Τα Ψαρά

Τα Ψαρά είναι ένα μικρό νησάκι άγονο και αλίμενο έκτασης 42 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό το μικρό νησάκι, όμως, κατάφερε να αναδειχθεί σε σημαντική ναυτική και οικονομική δύναμη κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα.

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά ήταν κατοικημένα από τους αρχαίους χρόνους. Εγκαταλείφθηκε όμως την βυζαντινή περίοδο. Τον 17ο αιώνα Έλληνες από την Εύβοια, την Θεσσαλομαγνησία, τη Δυτική Ήπειρο και αργότερα τη Χίο, που δεν μπορούσαν να ανεχτούν την τουρκική καταπίεση και αναζητούσαν καλύτερη τύχη, εγκαταστάθηκαν στα Ψαρά. Σύμφωνα με τον Νικόδημο, τον  ιστορικό του νησιού, ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στα Ψαρά ήταν ο Ανδρέας ο Καναλιεύς, από τα Κανάλια, χωριό του Πηλίου, το 1643 μαζί με την οικογένεια του και 17 οπλοφόρους. Στο νησί υπήρχαν Οθωμανοί κάτοικοι που πουλούσαν τα κτήματα τους στον ολοένα και αυξανόμενο ελληνικό πληθυσμό και έφευγαν.

Στην αρχή οι Ψαριανοί καλλιέργησαν τη γη, αλλά όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε γη παραγωγή δεν επαρκούσε και έτσι αναγκάστηκαν να στραφούν στη θάλασσα και στο εμπόριο. Κατασκεύασαν πλοιάρια (σακολέβες) και με κεφάλαια των Χιωτών και των Σμυρναίων ταξίδευαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλομαγνησία για να ανταλλάξουν τα δικά τους εμπορεύματα με άλλα πιο αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση τους.

Γύρω στα 1740 το νησί, σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Richard Pococke, είχε περίπου 1.000 κατοίκους και στα 1785, σύμφωνα με το νεαρό Άγγλο γιατρό και περιηγητή Julius Griffiths, είχε 1.500 κατοίκους περίπου και καλοχτισμένα σπίτια. Ο Γάλλος βοηθός του προξένου, Auguste de Jassaud, γράφει ότι το νησί ήταν πετρώδες, υπήρχαν αμπελώνες, ελαιώνες, πορτοκαλεώνες και κήποι που καλλιεργούσαν οι γυναίκες. Υπήρχαν μοναστήρια εκκλησίες και στο νοτιοδυτικό τμήμα του 2.500 καλοχτισμένες και πολυόροφες κατοικίες, καταστήματα, καφενεία, μια πλούσια αγορά και ναυπηγεία, στα οποία είχαν κατασκευαστεί έως το 1802 περισσότερα από 150 πλοία. Οι Ψαριανοί για να προφυλαχθούν από πειρατικές επιδρομές έφτιαξαν ένα κάστρο, στο οποίο αποσύρονταν κάθε βράδυ με τα ζώα τους.

Εφαρμόζοντας δημοκρατική διοίκηση οι Ψαριανοί, έρχονταν κάθε χρόνο το Μάρτιο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και εξέλεγαν 40 άτομα από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία αναδείκνυαν τους νέους δημογέροντες. Στη συνέλευση οι παλαιοί δημογέροντες έδιναν στους νέους τις σφραγίδες της διοίκησης που ήταν δύο, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου. Η πρώτη ήταν χωρισμένη σε τέσσερα κομμάτια και κάθε δημογέροντας έπαιρνε από ένα και για να σφραγιστεί ένα έγγραφο έπρεπε να είναι παρόντες και οι τέσσερις δημογέροντες. Οι δημογέροντες ασκούσαν τη διοίκηση, εκτελούσαν τις αποφάσεις της συνέλευσης, εισέπρατταν τους φόρους και δίκαζαν κοινές υποθέσεις των πολιτών.

Με αυτό το δημογεροντικό σύστημα διοικήθηκε το νησί ως το 1815, οπότε για να αντιμετωπιστούν οι φατρίες έναν διοικητή που εκλεγόταν επίσης κάθε χρόνο. Ο διοικητής ασκούσε την εκτελεστική εξουσία πάντοτε με την έγκριση των δημογερόντων. Τότε χώρισαν και την σφραγίδα της Παναγίας σε πέντε κομμάτια και έδωσαν το κεντρικό στο διοικητή. Ο θεσμός αυτός διατηρήθηκε ως το 1821, οπότε και συγκροτήθηκε η Βουλή των Ψαρών.

