Η Μήλος, το νησί με τις κατακόμβες

Πριν μερικές χιλιάδες χρόνια η Μήλος και Κίμωλος ήταν ενωμένες. Ορίζουν το κέντρο του ηφαιστειακού τόξου που απλώνεται από τη Νότια Ιταλία ως τη Μικρά Ασία. Η Μήλος είναι το τελευταία προς τα νοτιοανατολικά νησί των Κυκλάδων. Εξαρτημένα από τη Μήλο είναι το ερημονήσι-βοσκότοπος Πολύαιγος στα βορειοανατολικά της και η Αντίμηλος (όπου έζησαν άνθρωποι την Εποχή του Λίθου, η Εφύρα των αρχαίων, σήμερα τόπος κατοικίας αιγάγρων) στα βορειοδυτικά της. Τα Γλαρονήσια και οι Ακραδιές συμπληρώνουν το νησιωτικό σύμπλεγμα.

Μήλος, το νησί με τις κατακόμβες
Κατακόμβη στη Μήλο με την Τράπεζα των Μαρτύρων. Οι παλαιοχριστιανικές κατακόμβες στη Μήλο είναι ένα μοναδικό στο είδος του μνημείο για την Ελλάδα

Σκαρφαλωμένη στην εσωτερική πλευρά του ανατολικού βραχίονα η πρωτεύουσα Μήλος ή Πλάκα απέχει 3,5 χλμ από το φυσικό λιμάνι Αδάμαντα. Εγκαταλελειμμένη, περίπου στη μέση του νησιού, η μεσαιωνική πρωτεύουσα Ζεφυρία, καταστράφηκε από το σεισμό τον 18ο αιώνα. Η Αγία Κυριακή, ο Εμπορειός, το Κλήμα, το Παλιοχώρι και ο Προβατάς είναι παράλιοι οικισμοί της Μήλου.

Ηφαιστειογενής και Λοφώδης η Κίμωλος βρίσκεται ανάμεσα στη Μήλο και τη Σίφνο. Πρωτεύουσα είναι η Κίμωλος ή Χώρα, σε ύψωμα σε θέση βενετικού κάστρου. Απέχει 1,6 χλμ από το λιμάνι Ψάθη, κοντά στην αρχαία πόλη που οι ντόπιοι την ονομάζουν Ελληνικά.

Το όνομα Μήλος

Ο πρώτος Μήλος ήταν ένας νεαρός από τη Δήλο που μετανάστευσε στην Κύπρο, όπου γνώρισε τον Άδωνι και συνδέθηκε μαζί του. Γνώρισε και την Πελία (κατά μία εκδοχή αδελφή του Άδωνι), την παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της τον Μήλο το δεύτερο. Ο Άδωνις έζησε έναν παράφορο έρωτα με την Αφροδίτη. Όταν το έμαθε ο Άρης, παραδοσιακά εραστής της θεάς, μεταμορφώθηκε σε αγριόχοιρο όρμησε πάνω στον Άδωνι και τον σκότωσε. Όταν ο Μήλος έμαθε το θάνατο του Άδωνι κρεμάστηκε από ένα δέντρο, το οποίο ονομάστηκε μηλέα (μηλιά). Βλέποντας τον άντρα της νεκρό η Πελία αυτοκτόνησε. Η Αφροδίτη λυπήθηκε από όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα και έκανε τον πρώτο Μήλο φρούτο της μηλέας. Την Πελία τη μεταμόρφωσε σε περιστέρι. Έμεινε ο Μήλος ο δεύτερος τον οποίο διέταξε να πάρει τους συντρόφους του και να μετοικήσει σε ένα νησί του Αιγαίου. Ο Μήλος βρήκε το νησί, εγκαστάθηκε εκεί και του έδωσε το όνομα του.

Η Φυλακωπή της Μήλου

Η ανθρώπινη παρουσία στα νησιά είναι συνεχής από το 7.000π.Χ. ως την εποχή μας. Ο οψιδιανός η οψιανός λίθος που ακόμα εντοπίζεται στη Μήλο, απετέλεσε σπουδαίο υλικό για αιώνες. Σην εξόρυξη του και την εμπορική του εκμετάλλευση στηρίχθηκε η οικονομία της περιοχής, καθώς η πέτρα αυτή απολεπίζεται και γίνεται ιδανική αιχμή όπλου αλλά και λεπίδα ξυρίσματος και μαχαίρι.

Η μεγάλη ακμή της Μήλου εντοπίζεται στη Φυλακωπή, όπου ανασκάφηκε ολόκληρη πόλη της Εποχής του Χαλκού. Τα ευρήματα χαρακτηρίζουν τεχνοτροπία και περίοδο, στα πλαίσια του κυκλαδικού πολιτισμού, («πολιτισμός της Φυλακωπής»).

Βρέθηκαν τρεις πόλεις που χρονολογήθηκαν στα αντίστοιχα χρονικά όρια των οικισμών του βορειοανατολικού Αιγαίου: η πρώτη χτίστηκε στα 2800π.Χ. και είχε συνεχή κατοίκηση και ακμή ως τα 2100 οπότε καταστράφηκε (ίσως από σεισμό). Πάνω στα ερείπια της χρίστηκε η δεύτερη πόλη, αυτή που συμπίπτει με τη Μεσοκυκλαδική εποχή της μινωικής επιρροής. Άλλωστε ο οικιστής της Μήλου, αυτή την περίοδο, αναφέρεται ο ίδιος ο Μίνωας.

Και αυτή η πόλη χάθηκε από φυσική καταστροφή (τον 15ο αιώνα π.Χ., ίσως από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας). Η τρίτη πόλη , στο ίδιο σημείο, είναι η πιο μεγάλη από τις προηγούμενες, με τείχη και μυκηναϊκό ανάκτορο στα βορειανατολικά όρια της. Και οι τρεις πόλεις μαρτυρούν πολιτιστική και οικονομική άνθηση, ακμή και εμπορικές σχέσεις με την Κρήτη και την ηπειρωτική χώρα. Στα αγγεία που βρέθηκαν εκεί και στις τοιχογραφίες των σπιτιών καθρεφτίζονται οι αλληλεπιδράσεις της κυκλαδικής και της μινωικής τέχνης.

Η Μήλος τα τελευταία 2500 χρόνια

Η Μήλος συμμετείχε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας με δικό της στόλο. Αν και Δωριείς οι Μήλιοι εντάχθηκαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία αλλά αρνήθηκαν να πληρώσουν «συμμαχικό φόρο». Ευνοϊκά διακείμενοι έναντι των Σπαρτιατών, στον πελοποννησιακό πόλεμο διακήρυξαν ουδετερότητα. Οι Αθηναίοι έκαναν απόβαση στο νησί, το λεηλάτησαν, έσφαξαν άγρια πολλούς από τους κατοίκους και το μετέτρεψαν σε αθηναϊκή κληρουχία (416π.Χ.). Μετά την ήττα των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς το 405 π.Χ. ο νικητής Σπαρτιάτης Λύσανδρος έπλευσε στη Μήλο, έδιωξε τους Αθηναίους και αποκατέστησε τα πράγματα.

Η Μήλος ανέκαμψε και έγινε πάλι κέντρο πολιτισμού. Στην εποχή αυτή ανήκουν το περίφημο μαρμάρινο άγαλμα του γλύπτη Σκόπα, της «Αφροδίτης της Μήλου» (μουσείο του Λούβρου), καθώς και το γιγάντιο μαρμάρινο άγαλμα του Ποσειδώνα (Αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας). Στη συνέχεια το νησί πέρασε διαδοχικά στην κατοχή των Μακεδόνων, στο κράτος των Πτολεμαίων και στη Ρώμη.

Οι κάτοικοι έγιναν νωρίς χριστιανοί και αυτό μαρτυρούν οι μεγάλες κατακόμβες. Ανυπότακτοι και με ανεπτυγμένο το αίσθημα της ελευθερίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ Ίσαυρου (717-741) επαναστάτησαν, καθώς τάχθηκαν με το μέρος των εικονολατρών.

Πέρασαν στην κατοχή των Φράγκων αλλά επαναστάτησαν εναντίον τους, αλλά χωρίς επιτυχία. Στα 1537 ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα κυρίευσε το νησί και η Μήλος μετατράπηκε σε λημέρι και ορμητήριο άγριων πειρατών. Αν και κανένας Τούρκος δεν πάτησε ποτέ εκεί, οι Μήλιοι έσπευσαν να συμμετάσχουν στη Ελληνική Επανάσταση του 1821. Εντάχθηκε στο ελληνικό κράτος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, που καθόριζε την ενσωμάτωση των Κυκλάδων στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

Στα 1941, οι Γερμανοί πήραν τη Μήλο, την οχύρωσαν και τη μετέτρεψαν σε βάση χερσαίων δυνάμεων από όπου ξεκινούσαν τα αποβατικά τους σκάφη στην επιχείρηση για την κατάληψη της Κρήτης.

