Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι (1619-1694)

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 26 Φεβρουαρίου 1619 – 6 Ιανουαρίου 1694) ήταν Δόγης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας (1688 – 1694) κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Μοριά. Είχε προηγηθεί ο Μεγάλος Κρητικός Πόλεμος και η Πολιορκία του Χάνδακα  που ολοκληρώθηκε με την Άλωση της Κρήτης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (1669). Ήταν γόνος της περίφημης Ενετικής μεσαιωνικής οικογένειας ευγενών Μοροζίνι από την οποία και προήλθαν πολλοί Δόγηδες, λόγιοι, στρατηγοί και ναυμάχοι. Ντυνόταν πάντοτε με πορφυρά χρώματα «από την κορυφή ως τα νύχια» και ποτέ δεν πραγματοποιούσε εκστρατεία χωρίς την γάτα στην πρύμνη του πλοίου του.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι
Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι

Ο Βίος του Φραντσέσκο Μοροζίνι

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1619, από νεαρή ηλικία είχε διακριθεί σε ανδρεία κατά τον Ενετοτουρκικό πόλεμο. Με τον θάνατο του Ενετού ναυάρχου Μοτσενίγου, διορίστηκε προσωρινά σε ηλικία 36 ετών στόλαρχος των Ενετικών ναυτικών δυνάμεων. Ξεκίνησε τις λεηλασίες των Τουρκικών παραλίων και πυρπολήσεις εχθρικών αποθηκών αναμένοντας τον νέο ναύαρχο Φοσκαρίνι, μετά τον θάνατο και του νέου ναυάρχου ανέλαβε οριστικά την αρχηγία του Ενετικού στόλου. Από τη θέση αυτή άρχισε να καταστρώνει το σχέδιό του που ήταν η εκτόπιση των Τούρκων από το Αιγαίο προσβάλλοντας διαδοχικά την Μονεμβασιά, την Χαλκίδα, πολλούς λιμένες στην Εύβοια και τέλος τα Χανιά (1660) αλλά απέτυχε σ’ όλες αυτές τις επιχειρήσεις του. Τότε καταγγέλθηκε από κάποιον υφιστάμενό του λεγόμενο Μπαρμπάρο (Barbaro), (στον οποίο είχε απαγγείλει ποινή θανάτου για παράλειψη καθήκοντος) για αναξιότητα με συνέπεια να ανακληθεί από τη κυβέρνηση της Βενετίας που όμως στην συνέχεια εισήλθε σε δίκη και απηλλάγη από κάθε κατηγορία.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι Δούκας της Κανδίας

Στο μεταξύ εξακολουθούσε ο πόλεμος στη Κρήτη που έφθασε σε ένταση με την πολιορκία του Χάνδακα που ταυτίζεται με το σημερινό Ηράκλειο Κρήτης, την πολιορκία διεύθυνε ο Μέγας Βεζίρης Φαζίλ Αχμέτ Κιουπρουλού. Για την αντιμετώπιση του πολυμήχανου εκείνου Βεζίρη η Ενετική κυβέρνηση έκρινε επιβεβλημένο να αποστείλει τον δραστήριο Μοροζίνι, τον διόρισε τον Δεκέμβριο του 1666 αρχιστράτηγο των Ενετικών δυνάμενων της Κρήτης. Από τη θέση αυτή ο Μοροζίνι μη δυνάμενος να αποκόψει τις θαλάσσιες συγκοινωνίες των Τούρκων περιορίστηκε στην άμυνα του Χάνδακα. Μετά από αιματηρούς αγώνες και αφού αντιστάθηκε σκληρά στις Οθωμανικές πιέσεις δύο ακόμη ετών και 9 μηνών αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει (κατά άλλους για να προλάβει νέα έφοδο με πιθανή άλωση και σφαγή της φρουράς και των κατοίκων, κατά άλλους προκειμένου να ματαιώσει Γαλλικές μηχανορραφίες).

Με την ομώνυμη «Συνθήκη της Κανδίας» (27 Σεπτεμβρίου 1669) παρέδωσε την πρωτεύουσα Χάνδακα μαζί με αυτόν ολόκληρη την Κρήτη στις δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την σύναψη της Συνθήκης η φρουρά και οι κάτοικοι της ερειπωμένης πλέον πόλης από τους συνεχείς βομβαρδισμούς εξήλθαν ελεύθερα. Για την πράξη του αυτή μετά την επιστροφή του στην συνέχεια στη Βενετία κατηγορήθηκε για δειλία και προδοσία. Ωστόσο αθωώθηκε πανηγυρικά μετά από μια σύντομη δίκη, παραμένοντας σε αφάνεια μέχρι της κήρυξης του Έκτου Βένετο-Τουρκικού Πολέμου ή Πολέμου του Μοριά (1684), όλες οι ένοπλες δυνάμεις της Ενετίας καθώς και πολλοί Έλληνες τάχθηκαν μαζί τους και συγκεντρώθηκαν υπό την αρχηγία του.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι ανακαταλαμβάνει την Πελοποννήσο

Ασημένιο μετάλλιο προς τιμή του Φραντσέσκο Μοροζίνι για να τιμηθεί για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου.
Ασημένιο μετάλλιο προς τιμή του Φραντσέσκο Μοροζίνι για να τιμηθεί για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι διορίστηκε διοικητής του Ενετικού στόλου (1685) προσέγγισε αρχικά την Κέρκυρα από όπου ενισχύθηκε με 2.000 Έλληνες εθελοντές, τον ίδιο χρόνο κυρίευσε τη Λευκάδα. Στη συνέχεια αφού ενισχύθηκε και με νέες επικουρίες από τον Σουηδό στρατηγό Όθωνα Καίνιξμαρκ στράφηκε προς τα Κάστρα της Μεσσηνίας τα οποία κατέλαβε το ένα μετά το άλλο, έκανε στάση στην Μεθώνη Μεσσηνίας για πολεμικό συμβούλιο αφού προηγουμένως λεηλάτησε το Τουρκοκρατούμενο κάστρο της Κορώνης.

Στο συμβούλιο εκείνο λήφθηκε η απόφαση της άμεσης επίθεσης στον  Μυστρά και στη συνέχεια στο Ναύπλιο που οι Τούρκοι εν τω μεταξύ είχαν ξεκινήσει τον ανεφοδιασμό του. Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι συνεχίζει με την αρμάδα του τον περίπλου της Μάνης φθάνοντας στο Καραβοστάσι του Μαραθονησίου (το νησί έξω από το Γύθειο). Τα στρατιωτικά αποσπάσματα του Καίνιξμαρκ αποβιβάστηκαν για άμεση προσβολή και κατάληψη του Μυστρά, ενώ ο ίδιος συνεχίζει προς τη Μονεμβασία και από εκεί προς τον όρμο του Τολού, στις 25 Ιουλίου του 1686 αποβιβάζει το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων με γενική επίθεση την ίδια ημέρα στο Άργος. Μετά την επιτυχία αυτή τα στρατεύματα του Καίνιξμαρκ κατέλαβαν και το Παλαμήδι. Οι νίκες που ακολούθησαν το επόμενο έτος (1687), με την κατάληψη όλων των κάστρων Ναυπάκτου, Μάνης, Μυστρά, Άργους, Ναυπλίου και Κορίνθου υπήρξαν καθοριστικές για την έκβαση εκείνου του πολέμου. Ολόκληρη η Πελοπόννησος  απελευθερώθηκε από τους Οθωμανούς εκτός της ανθιστάμενης Μονεμβασίας.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι βομβαρδίζει τον Παρθενώνα

Μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ακολούθησε νέο πολεμικό συμβούλιο που τάχθηκε υπέρ της διάνοιξης του Ισθμού της Κορίνθου για τη διασφάλιση της Πελοποννήσου, που ήταν έργο χρονοβόρο και πολυδάπανο και την ανακατάληψη της Αθήνας. Υπέρ της δεύτερης άποψης τάχθηκε ο Μοροζίνι όπου κατέπλευσε στον όρμο Λεόνε (= Λιμάνι του Πειραιά) (2 Σεπτεμβρίου 1687). Στην επιχείριση που ακολούθησε εναντίον της Αθήνας βομβάρδισε και τον Παρθενώνα που είχε μετατραπεί σε μπαρουταποθήκη με συνέπεια τη καταστροφή του μεγαλυτέρου τμήματός του, ο ίδιος ισχυρίστηκε, ψευδώς, πως κατά λάθος έπεσε μία οβίδα. Η αλήθεια είναι πως γνώριζε για την πυριτιδαποθήκη και πως επί τούτου σημάδευε τον Παρθενώνα το κανόνι που ήταν τοποθετημένο πλησίον της Αγίας Αικατερίνης, στην Πλάκα. Το γεγονός αυτό απετέλεσε τη πρώτη κηλίδα στις στρατιωτικές νίκες του Μοροζίνι, κατά των Τούρκων. Την επόμενη χρονιά η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να ξεπουλά τα πολύτιμα κατεστραμμένα τμήματα του Παρθενώνα στους Δυτικούς. Η δεύτερη κηλίδα ήταν η πανώλη που μεταδόθηκε αστραπιαία από Γαλλικό πλοίο στο Ναύπλιο και τα περίχωρα του.

Ο Δόγης της Βενετίας, Φραντσέσκο Μοροζίνι

Παρά ταύτα η Βενετική Γερουσία εκτιμώντας τις σπουδαίες νίκες του, του απένειμε τον τίτλο τιμής «Πελοποννησιακός», τοποθετώντας και χάλκινη προτομή του «εν ζωή» στο Ανάκτορο των Δόγηδων. Μετά τον θάνατο του προκατόχου του Μαρκαντόνιο Τζουστινιάν (23 Μαρτίου 1688) ανακηρύχτηκε νέος Δόγης της Βενετίας (3 Απριλίου 1688). Την εποχή της εκλογής του βρίσκονταν στον Πόρο όπου ναυλοχούσε η αρμάδα του, σε λίγες μέρες κατέπλευσε στον Πόρο το θρυλικό σκάφος «Βουκένταυρος» το οποίο και μετέφερε τα σύμβολα του Δογικού αξιώματος, παραδόθηκαν σε λαμπρότατη τελετή στο ναύαρχο. Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι περιεβλήθη με τα σύμβολα υπό τις ιαχές των πληρωμάτων των πλοίων του, επιβιβάστηκε στον «Βουκένταυρο» όπου και απέπλευσε για τη Βενετία για την ανάληψη των νέων του καθηκόντων συνοδευόμενος από το μεγαλύτερο μέρος της αρμάδας του.