Εντυπωσιακό είναι ότι όλοι οι Ψαριανοί γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, που τους δίδασκαν οι ιερείς, ενώ τους νεαρούς ναύτες μάθαιναν γράμματα οι μεγαλύτεροι σύντροφοι. Το πρώτο ελληνικό σχολείο στο νησί το σύστησε ο ιερομόναχος Γρηγόριος Μώρος και το 1806 με έξοδα του Ιωάννη Βαρβάκη χτίστηκε το σχολείο, το οποίο διατηρήθηκε ως την καταστροφή των Ψαρών.

Τα Ψαρά υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον καπουδάν πασά. Έναντι του προνομίου της αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν, ήταν υποχρεωμένοι να καλύπτουν έναν αριθμό ναυτών στον οθωμανικό στόλο, 50 έως 100 εν καιρώ ειρήνης και 200 εν καιρώ πολέμου. Αργότερα έστελναν ετερόχθονες και στο τέλος μόνο τα χρήματα για τη συντήρηση ενός τέτοιου σώματος. Με την υποχρεωτική αυτή υπηρεσία οι Ψαριανοί μάθαιναν την τέχνη του πολέμου.

Μετά τη συνθήκη του Πασάροβιτς του 1718 μεταξύ Βενετών και Τούρκων, που έφερε ειρήνη στο Αιγαίο, άρχισε να αναπτύσσεται η εμπορική ναυτιλία των Ψαρών και των άλλων νησιών, την οποία ενίσχυσε η Πύλη με τις πολλές διευκολύνσεις που παρείχε στους Έλληνες πλοιάρχους για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών κρατών.

Το νησάκι των Ψαρών εμφανίζεται για πρώτη φορά ως υπολογίσιμη δύναμη στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1769-1774). Τον Ιούνιο του 1770 μετά την ατυχή έκβαση του πολέμου στην Πελοπόννησο ο Αλέξιος Ορλόφ, ως αρχηγός του στόλου, έπλευσε προς το Αιγαίο και ξεσήκωσε πολλά νησιά. Οι Ψαριανοί αρχικά απέφευγαν να συμπράξουν με τους Ρώσους. Μετά τη ναυμαχία, όμως, του Τσεσμέ, όπου ο ρωσικός στόλος καταναυμάχησε τον οθωμανικό, ενθουσιάστηκαν με την ιδέα της μελλοντικής τους ελευθερίας και επαναστάτησαν.

Τότε μετέτρεψαν 25 σακολέβες, από τις 36 που διέθεταν, σε καταδρομικά και κατασκεύασαν και 46 μικρότερα πλοία, τις γαλιότες, που ήταν καταλληλότερα ως καταδρομικά.

Με τα πλοία τους άρχισαν τις καταδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, της Μακεδονίας, της Συρίας, αλλά και σε ελληνικά νησιά, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Λήμνο.

Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (10 Ιουλίου 1774), με την οποία έληξε ο πρώτος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση οι Ψαριανοί. Οι εισηγήσεις όμως, του δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, στον καπουδάν πασά Χασάν μπέη, και κυρίως η κακή κατάσταση μετά τη ναυμαχία του Τσεσμέ του τουρκικού στόλου, που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε εναντίον τους, συνετέλεσαν ώστε οι Ψαριανοί να αμνηστευτούν και να μην υποστούν καμία συνέπεια. Επωφελήθηκαν μάλιστα από τα πλεονεκτήματα της συνθήκης του 1774 εξασφάλισε στην Ρωσία, η οποία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τη ρωσική σημαία, που διευκόλυνε τα ταξίδια τους, προώθησαν το εμπόριο τους  μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική.

Τα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1774 ήταν οι σακολέβες, ενώ τις γαλιότες -τα καταδρομικά- τις κατέστρεψαν για να μην εγείρουν τις υποψίες των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να δυσπιστούν απέναντι τους και να αποκαλούν τα Ψαρά «Κιουτσούκ Μάλτα», δηλαδή «Μικρή Μάλτα» και τους Ψαριανούς «χιρσίζ αντάμ» δηλαδή «κλέφτες».