Μύρινα Λήμνου

Από το ένδοξο παρελθόν της, το μόνο που έχει να επιδείξει η Μύρινα είναι το κάστρο της, κτισμένο πάνω σε ένα ακρωτήρι που στέκεται ανάμεσα σε δύο κόλπους, που με τη σειρά τους σχηματίζουν δύο λιμανάκια. Κάποιες πλευρές του τείχους από πέτρες ακανόνιστες χωρίς τσιμέντο, ίχνη από σκαλοπάτια και εγκοπές μέσα στο βράχο αντιπροσωπεύουν την ελληνική αρχαιότητα. Αντίθετα, τα γενοβέζικα προπύργια επιβιώνουν, φέροντας ακόμα το μονόγραμμα του Παλαιολόγου Gatiliusi (Γατελούζου), Γενοβέζου στην καταγωγή, που θα κυβερνούσε ταυτόχρονα τη Λήμνο και τη Μυτιλήνη.

Μύρινα Λήμνου
Το κάστρο της Μύρινας όπως είναι σήμερα

Το κάστρο στη Μύρινα, στην εξωτερική του εμφάνιση, παρουσιάζει μια εικόνα από τις γραφικότερες, χάρη στις απόκρημνες μεριές από τραχείτη όπου και στηρίζεται και τις πολύ απότομες κορυφές, τις παράξενες σε σχήμα που υψώνονται γύρω του, στην πεδιάδα. Ιδιαίτερα δε κατά τη δύση του ηλίου, όταν αυτές οι μαύρες σκιές με τις μορφές φανταστικών τεράτων προβάλλουν στον κόκκινο ουρανό, έχουμε καταπληκτική θέα, από τους λόφους στα ανατολικά, κοντά στον Άγιο Παύλο και τον Κοντιά.

Σαν πόλη, το Κάστρο ή Μύρινα, μοιάζει με όλα τα άλλα μικρά λιμάνια των νησιών του Αιγαίου πελάγους ή των ακτών της Μικράς Ασίας: στενοί δρόμοι, ένας από αυτούς με ανοιχτά καταστήματα και βαρέλια κρασιού, χρησιμεύει για αγορά. Σπίτια από γκρίζα ακατέργαστη πέτρα, με τον πρώτο όροφο να προεξέχει στηριζόμενος σε επικλινή στηρίγματα. Καφασωτά παράθυρα με κιγκλιδώματα στα σπίτια των Τούρκων. Το εσωτερικό των σπιτιών, οι φορεσιές τα έθιμα είναι παρόμοια με των άλλων νησιών του Αιγαίου. Πρόκειται πάντα για τους ίδιους χώρους υποδοχής, με ντιβάνια στρωμένα με πολύχρωμα υφάσματα σε όλο το μήκος των τοίχων. Σε μια γωνία του δωματίου, η στήλη από μαξιλάρια για τους καλεσμένους, το καντήλι αναμμένο μπροστά στην αγία εικόνα, τα υφαντά και τα κεντήματα των γυναικών του σπιτιού.

Για φορεσιά, το παντελόνι σε σχήμα σάκου, με δυο ανοίγματα για τις κνήμες που άνδρες και γυναίκες δένουν, οι μεν στα γόνατα, οι δε στον αστράγαλο, αφήνοντας το να πέφτει λιγότερο ή περισσότερο. Στο κεφάλι το κόκκινο φέσι των ανδρών και η χρωματιστή μαντίλα των γυναικών. Όλα τα ρούχα, τα υφάσματα, τα υποδήματα φτιάχνονται στο σπίτι από τις γυναίκες.

Όσον αφορά τα έθιμα, το σύνηθες είναι να προσφέρεται στους επισκέπτες μαστίχα από τη Χίο, γλυκά, ζαχαρωτά, καφές. Ίδιος ο τρόπος φαγητού, καθιστοί σε ένα χαμηλό τραπέζι, σχεδόν στο ύψος του πατώματος.

Στη Μύρινα οι κάτοικοι, που παραμένουν στην πατρίδα τους, δεν έχουν κανένα λόγο να προσπαθήσουν με την εργασία τους να ευδοκιμήσει η γη τους, αφού δεν τους ωθεί σε αυτό το μεγάλο κίνητρο της ανάγκης. Προσεγγίζοντας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, δεν έχουν, χωρίς αμφιβολία, ούτε ανέσεις, ούτε πολυτέλειες.

Ωστόσο, δεν δοκιμάζονται από τη στέρηση τους. Δεν είναι πλούσιοι, αντίθετα σχεδόν όλοι τους έχουν εξασφαλίσει τη διαβίωση τους, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Οι απέραντες αυτές εκτάσεις, ένα είδος δημοσίων κτημάτων που κανένας δεν γνωρίζει τον ακριβή ιδιοκτήτη, ανήκουν σε όσους θέλουν να οδηγούν εκεί τα κοπάδια τους. Ελάχιστοι είναι οι κάτοικοι που δεν έχουν ένα κομμάτι γης για να καλλιεργήσουν το σιτάρι για το ψωμί της χρονιάς: ζουν με λίγα πράγματα σε αυτές τις θερμές χώρες!

Ίσα που ανάβουν φωτιά για φαγητό και αυτό σπάνιες φορές. Με καρπούζι, τυρί, ψωμί, ψάρια παστά, περνούν καιρό. Το κρασί είναι τόσο άφθονο, που μου το πουλούσαν, σε μένα έναν ξένο, λιγότερο από τρεις δεκάρες το λίτρο.

Στη Μύρινα η μόνη ασχολία ικανού αριθμού κατοίκων της συνίσταται στο να φυλούν τα αιγοπρόβατα, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις υπολογίζονται σε πάνω από 40.000 ζώα. Αρκεί να συναντήσεις τα κοπάδια στα έρημα οροπέδια που προσφέρονται για ελεύθερη βοσκή, για να καταλάβεις για ποιο λόγο στη Λήμνο δεν έχει μείνει ούτε ένας θάμνος. Οι βοσκοί είναι ικανοί να κάψουν ένα θάμνο για να ζεσταθούν, με κίνδυνο πυρκαγιάς στο δάσος, και να βάλουν φωτιά σε εάν αιωνόβιο πεύκο για να έχουν λίγα κάρβουνα. Η φωτιά αποτελεί ένα εύκολο τρόπο αποψίλωσης, που πάντα αφήνει στους γείτονες καυσόξυλα, και ό,τι άρχισε η φωτιά το αποτελειώνει το αδηφάγο δόντι των προβάτων και αιγών. Σε αυτές τις χώρες είναι μοιραίο κάποια από τα δύο να υποκύψουν: ή τα δάση ή τα ζώα. Στη Λήμνο τα ζώα θριάμβευσαν.

Οι Λήμνιοι βοσκοί έχουν ενδυμασία και πολύ παράξενο τύπο. Ντύνονται στα λευκά από το κεφάλι ως τα πόδια με το φουσκωτό παντελόνι και ένα γιλέκο από δέρμα πάνω από το μάλλινο πουκάμισο. Σπάνε λίγο τη μονόχρωμη λευκότητα με το μαύρο των δερμάτινων λουριών που δένουν γύρω από τα πόδια τους, των περικνημίδων που καταλήγουν σε αιχμή πάνω από το γόνατο και της ζώνης τους, από όπου κρέμεται συνήθως μια δερμάτινη θήκη. Στο λευκό μάλλινο σκούφο τους είναι στριμμένη πολλές φορές μια υφασμάτινη άκρη, αφήνοντας να φανούν μακριά κατσαρά μαλλιά που πλαισιώνουν ένα οστεώδες πρόσωπο, με μάτια πολύ κοντά το ένα στο άλλο, διαπεραστικά, με μύτη κυρτή. Στο χέρι κρατούν ένα μακρύ φυσικό μπαστούνι.

Ένα ελληνικό νησιωτικό χωριό πολύ συχνά χαρακτηρίζει μια εκκλησία μεγαλοπρεπής σε κατασκευή. Οι θρησκευτικές κοινότητες, που για τους Έλληνες υπόδουλους στους Τούρκους αντιπροσωπεύουν την πατρίδα, είναι όλες πλούσιες, και όταν πρόσφατα η Τουρκία ήρε παλαιότερη απαγόρευση και τους επέτρεψε, με οικονομικό αντάλλαγμα, να κτίσουν εκκλησίες, αμέσως επιδόθηκαν στην οικοδόμηση τους. Με έκπληξη είδαμε σε φτωχά χωριά τόσο μεγάλα οικοδομήματα, τόσο υπέροχα διακοσμημένα, συχνά δε με μάρμαρα από τα γύρω αρχαία ερείπια.