Το τέλος του Φραντσέσκο Μοροζίνι

Ο Δόγης Μοροζίνι και υπό τα νέα του καθήκοντα δεν έπαψε να ενδιαφέρεται περί των διαφόρων συμβάντων στη Πελοπόννησο. Την απουσία του Μοροζίνι εκμεταλλεύτηκε για δράση ο πολυμήχανος  Μανιάτης πειρατής Λιμπεράκης Γερακάρης που συμμάχησε με τον Οθωμανό Σερασκέρη και διέταξε όλους τους Έλληνες να δηλώσουν υποταγή στον Σουλτάνο (1691). Ο Δόγης επιβιβαστείς και πάλι στο «Βουκένταυρο» σε ηλικία 75 ετών (24 Μαΐου 1693) αλλά σε πλήρη μαχητικότητα και με ολόκληρη την Ενετική αρμάδα απέπλευσε για το Αιγαίο προς ματαίωση της νέας εισβολής. Αρχικά κατέπλευσε στο Ναύπλιο και στη συνέχεια στον Πόρο. Αφού κατέστρωσε λεπτομερές πολεμικό σχέδιο επιχειρήσεων απόκρουσης σε συνεργασία με τον Προβλεπτή της Πελοποννήσου Αντόνιο Ζένο αιφνίδια και ενώ βρισκόταν με την αρμάδα του στον όρμο της Καρύστου η χρόνια λιθίαση από την οποία έπασχε πολλά χρόνια επιδεινώθηκε. Απέπλευσε εσπευσμένα για Ναύπλιο όπου τελικά και υπέκυψε (27 Δεκεμβρίου 1693). Το λείψανό του ταριχεύτηκε και μεταφέρθηκε στη Βενετία όπου σε μεγαλοπρεπή τελετή (16 Ιανουαρίου 1694) τοποθετήθηκε σε κρύπτη του Ναού του Αγίου Στεφάνου των Αυγουστίνων. Στο μνημείο του που ανεγέρθηκε χαράχθηκε η επιγραφή «Francisco Mavroceno Peloponneciaco. Senatus 1694» (= σε Ελληνική απόδοση: «Φραγκίσκω Μαυρογένη τω Πελοποννησιακώ η Γερουσία έτει 1694»).

https://el.wikipedia.org/wiki/Φραντσέσκο_Μοροζίνι

Please follow and like us:
error0

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων είναι ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.

Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων
Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Τα γεγονότα πριν το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.

Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).

Ο Γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 Γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο Γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους Έλληνες αμάχους.

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα»

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.

Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.

Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.

Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.

Χωρίς δικαίωση το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος. Στις 18 Απριλίου του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/710

Please follow and like us:
error0

Ο Ναπολέων Ζέρβας (1891-1957)

Ο Βίος του Ναπολέοντα Ζέρβα

Ο Ναπολέων Ζέρβας γεννήθηκε το 1891 στην Άρτα, πατέρας του ήταν ο Νικόλαος Ζέρβας- πολέμησε το 1897 για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους-και μητέρα του η Ευανθία το γένος Κωνσταντοπούλου. Η οικογένεια των Ζερβαίων, σαν γνήσια Σουλιώτικη φάρα, πρωτοστάτησε στους αγώνες κατά του Αλή πασά και πολλοί από αυτούς υπήρξαν οπλαρχηγοί στα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Ο ίδιος ο Ζέρβας υπαινισσόταν την ιστορική καταγωγή του λέγοντας πολλές φορές: «Είμαι Ναπολέων, είμαι και Ζέρβας».

Ο Ναπολέων Ζέρβας
Ο Ναπολέων Ζέρβας (δεύτερος από αριστερά)

Ο Ναπολέων Ζέρβας στρατιωτικός

Ο Ναπολέων Ζέρβας το 1910 κατατάσσεται ως εθελοντής οπλίτης στο στράτευμα, τα χρόνια είναι δύσκολα απαιτούν αγώνες και θυσίες και ο ίδιος το ξέρει καλά. Επηρεασμένος από το κίνημα στο Γουδί και τον «Στρατιωτικό σύνδεσμο» είναι φανατικός υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Πολεμά στους Βαλκανικούς και προάγεται τιμητικά στο βαθμό του Ανθυπασπιστή «επ’ανδραγαθία». Το 1914 αποφοιτά από τη Σχολή Υπαξιωματικών. Σαν γνήσιος Φιλελεύθερος και σφόδρα αντιβασιλικός στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού προσχωρεί στο κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» το 1916. Μάλιστα για ένα διάστημα θα διατελέσει και υπασπιστής της τριανδρίας Βενιζέλου-Δαγκλή-Κουντουριώτη.

Το 1917 πολεμά στο Μακεδονικό μέτωπο εναντίον των Γερμανοβουλγάρων. Εξαιτίας του θάρρους και της ανδρείας του το 1920 φτάνει στο βαθμό του Ταγματάρχη «επ’ ανδραγαθία». Το ’21 επιστρέφει ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Ζέρβας, μαζί με μια ομάδα βενιζελικών αξιωματικών εξορίζεται αυτοβούλως στην Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφει στο στράτευμα μετά την Μικρασιατική καταστροφή ως Ταγματάρχης. Το καλοκαίρι του 1925 διορίζεται Φρούραρχος Αθηνών από το στρατιωτικό καθεστώς του Πάγκαλου.

Ένα χρόνο μετά θα αλλάξει «στρατόπεδο» και θα ανατρέψει τον Πάγκαλο στο πλευρό του Γεωργίου Κονδύλη. Παρ’ όλα αυτά ο Κονδύλης θα αξιώσει τη διάλυση των δύο Ταγμάτων Δημοκρατικής Φρουράς, των οποίων ηγούνταν οι Ζέρβας, Ντερτιλής. Αποτέλεσμα ήταν οι αιματηρές συγκρούσεις στο κέντρο της Αθήνας και η οριστική διάλυση των Ταγμάτων. Οι δύο αξιωματικοί πέρασαν από Στρατοδικείο και αμνηστεύτηκαν αργότερα (1928) από την κυβέρνηση του Βενιζέλου.

Ο Ζέρβας αποστρατεύεται με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά ακόμη και στον πόλεμο του ’40 δεν του επετράπη να πολεμήσει τον εισβολέα. Σύντομα όμως θα οδηγούνταν στην κορύφωση ενός προσωπικού μεγαλείου, ικανού να τον συμπεριλάβει στο πάνθεο των Ηρώων της νεότερης Ελληνικής ιστορίας.

Στις 27 του Απρίλη του 1941 οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Στις 14 Απριλίου ο Ναπολέων Ζέρβας θα φυλακισθεί στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη για δύο ολόκληρες βδομάδες. Γράφει ο έμπιστος του Ζέρβα, Μιχάλης Μυριδάκης (Αγώνες της Φυλής – Εθνική Αντίσταση ΕΔΕΣ-ΕΟΕΑ 1941-1944, τόμος Ά, σελ. 15): «Ο Ζέρβας από τις φυλακές του Μακρυγιάννη με πόνο στην ψυχή και συντριβή έβλεπε τους υπερφίαλους Γερμανούς να υψώνουν τον αγκυλωτό σταυρό στον ιερό βράχο της Ακροπόλεως κι αυτός ευρισκόταν φυλακισμένος σαν επικίνδυνος αγγλόφιλος…».

Και ενώ οι γερμανόφιλοι αφέθηκαν ελεύθεροι, μετά την είσοδο των Γερμανών, η κράτηση του Ζέρβα έγινε αυστηρότερη. Το καθεστώς του Μεταξά δεν του συγχωρεί τις μυστικές του επαφές με τους Βρετανούς. ‘Ηδη απο τον Φλεβάρη του ’41 ο Ζέρβας συναντήθηκε με τον Άντονυ Ήντεν στην Αθήνα με σκοπό τη δημιουργία αντάρτικου εναντίον των Γερμανών. Ο Ζέρβας βλέποντας μπροστά από την εποχή του, πρότεινε στον Ήντεν να εφαρμόσει την θεωρία του «εδαφικού πολέμου», δηλαδή του ανταρτοπολέμου. Πίστευε ότι έτσι θα αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά οι Γερμανοί.

Την ίδια περίοδο ακριβώς, έστελνε υπομνήματα στον Άγγλο ναύαρχο Τερλ για τον ίδιο σκοπό. Τον Μάρτιο του 1941, ο Ζέρβας παρέδωσε σε Βρετανό αξιωματικό μία λίστα με γερμανόφιλους αξιωματικούς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι πρίν την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ο Ζέρβας είχε παρευρεθεί μία τουλάχιστον φορά σε μυστική συνάντηση με γερμανόφιλους παράγοντες. Επειδή ο Ζέρβας ήταν φανατικός αγγλόφιλος, δεν αποκλείεται να λειτούργησε εκείνη την περιόδο σαν πληροφοριοδότης των Βρετανών.

Άλλωστε, λίγο πριν την κατάληψη της πόλης των Αθηνών από τα χιτλερικά στρατεύματα και οι γερμανόφιλοι και οι αγγλόφιλοι διαφωνούσαν με την πολιτική του Μεταξά, αμφότεροι για δικούς του λόγους. Η φασιστική Γκεστάπο θα τον στοχοποιήσει, γιατί ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε τη σημασία του ανταρτοπολέμου, θα τον καλέσει αρκετές φορές στα κρατητήρια της με αποκορύφωμα την τελευταία του «επίσκεψη» μια νύχτα του Ιουλίου του 1942. Εκεί οι Γερμανοί θα του ξεκαθαρίσουν ότι γνωρίζουν τη συνομωτική του δράση και τις επαφές του με τους Άγγλους, ωστόσο δεν είχαν αποδείξεις.

Παρ’όλα αυτά τον ενημέρωσαν πως «αν όμως σε συλλάβουμε, αύριο ή μεθαύριο, θα σε εκτελέσουμε». Αυτή η απειλή των Γερμανών σε συνδυασμό με τις απειλές του Μπάμπη Κουτσογιαννόπουλου, ηγετικού μέλους του «Προμηθέα ΙΙ» συνδέσμου των Βρετανών με την Αθήνα, θα επισπεύσουν την έξοδο του Ζέρβα στο βουνό. Αργότερα θα αποδειχτεί ο σκοτεινός ρόλος του Κουτσογιαννόπουλου με τις δυσμενέστατες εκθέσεις που έστελνε στους Άγγλους για τον Ζέρβα.

Η προσωπική εμπάθεια του για τον Στρατηγό, σε συνδυασμό με την αδικαιολόγητη συμπάθεια προς το ΕΑΜ οδήγησε πολλούς στο να υποθέσουν ότι ο Κουτσογιαννόπουλος ήταν πράκτορας του ΕΑΜ. Τελικά ο Ζέρβας μαζί με την ηρωική ολιγομελή ομάδα του θα ανέβουν στο βουνό την 23η Ιουλίου 1942. Από εκείνη την ημέρα ο ΕΔΕΣ, που προϋπήρχε από το 1938, απέκτησε τη στρατιωτική-αντάρτικη ταυτότητα του τις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ).