Όταν ξέσπασε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος η Πύλη για να αποφύγει τη συμμετοχή των Ψαριανών απαίτησε από αυτούς να στείλουν στην Κωνσταντινούπολη να υπηρετήσουν στον οθωμανικό στόλο τα δύο μεγάλα πλοία των Μαρκή Μηλαΐτη και των αδελφών Μαμούτη.

Δεν επαναστάτησαν οι Ψαριανοί, αλλά δεν έλειψαν από το στόλο του Λάμπρου Κατσώνη. Μεταξύ των εθελοντών ήταν και ο Νικολής Αποστόλης, ο μετέπειτα ναύαρχος των Ψαρών. Μετά την ήττα του Κατσώνη κοντά στην Άνδρο από τον οθωμανικό στόλο, ενισχυμένο με αλγερινά πλοία, οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς «λαμπρινούς» -όπως λέγονταν οι οπαδοί του Κατσώνη- μεταξύ των οποίων και δέκα Ψαριανούς, που εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απαγχονίστηκαν. Με τη συνθήκη του Ιασίου με την οποία έληξε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, διατηρήθηκαν τα προηγούμενα προνόμια των προηγούμενων συνθηκών.

Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των Ψαρών σημειώθηκε μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης. Η εξαφάνιση του βενετσιάνικου ναυτικού και η κάμψη του γαλλικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για να κυριαρχήσουν οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους τα Ψαρά συγκέντρωσαν τεράστια κέρδη μονοπωλώντας το εμπόριο των σιτηρών. Φόρτωναν σιτάρια από τη Μαύρη Θάλασσα και τα πουλούσαν σε υπέρογκες τιμές στα λιμάνια της Δυτικής Μεσογείου, διασπώντας τον αποκλεισμό που επέβαλλε ο αγγλικός στόλος.

Η συσσώρευση τόσης δύναμης και πλούτου στα Ψαρά, την Ύδρα και τις Σπέτσες την περίοδο της Τουρκοκρατίας οφείλεται στην ανάπτυξη του πνεύματος της συνεργασίας στη ναυτιλία και στο ναυτεμπόριο. 

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του απαιτούμενου κεφαλαίου για τη ναυπήγηση των πλοίων και τη διεξαγωγή του εμπορίου συνεταιρίζονταν κεφαλαιούχοι, ναυτικοί, ξυλουργοί, ξυλέμποροι, σχοινοποιοί, εργατοτεχνίτες και έμποροι τροφίμων. Μοιράζονταν έτσι το κόστος και τον κίνδυνο της ναυτιλίας, αλλά και τα τεράστια κέρδη που απέφερε το εμπόριο στη θάλασσα. Κύριοι παράγοντες των ναυτικών επιχειρήσεων ήταν οι κεφαλαιούχοι-πλοιοκτήτες, που τότε ονομάζονταν νοικοκυραίοι και καραβοκύρηδες, και οι ναύτες, που αποκαλούνταν σύντροφοι, ή συντροφοναύτες. Τα κέρδη χωρίζονταν σε τρία μερίδια, ένα έπαιρνε το πλοίο, ένα το πλήρωμα και το τρίτο οι κεφαλαιούχοι. Κατά την ίδια αναλογία επιμερίζονταν οι ζημιές.

Μετά την επικράτηση της ειρήνης το 1815 το ψαριανό ναυτικό εμπόριο υπέστη κάμψη γιατί σταμάτησε η κερδοσκοπία, οι τιμές μειώθηκαν και το αγγλικό και γαλλικό εμπόριο ξαναβγήκαν στη Μεσόγειο. Η οικονομική αυτή κρίση ίσως ένας από τους λόγους που επιτάχυναν την επανάσταση. Οι Ψαριανοί μετέτρεψαν τα εμπορικά πλοία τους σε πολεμικά και μπήκαν στον Αγώνα. 