Εκτός από τις εκκλησίες, υπάρχουν στη Λήμνο επτά μοναστήρια με σπουδαιότερα του Πορτιανού και του Κοντιά. Και κατά μία πολύ παλαιά συνήθεια, ένα είδος λατρείας των ψηλότερων σημείων, όπου ο άνθρωπος πίστευε ότι ήταν πλησιέστερο στον ουρανό, πάνω τις ψηλότερες κορυφές, τις πιο δύσβατες, υπάρχει πάντα ένα μικρό ξωκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία, στον Άγιο Γεώργιο, στον Άγιο Αθανάσιο ή στον Προφήτη Ηλία.

Louis de Launay

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας

Η Μυτιλήνη είναι ένας μεγάλος τόπος με επιβλητική εμφάνιση και περιλαμβάνει πληθυσμό 20.000 ατόμων. Η πόλη είναι χτισμένη εν μέρει πάνω σε μια χερσόνησο, η οποία στο σημείο αυτό προβάλλει προς τη θάλασσα, και εν μέρει στο γειτονικό χώρο και τον ισθμό που τα συνδέει.

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας
Εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο-σαπουνοποιείο στη Λέσβο

Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού, πράγμα που χωρίς αμφιβολία έχει επιβληθεί για δύο λόγους: πρώτον μεγαλύτερη ασφάλεια για τη ναυτιλία, καθώς έτσι το λιμάνι της δεν ήταν εκτεθειμένο στην ανοιχτή θάλασσα και δεύτερον ευκολία επικοινωνίας με την ενδοχώρα καθώς οι ελληνικοί οικισμοί παντού ιδρύονταν με προοπτική το εμπόριο και ειδικότερα την εξαγωγή του προϊόντος της ενδοχώρας. Η πόλη στην πίσω πλευρά περιβάλλεται από σειρά λόφους, οι πλαγιές των οποίων είναι καλυμμένες με όμορφη βλάστηση και διάσπαρτες αγροικίες.

Η ελιά βασιλεύει στη Μυτιλήνη. Ο πληθυσμός είναι αφοσιωμένος στην καλλιέργεια της ελιάς και το λάδι είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν. Ως εκ τούτου το νησί ονομάζεται από τους Τούρκους «κήπος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας».

Η Μυτιλήνη αποτελείται από δύο τομείς, το μεσαιωνικό κάστρο, το οποίο καλύπτει την κορυφή και ένα μεγάλο μέρος των βορείων κλιτών της χερσονήσου, και τη σύγχρονη πόλη, που είναι χτισμένη στον ισθμό και στις πλαγιές αριστερά και δεξιά του. Το κάστρο είναι μια εκτεταμένη και θεαματική κατασκευή, που έχει εσωτερικά και εξωτερικά τείχη, με προμαχώνες, στρογγυλούς και γωνιώδεις πύργους και επάλξεις. Η οχύρωση του φτάνει μέχρι τη θάλασσα και την ακολουθεί για κάποια απόσταση προς τη βορειοδυτική πλευρά. Είναι βυζαντινής κατασκευής, αλλά το 1335 πέρασε στα χέρια των Γενουατών ευγενών της οικογένειας των Γατελούζων, οι οποίοι κατείχαν το νησί, για περισσότερο από έναν αιώνα, μέχρι που δόθηκε σαν δώρο στον Μωάμεθ Β΄το 1462.

Η ιστορία του κάστρου μπορεί να λεχθεί ότι αποτυπώνεται με ακρίβεια στην προμετωπίδα του, γιατί πάνω από την είσοδο, στην κορυφή του λόφου, όπου παραμένει ακόμα η παλιά σιδερένια πόρτα, βρίσκονται δίπλα δίπλα εντοιχισμένα: ένας βυζαντινός αετός, ένας φράγκικος θυρεός και μια τούρκικη επιγραφή. Τώρα κατοικείται από οθωμανικό πληθυσμό, κυρίως κυβερνητικούς αξιωματούχους και ένα σημαντικό αριθμό στρατιωτικών δυνάμεων. Το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου δεν έχει ανοικοδομηθεί και καταλήγει στη θάλασσα σε απότομους βράχους.

Το βόρειο τμήμα της σύγχρονης πόλης, που βρίσκεται πλησιέστερα προς το κάστρο, είναι επίσης τουρκικός τομέας και περιλαμβάνει ορισμένα τζαμιά, ενώ το τμήμα προς τη νότια πλευρά του ισθμού, που έχει μεγάλη έκταση, κατοικείται από τους Έλληνες και Ευρωπαίους πρόξενους.

Henry Fanshawe Tozer

Χίος, ο παράδεισος της Ανατολής

Το Κάστρο ή Χίος, η κύρια πόλη του νησιού της Χίου χτίστηκε από τους Γενουάτες στην περιοχή της αρχαίας Χίου και είναι όμορφα τοποθετημένη στην ανατολική πλευρά του νησιού. Σε μικρή απόσταση πίσω από την πόλη, υψώνονται τα γυμνά βραχώδη βουνά, τα οποία κρύβουν το εσωτερικό του νησιού. Άγονα στην κορυφή, αλλά στους πρόποδες προσεχτικά καλλιεργημένα σε πεζούλες, παράγουν ελιές, ροδάκινα, σύκα, σταφύλια και άλλα φρούτα για τα οποία η Χίος είναι φημισμένη.

Χίος, ο παράδεισος της Ανατολής
Η αγορά της Χίου

Η γη ανάμεσα στη ρίζα των βουνών και τη θάλασσα, για μερικά μίλια γύρω από το Κάστρο, έχει πολλές μονοκατοικίες με κήπους γεμάτους με ημιτροπικά οπωροφόρα δέντρα: πορτοκαλιές, λεμονιές, μπανανιές, ροδιές και αμυγδαλιές. Το πιο φημισμένο προϊόν του νησιού είναι η μαστίχα. Η μαστίχα προέρχεται από εγχαράξεις στο φλοιό του σχίνου, ενός θάμνου που καλλιεργείται ευρέως στο πεδινό μέρος του νησιού, νότια του Κάστρου.

Η πόλη έχει μεν λιμάνι, αλλά είναι ρηχό και όχι καλά προστατευμένο από τον καιρό, με αποτέλεσμα να το επισκέπτονται όχι πολλά εμπορικά πλοία, ενώ το συνηθισμένο αγκυροβόλιο είναι έξω από το μόλο. Στα δεξιά του λιμανιού, κοιτάζοντας προς τη θάλασσα, υπάρχει ένα φρούριο με αρκετά κανόνια, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής και που η πρόσφατη λιθοδομή του δείχνει το σημείο όπου έχουν επισκευαστεί τα παλιά τείχη, μια προφύλαξη που λαμβάνεται για να ελέγχεται οποιαδήποτε εξέγερση των Ελλήνων.

Οι δρόμοι είναι καθαροί και καλοστρωμένοι, σε αντίθεση με τις περισσότερες τουρκικές πόλεις. Οι αγορές φαίνεται να διαθέτουν όλα τα αναγκαία, αλλά και μερικά πολυτελή προϊόντα, παρ’ όλο που η πόλη δεν είναι τώρα, όπως ήταν κάποτε, ένα από τα κέντρα παραγωγής της αυτοκρατορίας. Το νησί έχει ως ένα βαθμό συνέλθει από τη σφαγή του 1822, όταν σφαγιάστηκαν 20.000 Έλληνες Χιώτες. Όμως υπάρχουν ακόμη στην πόλη κάποια κατεστραμμένα σπίτια και οι άστεγοι τοίχοι μερικών μονοκατοικιών γύρω από την πόλη, που μαρτυρούν τη φρικτή πράξη της τουρκικής κτηνωδίας.

Μουσουλμάνοι και χριστιανοί εμφανίζονται τώρα να ζουν μαζί αρκετά ειρηνικά, με τους τελευταίους να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του νησιού, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τον αριθμό των ορθόδοξων και καθολικών εκκλησιών του νησιού, ενώ ένα τζαμί αρκεί για τις ανάγκες των λίγων μωαμεθανών κατοίκων. Πολλά από τα σπίτια είναι χτισμένα σε ρυθμό ιταλικό, βαμμένα με λαμπερά χρώματα, με αναρριχώμενες κληματαριές, πράσινα καφασωτά στα παράθυρα κκαι επικλινείς στέγες.

Εκτός από τον καθαρό αέρα, το ισορροπημένο και εύκρατο κλίμα και το όμορφο τοπίο, και οι χαμηλές τιμές όλων των βασικών προϊόντων κάνουν το Κάστρο ακόμη πιο γοητευτικό. Ένα αυστριακό Lloyd και ένα ρωσικό ατμόπλοιο πιάνουν λιμάνι στη Χίο κάθε εβδομάδα, έτσι ώστε το νησί να έχει επαφή με την Ευρώπη, και παρ΄όλο που οι διασκεδάσεις οποιουδήποτε είδους είναι σπάνιες, υγεία και πλούτος θα μπορούσαν να αναζητηθούν σε χειρότερα μέρη από το «βραχώδες νησί της Χίου».