Η πρώτη ρίψη των Άγγλων γίνεται δύο μήνες μετά, στις 29 Αυγούστου 1942, εξαιτίας του Κουτσογιαννόπουλου αλλά και του Σεφεριάδη, υπεύθυνου για τις ρίξει και αποδεδειγμένου πράκτορα του ΕΑΜ, που δυσπιστούσαν απέναντι σε πρωτοπόρους αξιωματικούς όπως ο Ζέρβας και ο Ψαρρός, αλλά δεν δίσταζαν να τροφοδοτούν λήσταρχους όπως ο Καραλίβανος και βεβαίως το ΕΑΜ. Η πίκρα του Ζέρβα τον πρώτο καιρό στο βουνό ήταν έντονη και για έναν άλλο λόγο, στο Βάλτο όπου αρχικά εγκατέστησε το αρχηγείο του οι χωρικοί προσπάθησαν τον παραδώσουν στους Ιταλούς γιατί έτσι πίστευαν ότι δεν θα τους βρει κανένα κακό. Θυμόταν ο Κομνηνός Πυρομάγλου τα λόγια του Ζέρβα πριν φύγουν για το βουνό: «Μην παραξενεύεσαι όταν σου λένε πως το αντάρτικο είναι τρέλα. Οι στιγμές είναι σκληρές και δύσκολες. Τους έχει φύγει η ψυχή. Η καρδιά τους μίκρυνε. Πρέπει πρώτα να ξεκινήσει ο ένας. Εκεί που θα πάμε αντρειώνεται ο άνθρωπος». Γαύροβο, Γοργοπόταμος, Σκουληκαριά, Νεράιδα, Πάργα, Παραμυθιά, Πρέβεζα, Μενίνα, Δωδώνη είναι μερικές από τις μεγαλύτερες μάχες του Ζέρβα κατά των Γερμανοϊταλών.

Στον Γοργοπόταμο (25-26 Νοεμβρίου 1942) η ενωμένη εθνική αντίσταση ΕΔΕΣ-ΕΛΑΣ, σε συνεργασία με τους ηρωικούς Άγγλους σαμποτέρ έστειλε το μήνυμα στον εχθρό. Ο Ζέρβας σαν αρχηγός της επιχείρησης, με τη δραστική ενίσχυση του Βελουχιώτη και του ανυπέρβλητου Έντυ Μάγιερς, εφήρμοσε το σχέδιο της ανατίναξης της γέφυρας με αποτέλεσμα να επικηρυχθεί από τους Ιταλούς, που τον ζητούσαν νεκρό ή ζωντανό.

Μετά από τα γεγονότα αυτά ο ΕΛΑΣ θέλησε να μονοπωλήσει την αντίσταση, αφανίζοντας όλες τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις πλήν του Ζέρβα. Απόρροια αυτού, ήταν και οι δήθεν συνεργασίες του Ζέρβα με τους ναζί. Τον Δεκέμβρη του 1942 ο Βελουχιώτης θα δείξει τις προθέσεις του με τα όσα συνέβησαν στην μονή της Ροβέλιστας, όπου ενώ πήγε με σκοπό την αιματοχυσία, άλλαξε στάση όταν αντιλήφθηκε ότι ο Ζέρβας είχε πληροφορηθεί τους σκοπούς του και ήλεγχε την περιοχή.

Όσον αφορά την συνεργασία του Ζέρβα με τον εχθρό, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά από τους πρωταγωνιστές της αντίστασης για μια τέτοια ενέργεια. Όπως και οι Βρετανοί σύνδεσμοι αναιρούν την συγκεκριμένη κατηγορία. Ο Έντυ Μάγιερς στο βιβλίο του «Η Ελληνική Περιπλοκή ( σελ. 261)» αναφέρει ότι η φήμη αυτή ήταν στημένη διάδοση των Γερμανών, με σκοπό να προκαλέσουν εμφύλιο πόλεμο και συνεχίζει (σελ. 275): «Από την άνοιξη του 1942, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην ύπαιθρο, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ άρχισε να ζημιώνει την υπόθεσή του δείχνοντας έλλειψη ανοχής ( υπερβολική για τα δικά μας πρότυπα ) απέναντι σε οποιοδήποτε ανταγωνιστή του στο πεδίο της μάχης και δίνοντας στους μεταπολεμικούς του στόχους μεγαλύτερη προσοχή σε σχέση με τον αγώνα του ενάντια στον κοινό εχθρό. Θεωρούσε σαν δεδομένο ότι όσοι δεν ήταν πραγματικά μαζί του, ήταν εναντίον του και συμπεριφερόταν ανάλογα».

Για την ίδια ακριβώς περίοδο στο βιβλίο του «Περιπέτεια με τους αντάρτες ( σελ. 213)» ο Νίκολας Χάμμοντ αναφέρει: «Επειδή ο ΕΛΑΣ δεν μπορεί να ελπίζει τώρα πια ότι θα εξολοθρεύσει τον ΕΔΕΣ, θέλει να τον κρατήσει περιορισμένο σε μικρή περιοχή και να τον συκοφαντεί με τον προπαγάνδα του».

Επίσης, η γενική έκθεση του Άρη Βελουχιώτη προς το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ τον Οκτώβρη του 1943 αναιρεί την ψευδή κατηγορία, όπως άλλωστε και ο επίσημος ιστορικός του ΕΛΑΣ Σόλωνας Γρηγοριάδης. Οι ανταρτικές δυνάμεις του Στρατηγού θα αντέξουν κάτω από ταυτόχρονες επιθέσεις Ελασιτών – Γερμανών καθόλη την διάρκεια Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 1943. Οι απώλειες θα είναι τεράστιες και σε μερικές περιοχές θα προκαλέσουν την διάλυση μερικών μονάδων του ΕΔΕΣ.

Την επόμενη χρονιά, το 1944, θα αρχίσει η αναδιοργάνωση των μονάδων της οργάνωσης, καθώς και η δημιουργία νέων μεραρχιών όπως η Χ και η ΙΧ, που θα γράψουν σελίδες δόξας κατά την διάρκεια της επιχείρησης Κιβωτός του Νώε, τον Σεπτέμβριο του ’44. Τελικά, οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν τον Φλεβάρη του 1945 ύστερα απο αδικαιολόγητη απαίτηση των Άγγλων, αποδεικνύοντας το βρώμικο παιχνίδι που έπαιξαν στην πλάτη του Ζέρβα. Ο Χάιντς Ρίχτερ, στο » Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, τόμος Β’, σελίδα 221″ αναφέρει: «Δεν αρκούσε να αποστρατευθούν οι ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ, διότι η ηθική και πολιτική δύναμη του ΕΔΕΣ θα εξακολουθούσε να υπάρχει. Έπρεπε να υποστή μια ηθική και στρατιωτική υποταγή. Και τότε καταστρώθηκε το ύπουλο σχέδιο να τσακισθή ο ΕΔΕΣ από τον ΕΛΑΣ. Για να βεβαιωθούν ότι θα πραγματοποιηθή το ποθητό αποτέλεσμα, οι Βρετανοί πήραν ορισμένα μέτρα ( τα οποία θα αναφέρουμε εν συνεχεία). Όταν όμως ο ΕΛΑΣ δεν κατόρθωσε να υπερισχύσει αμέσως εναντίον του ΕΔΕΣ και ο τελευταίος ήρχισε αμυντικόν αγώνα, το B.B.C. διέδωσε, ότι ο ΕΔΕΣ διαλύθηκε. Για να μην διαψευσθή, όμως, οι Βρετανοί διέταξαν την εκκένωση της περιοχής από τον ΕΔΕΣ για να διατηρηθή έτσι ο μύθος της διαλύσεώς του…».  

Ο Ναπολέων Ζέρβας πολιτικός

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1945 ο Ναπολέων Ζέρβας θα πολιτευτεί και θα ιδρύσει το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος (ΕΚΕ). Στις εκλογές της 31 Μαρτίου 1946 το ΕΚΕ εξέλεξε 22 βουλευτές. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950  το ΕΚΕ πήρε το 3,65% κι εξέλεξε 7 βουλευτές. Στις εκλογές του1952, ενώ το ΕΚΕ είχε ενσωματωθεί στο κόμμα των Φιλελευθέρων, ο Ζέρβας δεν κατόρθωσε να εκλεγεί βουλευτής. Διετέλεσε 4 φορές υπουργός, άνευ Χαρτοφυλακίου, Δημόσιας Τάξεως, Δημοσίων Έργων και Εμπορικής Ναυτιλίας. Η πολιτική ήταν το όνειρό του, αν και δεν πέτυχε και πολλά πράγματα.

Αναμφίβολα, το προσωπικό μεγαλείο του, ήταν την περίοδο 1942-1944. Ο Σόλωνας Γρηγοριάδης χαρακτήρισε τον Ζέρβα «πολέμαρχο αληθινό» για τα όσα χτυπήματα κατάφερε στον κοινό εχθρό. Οι επικριτές του, προσπάθησαν να μειώσουν την προσφορά του, λέγοντας ότι ανέβηκε στο βουνό και στο αντάρτικο για προσωπικά οφέλη.

Αναμφισβήτητα είχε και προσωπικά κίνητρα και βλέψεις. Ενδιαφερόταν για το μέλλον του. Στην παγκόσμια ιστορία, σε όλες τις περιόδους, οι μεγάλες προσωπικότητες είχαν και προσωπικές βλέψεις. Η τεράστια προσφορά του Ζέρβα στην πατρίδα δεν ήταν δυνατόν να ήταν μόνο απόρροια των βλέψεών του. Ο Διονύσης Μπενετάτος, γραμματέας της Επιτροπής του ΕΑΜ Αθήνας, έγραψε για τον Ζέρβα (βλ. «Το χρονικό της Κατοχής», σελ. 78-79): «Ο Ναπολέων Ζέρβας με τα εκτεταμένα ενδιαφέροντά του, επιζητούσε από το ένα μέρος μια θέση στον αγώνα της Εθνικής Αντιστάσεως από ιστορική φιλοδοξία εναρμονισμένη με τις οικογενειακές παραδόσεις των Ζερβαίων και τις ανάγκες του αγώνα εναντίον των κατακτητών και από το άλλο μέρος ο Ζέρβας απέβλεπε, σαν συνέχεια της αντιστάσεως, με έρεισμα τον αγώνα εναντίον των κατακτητών, να προβληθή σαν πολιτικός αρχηγός με αξιώσεις να κυβερνήσει την χώρα μετά την απελευθέρωση... Πριν προχωρήσουμε σε περισσότερη ανάλυση της αντιμετωπίσεως των προσωπικών επιδιώξεων του Ζέρβα θα είμαστε άδικοι αν δεν αναγνωρίσουμε ότι ο Ζέρβας δόθηκε ολότελα στον αγώνα της Εθνικής Αντιστάσεως με το αναμφισβήτητο θάρρος που είχε και την ικανότητα που τον διέκρινε, διακινδυνεύοντας τα πάντα, τον εαυτό του, την οικογένειά του ολόκληρη και τις οικογένειες των αδελφών του. Η πράξη της αυτοθυσίας καλύπτει την σκιά των υποκειμενικών επιδιώξεων, όπως και η πορεία του αγώνα κάλυψε πολλά άλλα προηγούμενα σφάλματα και παρεκτροπές του Ναπολ. Ζέρβα…».

Αν δούμε την ζωή του Ζέρβα, αυτή είναι συνυφασμένη με την δράση και την ανατροπή. Συμμετείχε σε κινήματα, διετέλεσε Φρούραρχος Αθηνών και ήρθε σε ρήξη με πρόσωπα σημαντικά της τότε Αθήνας, όπως ο εκδότης Λαμπράκης καθώς και ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, λόγω των συνεχών και αναλυτικών ερευνών του Ζέρβα στους λογαριασμούς του τελευταίου. Οπωσδήποτε, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας.