Η Πάτμος (1300π.Χ.-…)

Η Πάτμος είναι γνωστή για το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην κορυφή του λόφου. Γύρω και κάτω από το μοναστήρι απλώνεται ο παραδοσιακός οικισμός της Χώρας. Θυμίζει τόπο άλλης εποχή καθώς τα γραφικά δρομάκια και τα σπίτια εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της άμυνας ενάντια σε κάθε εισβολή, ενώ εκκλησίες με ηλικία ως και πέντε αιώνες αλλά και μοναστήρια δημιουργούν εικόνα βυζαντινού περιβάλλοντος. Στην κατηφοριά το σπήλαιο του Ευαγγελιστή Ιωάννη, πραγματική αποκάλυψη για τον επισκέπτη, συμπληρώνει την ατμόσφαιρα της μυσταγωγίας.

Η Πάτμος
Η Πάτμος

Από την Πάτμο και στην Πάτμο

Ο Όμηρος αναφέρει ότι και άνδρες από την Πάτμο συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Οι κάτοικοι του νησιού, όπως και οι Λέριοι, ακολούθησαν τους Κώες στην Τροία. Το νησί έχει συνδεθεί με τους μύθους που αναφέρονται στα συμβάντα μετά την άλωση της Τροίας και την επιστροφή των ηγετών της εκστρατείας στις εστίες τους.

Απαλλαγμένοι από τον Αγαμέμνονα, που δολοφόνησαν στο λουτρό του, ο σφετεριστής του θρόνου του Άργους, Αίγισθος, και η χήρα του βασιλιά, Κλυταιμήστρα, μπορούσαν πια να χαρούν και το βασίλειο και τον έρωτά τους. Για επτά χρόνια κανένας δεν τους ενόχλησε, στα οκτώ επέστρεψε ο Ορέστης. Είχε φυγαδευτεί στη Φωκίδα, δεκάχρονο παιδί τότε, όταν δολοφόνησαν τον πατέρα του, Αγαμέμνονα. Σκότωσε τον Αίγισθο και τη μητέρα του Κλυταιμήστρα.

Οι τραγικοί ποιητές περιγράφουν με περίσσιο πάθος τα δεινά του, ώσπου να καθαριστεί από το διπλό φονικό και να πάρει το θρόνο του βασιλείου. Κυνηγημένος από τις Ερινύες, βρέθηκε στην Πάτμο. Το «βεβαιώνει» και μια επιγραφή, που σώζεται ως σήμερα στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Όταν τα νησιά πέρασαν στη ρωμαϊκή κατοχή, τίμησαν την παράδοση. Κάθε ανεπιθύμητο τον έστελναν στην Πάτμο ή στη Λέρο. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονταν και πολλοί χριστιανοί, που έτσι γλύτωσαν τα βασανιστήρια και την σταύρωση. Ο αυτοκράτορας Τίτος Φλάβιος Δομιτιανός (51-96μ.Χ.) διαδέχθηκε τον αδελφό του Τίτο το 86μ.Χ. Κατεδίωξε τους Χριστιανούς και κυβέρνησε με σκληρότητα. Την ίδια εποχή ο Ιωάννης, δίδασκε στην περιοχή της μικρασιατικής Εφέσου. Ήταν ένα από τους Δώδεκα Αποστόλους, αγαπημένος μαθητής του Ιησού. Στα 91μ.Χ. οι άνθρωποι του Δομιτιανού τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στη Πάτμο.

Η Δομιτία Λογγίνα είχε χωρίσει τον πρώτο της άνδρα για να παντρευτεί τον αυτοκράτορα, απέκτησε εραστή κάποιον χορευτή και διώχθηκε από την αυλή. Ανακλήθηκε με απαίτηση του λαού, γιατί η Λογγίνα ήταν δημοφιλής λόγω των αγαθοεργιών της. Η Λογγίνα οργάνωσε συνωμοσία που κατέληξε στη δολοφονία του αυτοκράτορα. Ο Ιωάννης αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Έφεσο όπου συνέχισε τη διδασκαλία του. Πέθανε εκεί γύρω στο 100μ.Χ. Στο διάστημα της εξορίας του, κλεισμένος στο βαθύ σκοτεινό σπήλαιο της Πάτμου, που φέρει το όνομά του, έγραψε την «Αποκάλυψη». Τα επόμενα χρόνια η Πάτμος ερήμωσε.