Η έδρα του Ομήρου είναι μια άγρια βραχώδης χαράδρα περίπου τρία μίλια βόρεια του Κάστρου, μιας και η Χίος είναι από τα μέρη που καυχιέται ότι είναι η πατρίδα του αρχαίου ποιητή. Ανάμεσα στους χαμηλούς λόφους πάνω από την πόλη υπάρχουν πολλές όμορφες κοιλάδες, των οποίων οι έντονες καλλιέργειες μου θύμισαν παρόμοιες εικόνες ανάμεσα στους λόφους γύρω από τη Νίκαια και που η κοίτη του ποταμού που τρέχει ανάμεσα τους παρέχει και στις δύο περιοχές το μοναδικό δρόμο. Τα γαϊδούρια φαίνεται να είναι το μόνο μεταφορικό μέσο για φορτία, αφού δεν παρατήρησα να υπάρχει άμαξα ή αμαξιτός δρόμος.

Την Κυριακή το απόγευμα ολόκληρος ο χριστιανικός πληθυσμός του Κάστρου συνωστιζόταν στο χώρο περιπάτου ανάμεσα στην πόλη και το φρούριο. Οι άνδρες γενικά φορούσαν μαύρο φράκο και ψηλά καπέλα, ενώ οι γυναίκες ήταν υπέροχες με τα μεταξωτά τους φορέματα και τα καπέλα τους. Πολλές από τις γυναίκες θα ήταν πραγματικά πολύ όμορφες, αν δεν έβαφαν το πρόσωπο τους σε βαθμό που να το παραμορφώνουν, παρ΄όλο που χωρίς αμφιβολία οι ίδιες είχαν τη γνώμη ότι γίνονταν «όμορφες για πάντα».

Οι πιο πολλοί από τους χωριάτες φορούσαν τη μακριά κόκκινη ελληνική τραγιάσκα, αν και κάθε τόσο εμφανιζόταν το στρογγυλό φέσι ή το άσπρο σαρίκι κάποιου Τούρκου.

Το ότι δεν υπήρχαν πολλοί Άγγλοι στο νησί το καταλάβαμε από το βαθμό περιέργειας που προκάλεσε η παρουσία μας στην πόλη, παρ΄όλο που μερικοί Έλληνες επισκέφτηκαν τη θαλαμηγό μας. Κάποιοι μιλούσαν υποφερτά αγγλικά, που είχαν μάθει στο αγγλικό κολέγιο, που υπήρχε κοντά στο Κάστρο, ένα ίδρυμα για το οποίο φαινόταν πολύ περήφανοι.

Εκτός από τους φόρους στη μαστίχα και στα άλλα στεριανά προϊόντα, φαίνεται ότι επιβάλλεται κάποιος φόρος στα θαλασσινά προϊόντα. Θέλοντας κάποια μέρα να αγοράσω ψάρια από ψαράδες που η βάρκα τους ήταν κοντά μας, μας είπαν με σπασμένα ιταλικά ότι δεν τολμούσαν να μας πουλήσουν, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν όλη την ψαριά στην αγορά, όπου επιβαλλόταν ένας φόρος πριν να πουληθούν.

Σηκώθηκε από την Ανατολή μια συγκρατημένη αύρα και ο οικείος ήχος της άγκυρας σήμανε την αναχώρηση μας, η προοπτική να φτάσουμε σύντομα στις ακτές της Αιγύπτου μας έκανε να ξεχάσουμε η θλίψη που είχαμε, αφήνοντας πίσω μας τον παράδεισο της Ανατολής.

Frederick Trench Townshend

Σάμος, ένα γόνιμο νησί

Αν κάποιο νησί του Αρχιπελάγους που, από κάποια απόσταση προσφέρει στα μάτια του ταξιδιώτη ένα μεγάλο και λιτό τοπίο, μία έντονη αυστηρή ομορφιά στην όψη του και στις πλαγιές των βουνών του και μία επιβλητική μεγαλοπρέπεια στον όγκο του και και στις απόκρημνες ακτές του αυτό σίγουρα είναι η Σάμος.

Σάμος, ένα γόνιμο νησί
Γκραβούρα με το ναό της Ήρας της Σάμου

Ψηλότερη από την Κεφαλλονιά, αλλά λιγότερο ψηλή από τη Σαμοθράκη, η Σάμος δικαίως φέρει το όνομα που έλαβε χάρη στο ύψος της. Πράγματι, είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν έτσι τα σημεία που δέσποζαν στο χώρο.

Η Σάμος, την εποχή της παρακμής της, κατοικήθηκε και καλλιεργήθηκε λιγότερο, τα δάση επανεμφανίστηκαν και κυρίευσαν ξανά το έδαφος. Πολλές φορές, αναμφίβολα, ο πόλεμος και οι πυρκαγιές το κατέστρεψαν, αλλά μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το νησί εγκαταλείφθηκε πλήρως από τους κατοίκους του και παρέμεινε έρημο έναν αιώνα.

Τότε τα διάσπαρτα δάση του άρχισαν να εξαπλώνονται και να πολλαπλασιάζονται και όταν εκ νέου αποικήθηκε, κατελάμβαναν, ακολουθώντας μια πανάρχαια παράδοση, απέραντες εκτάσεις γης. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος τους έχει κοπεί είτε ξεριζώθηκε για να δώσει στους κατοίκους καλλιεργήσιμο χώρο ή ίσως υλικό υλοτομίας προς εκμετάλλευση. Εδώ κι εκεί, στις πλαγιές ορισμένων βουνών, συναντά κανείς κυπαρίσσια, αδράχνες, τούγιες, βελανιδιές και κυρίως πεύκα, που συγκροτούν την καρδιά των δασών που ακόμα επιβιώνουν.

Τα πιο συνήθη δενδρύλλια είναι οι μυρτιές, οι σχίνοι και οι κουμαριές και στο χείλος ή στο μέσον των χειμάρρων, οι λυγαριές και οι ροδοδάφνες. Επίσης οι τούφες από θυμάρι και άλλα μυρωδάτα χόρτα ρίζωσαν σε κάθε γωνιά και μοιάζουν να είναι το φυσικό ένδυμα του εδάφους που ο άνθρωπος δεν έχει ακόμα ούτε στο ελάχιστο κατακτήσει.

Μεγάλες και γέρικες ελιές είναι σκορπισμένες στην ύπαιθρο και μάλιστα σε κάποια μέρη, κυρίως στη δυτική πλευρά του νησιού αφθονούν. Σε πολλά χωριά, ιδίως στην Καστανιά, παρατηρούμε τις καστανιές, ωστόσο γενικότερα αυτά τα δένττρα σπανίζουν σήμερα.

Τα ομορφότερα δέντρα που είδα ποτέ στο νησί είναι τα πλατάνια. Είναι τα πλέον σεβαστά. Φυτρώνουν γενικά κοντά σε πηγές. Πράγματι, όπως είναι γνωστό, το πλατάνι είναι το φιλόξενο δέντρο που στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία αναγγέλλει από μακριά την ύπαρξη κάποιας πηγής. Η χάρη της πλατιάς φυλλωσιάς του, τα μεγάλα κλαδιά του μπορούν να φιλοξενήσουν κάτω από τη σκιά τους ένα ολόκληρο καραβάνι και η μεγαλοπρέπεια της θωριάς του, όλα συντρέχουν στο να καταστεί ιερό και προστατευμένο στα γεράματα του ενάντια στην ανθρώπινη καταστροφή.

Ακόμη, συναντούμε μουριές, αμυγδαλιές και συκιές γύρω από τη Χώρα και σε πολλά άλλα χωριά. Με αυτά τα τελευταία δέντρα έχω αριθμίσει ένα μεγάλο μέρος των δέντρων της Σάμου. Ας μην εκπλαγεί κανείς που δεν μνημονεύω πορτοκαλιές, λεμονιές, ροδιές, χαρουπιές, που άλλοι περιηγητές παρατήρησαν γιατί ο χειμώνας του 1849 τις εξολόθρευσε σχεδόν πλήρως.

Η κυρίαρχη καλλιέργεια της Σάμου είναι της ελιάς και κυρίως της αμπέλου. Το κλήμα είναι χαμηλό και μεγαλώνει στο χώμα. Χωρίς καθόλου να υποστηρίζεται από πασσάλους, όπως συνήθως γίνεται στη Γαλλία, δεν αναρριχάται ούτε σε δέντρα όπως σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας, αλλά έχει ύψος μόλις τριάντα πέντε-σαράντα εκατοστά από το έδαφος. Τέλος, το κρασί που παράγεται είναι εξαιρετικό, φέρεται μάλιστα να είναι από τα καλύτερα του Αρχιπελάγους. Φαίνεται ότι παλαιότερα δεν συνέβαινε αυτό, αφού ο Στράβων και ο Απουλήιος συμφωνούν ότι στην εποχή τους το αμπέλι δεν πετύχαινε ποτέ.