Άφησε την τελευταία του πνοή την 10η Δεκεμβρίου 1957, μετά από πολύμηνη ταλαιπωρία από καρδιακή ανεπάρκεια. Η σορός του μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη και εξετέθηκε για λαϊκό προσκύνημα. Πλήθος κόσμου ακολούθησε την νεκρική πομπή, ενώ όλος ο πολιτικός κόσμος έδωσε το παρόν. Οι φίλοι και συμπολεμιστές του Στρατηγού δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Ο λόγος μάλιστα, του Κομνηνού Πυρομάγλου, για τον φίλο και αρχηγό του, ήταν συγκλονιστικός. 

Ο Άρης Βελουχιώτης για τον Ναπολέοντα Ζέρβα

«Έχει ο τακτικός στρατός άλλον άντρα σαν κι’ αυτόν;» αυτά τα λόγια φέρεται να είπε ο Άρης Βελουχιώτης στους αντάρτες του, για τον στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα. Η παραδοχή αυτή και μόνο από τον Άρη, τον μεγαλύτερο πολέμιο του Στρατηγού, είναι αρκετή για να αναιρέσει τις όποιες κατηγορίες-θεωρίες αναπτύχθηκαν από την αριστερά, από την μεταπολίτευση και μετά.

Πηγή: https://ellas2.wordpress.com/2014/12/10/ναπολέων-ζέρβας-ένας-αληθινός-πολέμα/

Please follow and like us:
error0

Η Μάχη των Γιαννιτσών (1912)

Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1912 με τον Ελληνικό Στρατό να επιτίθεται από τα δυτικά κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά και μετά από διήμερο σκληρό αγώνα να αναδεικνύεται νικητής. Η νίκη στα Γιαννιτσά άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α' Βαλκανικού Πολέμου.
Η μάχη των Γιαννιτσών

Συνθήκες και στρατηγικές

Η περιοχή των Γιαννιτσών, που το τούρκικο επιτελείο επέλεξε ως αμυντική τοποθεσία, εκτός από το μειονέκτημα ότι είχε ένα μεγάλο φυσικό κώλυμα στα νώτα της, τον Αξιό ποταμό, προσφέρονταν για άμυνα με μέτωπο προς τα δυτικά, καθώς απέκλειε την κύρια οδική αρτηρία της Θεσσαλονίκης και ταυτόχρονα στήριζε ικανοποιητικά τα πλευρά της στο όρος Πάικο και στη λίμνη των Γιαννιτσών. Επίσης η επάνδρωσή της απαιτούσε σχετικά περιορισμένες δυνάμεις. Στην περιοχή οι Τούρκοι εγκατέστησαν την 14η Μεραρχία Σερρών, ενισχυμένη με τις δυνάμεις που συμπτύχθηκαν από το Σαραντάπορο.

Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με το μέγεθος και τις προθέσεις του Tουρκικού στρατού, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της μάχης. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την ανάγκη άμεσης κατάληψης της Θεσσαλονίκης, ανάγκασε το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο να προχωρήσει σε μάχη εκ συναντήσεως, χρησιμοποιώντας κατά την προέλασή του 6 μεραρχίες.

Η μάχη των Γιαννιτσών

Στις 19 Οκτωβρίου άρχισε η ελληνική προέλαση με τις 1η, 2η, 3η, 4η και 6η Μεραρχίες στον άξονα βόρεια της λίμνης και την 7η Μεραρχία, την Ταξιαρχία Ιππικού και το απόσπασμα ευζώνων Κωνσταντινοπούλου, στον άξονα νότια της λίμνης. Μέχρι το μεσημέρι, η 6η Μεραρχία κατάφερε να προωθηθεί στο χωριό Αμπελιές, η 4η Μεραρχία στο χωριό Μυλότοπος, η 1η και η 2η στο χωριό Καρυώτισσα και η 3η Μεραρχία στο χωριό Μελίσσι. Από τις θέσεις αυτές, οι Μεραρχίες που δρούσαν βόρεια της λίμνης εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της εχθρικής τοποθεσίας. Τις τελευταίες απογευματινές ώρες, τα ελληνικά τμήματα κατάφεραν να διασπάσουν την εχθρική γραμμή και να φτάσουν έξω από την πόλη των Γιαννιτσών. Οι δυνάμεις που δρούσαν νότια της λίμνης δεν μετακινήθηκαν από τις θέσεις τους.

Κατά την διάρκεια της νύχτας διακόπηκαν οι επιχειρήσεις και συνεχίστηκαν το πρωί της 20ης Οκτωβρίου. Ο τουρκικός στρατός βλέποντας την αρνητική έκβαση της μάχης, άρχισε να συμπτύσσεται. Την ίδια στιγμή, τα ελληνικά τμήματα νότια της λίμνης δεν κατάφεραν να περάσουν εγκαίρως τον Λουδία ποταμό και ως αποτέλεσμα οι Τούρκοι υποχώρησαν ανενόχλητοι περνώντας από τον Αξιό. Οι κακές καιρικές συνθήκες καθώς και η συγκέντρωση πολλών ελληνικών μονάδων στην περιοχή, δεν επέτρεψαν την επιτυχή καταδίωξη του αντιπάλου.

Συνέπειες της μάχης

Οι απώλειες του ελληνικού στρατού ανήλθαν σε 188 νεκρούς και σε 973 τραυματίες, όμως πιθανότατα ο πραγματικός αριθμός να είναι μεγαλύτερος. Οι τουρκικές δυνάμεις είχαν πολλαπλάσιους νεκρούς στο πεδίο της μάχης, περίπου 3.000.

Αμέσως μετά την μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις, αφού επισκεύασαν τις γέφυρες που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, πέρασαν την ανατολική όχθη του Αξιού και άρχιζαν να ετοιμάζουν την είσοδό τους στην Θεσσαλονίκη.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Ο Μακεδονικός Αγώνας προέκυψε από την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι βουλγαρικές βλέψεις για τη Μακεδονία, οι οποίες απροκάλυπτα εκδηλώθηκαν μετά τη εξέγερση του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903). Η έκβαση των ελληνοβουλγαρικών συρράξεων της τετραετίας 1904-1908 που ακολούθησε, ήταν η σταθεροποίηση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Ένας Αγώνας, στον οποίο συμπαρατάχθηκαν, εκτός από τους εθελοντές από όλα τα μέρη της Ελλάδας, και οι ντόπιοι, ελληνόφωνοι, σλαβόφωνοι και βλαχόφωνοι, κάτοικοι της Μακεδονίας. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς. Ο θάνατος του Μελά διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα. Αν και λίγοι γνώριζαν πως βρισκόταν στη Μακεδονία, όλοι τον έκλαψαν. Το τέλος του ήταν εκείνο που ο ίδιος στα γράμματα του άφηνε να διαφανεί. Είχε το νόημα της θυσίας, συντάραξε ολόκληρο το Έθνος και παρακίνησε πολλούς συναδέλφους του αξιωματικούς να βγουν με σώματα στη Μακεδονία, για να εκδικηθούν το θάνατό του. Ενώ ως τότε η υπόθεση της Μακεδονίας ήταν υπόθεση μικρού αριθμού Ελλήνων, από το θάνατο του Μελά γίνεται υπόθεση ολόκληρου του Ελληνισμού. Η θυσία του είχε πετύχει ό,τι καμία άλλη δύναμη δεν είχε κατορθώσει και έδειξε στον κόσμο ολόκληρο πως ο Ελληνισμός έξω από τα όρια του μικρού βασιλείου δεν είχε χαθεί.

Μακεδονικός Αγώνας
Σφραγίδα του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου

Σκοπός της στρατιωτικής δράσης

«Ως βαίνουσι τα πράγματα προβλέπω ότι ούτως ή άλλως θα καταλήξωμεν εις πλήρην αναρχίαν. Δεν πρέπει αυτή να εύρη τον Ελληνισμόν όντα ψυχορραγούντα». Οι επισημάνσεις αυτές του γενικού Προξένου της Θεσσαλονίκης, Λάμπρου Κορομηλά, διατυπωμένες το Μάιο του 1904 καταδείκνυαν με σαφήνεια τόσο την κρατούσα κατάσταση στη Μακεδονία την περίοδο αυτή όσο και το αβέβαιο μέλλον που προδικαζόταν για τον Ελληνισμό της περιοχής. Άλλωστε η απρόσκοπτη τρομοκρατική δραστηριότητα των βουλγαρικών «κομιτάτων» σχεδόν σε ολόκληρη την περιφέρεια του Προξενείου δεν άφηνε περιθώρια διαφορετικών εκτιμήσεων. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του στο προξενείο, τόνισε σε έκθεση του στο Υπουργείο Εξωτερικών και την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής απάντησης για την αντίκρουση της. Ο καθορισμός του «εναπομείναντος εθνικού εδάφους», ο υπολογισμός του αριθμού των εντοπίων που θα μπορούσαν να στρατολογηθούν, καθώς και ο εντοπισμός σημείων κατάλληλων για κρησφύγετα και κέντρα αποθήκευσης όπλων αναφέρονται ως πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Παράλληλα, φρόντισε να οργανώσει ο ίδιος αντάρτικα σώματα στη Μακεδονία ως τη μόνη λύση για την ανάσχεση της βουλγαρικής δραστηριότητας και την ενίσχυση του ηθικού των ελληνικών κοινοτήτων.

Οι στοχεύσεις της ένοπλης παρέμβασης στα μακεδονικά πράγματα καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τόσο το είδος της όσο και το γενικότερο χαρακτήρα της. Η ανάληψη στρατιωτικής δράσης από την ελληνική πλευρά δεν αποσκοπούσε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον οθωμανικό ζυγό ούτε απέβλεπε στην κατοχή συγκεκριμένων εδαφών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Μακεδονικός Αγώνας δεν οριοθετήθηκε από καθαρά στρατιωτικές επιδιώξεις και προτεραιότητες, όπως αυτές ισχύουν σε περιπτώσεις όπου ένα εθνικό κράτος συγκρούεται συνολικά με κάποιο άλλο. Αντιθέτως, ως κύριος στόχος παρουσιαζόταν η αναπτέρωση του ηθικού των χειμαζομένων ελληνικών κοινοτήτων, η ανακοπή της τρομοκρατικής δραστηριότητας των Βουλγάρων και γενικότερα η υπεράσπιση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Επρόκειτο δηλαδή για μια επιχείρηση μάλλον ψυχολογικού παρά στρατιωτικού χαρακτήρα, γεγονός που τονιζόταν με έμφαση από τους πλέον εμπνευσμένους οργανωτές της. Ήταν πρωταρχικά μια πολιτική επιχείρηση για τη διεκπεραίωση της οποίας χρησιμοποιήθηκε η ένοπλη βία.

Αυτή ακριβώς η ευρύτερη πολιτική διάσταση της χρήσεως της βίας στο Μακεδονικό Αγώνα υπαγορεύτηκε από την ιδιάζουσα κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία αναφορικά με τον προσδιορισμό της εθνικότητας των κατοίκων και τους λόγους για τους οποίους τα χωριά επέλεγαν τον Έξαρχο ή τον Πατριάρχη. Πράγματι, σε εκτεταμένα τμήματα του μακεδονικού χώρου και ιδιαιτέρως στην περιοχή που βρίσκεται βορείως της νοητής γραμμής που συνδέει την Καστοριά με τη Δράμα, η μικτή εθνολογική σύσταση του πληθυσμού και η ρευστότητα των κριτηρίων που χαρακτήριζαν την επιλογή εθνικής παρατάξεως καθιστούσαν δυσχερή την οριστική ένταξη ενός χωριού στο ένα ή στο άλλο εθνικό στρατόπεδο.