Η Πάτμος, πνευματικό κέντρο του ελληνισμού

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου χτίστηκε πάνω τσο λόφο με τις προδιαγραφές κάστρου. Ο ναός της Άρτεμης που βρισκόταν στην ίδια θέση, ξηλώθηκε και τα μάρμαρα του χρησιμοποιήθηκαν στο χτίσιμο του μοναστηριού που έχει ισχυρές οχυρώσεις και επάλξεις για την άμυνα εναντίον του όποιου εχθρού.

Με τον καιρό εξελίχθηκε σε σπουδαίο πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού και έγινε έδρα πατριαρχικού έξαρχου με τον ηγούμενο να αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη.

Η βιβλιοθήκη της Μονής έφτασε να γίνει ξακουστή για το περιεχόμενο της. Ανάμεσα στα άλλα υπάρχουν εκεί και τα 33 φύλλα του «πορφυρού κώδικα» με αποσπάσματα του 6ου αιώνα από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, 247 φύλλα από το βιβλίο του Ιώβ του 8ου αιώνα, καθώς και το κτητορικό έγγραφο του 1088.

Το μοναστήρι απέκτησε εξαιρετικά προνόμια με αυτοδιοίκηση που ούτε οι Βενετοί ούτε οι Τούρκοι κατήργησαν. Περιορίστηκαν μόνο να εισπράττουν χαράτσι.

Στα 1669 ο Κωνσταντινουπολίτης ομογενής Μανωλάκης Καστοριανός έφτασε στην Πάτμο και ίδρυσε την Πατμιάδα Σχολή, στο χώρο του Σπηλαίου του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στα 1713, η Σχολή είχε αναδειχθεί σε μεγάλο πνευματικό κέντρο. Στα 1799, μεταρρυθμίστηκε σε Κοινή του Γένους Σχολή. Λειτούργησε ως τα 1912, όταν το νησί πέρασε στους Ιταλούς. Σήμερα, είναι Εκκλησιαστική Σχολή.

Τον 11ο αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κλυδωνιζόταν από εξεγέρσεις, στάσεις και εισβολές. Αυτοκράτορες της μιας χρήσης άλλαζαν κάθε χρόνο, ή και κάθε μήνα. Στα 1081, η αυτοκρατορική οικογένεια των Κομνηνών κατέλαβε την εξουσία με τον Αλέξιος Α’ να παγιώνει τη θέση του ως αυτοκράτορας και να σταθεροποιεί το κράτος. Ήταν χρόνια σκοτεινού Μεσαίωνα. Ο μοναχός Χριστόδουλος Λατρινός έπεισε το αυτοκράτορα ότι στον τόπο εξορίας του Ιωάννη στην Πάτμο έπρεπε να χτιστεί μοναστήρι προς τιμήν του. Στα 1088 ο Αλέξιος εξέδωσε Χρυσόβουλο να ιδρύσει το μοναστήρι. Εκείνη την εποχή η Λέρος ανήκε στην κτηματική περιουσία της Άννας Δούκαινας. Χάρισε το νησί στο μοναστήρι ως πηγή πόρων.

Το Καστελόριζο (5.000π.Χ.-…)

Το Καστελόριζο βρίσκεται στο πιο ανατολικό σημείο της ελληνικής επικράτειας, νότια στις νοτιοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, 72 μίλια από τη Ρόδο, 320 από τον Πειραιά. Διοικητικά, υπάγεται στην επαρχία Ρόδου και έχει εξαρτημένα νησάκια τον Άγιο Γεώργιο (ή Γευ), την Στρογγύλη (ή Υψηλή), τη Ρω και πολλές βραχονησίδες.

Το Καστελόριζο
Χαλκογραφία του Καστελόριζου του 1837

Ο ένας και μοναδικός οικισμός του (Καστελόριζο ή Μεγίστη) βρίσκεται στον μυχό κόλπου στην βορειοανατολική ακτή. Κάποτε πάνω από το λιμάνι του Καστελόριζου δέσποζε το Κάστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών. Σήμερα σώζονται μόνο λίγα τμήματά του.

Νεολιθικά ευρήματα μαρτυρούν την κατοίκηση του νησιού από το 5.000π.Χ. Το νησί πρέπει να υπήρξε μινωικός εμπορικός σταθμός, ενώ, στη συνέχεια, δέχτηκε Μυκηναίους αποίκους. Οικιστής του νησιού θεωρείται ο Μεγιστεύς (από τον οποίο πήρε το όνομα Μεγίστη), ενώ λατρευόταν ο Δίας ο Μεγιστεύς.

