μνημείο της εποχής έξω από την Κωνσταντινούπολη και θα πρέπει να συσχετιστεί με την προσπάθεια που καταβάλλεται την εποχή αυτή για την αναδιοργάνωση της Ελλάδος.

Πηγή: Βυζαντινή ναοδομία (600-1204), Νικόλαος Γκιολές, εκδ. Καρδαμίτσα