Επιπλέον, τα χωριά αυτά αντιμετώπιζαν πλήθος προβλημάτων τα οποία επέτειναν και μονιμοποιούσαν τη ρευστότητα των επιλογών. Η ενδημική παρουσία του ληστρικού φαινομένου σε πολλές περιοχές, η βουλγαρική τρομοκρατία και η ανάλογη συμπεριφορά του τουρκικού στρατού δημιούργησαν ένα κλίμα διάχυτης ανασφάλειας, δυσπιστίας και φόβου προς όλους, αναγορεύοντας συχνά την επιβίωση σε καθοριστικό κριτήριο της στάσης τους. Κατά συνέπεια η άσκηση της ένοπλης βίας ήταν ο μόνος δρόμος που θα οριστικοποιούσε την προσχώρηση των χωριών στα εθνικά στρατόπεδα.

Η αναγκαιότητα της ανάληψης τρομοκρατικής δραστηριότητας από την ελληνική πλευρά δεν υπαγορευόταν αποκλειστικά από τη δράση των Βουλγάρων αλλά και από τις πιέσεις των εντοπίων πατριαρχικών. Εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι μέχρι το 1904, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι μόνο οι αθρόες δολοφονίες κομιτατζήδων και χωρικών θα διαφύλασσαν τα χωριά τους από μελλοντικές επιδρομές, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τα συσσωρευμένα αισθήματα απόγνωσης και εκδίκησης.

Σε κάθε περίπτωση οι συγκρούσεις των ελληνικών σωμάτων με τους κομιτατζήδες δεν έπρεπε να αποτελούν το βασικό στρατηγικό στόχο. Η ίδια η ύπαρξη των σωμάτων και οι συνεχείς περιοδείες τους στα χωριά ήταν αποφασιστικότερης σημασίας από μια άκαιρη συμπλοκή, η οποία, αν προκαλούσε την επέμβαση του τουρκικού στρατού, ενδεχομένως να κατέληγε ακόμη και στη διάλυση του σώματος. Τα σώματα απέφευγαν τις συγκρούσεις και, δεδομένου ότι οι Βούλγαροι από ακόμη μεγαλύτερη απροθυμία για συμπλοκές, στις περισσότερες περιπτώσεις η τύχη μάλλον παρά η καταδίωξη έφερναν αντιμέτωπες τις αντιμαχόμενες ομάδες. Ο τουρκικός στρατός αποτελούσε για τα σώματα ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, οποίος θα έπρεπε πάση θυσία να αποφεύγεται. Οι λόγοι ήταν πολλοί, όχι μόνο τακτικοί αλλά και ευρύτερης πολιτικής. Γεγονός παραμένει ότι τα αντάρτικα σώματα, κατάλληλα για ανταρτοπόλεμο και εκφοβιστικές επιχειρήσεις είχαν κάθε λόγο να αποφεύγουν τις μάχες με τον τουρκικό στρατό, οι οποίες σε τελική ανάλυση ευθύνονταν για τις ελληνικές απώλειες.

Η λίμνη των Γιαννιτσών

Αν και η ελληνική τακτική κατά τις επιθέσεις στα χωριά παρουσιαζόταν σχετικά τυποποιημένη, η αναγκαιότητα της διεξαγωγής του Αγώνα ακόμα και στα πιο δυσχερή από γεωγραφική άποψη σημεία της Μακεδονίας υπαγόρευε και την τροποποίηση της. Αναμφισβήτητα, το πλέον ιδιόμορφο πεδίο μάχης ήταν η λίμνη των Γιαννιτσών, η οποία αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό σημείο για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής. Η ελώδης επιφάνεια και η πυκνή βλάστηση της την καθιστούσαν πρόσφορο ορμητήριο ανταρτικών ομάδων, κάτι που αρκετά νωρίς έγινε αντιληπτό από τη βουλγάρική οργάνωση. Κατά το 1905 και ιδίως το 1906 περιοχή αυτή έγινε το θέατρο ακόμη μιας πεισματώδους ελληνοβουλγαρικής αναμέτρησης. Αναγκασμένα να κινηθούν και να εγκατασταθούν σε ένα τόσο ιδιόμορφο χώρο, τα σώματα χρησιμοποιούσαν στις μετακινήσεις τους ελαφρά πλοιάρια, τις πλάβες, χωρητικότητας 2 έως 4 ανδρών. Για καταλύματα έφτιαχναν καλύβες από καλαμιές, κορμούς δέντρων και λάσπη, οι οποίες στηρίζονταν στο βυθό της λίμνης με πασσάλους. Γύρω από την καλύβα με τα ίδια υλικά κατασκεύαζαν αμυντικά αναχώματα. Η στενότητα των υδάτινων διόδων, το πλάτος των οποίων χωρούσε μόνο μία πλάβα, δεν επέτρεπε την ανάπτυξη «ευρέος μετώπου» κατά των καλυβιών και καθιστούσε την προσβολή τους ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη.

Εκπαίδευση των ανταρτών

Στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τις προδοσίες και τις συγκρούσεις με τον στρατό, οι άνδρες των σωμάτων υποχρεώθηκαν να τρόπους κινήσεως που παραδοσιακά χρησιμοποιούσαν οι τοπικοί ληστές. Συνήθισαν έτσι, όχι χωρίς δυσκολία, να πεζοπορούν πολλές ώρες υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες προκειμένου να βρουν ασφαλές μέρος για να καταλύσουν, να αλλάζουν συνεχώς τόπο διαμονής και κυρίως να κινούνται αποκλειστικά τη νύχτα, λαμβάνοντας εξαιρετικά μέτρα προφυλάξεως. Η νύχτα, ωστόσο, δεν ήταν κατάλληλη μόνο για πορείες αλλά και για διενέργεια επιθέσεων στα χωριά, καθώς μεγιστοποιούσε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και δυσχέραινε την καταδίωξη του στρατού.

Η όλη επιχείρηση της προσβολής των χωριών σπάνια διαρκούσε μεγάλο διάστημα. Ο κίνδυνος εμφανίσεως τουρκικών αποσπασμάτων ή βουλγάρικων ενισχύσεων επέβαλλε τη συντομότερη δυνατή αποχώρηση. Αρκετά συχνή ήταν και η συνεργασία των ομάδων μιας ευρύτερης περιοχής προκειμένου να προσβληθεί χωριό όπου βρισκόταν μεγάλος αριθμός κομιτατζήδων. Οι ακρότητες που σημειώνονταν σε ορισμένες επιθέσεις οφείλονταν σε αποφάσεις των αρχηγών των σωμάτων, παρά τις αντίθετες οδηγίες που έπαιρναν από τους οργανωτές του Αγώνα. Επιπλέον, τα περισσότερα ατοπήματα διεπράχθησαν κυρίως από συνεργαζόμενους ληστές και ιδιώτες οπλαρχηγούς, που δεν κατόρθωναν πάντοτε να εφαρμόζουν τον «πολιτικό» τρόπο δράσης που τους υποδεικνυόταν. Με δεδομένη όμως την απρόσκοπτη τρομοκρατική δράση της βουλγάρικης οργανώσεως επί σειρά ετών, η λογική των αντιποίνων ήταν αναπόφευκτη.

Στρατιώτες του Μακεδονικού Αγώνα

Ιδιαίτερα σημαντικό όμως για τη φύση και τους σκοπούς του ελληνικού Αγώνα ήταν το ζήτημα της συμμετοχής σ’ αυτόν των εντοπίων πατριαρχικών, καθώς η παρουσία τους στα ελληνικά σώματα θα αποτελούσε την πλέον πειστική απόδειξη του ελληνικού φρονήματος τους, ανατρέποντας την αντίθετη αντίληψη που προσπαθούσε να επιβάλλει στην Ευρώπη, όχι χωρίς επιτυχία, η βουλγαρική πλευρά. Πέρα από αυτούς τους εθνικούς λόγους, και καθαρά στρατιωτικές προτεραιότητες συνηγορούσαν προς την ίδια κατεύθυνση. Οι εντόπιοι, γνωρίζοντας άριστα τις περιοχές όπου δρούσαν, θα είχαν τη δυνατότητα ύστερα από αποτυχημένες συμπλοκές να αποσύρονται στις εστίες τους και να ανασυγκροτούνται σε ευθετότερο χρόνο. Από την άλλη μεριά, οι οπλαρχηγοί που προέρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα διέπρατταν σοβαρά λάθη τακτικής: παρέμεναν πολλές μέρες μέσα στα ίδια πατριαρχικά χωριά, με αποτέλεσμα να προδίδονται, να εμπλέκονται σε άσκοπες συγκρούσεις και να εκθέτουν παράλληλα και τα χωριά σε αντίποινα. Επεδείκνυαν βιασύνη στις επιχειρήσεις τους, δεν πραγματοποιούσαν συστηματικές κατοπτεύσεις του χώρου, ενώ η άγνοια του εντοπίου ιδιώματος και της τοπικής ψυχολογίας δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα.

Σχέδια δράσης του Μακεδονικού Αγώνα

Όμως η πιεστική ανάγκη για τη συγκρότηση σωμάτων οδήγησε σύντομα το Προξενείο Θεσσαλονίκης στη χρησιμοποίηση ανδρών και οπλαρχηγών από την Ελλάδα, καθώς και παλαιών ληστών για την επάνδρωση τους. Οι τελευταίοι αποτελούσαν το μοναδικό σώμα οπλοφόρων στη Μακεδονία, το οποίο συνδύαζε τη γνώση του τόπου με αυτήν της ανταρτικής ζωής. Η εκτίμηση του Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν ότι η κίνηση αυτή «ήτο σφάλμα», επιδή «επαγγελματίαι αντάρται και τινές ληστές … ήτο αδύνατο να προσαρμοσθώσι εις το έργο του εθνικού αποστόλου» δεν αναιρεί και την αναγκαιότητα της, τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο του Αγώνα. Η «απροσάρμοστη» αυτή συμπεριφορά ληστών είχε αποτέλεσμα την απόρριψη από το Προξενείο Θεσσαλονίκης της χρησιμοποίησης τους ως αρχηγών ανταρτικών ομάδων. Τη σκυτάλη του Αγώνα θα έπαιρναν πλέον οι αξιωματικού του ελληνικού στρατού. Τα σώματα στο εξής αποτελούνταν από εντόπιους και άνδρες από το ελληνικό κράτος. Με τον τρόπο αυτό θα αξιοποιούνταν η πείρα των εντόπιων, θα επιβαλλόταν η πειθαρχία και, το κυριότερο, θα διεκπεραιωνόταν από την ηγεσία των αξιωματικών επιτυχώς το «πολιτικό σκέλος» του Αγώνα.