Καθώς όλο το νησί είναι ορεινό, κόβεται από μεγάλο αριθμό κοιλάδων που αίφνης αποκαλύπτονται σε κάθε βήμα και σε κάθε στροφή τα ελικοειδή μονοπάτια που βαδίζουμε. Τα νερά, κατεβαίνοντας από τα βουνά με την ορμητικότητα που τους δημιουργούν σε πολύ ψηλές και ιδιαίτερα επικλινείς κατωφέρειες, σκάβουν βαθιά φαράγγια, μερικά από τα οποία επειδή στερούνται πράσινου μοιάζουν με κανάλια πελεκημένα κάθετα μεταξύ των τοιχωμάτων δύο βράχων, ενώ τα άλλα, με δέντρα που πλέκονται και με διάσπαρτες ροδοδάφνες και λυγαριές, συνιστούν ισάριθμες οάσεις δροσιάς που καλούν τον ταξιδιώτη να σταματήσει ή έστω να χαρεί στο πέρασμά του.

Η Σάμος βρίσκεται κάτω από τον ίδιο ουρανό με τη νότια περιοχή της αρχαίας Ιωνίας, και γνωρίζουμε ότι η Ιωνία φημιζόταν πάντοτε για τη γλυκύτητα και την ομορφιά του κλίματος της. Μολονότι λιγότερο ευνοημένη από τη φύση η Σάμος προσφέρει τα πλεονεκτήματα αυτής της γόνιμης περιοχής. Οι χειμώνες είναι ήπιοι και ίσα που γίνονται αισθητοί, εκτός από τα ψηλά οροπέδια. Ο Άμπελος, παρά το ύψος του, σπάνια καλύπτεται από χιόνι. Μόνο η Κέρκη μερικές φορές λευκαίνει τις κορυφές της. Από το Φεβρουάριο κιόλας οι αμυγδαλιές ανθίζουν και οι κληματαριές μπουμπουκιάζουν. Στη νότια περιοχή του νησιού, που προστατεύεται από τους βοριάδες, η βλάστηση είναι ιδιαίτερα πρώιμη.

Victor Guerin

Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη

Κανένα από τα νησιά που επισκεφτήκαμε με την κρουαζιέρα δεν μας εντυπωσίασε τόσο όσο η Θήρα. Διασχίσαμε τη θάλασσα και καταλήξαμε σε ένα τεράστιο όρμο που λειτουργεί ως λιμάνι για τη Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη. Κανένα αξιόλογο λιμάνι δεν θα μπορούσε να είναι τόσο καλά προετοιμασμένο.

Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη
Κάτοικοι της Θήρας στο (τέλος του 19ου αιώνα)

Ανεβήκαμε στο ψηλότερο σημείο του νησιού. Από εκεί η πόλη Φηρά έμοιαζε με κυματιστή λευκή θάλασσα, οι στέγες χωρίζονταν σχεδόν ομοιόμορφα ανάμεσα στις επίπεδες με στηθαίο, σχεδιασμένο για να συγκεντρώνουν το νερό της βροχής που είναι υπερπολύτιμο για το νησί, και τις θολωτές που μαρτυρούν την έλλειψη ξυλείας, που καθιστά αναγκαία αυτήν την αυτοστηριζόμενη αψίδα από κονίαμα. Αυτό ξαναφέρνει στο μυαλό την έλλειψη ξύλου και νερού. Σε μια στροφή του κεντρικού δρόμου αποκαλυπτόταν μια γοητευτική μακρινή θέα άσπρων τοίχων που πλαισίωναν καθαρές αυλές, στρωμένες με μαύρα και άσπρα βότσαλα, που περιέβαλλαν σε απόσταση ένα καμπαναριό με πολλές καμάρες, ένα καθαρό ανάγλυφο με φόντο το λαμπρό ουρανό, με τη λάμψη της λευκότητας να αμβλύνεται από τις δυνατές πλάγιες σκιές και το χαλκοπράσινο των καμπανών.

Γυρίζοντας στους δρόμους και σταματώντας που και που για να εξετάσουμε τα παράξενα μαγαζιά ή να ατενίσουμε επίμονα από ανοίγματα ανάμεσα στους τοίχους των σπιτιών προς το φανταστικό κόλπο που απλωνόταν πέρα και κάτω, πέσαμε πάνω σε ένα καφενείο που τράβηξε την προσοχή μας. Ο ιδιοκτήτης του, που όμως αποδείχθηκε μιλούσε αρκετά ιταλικά για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε, μας συνόδευσε έξω σε ένα μπαλκόνι με φάτσα προς τη θάλασσα και έβγαλε μια τεράστια καράφα με ντόπιο κρασί. Τι υπέροχο κρασί! Ήταν κίτρινο, γλυκό όσο χρειάζεται για να μη γίνει αηδιαστικό. Ήταν ευχάριστο όσο το έπινες και σε έκανε καλοκάγαθο καθώς το ρουφούσες.

Πάνω από τα κεφάλια μας πλατάγιζε μια ταλαιπωρημένη βρώμικη τέντα από την τεμπέλικη δυτική αύρα. Από κάτω ανέβαινε ο ελικοειδής δρόμος, με τις σειρές των γαϊδουριών να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν σιωπηρά κάτω από τις τρεμοφέγγουσες ζεστές ακτίνες του απριλιάτικου πρωινού.

Μακριά κάτω, και σχεδόν κάτω από τα πόδια μας βρίσκονταν σαν παιδικά παιχνίδια και τα πλοία και το ατμόπλοιο, κοντά στον οικισμό της αποβάθρας, όπου μικροσκοπικοί άνθρωποι, σαν μυρμήγκια, έσπευδαν πολυάσχολοι, αλλά τώρα η απόσταση έσβηνε κάθε ήχο τους. Μέσα από τη θάλασσα των σκεπών που ανέβαιναν και κατέβαιναν ερχόταν το κουδούνισμα μιας επίμονης καμπάνας, που καλούσε τους πιστούς κάποιας εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης. Τέτοια υπέρτατη ευτυχία είναι φτηνή για τρεις δραχμές και κάποια προσθήκη μερικών ευτελών ελληνικών χάλκινων κερμάτων για έκφραση καλοσύνης! Ήταν το στενό αυτό μπαλκόνι που δέσποζε στον όρμο, που μας έκανε να ερωτευτούμε τη Θήρα. Πριν από αυτό ήμασταν απλά επηρεασμένοι.

Στο βόρειο άκρο της πόλης, όπου τελείωναν τα σπίτια άρχιζε η ελεύθερη κορυφογραμμή του βουνού, εκεί υπήρχε ένας παλιός μύλος, στα σπηλαιώδη βάθη του οποίου μας παρότρυνε να μπούμε μια ζαρωμένη γριά. Είχε κάποιο πρωτόγονο μηχανικό εξοπλισμό, με γρανάζια φτιαγμένα από τεράστια στρογγυλά κούτσουρα, πάνω στα οποία είχαν σχηματιστεί χονδροειδή δόντια. Ακριβώς απ΄έξω υπήρχε ένας καπνισμένος φούρνος, γιατί ο μυλωνάς δεν άλεθε μόνο το καλαμπόκι, αλλά το έκανε και ψωμί.

Πέρα από το μύλο δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα που κατοικούνταν, παρ΄ότι σε μια μακρινή στροφή του κρατήρα ήταν ορατό ένα λευκό κομμάτι γης από βασάλτη, που έδινε την εντύπωση πυκνοκατοικημένης πόλης με πύργους και επάλξεις. Ακόμη πιο μακριά προς Βορρά, στο ακρωτήρι που βρίσκεται δίπλα από το πέρασμα στην ανοιχτή θάλασσα, βρίσκεται μια ασήμαντη πόλη, στην κορυφογραμμή επίσης, ενώ κατά μήκος του όρμου προς το Νότο υπάρχουν οικισμοί εδώ κι εκεί και ανεμόμυλοι. Αλλά η πόλη της Θήρας είναι η μόνη που έχει συγκεντρωμένο πληθυσμό.

Προσπαθώντας να αναλύσουμε τις εντυπώσεις που μας δημιούργησε η Θήρα έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κύρια ομορφιά της, εκτός από την παράξενη θέση της, είναι το χρώμα της, και ότι η δυσκολία στην περιγραφή της οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αδυναμία να αποδοθούν με λέξεις οι εκπληκτικές αντιθέσεις των βράχων, της πόλης, του ουρανού και της θάλασσας. Μπορεί κανείς να απεικονίσει κάπως άτονα την αρχιτεκτονική γοητεία της με τη βοήθεια της φωτογραφικής μηχανής, ή αν είναι εξαιρετικά προικισμένος να πλέξει το εγκώμιο του κρασιού της Θήρας. Με τη βοήθεια της γεωλογικής στατιστικής μπορεί κανείς να υποθέσει πως θα ήταν το βουνό αν μπορούσαμε να τραβήξουμε τη θάλασσα και να αποκαλύψουμε τα βαθύτερα σημεία του, αφήνοντας έναν κύκλο από βουνά να σχηματίζει μια κούπα 1.000 μέτρων και κομμένους κεντρικούς κώνους. Μπορεί κανείς, με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, να δικαιολογήσει τη φορτική συμπεριφορά των παιδιών της πόλης, που ζητιανεύουν.