Στα ιστορικά χρόνια έφτασε σε μεγάλη ακμή και εξελίχθηκε σε μητρόπολη αποικιών στην απέναντι μικρασιατική ακτή της Λυκίας. Εντάχθηκε όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στις Α΄ και Β΄ Αθηναϊκές Συμμαχίες. Πέρασε στη ρωμαϊκή κατοχή το 79π.Χ.

Το κάστρο πάνω από το λιμάνι χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες που το 1309 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο. Επειδή στηρίζεται πάνω σε κόκκινα βράχια, το είπαν «Καστέλο Ρόσο» που παραφράστηκε σε Καστελόριζο, δίνοντας νέο όνομα στο νησί.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι του Καστελόριζου απέκτησαν αξιόλογο εμπορικό στόλο και ναύλωναν τα καράβια τους στην «γραμμή» Αλεξάνδρεια (Αίγυπτο)-Ιταλία και Καραμανία (περιοχή Μικράς Ασίας)-Ιταλία, μεταφέροντας βαμβάκι και μέλι. Τον 17ο αιώνα, Νεοέλληνες μετανάστες πύκνωσαν τον πληθυσμό του νησιού. Στα μέσα του αιώνα αυτού, το νησί βρέθηκε στη δίνη του πολέμου ανάμεσα στη Βενετία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1659, οι Βενετοί έκανα απόβαση στο νησί και κατέστρεψαν το κάστρο. Αργότερα, ο Τούρκοι ξαναπήραν το νησί και επιδιόρθωσαν το οχυρό.

Στα 1788, ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος με τη Μεγάλη Αικατερίνη να επιζητεί το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο Αιγαίο εμφανίστηκε ο μικρός στόλος του Λάμπρου Κατσώνη, χιλίαρχου της Αυτοκράτειρας. Στα μέσα Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, με δέκα πλοία, περιέπλεε τα παράλια της Λυκίας και πολιορκούσε το Καστελόριζο. Η εκεί τουρκική φρουρά παραδόθηκε.

Ο Κατσώνης πέρασε τους Τούρκους στη μικρασιατική ακτή, κατεδάφισε το κάστρο και έπλευσε ανατολικά. Στα 1792, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Οι Τούρκοι ξαναγύρισαν στο νησί. Διώχθηκαν το φθινόπωρο του 1821, όταν έφτασε εκεί ο επαναστατικός άνεμος.

Το Καστελόριζο έμεινε στην τουρκική κατοχή μετά το διακανονισμό των συνόρων (1830). Η αλλαγή περιορίστηκε στην άφιξη ενός αγά. Το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Απογραφή του 1911 κατέγραψε εκεί 12.000 κατοίκους.

Στα 1913, έφτασαν στην Αθήνα πληροφορίες για σφαγές. Μοίρα του ελληνικού στόλου με αρχηγό τον αντιπλοίαρχο Δ. Παπαχρήστο έσπευσε εκεί (1η Απριλίου 1913) και διαπίστωσε ότι το μόνο που είχε γίνει ήταν ότι οι Καστελοριζιώτες είχαν κηρύξει την ένωση τους με την Ελλάδα, ενθουσιασμένοι με τις ελληνικές επιτυχίες στους Βαλκανικούς πολέμους. Οι Τούρκοι απάντησαν φυλακίζοντας κάποιους ως «πρωταίτιους». Ο Παπαχρήστος απέφυγε να επισημοποιήσει την ένωση, αφού δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και γνωρίζοντας ότι ανάμεσα στο Καστελόριζο και την Ελλάδα υπήρχαν τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1915, ενώ μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καστελόριζο, καθώς οι Τούρκοι εντάσσονταν στη συμμαχία των κεντρικών αυτοκρατοριών και οι Ιταλοί ήταν ακόμα ουδέτεροι. Στα 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του Καστελόριζου, υπέρ της Ιταλίας.

Οι Γάλλοι παρέδωσαν το νησί στους Ιταλούς, την 1η Μαρτίου 1921. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), οι Ιταλοί απέκτησαν και τυπικά το νησί που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς το 1943, όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε. Πέντε χρόνια αργότερα μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα ενσωματωνόταν και το Καστελόριζο.