Όπως είναι φυσικό, η απουσία ενιαίας διευθύνσεως του Αγώνα καθιστούσε την εκπόνηση γενικότερων επιτελικών σχεδίων προβληματική και την πραγματοποίηση τους αμφίβολη. Ωστόσο, δεν έλειψαν τέτοιου είδους σχέδια, τα οποία αποσκοπούσαν σε μια πλησιέστερη έκφραση των ελληνικών στρατηγικών επιδιώξεων σε επί μέρους περιοχές ή και στο σύνολο της Μακεδονίας. Ήδη από το 1904 ο Πρόξενος Δημήτριος Καλλέργης πρότεινε στο Υπουργείο Εξωτερικών να επικεντρωθεί ο Αγώνας στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, με τη δημιουργία σωμάτων από εντόπιους και Κρήτες. Αρκετά διαφορετικό, ως προς το εύρος του και τις προτεραιότητες που έθετε, ήταν το σχέδιο που εκπόνησε ο Νικόλαος Κοντογούρης, στις αρχές του 1905. Κατά τον Κοντογούρη ήταν ζωτικής σημασίας η εδραίωση της ελληνικής άμυνας κυρίως σε βορειότερες περιοχές, στο όρο Περιστέρι και κυρίως στο Μορίχοβο. Παρ’ ότι η άμεση εφαρμογή του σχεδίου αυτού θεωρήθηκε εξαιρετικά δύσκολη ακόμα και από το συντάκτη του, τα πλεονεκτήματα από την υλοποίηση του θα ήταν αναμφίβολα σημαντικά.

Το πληρέστερο, όμως, επιτελικό σχέδιο που εκπονήθηκε ήταν αυτό που επεξεργάστηκε ο Μαζαράκης, ασφαλώς σε στενή συνεργασία με τον Κορομηλά, στα τέλη του 1904 και αναφερόταν στο σύνολο της Μακεδονίας. Ως επίκεντρο της ελληνικής δράσεως οριζόταν η περιοχή που περικλειόταν από τους άξονες Καστοριάς-Βερμίου-Βέροιας, στο Νότο, και Αχρίδος-Μαριάνσκας-Μπέλες στο Βορρά, μέχρι τη Στρώμνιτσα και το Πετρίτσι. Για την αποτελεσματική κάλυψη του χώρου αυτού υπογραμμιζόταν η αναγκαιότητα του ελέγχου περιοχών όπως το Μορίχοβο και η Αλμωπία, στις οποίες θα εγκαθίσταντο τα τρία, και μεγαλύτερα, από τα δέκα σώματα που προέβλεπε το σχέδιο. Την άνοιξη του επόμενου έτους τα σώματα και οι αρχηγοί που αναφέρονταν στο σχέδιο του Μαζαράκη εισήλθαν στα Μακεδονικά εδάφη, επιτρέποντας έτσι τη υπόθεση ότι είχε γίνει αποδεκτό, έστω και διστακτικά, από την κυβέρνηση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τους γενικούς στρατηγικούς στόχους του.

Χρόνος και τρόπος δράσης

Η επισήμανση του Κορομηλά, ότι η μεγάλη κατανάλωση φυσιγγίων γινόταν κυρίως τους μήνες μετά τον Απρίλιο, υποδηλώνει και το διάστημα κατά το οποίο κορυφωνόταν η δράση των σωμάτων. Πράγματι, οι ελληνικές ομάδες δεν είχαν τη δυνατότητα να περνούν το χειμώνα μέσα στα χωριά, γεγονός που τις εξανάγκαζε να περιστέλλουν τις ενέργειες τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή και να αποσύρονται στις ασφαλέστερες, ελληνόφωνες περιοχές στο Νότο. Εξάλλου αστάθμητοι παράγοντες, όπως βαριές απώλειες ύστερα από συγκρούσεις, συχνά επέσπευδαν την αναχώρηση τους. Για τους λόγους αυτούς φαίνεται ότι τέσσερις μήνες συνεχούς δράσης ήταν ένα όριο που λίγα σώματα κατόρθωσαν να υπερβούν.

Απολογισμός του Μακεδονικού Αγώνα

Τον Ιούλιο του 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων, ο Μακεδονικός Αγώνας έλαβε τέλος. Όλοι είχαν ελπίσει σε ένα καλύτερο ειρηνικό μέλλον με το Σύνταγμα. Η μεγάλη σημασία του Μακεδονικού Αγώνα για τον Ελληνισμό ήταν αδιαμφισβήτητη. Ο ιδιόμορφος αυτός Αγώνας άργησε να γίνει ευρύτερα γνωστός, γιατί από το χαρακτήρα του έπρεπε να μείνει κρυφός. Από το 1903 μέχρι το 1908 λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να έχουν καθολική εποπτεία του Αγώνα που έκανε ο Ελληνισμός στη Μακεδονία για να σωθεί από τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Στον Αγώνα αυτό η προσωπικότητα των αρχηγών έπαιξε κύριο ρόλο, γιατί ήταν Αγώνας επηρεασμού και επικρατήσεως ψυχών και όχι των όπλων. Η συμβολή των εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα Κρητών, ήταν σημαντική, αλλά τίποτα δε θα είχε γίνει χωρίς τη θέληση και την αυτοθυσία τούτων των εντοπίων της Μακεδονίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: www.enet.gr

Please follow and like us:
error0

Η Απελευθέρωση της Αθήνας (1944)

Η Απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου του 1944. Θεωρείται ως επίσημη λήξη της  κατοχικής περιόδου. Σε αντίθεση, πάντως, με τις υπόλοιπες χώρες, στην Ελλάδα δεν εορτάζεται η απελευθέρωση, αλλά η έναρξη του πολέμου  (28η Οκτωβρίου 1940). Αντίθετα, η ημερομηνία της Απελευθέρωσης περνά, σχετικά απαρατήρητη.

Η  Απελευθέρωση της Αθήνας
Η Απελευθέρωση της Αθήνας (1944)

Η μέρα της Απελευθέρωσης

Την ιστορική εκείνη ημέρα, ο Αθηναϊκός λαός παρακολούθησε την κατάθεση στεφάνου από τον επικεφαλής των αποχωρούντων Γερμανών μαζί με τον κατοχικό (διορισμένο) δήμαρχο στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη. Όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το χώρο της Πλατείας Συντάγματος, το πλήθος ποδοπάτησε το στεφάνι και στη συνέχεια εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ξέσπασαν σε αλαλαγμούς χαράς, γιορτάζοντας τη μεγάλη στιγμή που περίμεναν να έλθει τριάμισι ολόκληρα χρόνια.

Η αποχώρηση των Γερμανών

Το πρωί (8:00 π.μ.) της 12ης Οκτωβρίου 1944 ο στρατηγός Φέλμι συνοδευόμενος από το δήμαρχο Αθηναίων Γεωργάτο κατάθεσε ένα στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη, ενώ ήδη οι μηχανοκίνητες φάλαγγες των Γερμανών εγκατέλειπαν από νωρίς την Αθήνα διαμέσου της Ιεράς Οδού. Στις 9:15 π.μ. η γερμανική φρουρά της Ακρόπολης προχώρησε στην υποστολή της ναζιστικής σημαίας έπειτα από συνολικά 1.624 μέρες κατοχής (ή 3,5 έτη, που μεσολάβησαν από τον Απρίλιο του 1941 έως εκείνη την ημέρα) και ένας στρατιώτης τύλιξε βιαστικά το σύμβολο της κατοχής και αποχώρησε από τον Ιερό Βράχο.

Άφιξη της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας

Στις 18 Οκτωβρίου του 1944 έφτασε στην Αθήνα, μαζί με βρετανικές δυνάμεις υπό το στρατηγό Σκόμπυ και τους άνδρες του «Ιερού Λόχου» της Μέσης Ανατολής, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου με μέλη της κυβέρνησης και τους Σπηλιωτόπουλο, Ζέβγο, οι οποίοι έσπευσαν στην Ακρόπολη υψώνοντας σε πανηγυρικό κλίμα τη γαλανόλευκη. Την ελληνική σημαία παρέδωσε στον πρωθυπουργό ο νέος δήμαρχος, της απελευθερωμένης πια πόλης Αριστείδης Σκληρός παρουσία του βρετανού πρεσβευτή Λίπερ και του αντιναύαρχου Μάνσφιλντ. Αντίθετα, στις ανταρτικές δυνάμεις δεν επιτράπηκε η είσοδος στην πρωτεύουσα, πλην ενός μικρού τμήματος του 34ού συντάγματος του ΕΛΑΣ υπό τον λοχαγό Απόστολο Κοκμάδη το οποίο παραστάθηκε συμβολικά στην τελετή. Εν συνεχεία η πομπή των επισήμων κατευθύνθηκε στη Μητρόπολη, όπου τελέσθηκε δοξολογία και ακολούθησε ο «Λόγος της Απελευθέρωσης» από τον πρωθυπουργό, ο οποίος εκφωνήθηκε από κτίριο της Πλατείας Συντάγματος προς ένα σχεδόν παραληρούν ακροατήριο, το οποίο κραύγαζε συνθήματα για «λαοκρατία», «τιμωρία των δωσιλόγων» κ.λ.π. Ο Παπανδρέου απέφυγε να εκδηλώσει τις σαφείς προθέσεις του επί του πολιτειακού ζητήματος.

Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο

Αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τρία γεγονότα σημάδεψαν την Ελλάδα. Πρώτον, η κυκλοφορία στις 3 Νοεμβρίου, του μεγαλύτερου σε ονομαστική αξία ελληνικού χαρτονομίσματος των 100 δισεκατομμυρίων δραχμών, το οποίο έφερε την υπογραφή του τότε Διοικητή της τράπεζας της Ελλάδος Ξενοφώντος Ζολώτα. Ήταν το τελευταίο χαρτονόμισμα κατοχικών -έστω και να οι Γερμανοί είχαν αποχωρήσει από την Ελλάδα- δραχμών. Λίγες μέρες αργότερα εισήχθη ένα νέο νόμισμα, η νέα δραχμή, της οποίας η ισοτιμία προς την κατοχική δραχμή καθορίστηκε στις 50.000.000.000 κατοχικές δραχμές και προς τη χρυσή λίρα 1/2060. Τα νέα τραπεζογραμμάτια εκδόθηκαν στην Αγγλία και έφεραν την υπογραφή του Υπουργού Οικονομικών Α. Σβώλου.

Δεύτερον, η απόφαση του Πρωθυπουργού Παπανδρέου για αποστράτευση και αφοπλισμό όλων των αντιστασιακών οργανώσεων μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου του 1944 και, τέλος, η παραίτηση την 1η Δεκεμβρίου των υπουργών που ανήκαν στο χώρο του ΕΑΜ από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Η χώρα, έπειτα από ένα σύντομο διάλειμμα εισερχόταν στην πιο ζοφερή, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, περίοδο της Ιστορίας της.

Στα χρόνια της Κατοχής είχαν αναπτυχθεί -τόσο μέσα στην ίδια τη χώρα όσο και στους Έλληνες που συνέχιζαν τον πόλεμο στο εξωτερικό- διάφορες και εν πολλοίς αλληλοσυγκρουόμενες προσδοκίες για το δρόμο που θα ακολουθούσε η Ελλάδα μετά το τέλος του αιματηρού πολέμου. Οι προσδοκίες αυτές, μετά την αποτυχία διαφόρων προσπαθειών για συγκερασμό τους, είχε να αντιμετωπίσει έναν κυκεώνα, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων, που της κληροδότησε η προηγούμενη περίοδος. Η στοιχειώδης συνεννόηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων του τόπου, καθώς και η σταθερότητα του κυβερνητικού μηχανισμού, αποτελούσαν βασικά προαπαιτούμενα της προσπάθειας για την ανασυγκρότηση της χώρας. Δεν άργησε όμως να φανεί ότι καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η μάχη στα Γαυγάμηλα (331π.Χ.)