Αλλά για να γίνει μια αληθινή περιγραφή της Θήρας χρειάζεται ο καλλιτέχνης με τα χρώματα του, ενώ το πιο αποτελεσματικό είναι μια προσωπική επίσκεψη, που συνεπάγεται κάποιο χρόνο και κόπο -μικρό σε σύγκριση με τις ομορφιές που βλέπει κανείς στη Θήρα. Και μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι ο κάθε επισκέπτης θα κατηφορίσει, πατώντας προσεκτικά πάνω στις γλιστερές πλάκες, προς το μόλο με ένα σπαρακτικό αίσθημα λύπης που αφήνει αυτό το πανέμορφο νησί του Αιγαίου, και θα αποπλεύσει, περνώντας από το βόρειο πορθμό, με έναν αναστεναγμό, κοιτώντας πίσω του τα φώτα της Θήρας, στο βραχώδες ύψωμα πάνω από τον όρμο, με τα φώτα που τρεμοπαίζουν να ανακατεύονται με τα σταθερά αστέρια της μεσογειακής νύχτας.

Philip Sanford Marden

Στην Άνδρο ζήσαμε μέρες του Αιγαίου

Φτάσαμε στην Άνδρο. Αρχίσαμε την αναρρίχηση μέσα στους στενούς ελικοειδείς δρόμους, ανάμεσα σε ψηλούς πέτρινους τοίχους σκεπασμένους με βατόμουρα που μας αναζωογονούσαν καθώς βαδίζαμε κοπιαστικά.

Στην Άνδρο ζήσαμε μέρες του Αιγαίου
Χαρακτηριστικές ξερολιθιές της Άνδρου

Η εκκλησία της Παναγίας ήταν ασφυκτικά γεμάτη και η ατμόσφαιρα πνιγηρή από τη μυρωδιά του λιβανιού.Το άχαρο κτίριο χωρίς παράθυρα, χτισμένο από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι από σχιστόλιθο, υλικό από το οποίο η ίδια η Άνδρος είναι φτιαγμένη, είναι απλώς ένας τόπος λατρείας. Όμως η θρησκεία δεν εξαρτάται από Παρθενώνες ή Ουεστμίνστερ. Ο Δίας και η ήρα θα μπορούσαν να έχουν βρει μόνο έναν χοντροκομμένο γαμήλιο βωμό στο όρος Όχη και ο Απόλλωνας δεν είχε λόγο να καυχιέται για τον Κύνθο στη Δήλο.

Αυτοί οι χωριάτες ασκούν τη λατρεία τους μάλλον ως επαγγελματική υπόθεση, αλλά μακάρι να είχαμε τη μισή ευλάβεια στις δικές μας εκκλησίες. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πιστεύουν χωρίς αμφισβήτηση, και μερικές φορές είναι να αναρωτιέται κανείς πόση από την πίστη τους έχει ακόμη ρίζες στον Όλυμπο.

Τους αφήσαμε να θυμιατίζουν και συνεχίσαμε την πορεία μας ανάμεσα στα σκιερά δρομάκια προς το μέρος που μας παραχωρήθηκε για τη φιλοξενίας μας στην Άνδρο. Είναι ένα αγρόκτημα με 12 πεζούλες, που το ύψος του ξεπερνά το πλάτος του και ανήκει παραδόξως σε έναν Αμερικανό πολίτη, που γεννήθηκε εδώ, αλλά τώρα κατοικεί πέρα από τη θάλασσα στη μεγάλη πατρίδα. Πριν από χρόνια ο νέος από την Άνδρο πήγε στη Σμύρνη και από εκεί στην Νέα Υόρκη. Τελείωσε το κολέγιο, σπούδασε ιατρική και θεολογία, παντρεύτηκε μια Αμερικανίδα, με την οποία και τα παιδιά τους περνά τα καλοκαίρια σε αυτό το ακανόνιστο πέτρινο εξωχικό στην κορυφή της Κατακοίλου, και τους χειμώνες στο μεγαλύτερο σπίτι στο Μπατσί, που αποτελούσε στο διάστημα της παραμονής μας την κατοικίας μας. Τώρα, με την επιστροφή του στην Αμερική, το οίκημα χρησιμοποιείται ως προσωρινό κατάλυμα από το διευθυντή του σχολείου, ο οποίος με κόπο από το Μπατσί μέχρι εκεί με τα πόδια και θεωρεί ότι το ταξίδι αυτό που κάνει μία φορά τη εβδομάδα είναι αποτελεσματική άσκηση.

Το αγρόκτημα το φροντίζει ο παπάς με το αζημίωτο βέβαια, γιατί κάθε πεζούλα είναι φορτωμένη με φρούτα, ροδάκινα, αχλάδια, ρόδια σύκα, λεμόνια, πορτοκάλια, ελιές, κυδώνια, καρύδια, μούρα, βατόμουρα, σταφύλια, σε τέτοια αφθονία και ποιότητα που ο καθένας θα ευχόταν να είναι παιδί για να έχει πιο καλό πεπτικό σύστημα.

Στο παλιό σπίτι γευματίζαμε, ξαπλώναμε καταγής κατά από τις συκιές, ανεβοκατεβαίναμε στο αγρόκτημα με τις πεζούλες του. Τελικά χορτασμένοι από ξεκούραση και ηρεμία, κατηφορήσαμε στην πίστα του χορού όπου οι νέοι και οι νέες χόρευαν με γρήγορα βήματα πολύ κοντά ο ένας στον άλλο και με σοβαρό ύφος, σαν να έκαναν την προσεχή τους. Ο χώρος της ορχήστρας ήταν μια επίπεδη στρογγυλή βεράντα μπροστά στο οινοπωλείο και ο χορός έμοιαζε να είναι συνέχεια της πρωινής λειτουργίας. Οι ενδυμασίες δεν ήταν φανταχτερές και ο ερωτισμός απουσίαζε εντελώς από τις κινήσεις τους: ο πιο αυστηρός ηθικολόγος δεν θα είχε τίποτα να ψέξει.

…………………………………………………………………………………

Ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου και εμείς πήγαμε στην Κατάκοιλο για την απονομή των ενδεικτικών. Το κτίριο του σχολείου ήταν απλώς τέσσερις τοίχοι από σχιστόλιθο της Άνδρου, με μαι μεγάλη σκεπή φτιαγμένη από κυπαρίσσια. Το πάτωμα ήταν το ίδιο το έδαφος, η έδρα του διευθυντή ένα είδος ξύλινου κουτιού και τα θρανία χοντροκομμένοι πάγκοι χωρίς πλάτη. Τα παράθυρα ήταν επίσης ξύλινα χωρίς τζάμια. Ο διευθυντής στεκόταν στην έδρα του με το ξεθωριασμένο του σακάκι ριγμένο στους ώμους του, ενώ περίπου 20 αγόρια, 12 χρονών και κάτω, κάθονταν στους πάγκους.

Φτάσαμε το καταμεσήμερο και τα παιδιά περίμεναν τον ερχομό του παπά, που θα τα εξέταζε στα θρησκευτικά. Μας έδωσαν σκαμνιά γιατί δεν υπήρχαν καρέκλες, και όταν εμφανίστηκε ο παπάς συνεχίστηκε η διαδικασία. Ένα παιδί είπε την προσευχή και ακολούθησε η κατήχηση. Αφού εξετάστηκαν τα παιδιά στα μαθήματα της τάξης τους, γλώσσα, μαθηματικά και ιστορία, υπογράφτηκαν τα πρακτικά του σχολικού έτους από τον πληρεξούσιο του δημάρχου, τον παπά και δύο χωριανούς και στη συνέχεια πήγαμε στο δείπνο που ακολούθησε.

Irving Manatt

Προσκύνημα στην Τήνο

Δύο φορές το χρόνο μπορεί να μπαρκάρει κανείς για Τήνο από σχεδόν κάθε ελληνικό λιμάνι. Γιατί το νησί αυτό έχει παραγκωνίσει την Ιερή Δήλο ως τόπο προσκυνήματος και εκεί στη μεγάλη και μικρή πανήγυρη τον Μάρτιο και τον Αύγουστο εναλλάξ, συρρέουν Έλληνες από τρεις ηπείρους. Πείστηκα για αυτό το γεγονός, όταν ταξίδεψα για πρώτη φορά με τον μικρό Αττικό Σιδηρόδρομο από Αθήνα για Λαύριο: κάθε ενδιάμεσος σταθμός ήταν ασφυκτικά γεμάτος με γραφικούς χωρικούς με τις καλές τους φορεσιές και φορτωμένους με όλα τα εφόδια νομαδικών φυλών. Το τρένο ήταν μακρύ, αλλά όχι αρκετό για ολόκληρο τον πληθυσμό, και πολλοί χωρικοί αφήνονταν να περιμένουν το επόμενο. Όταν το τρένο έφτασε στο Λαύριο, ξεφόρτωσε το πολύχρωμο φορτίο του στα βρώμικα μικρά ατμόπλοια που ήδη σφύριζαν για την αναχώρηση. Ήταν το ανοιξιάτικο προσκύνημα στην Τήνο.