Η μάχη στα Γαυγάμηλα υπήρξε η επιφανέστερη νίκη του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αυτή έκρινε οριστικά την τύχη της περσικής αυτοκρατορίας. Και σ’ αυτήν τη μάχη πρωτεύοντα ρόλο είχε το ιππικό. Επιπλέον η ορθή εκμετάλλευση του χώρου και η λεπτομερής γνώση της παράταξης των εχθρικών δυνάμεων οδήγησε τον Αλέξανδρο στην εκπόνηση και την εκτέλεση ενός ευφυούς στρατηγικού σχεδίου που του χάρισε τη νίκη. Με τα αποτελέσματα της άμεσα και απώτερα, αποτέλεσε σταθμό αποφασιστικό της αρχαίας ιστορίας.

Η μάχη στα Γαυγάμηλα υπήρξε η επιφανέστερη νίκη Μεγάλου Αλεξάνδρου και αυτή έκρινε οριστικά την τύχη της περσικής αυτοκρατορίας.
Η μάχη στα Γαυγάμηλα

Γεγονότα πριν τη μάχη στα Γαυγάμηλα

Ο Αλέξανδρος εισήγαγε τους τακτικούς ελιγμούς για την κύκλωση του εχθρού και για τον συντονισμό πεζών και έφιππων επιθέσεων. Το 334 π.Χ. ο ελληνικός στρατός νίκησε τους Πέρσες στον Γρανικό ποταμό και βάδισε κατά της Ισσού, όπου πέτυχε νέα νίκη.

Αν και η Περσία παρέμενε ισχυρή, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να προσθέσει νέα εδάφη στην αυτοκρατορία του πριν ολοκληρώσει την ήττα των Περσών. Ακολούθησε την ανατολική μεσογειακή ακτή, κατακτώντας το σημερινό Ισραήλ και την Αίγυπτο. Σταμάτησε την εκστρατεία του για να ιδρύσει την Αλεξάνδρεια στις εκβολές του Νείλου.

Το 331 π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε με στρατό 40.000 πεζών και 7.000 ιππέων, σύμφωνα με τον Αρριανό, και ακολούθησε τον δρόμο από τη Μεσόγειο προς την Περσία. Διέσχισε τον Τίγρη και τον Ευφράτη χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Ο βασιλιάς Δαρείος Γ’ των Περσών παρακολουθούσε την πορεία του και συγκέντρωνε στρατεύματα από ολόκληρο το βασίλειό του. Στα τέλη Σεπτεμβρίου είχε δημιουργήσει έναν στρατό από 200.000 πεζούς και ιππείς, τους οποίους υποστήριζαν 200 δρεπανηφόρα άρματα και για πρώτη φορά σε μάχη 15 ελέφαντες, που λογικά θα τρόμαζαν τους Έλληνες, οι οποίοι δεν ήταν συνηθισμένοι σε αυτά τα τεράστια ζώα.

Ο Δαρείος παρέταξε τον στρατό του σε μια μεγάλη ανοιχτή περιοχή. Ύστερα ισοπέδωσε το έδαφος για να μπορούν τα άρματα να κινούνται εύκολα. Ο Αλέξανδρος έφτασε στα Γαυγάμηλα και παρατάχθηκε απέναντι από τις γραμμές των Περσών. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι οι Έλληνες ξεκουράστηκαν μερικές ημέρες, ενώ άλλες λένε ότι περίμεναν μόνο μερικές ώρες πριν επιτεθούν.

Η ώρα της μάχης στα Γαυγάμηλα

Το πρωί της 1ης Οκτωβρίου ο Αλέξανδρος άρχισε την επίθεση. Επειδή μειονεκτούσε αριθμητικά σε αναλογία τουλάχιστον ένα προς πέντε, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να χτυπήσει το περσικό κέντρο. Για να αποφύγει μια πιθανή κύκλωσή του, τοποθέτησε το πεζικό στο κέντρο, το ιππικό στις πτέρυγες και τις ισχυρές εφεδρείες του πίσω. Ο Δαρείος απάντησε με επίθεση εναντίον του κέντρου των Ελλήνων. Τα άρματα και οι ελέφαντές του διέσπασαν τις προφυλακές και βρέθηκαν μπροστά στο ελληνικό πεζικό.

Το περσικό ιππικό διέσχισε το ελληνικό μέτωπο αλλά, αντί να στραφεί και να επιτεθεί στις απροστάτευτες πτέρυγες του ελληνικού στρατού, συνέχισε την έφοδο του προς τα ελληνικά μετόπισθεν για να λεηλατήσει τα εφόδια και να σκοτώσει τους συνοδούς του στρατοπέδου.

Ο Αλέξανδρος αγνόησε τα μετόπισθεν του και επιτέθηκε αυτοπροσώπως στο κενό που άφησαν οι Πέρσες ιππείς, ενώ ταυτόχρονα έστρεψε τις εφεδρείες του εναντίον των ανυπεράσπιστων περσικών πτερύγων. Η τακτική του ήταν υπέρτερη, αλλά ο μεγάλος αριθμός των Περσών δυσκόλεψε τους Έλληνες.

Οι Πέρσες άντεξαν μέχρι τη στιγμή που είδαν τον Αλέξανδρο να διασπά το κέντρο τους και να πλησιάζει τον Δαρείο με το επιτελείου του. Η προσωπική φρουρά του Δαρείου το έβαλε στα πόδια και τον άφησε εκτεθειμένο. Τότε και αυτός αποφάσισε να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης. Όταν υποχώρησε ο Δαρείος, ο στρατός του, αν και εξακολουθούσε να υπερέχει σε αριθμό, διασπάστηκε και τράπηκε σε φυγή, ενώ το ελληνικό ιππικό τους καταδίωκε. Ο Δαρείος διέφυγε, αλλά ένα πολύ μεγάλο μέρος των στρατιωτών του είχε σκοτωθεί.

Μετά τη μάχη στα Γαυγάμηλα

Οι εκτιμήσεις για τις περσικές απώλειες ποικίλουν, μεταξύ 40.000 και 100.000 άνδρες. Οι ελληνικές απώλειες δεν ξεπέρασαν τους 500 στρατιώτες. Ο Αλέξανδρος και ο στρατός του κατέλαβαν σύντομα τις μεγάλες περσικές πόλεις, ενώ ο Δαρείος δολοφονήθηκε από κάποιο μέλος της αυλής του. Ο Αλέξανδρος δεν σταμάτησε την επίθεσή του εναντίον της περσικής αυτοκρατορίας, αλλά συνέχισε προς την Κασπία θάλασσα και κατέλαβε όλες τις περιοχές μέχρι τη βόρεια Ινδία. Χρησιμοποίησε τη νίκη του σαν κομβικό σημείο για να ενώσει την ανατολή με τη δύση και διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό σε τεράστιες περιοχές, ενώ γέμισε τα θησαυροφυλάκιά του με αμύθητους θησαυρούς.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η Κυπριακή Δημοκρατία (1960-…)

Η Κυπριακή Δημοκρατία ή Δημοκρατία της Κύπρου, όπως αναφέρεται στο Σύνταγμα, είναι νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου και το τρίτο μεγαλύτερο σε πληθυσμό και έκταση στην Μεσόγειο. Βρίσκεται γεωγραφικά νοτιοανατολικά της Ελλάδας, νοτίως της Τουρκίας, δυτικά του Λιβάνου και της Συρίας, βορειοδυτικά του Ισραήλ και βορείως της Αιγύπτου.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκ του νόμου κυριαρχία σε ολόκληρο το νησί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Ωστόσο, το νησί εκ των πραγμάτων διοικείται από δύο κύρια μέρη. Την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ελέγχει περίπου το 58% της έκτασης του νησιού και την ούτω καλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (37% του νησιού), η οποία προέκυψε ύστερα από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974 και αποτελεί υποτελή κατοχική διοίκηση του Τουρκικού κράτους. Περίπου το 5% του νησιού καταλαμβάνεται από τον ΟΗΕ (Πράσινη Γραμμή) και από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο διατηρεί τις περιοχές κυρίαρχων βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας. Το διεθνές δίκαιο και o OHΕ θεωρεί το βόρειο τμήμα του νησιού υπό κατοχή των τουρκικών στρατευμάτων και η ανακήρυξη ανεξαρτησίας της θεωρείται παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Κυπριακή Δημοκρατία, 1η Οκτωβρίου
Κυπριακή Δημοκρατία

Η 1η Οκτωβρίου, από το 1960 και μετά, σηματοδοτεί την επέτειο της ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας της Κύπρου, μετά τον αγώνα ενάντια στους Άγγλους αποικιοκράτες, την περίοδο 1955-1959.

Η 1η Οκτωβρίου ωστόσο δεν είναι η πραγματική ημέρα κατά την οποία έγινε πράξη η ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, η ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε ισχύ οι συμφωνίες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η 16η Αυγούστου του 1960.

Η Βρετανική κατοχή στην Κύπρο

Όταν έληξαν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878) και το Συνέδριο του Βερολίνου η Κύπρος μεταβιβάστηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία που ανέλαβε την διοίκηση της (1878). Οι Βρετανοί στην πραγματικότητα συγκυβερνούσαν με τους Οθωμανούς και το Χεδιβάτο της Αιγύπτου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1914. Οι Άγγλοι υποσχέθηκαν στους Τούρκους σαν αντάλλαγμα να χρησιμοποιήσουν το νησί σαν βάση για να τους προστατέψουν από την Ρωσική απειλή. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν την Κύπρο σαν την σημαντικότερη ναυτική βάση για τις εξορμήσεις στις επαρχίες τους. Όταν ολοκληρώθηκε το λιμάνι της Αμμόχωστου (1906) η Κύπρος έγινε το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο για τους Άγγλους, το λιμάνι είχε απ’ευθείας επικοινωνία με την Διώρυγα του Σουέζ που ήταν ο θαλάσσιος δρόμος των Βρετανών για την Ινδία την μεγάλη υπερπόντια επαρχία τους. Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Οθωμανοί συμμάχησαν με τις Κεντρικές Δυνάμεις (5 Νοεμβρίου 1914) οι Άγγλοι προσάρτησαν πλήρως την Κύπρο, κατήργησαν το Χεδιβάτο της Αιγύπτου και δημιούργησαν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου σαν Βρετανικό προτεκτοράτο. Οι Βρετανοί πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα σε αντάλλαγμα να ενωθούν οι Έλληνες με τους Άγγλους αλλά ο Γερμανόφιλος Κωνσταντίνος Α’ της Ελλάδας το αρνήθηκε. Με την Συνθήκη της Λωζάννης η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της στην Κύπρο που ανακηρύχτηκε αποικία του Βρετανικού στέμματος (1925). Πολλοί Έλληνο-Κύπριοι και Τούρκο-Κύπριοι πολέμησαν στους δυο Παγκόσμιους πολέμους στον Βρετανικό Στρατό Ξηράς. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πολλοί εντάχθηκαν στο Κυπριακό Σύνταγμα. Οι Έλληνο-Κύπριοι είχαν πολλές ελπίδες ότι η Βρετανική διοίκηση θα τους βοηθήσει να ενωθούν με την Ελλάδα. Η επιθυμία είχε ρίζες στην Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων να αναστήσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την Μικρά Ασία, την Κύπρο και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία της Κύπρου που τα μέλη της είχαν εκπαιδευθεί στην Ελλάδα ήταν πρωταγωνιστές, οι Έλληνο-Κύπριοι ίδρυσαν την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (EOKA). Οι Έλληνο-Κύπριοι έβλεπαν το νησί σαν τμήμα του Ελληνισμού και είδαν την ένωση τους με την μητέρα Ελλάδα σαν φυσικό δικαίωμα. Η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έγινε από την δεκαετία του 1950 τμήμα της Ελληνικής εθνικής πολιτικής.

Οι Τούρκο-Κύπριοι με την σειρά τους υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια την Βρετανική κατοχή. Όταν είδαν την ανάπτυξη των Ελληνικών εθνικών κινημάτων αποφάσισαν να αντιδράσουν επειδή φοβήθηκαν την εκδίωξη τους από το νησί, αντιστάθηκαν σκληρά στην δράση της ΕΟΚΑ. Οι Τούρκο-Κύπριοι έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ξεχωριστή εθνική ενότητα και διεκδίκησαν την δημιουργία δικού τους κράτους στο νησί. Ο Τούρκος ηγέτης Αντνάν Μεντερές δήλωσε την δεκαετία του 1950 ότι η Κύπρος ήταν «επέκταση της Ανατολής», απέρριψε την ιδέα για την διαίρεση του νησιού και ζήτησε την προσάρτηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία. Την εποχή του οι οπαδοί του στην Τουρκία χρησιμοποίησαν σκληρά εθνικιστικά συνθήματα όπως «η Κύπρος είναι Τουρκική». Οι Τούρκοι σύντομα κατάλαβαν ότι οι ελπίδες τους ήταν μάταιες επειδή ο Τουρκικός πληθυσμός στο νησί αποτελούσε χαμηλή μειοψηφία, έφτανε μόλις στο 20%. Οι Τούρκο-Κύπριοι ακολούθησαν την δεκαετία του 1950 το σύνθημα «Διαίρεση ή Θάνατος» που διαδόθηκε ευρύτατα την δεκαετία του 1960. Σε συσκέψεις που ακολούθησαν στην Ζυρίχη και το Λονδίνο οι Τούρκοι δέχτηκαν υποτονικά την ίδρυση Κυπριακού κράτους αλλά η μεγάλη τους επιθυμία ήταν πάντοτε η δημιουργία Τουρκικού κράτους στα βόρεια.

Η Βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο

Η Κυπριακή εκκλησία οργάνωσε τον Ιανουάριο του 1950 το Ενωτικό δημοψήφισμα υπό την επίβλεψη της χωρίς την συμμετοχή Τούρκο – Κύπριων, το αποτέλεσμα ήταν 96% υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Οι Έλληνες σύμφωνα με την Δημογραφία της Κύπρου αποτελούσαν το 80,2% του συνολικού πληθυσμού του νησιού, οι Βρετανοί πρότειναν την ίδρυση μιας ημιαυτόνομης Τουρκικής επαρχίας αλλά οι Τούρκοι το απέρριψαν. Η ΕΟΚΑ δημιουργήθηκε το 1955 με στόχο την ένωση με την Ελλάδα με ένοπλο αγώνα, ταυτόχρονα δημιουργήθηκε από τους Τουρκοκύπριους η Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης ή ΤΑΞΙΜ σαν αντίβαρο με στόχο την δημιουργία Τουρκικού κράτους στο νησί. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι ενίσχυσαν μυστικά την ΤΑΞΙΜ όπως φαίνεται από γράμμα που έστειλαν στον διοικητή της Κύπρου (15 Ιουλίου 1958), του ζητούσαν να μην κάνει καμιά ενέργεια εναντίον της ΤΑΞΙΜ για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της Βρετανίας με την Τουρκία.

Οι Βρετανοί φεύγουν από την Κύπρο

Την 1η Απριλίου 1955 Έλληνες από την Κύπρο και την Ελλάδα ξεκίνησαν επισήμως απελευθερωτικό αγώνα (οργάνωση ΕΟΚΑ) έναντι των Βρετανών με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας τερματίστηκε το 1959, οπότε έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.Τη νύχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου του 1960, στις 2 μετά τα μεσάνυκτα στη Λευκωσία, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χιου Φουτ διάβασε στην αίθουσα του Μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (που αργότερα έγινε Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) την προκήρυξη της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, με την οποία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της αγγλικής κυριαρχίας στην Κύπρο, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Στη συνέχεια οι γενικοί πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, έπειτα από σύντομες ομιλίες τους, υπέγραψαν μαζί με τον τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη τα κείμενα των συμφωνιών που καθόριζαν τα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου. Λίγο πριν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του Κυβερνείου η υποστολή της βρετανικής σημαίας και η έπαρση της κυπριακής. Πριν κλείσουν 24 ώρες από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ο σερ Χιου Φουτ είχε ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο.

Ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί και από τους Μακάριο και Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών. Επίσης τότε ορίστηκαν οι δύο επίσημες γλώσσες του κράτους, η ελληνική και η τουρκική.

Στις 24 Αυγούστου του 1960, το Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την ένταξη της Κύπρου στον Ο.Η.Ε.. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Ο.Η.Ε., Ζήνων Ρωσσίδης, εκφώνησε τον πρώτο λόγο του στη γενική συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1961 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, κατευθυνόμενη με τον δούκα του Εδιμβούργου, Φίλιππο προς την Ινδία, στάθμευσε για λίγο στην Κύπρο. Εκεί, στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, συνομίλησε με την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Πρόεδρο Μακάριο, τον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ και τον υπουργό εξωτερικών Κυπριανού. Οι συνομιλίες είχαν μάλλον τυπικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά η συνάντηση συμβόλιζε και υπογράμμιζε τον λόγο που είχε η Βρετανία στα κυπριακά πράγματα ως εγγυήτρια δύναμη. Ακόμη, η παρουσία της Ελισάβετ υπογράμμισε τους δεσμούς της πρώην αποικίας με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Στις 13 Μαρτίου του 1961 η Κύπρος έγινε δεκτή στην Κοινοπολιτεία. Ο Μακάριος κλήθηκε στη διάσκεψη και συμμετείχε στις εργασίες της δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Τουρκοκύπριο υπουργό Άμυνας Οσμάν Ορέκ. Καθ’ οδόν προς Λονδίνο συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος υπογράμμισε ότι η είσοδος στην Κοινοπολιτεία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην είσοδο σε συνασπισμό και τόνισε ότι θα ακολουθήσει αδέσμευτη πολιτική.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η ναυμαχία του Κατάκολου (1821)

Η ναυμαχία του Κατάκολου αφορά σε μία σελίδα της ιστορίας μας, σχετικά άγνωστη, όταν ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στις 30 Σεπτεμβρίου 1821 αντιμετώπισε σφοδρή επίθεση του Καρά-Αλή που με τα βαριά εξοπλισμένα σκάφη του έφερε σε δυσμενή θέση τους Έλληνες ναυτικούς. Την κρίσιμη όμως εκείνη στιγμή ο Σπετσιώτης Μπόντασης επιχείρησε τόλμημα από το οποίο σώθηκε όλη η μοίρα.

Η ναυμαχία του Κατάκολου στις 30 Σεπτεμβρίου 1821
Το Κατάκολο

Όπως αναφέρεται, προχώρησε ταχύτατα με τη Νάβα του ανάμεσα από τουρκικά πλοία. Εκείνα αντί να στρέψουν τα πυροβόλα εναντίον του φοβούμενα ότι το Σπετσιώτικο πλοίο ήταν πυρπολικό έσπευσαν να απομακρυνθούν σε αρκετή απόσταση. Τότε ο Μπόντασης εξαπέλυσε εκεί μια βάρκα γεμάτη από εύφλεκτες ύλες και της έβαλε φωτιά δημιουργώντας τεχνητό καπνό στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καπνός ήταν τόσο πολύς ώστε μετά από λίγο τα πλοία έγιναν αφανή μεταξύ τους και ο Μποντασης γύρισε γρήγορα στα ελληνικά.

Οι Τούρκοι πιστεύοντας ότι η φλεγόμενη βάρκα ήταν το Σπετσιώτικο πλοίο φοβήθηκαν την εφόρμηση προς πυρπόληση και άρχισαν να κανονιοβολούν κατά της εστίας του καπνού και έτσι τα ελληνικά πλοία κατόρθωσαν να διαφύγουν ακτοπλούντα και να περάσουν γύρω από το Κατάκολο.

Πηγή: https://olympia.gr/2018/09/30/η-άγνωστη-ιστορία-της-ναυμαχίας-του-κα/

Please follow and like us:
error0

Η μάχη του Καρβασαρά (1825)

Η μάχη του Καρβασαρά, που έγινε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1825, ήταν μάχη κατά των Τούρκων. Βασικοί λόγοι ήταν η έντονη εμπορική δραστηριότητα και η σημαντική στρατηγική θέση της πόλης.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη του Καρβασαρά
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης

Καθώς μαίνονταν ακόμα η πολιορκία του Μεσολογγίου, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση με την Αμφιλοχία, ο Κιουταχής ξεκίνησε από την Ήπειρο με προορισμό το Μεσολόγγι για να συνδράμει με τις δυνάμεις του. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης προέβλεψε ότι ο Καρβασαράς (σημερινή Αμφιλοχία Αιτωλοακαρνανίας) ήταν σημαντικό κέντρο εμπορίου και ότι τα στρατεύματα του Κιουταχή θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα, αν ανέκοπτε την τροφοδότηση τους από τα καραβάνια. Τότε ανέλαβε δράση και κατέφθασε στην περιοχή με σκοπό να τους εμποδίσει.

Τα ξημερώματα της 28ης Σεπτεμβρίου με αρχηγό τον Γεώργιο Καραΐσκάκη, οι Έλληνες οπλαρχηγοί όρμησαν στους Τούρκους και τους έπιασαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Επί τέσσερις ώρες πολέμησαν μαζί τους, αφήνοντας τους μόνο δύο επιλογές, να σκοτωθούν στη μάχη ή να ριχτούν στη θάλασσα.

Παρόλο που αμφότερες οι στρατιωτικές μονάδες ήταν μικρές σε αριθμό, η μάχη του Καρβασαρά έφερε μεγάλη νίκη για τους Έλληνες. Συνολικά 300 Τούρκοι σκοτώθηκαν και όσοι γλίτωσαν από τα χέρια τους πνίγηκαν στη θάλασσα. Από την πλευρά των Ελλήνων υπήρχε μόλις μία απώλεια.
Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των ίδιων των πρωταγωνιστών, ακόμα και τα ευρωπαϊκά πλοία που ήταν δεμένα στο λιμάνι, απομακρύνθηκαν εκείνο το πρωινό από τον φόβο τους.

Πηγή: https://xiromeropress.gr

Please follow and like us:
error0