Προσκύνημα στην Τήνο
Χαλκογραφία της Τήνου

Μέσα από τα ελικοειδή σοκάκια κατευθύνθηκα προς την εκκλησία του 15ου αιώνα που συνέρρεαν οι πιστοί. Ήταν γεμάτη με κόσμο που μπαινόβγαινε και σταματούσε μόνο για να ανάψει ένα κερί και να ασπαστεί τις εικόνες των Αγίων. Το φως από τα κεριά, τα θυμιατά και το λιβάνι, οι παπάδες με το ράσο τους και οι ευσεβείς προσκυνητές, συνδυάζονταν σε μια σκηνή αλλόκοτη και σοβαρή.

Προχωρήσαμε προς τη μεγάλη εκκλησία του προσκυνήματος. Ο δρόμος ήταν μια πλατιά ανηφορική λεωφόρος στρωμένη με χοντροκομμένες μαρμάρινες πλάκες και με πάγκους ξύλινους στη σειρά, αριστερά και δεξιά. Είχε κατεύθυνση προς το Βορρά και κατέληγε στις πύλες του τεράστιου και ακανόνιστου τετραγώνου που βρίσκεται περίπου 800μ. από τη θάλασσα και αρκετά πιο ψηλά από την πόλη. Μπροστά από τις πύλες αυτού του αυλόγυρου, στις δύο πλευρές ενός ημικυκλικού προαυλίου στρωμένου με βότσαλα, υπήρχε μια μαρμάρινη κρήνη και ένα μικρό άλσος. Κατά μήκος του ανοιχτού περιστυλίου περπατούσαμε προσεκτικά ανάμεσα σε εκατοντάδες ξαπλωμένους ανθρώπους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που είχαν απλωθεί για να περάσουν τη νύχτα, και άλλους που έκαναν άγαρμπες μετάνοιες. Μετά τους ξαπλωμένους υπήρχαν καταλύματα που ήταν πιασμένα από τους προνομιούχους προσκυνητές. Ένα παρεκκλήσι ήταν ασφυκτικά γεμάτο, ενώ ακόμη και τα σκαλοπάτια ταλαιπωρούνταν από ανθρώπους που ροχάλιζαν.

Το σκηνικό δεν είναι νέο. Τα αρχαία χρόνια στη Δήλο και στην Επίδαυρο οι θεοί λατρεύονταν σε ανοιχτό χώρο, όπως εδώ η Παρθένος. Όχι πολύ πριν τις ένδοξες μέρες της Δήλου, αυτό το ίδιο σημείο ήταν τόπος συγκέντρωσης του λαού των νησιών της Ιωνίας: εδώ στη μέση του ιερού κήπου υψωνόταν επιβλητικός ο ναός του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, με χώρους γευμάτων και αναψυχής για όσους συνέρρεαν στη μεγάλη γιορτή του θεού.

Πώς όμως συμβαίνει η αρχαία Ελλάδα να επαναλαμβάνεται στο ίδιο ακριβώς σημείο; Στην περίπτωση της Τήνου υπάρχει μια γνωστή ιστορία. Η ιστορία λέει ότι το 1823 μια μοναχή ονειρεύτηκε ότι υπήρχε εδώ μια εικόνα της Παναγίας. Η πιστή έσκαψε και τη βρήκε. Το θαύμα διαδόθηκε πέρα από το νησί. Πιστοί κατέφθαναν από την Ανατολή για Προσκύνημα στην Τήνο. Για να γιορτάσουν τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Με τα δώρα και τον απλήρωτο μόχθο των Τηνίων, πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας, χτίστηκε η μεγάλη μαρμάρινη εκκλησία. Τα έσοδα με τον καιρό αυξήθηκαν και προστέθηκαν τμήματα για τον κλήρο, καταλύματα για τους προσκυνητές, ένα σχολείο και ένα νοσοκομείο. ολόκληρο το ίδρυμα συντηρείται χωρίς να επιβάλλεται κανένας φόρος στο λαό της Τήνου. Στην πραγματικότητα η εκκλησία έχει χτίσει και συντηρεί την πόλη. Έχει φτιάξει τους μόλους, έχει στρώσει τους δρόμους, έχει φτιάξει δίκτυο ύδρευσης και έχει ενθαρρύνει τις τέχνες.

Το πανηγύρι στο νησί δεν είναι απλά ένα προσκύνημα στην Τήνο, είναι πατριωτική εκδήλωση. Στο λιμάνι δύο ελληνικά πλοία χαιρετούσαν με κανονιοβολισμούς, καθώς η εορταστική πομπή, που συνοδευόταν από στρατιωτικό άγημα, έφτασε στη μικρή πλατεία και σταμάτησε για να απαντήσει στους κανονιοβολισμούς με τον Εθνικό Ύμνο. Εδώ οι Έλληνες της Αιχμαλωσίας από όλη την Ανατολή έρχονται να φιλήσουν το χώμα της ελεύθερης Ελλάδας. Και η ελεύθερη Ελλάδα φρόντισε να τους συναντήσει με μια θαυμάσια εκδήλωση. όπως η Αθήνα συνήθιζε να στέλνει τος λαμπρές «θεωρίες» στη Δήλο, έτσι τώρα στέλνει τις φρεγάτες στην Τήνο, και πιο ευχάριστη από τη μονότονη λειτουργία, ακόμη και από τον Εθνικό ύμνο, ήταν για το μακρινό προσκυνητή η μουσική των ελληνικών κανονιών.

Ακούγοντας αυτή τη μουσική και βλέποντας αυτή την ετερόκλητη πομπή, που όμως έχει το ίδιο αίμα και την ίδια πίστη, αναρωτιέται κανείς γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει εδώ στην Τήνο μια νέα Συμμαχία της Δήλου.

Irving Manatt

Στη Νάξο, το «λατινικό» νησί

Στη Νάξο υπάρχει ένα κάστρο, το οποίο βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο της πόλης. Είναι κυκλικό με μεγάλους πύργους στα άκρα του, ανάμεσα στους οποίους υπάρχει ένα μεγάλος, τετράγωνος με παχιά τοιχώματα και ο οποίος ήταν κάποτε το παλάτι των δουκών. Οι απόγονοι των Λατίνων ευγενών που εγκαταστάθηκαν στο νησί υπό την αρχηγία αυτών των πριγκίπων κατέχουν ακόμη την τοποθεσία του κάστρου.

Στη Νάξο, το «λατινικό» νησί
Χαλκογραφία με το Κάστρο της Νάξου

Οι Έλληνες, οι οποίοι είναι πολύ περισσότεροι, κατέχουν όλη την περιοχή από το κάστρο μέχρι τη θάλασσα. Η έχθρα μεταξύ των Ελλήνων και των Λατίνων της μικρής αριστοκρατίας είναι αγεφύρωτη: οι Λατίνοι προτιμούσαν να κάνουν δεσμό με τη φτωχότερη αγρότισσα παρά να παντρευτούν Ελληνίδες κυρίες -πράγμα το οποίο τους έκανε να εξασφαλίσουν άδεια από τη Ρώμη να παντρευτούν ξαδέλφια τους από τη Γερμανία.

Οι Τούρκοι αντιμετωπίζουν όλους αυτούς τους ευγενείς των δύο πλευρών με τον ίδιο τρόπο. Με την άφιξη του ταπεινότερου μπέη μιας γαλιότας, ούτε οι Λατίνοι, ούτε οι Έλληνες τολμούν να εμφανιστούν παρά μόνο με κόκκινα φέσια σαν τους κοινούς δούλους μιας γαλέρας και τρέμουν μπροστά στον κατώτατο αξιωματούχο.

Μόλις αποσυρθούν οι Τούρκοι η ευγενική τάξη της Νάξου ανακτά το αγέρωχο ύφος, δεν βλέπει κανείς παρά βελούδινα καπέλα και δεν ακούει παρά μόνο για γενεαλογικά δέντρα. Μερικοί θεωρούν ότι είναι απόγονοι των Παλαιολόγων και των Κομνηνών. Άλλοι ότι κατάγονται από τους Ιουστινιάνι και τους Γκριμάλντι.

Ο σουλτάνος δεν πρέπει να φοβάται πιθανή εξέγερση σε αυτό το νησί: τη στιγμή που ξεσηκώνεται ένας Λατίνος, οι Έλληνες το αναφέρουν στον καδή. Και αν ένας Έλληνας ανοίξει το στόμα του, ο καδής ξέρει τι θέλει να πει πριν το κλείσει.

Οι αρχόντισσες εδώ είναι ματαιόδοξες μέχρι γελοιότητας. Θα δει κανείς να επιστρέφουν από την ύπαιθρο μετά τον τρύγο με συνοδεία 30-40 γυναικών, οι μισές με τα πόδια και οι άλλες μισές πάνω στα γαϊδούρια, ή μία να έχει στο κεφάλι της μία ή δύο βαμβακερές πετσέτες, ή ένα μεσοφόρι της κυράς της. Άλλη περπατάει κρατώντας ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα πέτρινο τσουκάλι ή μερικά πήλινα πιάτα.

Όλα τα έπιπλα του σπιτιού γίνονται δημόσιο θέαμα και η κυρία, αξιοθρήνητα θρονιασμένη πάνω στο γάιδαρο, κάνει την είσοδο της στην πόλη θριαμβευτικά, στην κεφαλή αυτής της πομπής. Τα παιδιά είναι στο μέσον αυτής της καβαλαρίας και ο σύζυγος συνήθως ουραγός.

Οι ευγενείς της Νάξου μένουν όλοι στην ύπαιθρο, στους πανέμορφους τετράγωνους πύργους τους και επισκέπτονται σπάνια ο ένας τον άλλον. Η κυριότερη ασχολία τους είναι το κυνήγι. Όταν τους επισκέπτεται ένα φιλικό πρόσωπο, διατάζουν έναν υπηρέτη να φέρει το πρώτο ζυγούρι ή μοσχάρι που μπορεί να βρεθεί στο κτήμα τους: το ζώο που πιάνεται είναι αδέσποτο, κατάσχεται και σφάζεται σύμφωνα με το έθιμο της περιοχής και ακολουθεί γλέντι με το σφαχτό.

Μερικά χρόνια πριν 12 οικογένειες στη Νάξο ασπάστηκαν τον μωαμεθανισμό: οι χριστιανοί της λατινικής κοινότητας έβαλαν τους κουρσάρους να τους αρπάξουν και να τους μεταφέρουν στη Μάλτα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν πέρασε από το μυαλό κανενός να γίνει μωαμεθανός στη Νάξο.

Joseph Pitton de Tournefort

Η Αμοργός και η Ανάφη (3000π.Χ.-…)

Η Αμοργός και η Ανάφη, τα δύο αυτά νησιά είναι τα πιο «προκεχωρημένα ανατολικά φυλάκια» των Κυκλάδων. Με την Αμοργό πιο ανατολικά, μια στενή λωρίδα γης, με μήκος 32χλμ. και πλάτος 1 έως 3,5 χλμ. νοτιοανατολικά της Νάξου. (148 μίλια από τον Πειραιά). Και την Ανάφη νοτιότερη, ανατολικά της Θήρας (145 μίλια από τον Πειραιά).

Η Αμοργός κια η Ανάφη
Η Παναγία η Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό

Πρωτεύουσα της ορεινής Αμοργού είναι η ομώνυμη μεσόγεια πόλη ή Χώρα, στους πρόποδες βράχου πάνω στον οποίο ο Βενετός κυρίαρχος του νησιού Ιερεμίας Γκίζι έχρισε κάστρο. Τα Κατάπολα, κοντά στα ερείπια της αρχαίας Μινώας είναι το κεντρικό λιμάνι του νησιού, επίνειο της Χώρας, στη δυτική ακτή. Ενώ η Αιγιάλη, δεύτερο λιμάνι στη θέση της ομώνυμης αρχαίας πόλης,εξυπηρετεί τη συστάδα των βόρειων οικισμών. Στα νότια του νησιού, η Αρκεσίνη διατηρεί το αρχαίο όνομα της.

Πλήθος μικρών νησιών περιβάλλουν την Αμοργό, τα Αμοργιανά. ενώ στα νότια προβάλλει η νησίδα Αμοργοπούλα, η Ιππουρίς των αρχαίων.

Η Ανάφη, άνυδρη, άδεντρη και ορεινή, διαθέτει τον ομώνυμο οικισμό ή Χώρα σε ύψωμα στα νότια του νησιού που συνδέεται οδικά με το λιμάνι του Αγίου Νικολάου. Αυτός είναι και ο μοναδικός βατός δρόμος με τροχοφόρο στο νησί. Οι μετακινήσεις με τα πόδια, με βάρκα ή με καΐκι. Εξαρτημένα από την Ανάφη νησιά είναι το Αναφόπουλο, η Μακριά και τα Φτενά.

Η Αμοργός και η Ανάφη στο πέρασμα των αιώνων

Η Αμοργός κια η Ανάφη
Χάρτης της Ανάφης του 1584

Στο μακρύ ταξίδι της επιστροφής τους από την Κολχίδα, οι Αργοναύτες πέρασαν από την Κρήτη, όπου ο χάλκινος Τάλως τους πετροβολούσε ώσπου τον εξόντωσε η Μήδεια κι έπειτα ανοίχτηκαν στο Αιγαίο. Πρέπει να ήταν η πυκνή στάχτη από το ηφαίστειο της Σαντορίνης που κάλυψε τα πάντα με βαθύ σκοτάδι μέρα μεσημέρι. Ο θεός Απόλλωνας έκανε να φανεί φως ώστε να αντικρίσουν μπροστά τους στεριά. Ήταν ένα νησί. Από το άναμμα του φωτός το ονόμασαν «Ανάφη». Βγήκαν στην ακτή, θυσίασαν στο θεό και έχτισαν να ό προς τιμή του,.

Η Ανάφη και η Αμοργός ήταν μεγάλα ναυτιλιακά κέντρα στην Πρωτοκυκλαδική εποχή (3000π.Χ.-2000π.Χ.), με παράλιους οικισμούς, χωρίς οχυρώσεις, καθώς η ίδια η δύναμη τους απέτρεπε κάθε ξένη επιβολή. Στην μινωική εποχή η Ανάφη αποικίστηκε από Μινωίτες. που πήγαν στην γειτονική Θήρα με αρχηγό τον Μεβλίαρο. Γι΄αυτό για λίγο διάστημα η Ανάφη ονομαζόταν «Μεβλίαρος».

Γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ. η Ανάφη αποικίστηκε από Δωριείς. Ερείπια του ναού του θεού Απόλλωνα επιβιώνουν σήμερα, πλάι το μοναστήρι της Παναγίας της Καλαμιώτισσας.

Η Ανάφη πέρασε διαδοχικά στους Φόσκολους, Γοζαδίνους, Κρίσπους και Πισάνους. Στα 1537, τα νησιά λεηλάτησε για λογαριασμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ο Αλγερινός πειρατής-ναύαρχος Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.

Και πριν και αργότερα, πολλοί κάτοικοι της Ανάφης μετοίκησαν στη Κρήτη για να γλυτώσουν από τους πειρατές. Πολλοί άλλοι, επί βασιλείας του Όθωνα, έφυγαν από το νησί και εγκαταστάθηκαν στους βορειοανατολικούς πρόποδες του βράχου της Ακρόπολης της Αθήνας, δημιουργώντας τη συνοικία «Αναφιώτικά».

Η Αμοργός άλλαξε πολλά ονόματα στο πέρασμα των χρόνων: Πατάγη, Παγκάλη, Ψυχία, Καρκησία και,τέλος, τον 5ο αιώνα π.Χ. Αμοργός. Η Αμοργός ήταν φημισμένη για τους αραχνοΰφαντους κόκκινους χιτώνες που κατασκευάζονταν εκεί. Είναι γενέτειρα του ποιητή Σιμωνίδη του Αμοργίνου που έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ. Στα κλασικά χρόνια ήταν υποτελής των Αθηναίων, ενώ επί των Ρωμαίων ήταν τόπος εξορίας.

Τον 9ο αιώνα μΧ. καταστράφηκε το μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας. Το ανακαίνισε το 1088 ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός. Κάθε χρόνο στις 21 Νοεμβρίου γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας γίνεται πανηγύρι και προφέρουν ψάρια και κυρίως μπακαλιάρο τηγανητό.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Φράγκους το 1204, η Αμοργός πρώτα κατακτήθηκε από την βενετική οικογένεια των Γκουερίνι και που είχαν έδρα τους την Αστυπάλαια και έπειτα από τους Γκίζι.

Η Αμοργός ήταν το νησί, όπου με δαπάνες του μοναστηριού, ιδρύθηκε το 1829 το πρώτο γυμνάσιο της ελεύθερης Ελλάδας. Τα δύο νησιά περιήλθαν στο ελληνικό κράτος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, με το οποίο η Ελλάδα αναγνωριζόταν ως ανεξάρτητο κράτος με χερσαία σύνορα τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και περιελάμβανε τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες.