Ελλάς, η πόλη που έγινε χώρα

Ελλάς είναι τοπωνύμιο του ελληνικού χώρου, που, ωστόσο, μόνο στα μεταγενέστερα χρόνια συναντιέται με αυτήν την έννοια. Αρχικά ήταν πόλη της Φθιώτιδας στη Θεσσαλία, που ίδρυσε ο Έλληνας, ο γιος του Δευκαλίωνα. όμως, μας είναι άγνωστη η ακριβής τοποθεσία της πόλης.

Ελλάς, πόλη που έγινε χώρα
Ελλάς

Ο Όμηρος αναφέρει ότι η πόλη Ελλάς ανήκει, μαζί με τη Φθία, στην επικράτεια του Αχιλλέα και ήταν έδρα της εξουσίας των Αιακιδών βασιλιάδων. Παράλληλα με το ίδιο όνομα αναφερόταν και η γύρω από την πόλη αυτή περιοχή, ανάμεσα στους ποταμούς Ασωπό και Επινέα, που μαζί με τη Φθία αποτελούσε κράτος του Πηλέα, του πατέρα του Αχιλλέα και των Μυρμιδόνων.

Αργότερα, ονομάστηκε έτσι ολόκληρη η περιοχή, εκτός από την Πελοπόννησο, και ως τη Μακεδονία. Ενώ Μεγάλη Ελλάς ονομαζόταν όλο το μεσημβρινό τμήμα της Ιταλίας και ολόκληρη η Σικελία, όπου βρίσκονταν από τα προϊστορικά χρόνια, ελληνικές αποικίες και πόλεις-κράτη.

Για την ετυμολογία της λέξης «Ελλάς» υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Γλωσσολόγοι αναφέρουν ότι έχει σχέση με τα ονόματα «σέλας», «σελήνη» ή «ελάνη», που σημαίνουν «λαμπάδα», ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι το όνομα «Ελλάς» συγγενεύει με τις λέξεις «ψελλίζω», «σελλίζω», «ελλός», «έλλοψ», και προς τα τοπωνυμικά «Σελλούς» ή «Ελλούς» της Δωδώνης. Ο Ησύχιος υποστηρίζει ότι, ίσως, η ονομασία συγγενεύει με την «Ελλοπία», που απαντά ως τοπωνύμιο πολλών ελληνικών περιοχών, και, ίσως, να παράγεται από την λέξη της λακωνικής διαλέκτου «έλλα», που σημαίνει «έδρα», «πρωτεύουσα».

Ωστόσο, νεότεροι, υποστηρίζουν ως απίθανο να υπήρξε μεμονωμένη πόλη με το όνομα «Ελλάς» και ο Όμηρος με την ονομασία αυτή εννοούσε ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα, από την Πελοπόννησο και πάνω, κατά τον ίδιο τρόπου που χρησιμοποιεί την ονομασία «Άργος» και εννοεί ολόκληρη την Πελοπόννησο. Είναι, ακόμη, χαρακτηριστικό ότι ο Όμηρος δεν χρησιμοποιεί τον όρο «Έλληνες», για να χαρακτηρίσει τους λαούς του ελλαδικού χώρου, αλλά τις ονομασίες: «Δαναοί», «Αργείοι» ή «Αχαιοί». Η λέξη «Έλληνας» μόνο μία φορά απαντάται στα ομηρικά έπη και ακριβώς για να χαρακτηρίσει τους κατοίκους του κράτους του Πηλέα, στη θεσσαλική Ελλάδα. Μια φορά επίσης, απαντάται και ο όρος «Πανέλληνες» στα ομηρικά έπη, που όμως χαρακτηρίζει το σύνολο των κατοίκων του θεσσαλικού λαού υπό τον Αχιλλέα.

Ο όρος «Πανέλληνες», όπως τον ξέρουμε σήμερα, με την έννοια του ελληνικού έθνους, απαντάται τον 7ο αιώνα π.Χ. στον Ησίοδο και τον Αρχίλοχο. Στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. χρησιμοποιούσαν όλοι οι συγγαρφείς τον όρο »Έλληνες», για να δηλώσουν τους κατοίκους όλης της Ελλάδας, με τα σημερινά γεωγραφικά όρια.

Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που αναφέρεται σε μια «Αρχαία Ελλάδα» για την εποχή του και την τοποθετεί ακόμη ψηλότερα από όσο ο Όμηρος, πιο πάνω από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και, μάλιστα, γύρω από τη Δωδώνη. Η «Αρχαία Ελλάδα» κατά τον Αριστοτέλη ήταν η «περί την Δωδώνην και τον Αχελώον» περιοχή, όπου κατοικούσαν οι «Σελλοί, ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί και νυν δ’ Έλληνες». Ωστόσο, η άποψη αυτή του Αριστοτέλη ξεκινά έναν μύθο που έπλασαν τον 4ο αιώνα π.Χ. οι Μολοσσοί της Ηπείρου για να καταστήσουν πιο έγκυρη την ελληνική καταγωγή τους.

Ο μύθος έλεγε ότι ο Δευκαλίων, ο πατέρας όλων των ανθρώπων του ελλαδικού χώρου, ίδρυσε το μαντείο της Δωδώνης. Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, υιοθετεί αυτόν τον μύθο ως αληθινό και, πολύ περισσότερο, μάλιστα όταν διαπιστώνει ότι ο Όμηρος λέει ότι στην Δωδώνη κατοικούσαν οι «Σελλοί», ονομασία που μπορεί να θεωρηθεί σαν συγγενική με την ονομασία «Έλληνες».

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι 333 χρόνια πριν

Το 1687 ο Παρθενώνας, η κορυφαία αυτή στιγμή της καλλιτεχνικής δημιουργίας, βρίσκεται στην αρχική του αρχιτεκτονική κατάσταση. Περί τα μέσα του 6ου αιώνα μετατρέπεται σε χριστιανικό ναό και αφιερώνεται, αρχικά στην Αγία Σοφία και αργότερα στην Παναγία την Αθηνιώτισσα, με αλλαγές που περιορίζονται μόνο στο εσωτερικό του. Η είσοδος μεταφέρεται από την ανατολική πλευρά στη δυτική και η οροφή γίνεται θολωτή. Στις αρχές του 13ου αιώνα μετατρέπεται σε καθολική εκκλησία και το 1458 σε τουρκικό τέμενος. Οι μεταβολές που υφίσταται είναι εσωτερικές με εξαίρεση ένα μιναρέ στη δυτική πλευρά του ναού. Ο Παρθενώνας είναι ακέραιος όπως τον έχουν σχεδιάσει οι περιηγητές της εποχής κατά τους αιώνες της τουρκοκρατίας. Μετά ήρθε ο Φραντσέσκο Μοροζίνι.

Ο Φραγκίσκος Μοροζίνι 333 χρόνια πριν
Ο Παρθενώνας

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1669 ο Βενετός αρχιστράτηγος συνθηκολογούσε στην Κρήτη και παρέδιδε το Κάστρο στους Τούρκους, ύστερα από πολιορκία που κράτησε εικοσιπέντε χρόνια. Ο τουρκοβενετικός πόλεμος, όμως, θα συνεχισθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα. Τον Αύγουστο του 1687 τα στρατεύματα του Μοροζίνι καταλαμβάνουν την Κόρινθο και τον Σεπτέμβριο την Αίγινα. Ήρθε έπειτα η σειρά της Αττικής. Τη νύχτα της 21ης Σεπτεμβρίου ο κόμης Κένιγκσμαρκ, υπαρχηγός της βενετικής αρμάδας, αποβιβάζει δέκα χιλιάδες άνδρες στον Πειραιά. Οι Τούρκοι αιφνιδιάζονται, υποχωρούν και οχυρώνονται στην Ακρόπολη.

Την ίδια νύχτα τα βενετικά στρατεύματα φθάνουν μπροστά στην Ακρόπολη, στήνουν τα κανόνια και αρχίζουν την πολιορκία. Οι βομβαρδισμοί δεν απέδωσαν αποτελέσματα και ο αρχιστράτηγος ανησυχεί επειδή αναμένονταν τουρκικές ενισχύσεις. Πληροφορούνται τότε ότι μέσα στον Παρθενώνα οι Τούρκοι είχαν εναποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Τα κανόνια κατευθύνουν τις βολές τους εναντίον του ναού. Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι παραβλέποντας την ανεκτίμητη αξία των μνημείων έδωσε την εντολή στα πυροβόλα του που είχαν στηθεί στο Λόφο των Μουσών για τον βομβαρδισμό στις 26 Σεπτεμβρίου του 1687.

Μια «τυχαία βολή», όπως την αποκάλεσε ο ίδιος αργότερα προς την κυβέρνηση της Βενετίας, είχε ως αποτέλεσμα να ανατιναχτεί η τουρκική πυριτιδαποθήκη και, μαζί της, τμήμα του Παρθενώνα. Αυτόπτης μάρτυρας στην καταστροφή ήταν ο Σουηδός ναύαρχος Ότο Βίλχελμ Κένιγκσμαρκ, ακόλουθος του οποίου θα έγραφε λίγο αργότερο πως «η εξοχότητά του απογοητεύτηκε όταν είδε την καταστροφή αυτού του όμορφου ναού που έστεκε επί 3.000 χρόνια».

Λίγες ημέρες αργότερα, στρατιώτες του Μοροζίνι, επιχείρησαν να αποκαθηλώσουν (ενδεχομένως μετά από εντολή του στρατηγού τους) τμήμα από τη δυτική πλευρά του ναού, στο οποίο απεικονίζονταν τα άλογα της Αθηνάς. Κατά τη διαδικασία και, προφανώς, λόγω κάποιων αδέξιων χειρισμών το τμήμα αποσπάστηκε και έπεσε στο έδαφος όπου και θρυμματίστηκε.

Οι Αθηναίοι του 1687 είχαν συνείδηση του μεγέθους της καταστροφής όπως γράφει ο Λαμπόρντ : «Οι απόγονοι των Αθηναίων του Περικλέους δεν μιλούσαν βέβαια τη γλώσσα του Δημοσθένους και είχαν λησμονήσει ολότελα την καλλιέργεια των τεχνών και των γραμμάτων. Είχαν όμως διατηρήσει το ευγενικό κλίμα της ράτσας κι’ ακόμα την ίδια ευφυΐα και το σεβασμό για ό,τι ενθουσίαζε τους προγόνους τους».

Οι μισθοφόροι του Μοροζίνι θα καταλάβουν την Ακρόπολη ύστερα από την ανατίναξη του Παρθενώνα. Θα την εγκαταλείψουν, όμως, άδοξα και επαίσχυντα ύστερα από μερικούς μήνες. Αλλά ο Φραντσέσκο Μοροζίνι φιλοδοξεί να μεταφέρει στη Βενετία ένα τρόπαιο από την Ακρόπολη για να στηθεί στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και να ανταγωνίζεται το τέθριππο άρμα που άρπαξαν οι Βενετοί το 1204 από τον ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως. Σκέφθηκε ότι ο Ποσειδών του δυτικού διαζώματος θα ήταν το πιο άξιο τρόπαιο.

Στην αναφορά του προς την βενετική Σύγκλητο ο Μοροζίνι εξηγεί λακωνικά και ψυχρά την επιχείρηση: «’Επί τη προβλέψει της εγκαταλείψεως των Αθηνών συνέλαβον το σχέδιον αποσπάσεως μερικών εκ των ωραιότερων έργων τέχνης τα όποια θα ηδύναντο να προσθέσουν νέαν λάμψιν εις την Δημοκρατίαν. Διέταξα δήθεν, να αφαιρεθεί από την πρόσοψιν του ναού, τής Αθηνάς, όπου υπάρχουν τα ωραιότερα γλυπτά, το άγαλμα ενός Διός και τα ανάγλυφα δύο μεγαλοπρεπών ίππων. Ευθύς όμως, ως ήρχισεν η εργασία κατέρρευσεν ολόκληρον το άνω τμήμα της κορωνίδος του ναού. Και αποτελεί θαύμα το γεγονός ότι ουδείς εκ των τεχνιτών έπαθε τι. Η αδυναμία τοποθετήσεως ικριωμάτων και μεταφοράς επί του φρουρίου κεραιών εκ των γαλέρων και άλλων μηχανημάτων δια την κατασκευήν βαρούλκων, κατέστησε δύσκολον και έπικίνδυνον οιανδήποτε νέαν προσπάθειαν. Διέταξα, όθεν, την διακοπήν των εργασιών. Πολλώ μάλλον επειδή, μη υπάρχοντος πλέον του σημαντικωτέρου τμήματος του ναού, ό,τι απέμεινεν μου εφάνη κατώτερον και κατεστραμμένον από την διαβρωτικήν επενέργειαν του χρόνου. Εν τούτοις, απεφάσισα να παραλάβω μίαν λέαιναν άριστης τέχνης, ακέφαλον όμως. Θά ήτο δυνατή η τελεία αντικατάστασις της κεφαλής με άλλην μαρμαρίνην, παρομοίαν προς την άρχικήν. Πόρτο Λιόν, 19 Μαρτίου 1688.»

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι δεν εγκατέλειψε την Αττική χωρίς τρόπαια. Πρόσταξε την αρπαγή δύο ακόμη λεόντων πού βρίσκονταν στο Θησείο και ενός τρίτου πού στόλιζε το λιμάνι του Πειραιά. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλοι και κανείς δε γύρισε στην πατρίδα του με άδεια χέρια. Ο λόρδος Έλγιν θα «ολοκλήρωνε» το έργο που ξεκίνησαν οι Βενετοί 110 χρόνια αργότερα.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Μήλος, το νησί με τις κατακόμβες

Πριν μερικές χιλιάδες χρόνια η Μήλος και Κίμωλος ήταν ενωμένες. Ορίζουν το κέντρο του ηφαιστειακού τόξου που απλώνεται από τη Νότια Ιταλία ως τη Μικρά Ασία. Η Μήλος είναι το τελευταία προς τα νοτιοανατολικά νησί των Κυκλάδων. Εξαρτημένα από τη Μήλο είναι το ερημονήσι-βοσκότοπος Πολύαιγος στα βορειοανατολικά της και η Αντίμηλος (όπου έζησαν άνθρωποι την Εποχή του Λίθου, η Εφύρα των αρχαίων, σήμερα τόπος κατοικίας αιγάγρων) στα βορειοδυτικά της. Τα Γλαρονήσια και οι Ακραδιές συμπληρώνουν το νησιωτικό σύμπλεγμα.

Μήλος, το νησί με τις κατακόμβες
Κατακόμβη στη Μήλο με την Τράπεζα των Μαρτύρων. Οι παλαιοχριστιανικές κατακόμβες στη Μήλο είναι ένα μοναδικό στο είδος του μνημείο για την Ελλάδα

Σκαρφαλωμένη στην εσωτερική πλευρά του ανατολικού βραχίονα η πρωτεύουσα Μήλος ή Πλάκα απέχει 3,5 χλμ από το φυσικό λιμάνι Αδάμαντα. Εγκαταλελειμμένη, περίπου στη μέση του νησιού, η μεσαιωνική πρωτεύουσα Ζεφυρία, καταστράφηκε από το σεισμό τον 18ο αιώνα. Η Αγία Κυριακή, ο Εμπορειός, το Κλήμα, το Παλιοχώρι και ο Προβατάς είναι παράλιοι οικισμοί της Μήλου.

Ηφαιστειογενής και Λοφώδης η Κίμωλος βρίσκεται ανάμεσα στη Μήλο και τη Σίφνο. Πρωτεύουσα είναι η Κίμωλος ή Χώρα, σε ύψωμα σε θέση βενετικού κάστρου. Απέχει 1,6 χλμ από το λιμάνι Ψάθη, κοντά στην αρχαία πόλη που οι ντόπιοι την ονομάζουν Ελληνικά.

Το όνομα Μήλος

Ο πρώτος Μήλος ήταν ένας νεαρός από τη Δήλο που μετανάστευσε στην Κύπρο, όπου γνώρισε τον Άδωνι και συνδέθηκε μαζί του. Γνώρισε και την Πελία (κατά μία εκδοχή αδελφή του Άδωνι), την παντρεύτηκε και απέκτησε μαζί της τον Μήλο το δεύτερο. Ο Άδωνις έζησε έναν παράφορο έρωτα με την Αφροδίτη. Όταν το έμαθε ο Άρης, παραδοσιακά εραστής της θεάς, μεταμορφώθηκε σε αγριόχοιρο όρμησε πάνω στον Άδωνι και τον σκότωσε. Όταν ο Μήλος έμαθε το θάνατο του Άδωνι κρεμάστηκε από ένα δέντρο, το οποίο ονομάστηκε μηλέα (μηλιά). Βλέποντας τον άντρα της νεκρό η Πελία αυτοκτόνησε. Η Αφροδίτη λυπήθηκε από όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα και έκανε τον πρώτο Μήλο φρούτο της μηλέας. Την Πελία τη μεταμόρφωσε σε περιστέρι. Έμεινε ο Μήλος ο δεύτερος τον οποίο διέταξε να πάρει τους συντρόφους του και να μετοικήσει σε ένα νησί του Αιγαίου. Ο Μήλος βρήκε το νησί, εγκαστάθηκε εκεί και του έδωσε το όνομα του.

Η Φυλακωπή της Μήλου

Η ανθρώπινη παρουσία στα νησιά είναι συνεχής από το 7.000π.Χ. ως την εποχή μας. Ο οψιδιανός η οψιανός λίθος που ακόμα εντοπίζεται στη Μήλο, απετέλεσε σπουδαίο υλικό για αιώνες. Σην εξόρυξη του και την εμπορική του εκμετάλλευση στηρίχθηκε η οικονομία της περιοχής, καθώς η πέτρα αυτή απολεπίζεται και γίνεται ιδανική αιχμή όπλου αλλά και λεπίδα ξυρίσματος και μαχαίρι.

Η μεγάλη ακμή της Μήλου εντοπίζεται στη Φυλακωπή, όπου ανασκάφηκε ολόκληρη πόλη της Εποχής του Χαλκού. Τα ευρήματα χαρακτηρίζουν τεχνοτροπία και περίοδο, στα πλαίσια του κυκλαδικού πολιτισμού, («πολιτισμός της Φυλακωπής»).

Βρέθηκαν τρεις πόλεις που χρονολογήθηκαν στα αντίστοιχα χρονικά όρια των οικισμών του βορειοανατολικού Αιγαίου: η πρώτη χτίστηκε στα 2800π.Χ. και είχε συνεχή κατοίκηση και ακμή ως τα 2100 οπότε καταστράφηκε (ίσως από σεισμό). Πάνω στα ερείπια της χρίστηκε η δεύτερη πόλη, αυτή που συμπίπτει με τη Μεσοκυκλαδική εποχή της μινωικής επιρροής. Άλλωστε ο οικιστής της Μήλου, αυτή την περίοδο, αναφέρεται ο ίδιος ο Μίνωας.

Και αυτή η πόλη χάθηκε από φυσική καταστροφή (τον 15ο αιώνα π.Χ., ίσως από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας). Η τρίτη πόλη , στο ίδιο σημείο, είναι η πιο μεγάλη από τις προηγούμενες, με τείχη και μυκηναϊκό ανάκτορο στα βορειανατολικά όρια της. Και οι τρεις πόλεις μαρτυρούν πολιτιστική και οικονομική άνθηση, ακμή και εμπορικές σχέσεις με την Κρήτη και την ηπειρωτική χώρα. Στα αγγεία που βρέθηκαν εκεί και στις τοιχογραφίες των σπιτιών καθρεφτίζονται οι αλληλεπιδράσεις της κυκλαδικής και της μινωικής τέχνης.

Η Μήλος τα τελευταία 2500 χρόνια

Η Μήλος συμμετείχε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας με δικό της στόλο. Αν και Δωριείς οι Μήλιοι εντάχθηκαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία αλλά αρνήθηκαν να πληρώσουν «συμμαχικό φόρο». Ευνοϊκά διακείμενοι έναντι των Σπαρτιατών, στον πελοποννησιακό πόλεμο διακήρυξαν ουδετερότητα. Οι Αθηναίοι έκαναν απόβαση στο νησί, το λεηλάτησαν, έσφαξαν άγρια πολλούς από τους κατοίκους και το μετέτρεψαν σε αθηναϊκή κληρουχία (416π.Χ.). Μετά την ήττα των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς το 405 π.Χ. ο νικητής Σπαρτιάτης Λύσανδρος έπλευσε στη Μήλο, έδιωξε τους Αθηναίους και αποκατέστησε τα πράγματα.

Η Μήλος ανέκαμψε και έγινε πάλι κέντρο πολιτισμού. Στην εποχή αυτή ανήκουν το περίφημο μαρμάρινο άγαλμα του γλύπτη Σκόπα, της «Αφροδίτης της Μήλου» (μουσείο του Λούβρου), καθώς και το γιγάντιο μαρμάρινο άγαλμα του Ποσειδώνα (Αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας). Στη συνέχεια το νησί πέρασε διαδοχικά στην κατοχή των Μακεδόνων, στο κράτος των Πτολεμαίων και στη Ρώμη.

Οι κάτοικοι έγιναν νωρίς χριστιανοί και αυτό μαρτυρούν οι μεγάλες κατακόμβες. Ανυπότακτοι και με ανεπτυγμένο το αίσθημα της ελευθερίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ Ίσαυρου (717-741) επαναστάτησαν, καθώς τάχθηκαν με το μέρος των εικονολατρών.

Πέρασαν στην κατοχή των Φράγκων αλλά επαναστάτησαν εναντίον τους, αλλά χωρίς επιτυχία. Στα 1537 ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα κυρίευσε το νησί και η Μήλος μετατράπηκε σε λημέρι και ορμητήριο άγριων πειρατών. Αν και κανένας Τούρκος δεν πάτησε ποτέ εκεί, οι Μήλιοι έσπευσαν να συμμετάσχουν στη Ελληνική Επανάσταση του 1821. Εντάχθηκε στο ελληνικό κράτος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, που καθόριζε την ενσωμάτωση των Κυκλάδων στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

Στα 1941, οι Γερμανοί πήραν τη Μήλο, την οχύρωσαν και τη μετέτρεψαν σε βάση χερσαίων δυνάμεων από όπου ξεκινούσαν τα αποβατικά τους σκάφη στην επιχείρηση για την κατάληψη της Κρήτης.

Εκκλησία της Ανατολής (19ος αιώνας)

Τι πρέπει να σκεφτεί κανείς για μια Εκκλησία της οποίας ο ηγέτης, αντί να οριστεί από το Άγιο Πνεύμα, πολύ συχνά διορίζεται από το σουλτάνο ή τον πρώτο βεζύρη του, οι οποίοι αποστρέφονται ό,τι χριστιανικό! Τι πιο λυπηρό από το να βλέπεις τους ίδιους τους Έλληνες να είναι δημιουργοί αυτής της απέχθειας.

Εκκλησία της Ανατολής
Έλληνας παπάς και Ορθόδοξος επίσκοπος

Οι Τούρκοι δεν απαίτησαν ποτέ τίποτα, εκτός από ένα χρηματικό ποσόν για να εκχωρήσουν τα δικαιώματα στο νέο Πατριάρχη. Πρώτοι οι Έλληνες έθεσαν το Πατριαρχείο σε πλειστηριασμό χωρίς να περιμένουν, όπως προβλεπόταν, το θάνατο του αρχιερέα τους. Το αξίωμα αυτό πωλείται σήμερα 60.000 τάλιρα. Το ποσό αυτό δίνεται για την επικύρωση μιας κανονικής εκλογής: πολύ συχνά ο Πατριάρχης εκθρονίζει κάποιον άλλο και υπάρχουν περιπτώσεις που, αφού απώλεσαν τη θέση τους, μια ή δυο φορές, επανήλθαν στον άμβωνα τους.

Υπάρχουν άγια πρόσωπα στην Ελληνική Εκκλησία που δεν θα ήθελαν να αγοράσουν το αξίωμα αυτό σε οποιαδήποτε τιμή και που μετά την εκλογή τους, με πράξη κανονικού Δικαίου από τους επισκόπους, να δίνουν στο βεζύρη το σύνηθες ποσόν με μόνο σκοπό να αποκτήσουν προνόμια.

Ο νέος Πατριάρχης κοινοποιεί τη διαταγή του σουλτάνου σε όλους τους αρχιεπισκόπους και επισκόπους του κλήρου του. Επίσης δεν προσφωνείται απλώς με τον τίτλο «η Αγιότητα Σας» αλλά «η Παναγιότητα Σας». Ντύνεται πάντα ως απλός καλόγερος και ασπάζονται το χέρι του ή το κομποσκοίνι του.

Η ιεραρχία της Ελληνικής Εκκλησίας αποτελείται από μερικούς Πατριάρχες οι οποίοι αναγνωρίζουν ως αρχηγό αυτόν της Κωνσταντινούπολης. Οι Πατριάρχες αυτοί είναι: των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας. όλες ο άλλες ελληνικές Εκκλησίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαρτώνται άμεσα από τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης. Τους Πατριάρχες ακολουθούν οι αρχιεπίσκοποι και αυτών έπονται οι επίσκοποι. Έπειτα ακολουθούν οι αρχιμανδρίτες, ύστερα οι παπάδες και τέλος οι καλόγεροι. Όταν χαιρετούν ένα αρχιεπίσκοπο ή έναν επίσκοπο, του φιλούν το χέρι και τον αποκαλούν «η Πανιεροσύνη Σας» ή «η Μακαριότητα Σας». Τους ιερείς τους προσφωνούν με την προσφώνηση «η Αγιότητα Σας».

Οι παπάδες και οι καλόγεροι ξεχωρίζουν από μια λευκή ταινία μεγέθους περίπου ενός δαχτύλου, που φαίνεται στο κάτω μέρος του καλύμματος των παπάδων. Σε πολλές περιοχές οι παπάδες και οι καλόγεροι φορούν ένα μάλλινο μαύρο ρούχο μέσα από τη σκούφια τους το οποίο κρέμεται στον ώμο τους. Αυτό τους δίνει ύφος ιεράρχη. όλοι οι σκούφοι είναι το ίδιο μοντέλο και φτιάχνονται στο Άγιο Όρος. Το ένδυμα τους, μαύρο ή σκούρο, είναι ένα ράσο πολύ απλό, πάνω στο οποίο βάζουν μια ζώνη με τα ίδια χρώματα.

Οι καλόγεροι στην Ελληνική Εκκλησία

Οι καλόγεροι ανήκουν στο τάγμα του Αγίου Βασιλείου. Δεν υπάρχει κάτι παράξενο στην ενδυμασία τους. Το σώμα αυτό εφοδιάζει όλους τους ιεράρχες της Ελληνικής Εκκλησίας. Οι παπάδες στην ουσία δεν είναι παρά απλοί λαϊκοί ιερείς και δεν μπορούν να γίνουν εφημέριοι και πρωθιερείς. Ο πρώτος τίτλος που απονέμεται σε αυτούς που προορίζονται για την εκκλησία είναι του Αναγνώστη, που καθήκον του έχει να διαβάσει την Αγία Γραφή στο λαό τις ημέρες των μεγάλων εορτών. Οι αναγνώστες γίνονται ψάλτες, κατόπιν υποδιάκονοι και ψάλλουν τις επιστολές των Αποστόλων στη λειτουργία. Στη συνέχεια γίνονται διάκονοι και ψάλλουν το Ευαγγέλιο. η τελευταία τάξη είναι η ιεροσύνη. όσον αφορά την κληρικότητα, δεν την υπολογίζουν ως εκκλησιαστική τάξη. Ονομάζουν κληρικό, οποιοδήποτε άτομο ανήκει στο σώμα του κλήρου. Οι παπάδες επιτρέπεται να νυμφευθούν μόνο μία φορά στη ζωή τους.

Οι καλόγεροι δεν λειτουργούν, αν θέλουν να διατηρηθούν στο μοναχικό τάγμα τους. ν γίνουν ιερείς γίνονται ιερομόναχοι και λειτουργούν μόνο τος μεγάλες εορτές. Γι΄αυτό σε όλες τις μονές υπάρχουν παπάδες. Όσοι επιθυμούν να γίνουν καλόγεροι απευθύνονται σε ιερομόναχο για να λάβουν το μοναχικό ένδυμα και η τελετή αυτή στοιχίζει περίπου δώδεκα τάλιρα. Πριν από την παρακμή της Ελληνικής Εκκλησίας, ο ηγούμενος της μονής εξέταζε υποψήφιο μοναχό με προσοχή και για να δοκιμάσει την κλίση του τον υποχρέωνε να μείνει 3 χρόνια μέσα στο μοναστήρι. Μετά τη λήξη αυτού του χρονικού ορίου, αν ο υποψήφιος επέμενε στο όραμα του, ο ηγούμενος τον οδηγούσε στην εκκλησία και του απηύθυνε σχετικά με την περίσταση λόγια.

Σήμερα δεν υπάρχει πια πειθαρχία μεταξύ των Ελλήνων. Δέχονται τους κληρικούς από πολύ νέους, και ιδιαίτερα στις μονές, όπου συχνά πρόκειται για τους γιους των παπάδων, που τους μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση. Εξάλλου τους χρησιμοποιούν για τις χειρότερες εργασίες, κι αυτό θεωρείται ως μαθητεία. Στα πιο οργανωμένα μοναστήρια, ο χρόνος επιμηκύνεται για ακόμη δύο χρόνια μετά τη λήψη του ενδύματος. Πρόκειται για τις μονές του Αγίου Όρους, του Αγίου Λουκά στη Θήβα, του Αρκαδίου της Κρήτης, της Νέας Μονής στη Χίο, του Μαυροβολίου στον Βόσπορο, των μοναστηριών στα Πριγκιποννήσια κ.α.

Αναχωρητές και ασκητές στην Ελληνική Εκκλησία

Υπάρχουν τοποθεσίες στην Ελλάδα όπου οι καλόγεροι διαχωρίζονται σε αναχωρητές και ασκητές ή ερημίτες. Οι αναχωρητές διαβιούν από κοινού τρεις ή τέσσερις μαζί σε οικία που εξαρτάται από τη μονή και από την οποία την ενοικιάζουν δια βίου. Διαθέτουν το εκκλησάκι και μετά την προσευχή τους καλλιεργούν λαχανικά, αμπέλια, ελαιόδεντρα, συκιές και άλλα δέντρα που τους προσφέρουν τους καρπούς της χρονιάς. οι μοναχοί αυτοί διαφέρουν από τους συμβατικούς μόνο επειδή επικοινωνούν λιγότερο με τον κόσμο και ζουν σε ολιγάριθμη ομάδα στο καταφύγιο τους.

Εκκλησάκια

Χωρίς αμφιβολία ο μεγάλος αριθμός αυτών των ανθρώπων πολλαπλασίασε τα ξωκκλήσια στην Ελλάδα. Καθημερινά έχτιζαν καινούργια μολονότι έπρεπε να αγοράσουν την άδεια από τον καδή. Μάλιστα απαγορευόταν να αναστηλώσουν όσα είχαν πέσει ή καεί πριν πληρώσουν τέλη στον ανώτερο αξιωματούχο. Κάθε παπάς πιστεύει ότι δικαιούται να κατέχει ένα εκκλησάκι.

Οι Έλληνες χρησιμοποιούν μικρές καμπάνες. Από τότε που οι Τούρκοι τους απαγόρευσαν τη χρήση, κρεμούν με σκοινί πάνω στα κλαδιά δένδρων σιδερένια μεταλλικά ελάσματα παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούν για να καλύπτουν τις ρόδες των κάρων. Έχουν σχήμα κυρτό, πάχος περίπου μισό δάχτυλο, φάρδος τρία-τέσσερα δάχτυλα και στο μήκος τους έχουν μικρές τρύπες. Χτυπούν δυνατά πάνω στα ελάσματα με μικρά σιδερένια σφυριά για να ειδοποιήσουν τους καλόγερους να προσέλθουν στη εκκλησία.

Μύρινα Λήμνου

Από το ένδοξο παρελθόν της, το μόνο που έχει να επιδείξει η Μύρινα είναι το κάστρο της, κτισμένο πάνω σε ένα ακρωτήρι που στέκεται ανάμεσα σε δύο κόλπους, που με τη σειρά τους σχηματίζουν δύο λιμανάκια. Κάποιες πλευρές του τείχους από πέτρες ακανόνιστες χωρίς τσιμέντο, ίχνη από σκαλοπάτια και εγκοπές μέσα στο βράχο αντιπροσωπεύουν την ελληνική αρχαιότητα. Αντίθετα, τα γενοβέζικα προπύργια επιβιώνουν, φέροντας ακόμα το μονόγραμμα του Παλαιολόγου Gatiliusi (Γατελούζου), Γενοβέζου στην καταγωγή, που θα κυβερνούσε ταυτόχρονα τη Λήμνο και τη Μυτιλήνη.

Μύρινα Λήμνου
Το κάστρο της Μύρινας όπως είναι σήμερα

Το κάστρο στη Μύρινα, στην εξωτερική του εμφάνιση, παρουσιάζει μια εικόνα από τις γραφικότερες, χάρη στις απόκρημνες μεριές από τραχείτη όπου και στηρίζεται και τις πολύ απότομες κορυφές, τις παράξενες σε σχήμα που υψώνονται γύρω του, στην πεδιάδα. Ιδιαίτερα δε κατά τη δύση του ηλίου, όταν αυτές οι μαύρες σκιές με τις μορφές φανταστικών τεράτων προβάλλουν στον κόκκινο ουρανό, έχουμε καταπληκτική θέα, από τους λόφους στα ανατολικά, κοντά στον Άγιο Παύλο και τον Κοντιά.

Σαν πόλη, το Κάστρο ή Μύρινα, μοιάζει με όλα τα άλλα μικρά λιμάνια των νησιών του Αιγαίου πελάγους ή των ακτών της Μικράς Ασίας: στενοί δρόμοι, ένας από αυτούς με ανοιχτά καταστήματα και βαρέλια κρασιού, χρησιμεύει για αγορά. Σπίτια από γκρίζα ακατέργαστη πέτρα, με τον πρώτο όροφο να προεξέχει στηριζόμενος σε επικλινή στηρίγματα. Καφασωτά παράθυρα με κιγκλιδώματα στα σπίτια των Τούρκων. Το εσωτερικό των σπιτιών, οι φορεσιές τα έθιμα είναι παρόμοια με των άλλων νησιών του Αιγαίου. Πρόκειται πάντα για τους ίδιους χώρους υποδοχής, με ντιβάνια στρωμένα με πολύχρωμα υφάσματα σε όλο το μήκος των τοίχων. Σε μια γωνία του δωματίου, η στήλη από μαξιλάρια για τους καλεσμένους, το καντήλι αναμμένο μπροστά στην αγία εικόνα, τα υφαντά και τα κεντήματα των γυναικών του σπιτιού.

Για φορεσιά, το παντελόνι σε σχήμα σάκου, με δυο ανοίγματα για τις κνήμες που άνδρες και γυναίκες δένουν, οι μεν στα γόνατα, οι δε στον αστράγαλο, αφήνοντας το να πέφτει λιγότερο ή περισσότερο. Στο κεφάλι το κόκκινο φέσι των ανδρών και η χρωματιστή μαντίλα των γυναικών. Όλα τα ρούχα, τα υφάσματα, τα υποδήματα φτιάχνονται στο σπίτι από τις γυναίκες.

Όσον αφορά τα έθιμα, το σύνηθες είναι να προσφέρεται στους επισκέπτες μαστίχα από τη Χίο, γλυκά, ζαχαρωτά, καφές. Ίδιος ο τρόπος φαγητού, καθιστοί σε ένα χαμηλό τραπέζι, σχεδόν στο ύψος του πατώματος.

Στη Μύρινα οι κάτοικοι, που παραμένουν στην πατρίδα τους, δεν έχουν κανένα λόγο να προσπαθήσουν με την εργασία τους να ευδοκιμήσει η γη τους, αφού δεν τους ωθεί σε αυτό το μεγάλο κίνητρο της ανάγκης. Προσεγγίζοντας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, δεν έχουν, χωρίς αμφιβολία, ούτε ανέσεις, ούτε πολυτέλειες.

Ωστόσο, δεν δοκιμάζονται από τη στέρηση τους. Δεν είναι πλούσιοι, αντίθετα σχεδόν όλοι τους έχουν εξασφαλίσει τη διαβίωση τους, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Οι απέραντες αυτές εκτάσεις, ένα είδος δημοσίων κτημάτων που κανένας δεν γνωρίζει τον ακριβή ιδιοκτήτη, ανήκουν σε όσους θέλουν να οδηγούν εκεί τα κοπάδια τους. Ελάχιστοι είναι οι κάτοικοι που δεν έχουν ένα κομμάτι γης για να καλλιεργήσουν το σιτάρι για το ψωμί της χρονιάς: ζουν με λίγα πράγματα σε αυτές τις θερμές χώρες!

Ίσα που ανάβουν φωτιά για φαγητό και αυτό σπάνιες φορές. Με καρπούζι, τυρί, ψωμί, ψάρια παστά, περνούν καιρό. Το κρασί είναι τόσο άφθονο, που μου το πουλούσαν, σε μένα έναν ξένο, λιγότερο από τρεις δεκάρες το λίτρο.

Στη Μύρινα η μόνη ασχολία ικανού αριθμού κατοίκων της συνίσταται στο να φυλούν τα αιγοπρόβατα, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις υπολογίζονται σε πάνω από 40.000 ζώα. Αρκεί να συναντήσεις τα κοπάδια στα έρημα οροπέδια που προσφέρονται για ελεύθερη βοσκή, για να καταλάβεις για ποιο λόγο στη Λήμνο δεν έχει μείνει ούτε ένας θάμνος. Οι βοσκοί είναι ικανοί να κάψουν ένα θάμνο για να ζεσταθούν, με κίνδυνο πυρκαγιάς στο δάσος, και να βάλουν φωτιά σε εάν αιωνόβιο πεύκο για να έχουν λίγα κάρβουνα. Η φωτιά αποτελεί ένα εύκολο τρόπο αποψίλωσης, που πάντα αφήνει στους γείτονες καυσόξυλα, και ό,τι άρχισε η φωτιά το αποτελειώνει το αδηφάγο δόντι των προβάτων και αιγών. Σε αυτές τις χώρες είναι μοιραίο κάποια από τα δύο να υποκύψουν: ή τα δάση ή τα ζώα. Στη Λήμνο τα ζώα θριάμβευσαν.

Οι Λήμνιοι βοσκοί έχουν ενδυμασία και πολύ παράξενο τύπο. Ντύνονται στα λευκά από το κεφάλι ως τα πόδια με το φουσκωτό παντελόνι και ένα γιλέκο από δέρμα πάνω από το μάλλινο πουκάμισο. Σπάνε λίγο τη μονόχρωμη λευκότητα με το μαύρο των δερμάτινων λουριών που δένουν γύρω από τα πόδια τους, των περικνημίδων που καταλήγουν σε αιχμή πάνω από το γόνατο και της ζώνης τους, από όπου κρέμεται συνήθως μια δερμάτινη θήκη. Στο λευκό μάλλινο σκούφο τους είναι στριμμένη πολλές φορές μια υφασμάτινη άκρη, αφήνοντας να φανούν μακριά κατσαρά μαλλιά που πλαισιώνουν ένα οστεώδες πρόσωπο, με μάτια πολύ κοντά το ένα στο άλλο, διαπεραστικά, με μύτη κυρτή. Στο χέρι κρατούν ένα μακρύ φυσικό μπαστούνι.

Ένα ελληνικό νησιωτικό χωριό πολύ συχνά χαρακτηρίζει μια εκκλησία μεγαλοπρεπής σε κατασκευή. Οι θρησκευτικές κοινότητες, που για τους Έλληνες υπόδουλους στους Τούρκους αντιπροσωπεύουν την πατρίδα, είναι όλες πλούσιες, και όταν πρόσφατα η Τουρκία ήρε παλαιότερη απαγόρευση και τους επέτρεψε, με οικονομικό αντάλλαγμα, να κτίσουν εκκλησίες, αμέσως επιδόθηκαν στην οικοδόμηση τους. Με έκπληξη είδαμε σε φτωχά χωριά τόσο μεγάλα οικοδομήματα, τόσο υπέροχα διακοσμημένα, συχνά δε με μάρμαρα από τα γύρω αρχαία ερείπια.

Εκτός από τις εκκλησίες, υπάρχουν στη Λήμνο επτά μοναστήρια με σπουδαιότερα του Πορτιανού και του Κοντιά. Και κατά μία πολύ παλαιά συνήθεια, ένα είδος λατρείας των ψηλότερων σημείων, όπου ο άνθρωπος πίστευε ότι ήταν πλησιέστερο στον ουρανό, πάνω τις ψηλότερες κορυφές, τις πιο δύσβατες, υπάρχει πάντα ένα μικρό ξωκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία, στον Άγιο Γεώργιο, στον Άγιο Αθανάσιο ή στον Προφήτη Ηλία.

Louis de Launay

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας

Η Μυτιλήνη είναι ένας μεγάλος τόπος με επιβλητική εμφάνιση και περιλαμβάνει πληθυσμό 20.000 ατόμων. Η πόλη είναι χτισμένη εν μέρει πάνω σε μια χερσόνησο, η οποία στο σημείο αυτό προβάλλει προς τη θάλασσα, και εν μέρει στο γειτονικό χώρο και τον ισθμό που τα συνδέει.

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας
Εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο-σαπουνοποιείο στη Λέσβο

Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού, πράγμα που χωρίς αμφιβολία έχει επιβληθεί για δύο λόγους: πρώτον μεγαλύτερη ασφάλεια για τη ναυτιλία, καθώς έτσι το λιμάνι της δεν ήταν εκτεθειμένο στην ανοιχτή θάλασσα και δεύτερον ευκολία επικοινωνίας με την ενδοχώρα καθώς οι ελληνικοί οικισμοί παντού ιδρύονταν με προοπτική το εμπόριο και ειδικότερα την εξαγωγή του προϊόντος της ενδοχώρας. Η πόλη στην πίσω πλευρά περιβάλλεται από σειρά λόφους, οι πλαγιές των οποίων είναι καλυμμένες με όμορφη βλάστηση και διάσπαρτες αγροικίες.

Η ελιά βασιλεύει στη Μυτιλήνη. Ο πληθυσμός είναι αφοσιωμένος στην καλλιέργεια της ελιάς και το λάδι είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν. Ως εκ τούτου το νησί ονομάζεται από τους Τούρκους «κήπος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας».

Η Μυτιλήνη αποτελείται από δύο τομείς, το μεσαιωνικό κάστρο, το οποίο καλύπτει την κορυφή και ένα μεγάλο μέρος των βορείων κλιτών της χερσονήσου, και τη σύγχρονη πόλη, που είναι χτισμένη στον ισθμό και στις πλαγιές αριστερά και δεξιά του. Το κάστρο είναι μια εκτεταμένη και θεαματική κατασκευή, που έχει εσωτερικά και εξωτερικά τείχη, με προμαχώνες, στρογγυλούς και γωνιώδεις πύργους και επάλξεις. Η οχύρωση του φτάνει μέχρι τη θάλασσα και την ακολουθεί για κάποια απόσταση προς τη βορειοδυτική πλευρά. Είναι βυζαντινής κατασκευής, αλλά το 1335 πέρασε στα χέρια των Γενουατών ευγενών της οικογένειας των Γατελούζων, οι οποίοι κατείχαν το νησί, για περισσότερο από έναν αιώνα, μέχρι που δόθηκε σαν δώρο στον Μωάμεθ Β΄το 1462.

Η ιστορία του κάστρου μπορεί να λεχθεί ότι αποτυπώνεται με ακρίβεια στην προμετωπίδα του, γιατί πάνω από την είσοδο, στην κορυφή του λόφου, όπου παραμένει ακόμα η παλιά σιδερένια πόρτα, βρίσκονται δίπλα δίπλα εντοιχισμένα: ένας βυζαντινός αετός, ένας φράγκικος θυρεός και μια τούρκικη επιγραφή. Τώρα κατοικείται από οθωμανικό πληθυσμό, κυρίως κυβερνητικούς αξιωματούχους και ένα σημαντικό αριθμό στρατιωτικών δυνάμεων. Το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου δεν έχει ανοικοδομηθεί και καταλήγει στη θάλασσα σε απότομους βράχους.

Το βόρειο τμήμα της σύγχρονης πόλης, που βρίσκεται πλησιέστερα προς το κάστρο, είναι επίσης τουρκικός τομέας και περιλαμβάνει ορισμένα τζαμιά, ενώ το τμήμα προς τη νότια πλευρά του ισθμού, που έχει μεγάλη έκταση, κατοικείται από τους Έλληνες και Ευρωπαίους πρόξενους.

Henry Fanshawe Tozer

Δήλος, τόπος ιερός (1400π.Χ.-…)

Ήταν πολύ όμορφες οι Τιτανίδες αδελφές Αστερία και Λητώ. Ο Δίας πρώτα είδε την Αστερία και την πόθησε. Εκείνη όμως, είχε την καρδιά της δοσμένη σε άλλον, τον άνδρα της Πέρση, στον οποίο είχε χαρίσει κόρη την Εκάτη. Ο Δίας την κυνήγησε. Στην απελπισία της η Αστερία πήδηξε από έναν βράχο και έπεσε στη θάλασσα. Θύμωσε ο Δίας και την μεταμόρφωσε σε κακοτράχαλο νησάκι. Και ήταν το μοναδικό στον κόσμο νησί, που δεν μπορούσε κάπου να ριζώσει: πλανιόταν πάνω κάτω στο Αιγαίο, έγινε φωλιά ορτυκιών, το είπαν Ορτυγία. Οι θαλασσινοί το συναντούσαν στα ταξίδια του, το προσπερνούσαν και το ονόμασαν «Δήλος» (=σημαδούρα).

Δήλος, τόπος ιερός
Αναπαράσταση του ναού του θεού Απόλλωνα στη Δήλο

Ο Δίας ξέχασε την Αστερία. Είχε δει την αδελφή της και την είχε ερωτευτεί. Αυτή δεν τον αρνήθηκε. Στους εννιά μήνες την έπιασαν οι πόνοι. Κόντευε να σκάσει από τη ζήλια της η ‘Ηρα και διέταξε κανένας τόπος να μη δεχτεί τη ετοιμόγεννη Λητώ. Με την κοιλιά στο στόμα η Λητώ περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο παρακαλώντας κάπου να σταθεί για να γεννήσει. Απελπισμένη στράφηκε στην αδελφή της, την περιπλανώμενη Δήλο. Εκείνη δέχτηκε. Δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από την Ήρα αφού είχε καταντήσει ένα κακοτράχαλο νησί. Πως, όμως, να γεννήσει η Λητώ πάνω στη Δήλο, έτσι καθώς την παρέδερναν τα κύματα. ήρθε η ώρα του Δία να κάνει κάτι: τέσσερις κολόνες ορθώθηκαν από το βυθό της θάλασσας και στήριξαν τη Δήλο να μένει στο εξής ακίνητη, στη σημερινή της θέση. Η Λητώ είχε βρει πια τόπο να γεννήσει. Και ήρθαν να τη βοηθήσουν και άλλες θεές, παλιές και νέες, η Ρέα, η Θέμιδα, η Αμφιτρίτη ανάμεσα τους.

Όμως, η Λητώ πάλι δε μπορούσε να γεννήσει. Επτά μερόνυχτα ταλαιπωρούνταν χωρίς να μπορεί να ελευθερωθεί. Οι άλλες κατάλαβαν ότι έπρεπε να βρεθεί η Ειλείθυια, η θεά της γέννας, για να ξεπεραστεί το πρόβλημα. Την είχε απομονώσει η Ήρα στον Όλυμπο, μέσα σε ένα χρυσό σύννεφο, για να μη βλέπει και να μην ακούει τι γίνεται στον κόσμο. Έστειλαν την ίριδα να τη βρει. Πείστηκε να πάει. Γεννήθηκε ο θεός Απόλλωνας. Την επόμενη μέρα στο διπλανό νησί γεννήθηκε η Άρτεμη. Η Δήλος έγινε τόπος λατρείας του θεού Απόλλωνα, του θεού του φωτός.

Η Δήλος στο αθηναϊκό άρμα

Ριζωμένη στα νοτιοδυτικά της Μυκόνου, είναι γνωστή ως Μικρή Δήλος, σε αντιδιαστολή με τη Ρήνεια, τη Μεγάλη Δήλο. Διαθέτει ένα από τα πιο ασφαλή φυσικά λιμάνια, αλλά συνδέεται με καΐκι με τη Μύκονο, στην οποία ανήκει διοικητικά.

Κατοικήθηκε αρχικά από Μινωίτες και τον 12ο αιώνα π.Χ. από Μυκηναίους. Δύο αιώνες αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί Ίωνες που έφεραν εκεί τη λατρεία στη Λητώ και τα παιδιά της, Απόλλωνα και Άρτεμη.

Τον 7ο π.Χ. αιώνα η Δήλος αναδείχτηκε σε ιερό κέντρο αμφικτιονίας των Κυκλαδιτών Ιώνων, κάτω από την προστασία της Νάξου. Ιωνική πόλη και η Αθήνα, μπήκε στη δηλιακή αμφικτιονία και ανέλαβε την κηδεμονία της Δήλου. Στα 543 π.Χ., ο τύραννος της Αθήνας Πεισίστρατος προχώρησε σε κάθαρση του ιερού. Μετά το νησί πέρασε στη σύντομη κυριαρχία του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη.

Ο Πέρσης στρατηγός, Δάτις, που πέρασε από εκεί στα 490 π.Χ. πλέοντας προς την Εύβοια και την Αττική, σεβάστηκε τη Δήλο ως τόπο ιερό και δεν την κατέλαβε. Δέκα χρόνια αργότερα όταν ο περσικός κίνδυνος εξέλιπε, η ιδέα μιας μεγάλης συμμαχίας είχε ωριμάσει: η Δήλος έγινε το κέντρο της Α΄Αθηναϊκής Συμμαχίας στην οποία συμμετείχαν 300 πόλεις. Στο νησί είχαν εγκαταστήσει το Κοινό Ταμείο.

Προοδευτικά όμως η συμμαχία μετατράπηκε σε ηγεμονία της Αθήνας. Στα 456 π.Χ. το Ταμείο μεταφέρθηκε στην Ακρόπολη, ενώ οι Αθηναίοι επενέβησαν ανοιχτά στη διοίκηση του ιερού. Στα 46 π.Χ. διέταξαν «γενική κάθαρση» του νησιού και απαγόρευσαν να γεννιούνται και να πεθαίνουν άνθρωποι στη Δήλο. Οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στη Ρήνεια, αλλά, την επόμενη χρονιά, τους επετράπη να επιστρέψουν. Η διοίκηση και τα οικονομικά του ναού είχαν αναλάβει να διαχειρίζονται τέσσερις αμφικτίονες Αθηναίοι.

Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και την ήττα της Αθήνας η Δήλος πέρασε στην επιρροή της Σπάρτης. Σύντομα όμως οι Αθηναίοι συνήλθαν, ανασύστησαν την συμμαχία και επέβαλαν την κηδεμονία τους στο νησί. όσο διαρκούσε η αθηναϊκή ηγεμονία, ανά τέσσερα χρόνια και μήνα Μάιο, τελούσαν στη Δήλο την εορτή των Δηλίων. Οι Αθηναίοι έστελναν «θεωρούς» και «χορούς». Ο αρχηγός της «θεωρίας» επέβαινε σε πλοίο που ονομαζόταν «δηλία»ή «θεωρία ναυς». Μόλις ο αρχηγός της αποστολής πατούσε στη Δήλο, κατευθυνόταν στο ναό και έψελνε τον «προσόδιον», ύμνο που περιέγραφε όσα πέρασε η Λητώ ώσπου να γεννήσει τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Μετά τις θυσίες βοδιών ακολουθούσαν αγώνες: στίβου, ιππικοί και μουσικοί. Η εορτή τελείωνε με παραστάσεις δράματος και συμπόσια. Η όλη ιστορία ήταν τόσο σεβαστή και ιερή, ώστε όσο έλειπαν από την Αθήνα οι «θεωροί» αναστέλλονταν οι εκτελέσεις θανατικής ποινής.

Το πρόβλημα της Δήλου

Το 315 π.Χ., όταν ο Πτολεμαίος έγινε κυρίαρχος του Αιγαίου, Οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από τη κηδεμονία της Δήλου, η οποία ανέκτησε την ανεξαρτησία της. Ως το 166 π.Χ., οπότε το νησί αποδόθηκε πάλι στην Αθήνα, η Δήλος έζησε τη χρυσή 150ετία της. Αναδείχτηκε για άλλη μια φορά κέντρο συνομοσπονδίας των νησιών, ενώ το ιερό της κατακλύσθηκε από πλούσια αναθήματα. Στην εποχή αυτή ανήκουν τα πιο πλήρη επιγραφικά μνημεία της.

Τοπικός άρχοντας, μια γερουσία και η εκκλησία του δήμου διαχειρίζονταν τις υποθέσεις του δηλιακού λαού. Την εποπτεία του ναού ασκούσαν τέσσερις ιεροποιοί, ιερείς και ταυτόχρονα διαχειριστές της περιουσίας του θεού, όλοι με ετήσια θητεία. Κάποια στιγμή οι κάτοικοι της Δήλου απευθύνθηκαν στο μαντείο των Δελφών με το ερώτημα: τι να κάνουν με το βωμό του Απόλλωνα που τους φαινόταν μικρός. Πολύ σοβαρά η Πυθία απάντησε να διπλασιάσουν τον όγκο του. Ποτέ δεν κατάφεραν να λύσουν να βρουν τη λύση, γιατί ο βωμός είχε σχήμα κύβου και οι τότε μαθηματικοί διέθεταν μόνο διαβήτες και χάρακες για να λύσουν γεωμετρικά προβλήματα, χρησιμοποιώντας ευθείες και κύκλους.

Το όλο ζήτημα («να βρεθεί η ακμή κύβου διπλάσιου όγκου από άλλο δοθέντα κύβο») αποκλίθηκε «δήλιον πρόβλημα». Ούτε σήμερα έχει απαντηθεί καθώς η άλγεβρα μόνο κατά μεγάλη προσέγγιση δίνει λύση.

Στα 250 π.Χ. στο νησί φάνηκαν οι Ρωμαίοι. Αρχικά, έστησαν εταιρεία εμπόρων και τραπεζιτών που με την υποστήριξη της Ρώμης απέκτησαν μεγάλη δύναμη στη Δήλο. Στα 166 π.Χ. μετά την ήττα του Μακεδόνα Περσέα, η ρωμαϊκή σύγκλητος παρέδωσε το νησί στην κηδεμονία της Αθήνας.

Η Δήλος έγινε αθηναϊκή κτήση με τους Ρωμαίους ουσιαστικούς κυριάρχους. Οι Αθηναίοι εγκατέστησαν εκεί κληρουχία (στρατιωτική αποικία με διανομή κλήρων -αγροτεμαχίων- στους στρατιώτες, αντί αμοιβής για την εκεί θητεία τους). Από το 146 π.Χ., οπότε και αρχίζει ουσιαστικά η ρωμαϊκή κατάκτηση στην Ελλάδα το νησί γνώρισε μεγάλη ακμή. Εξελίχθηκε σε δυναμικό κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, καθώς βρέθηκε στο σταυροδρόμι θαλάσσιων επικοινωνιών από την Ανατολή στην Ελλάδα και τη Ρώμη και αντίστροφα.

Η Δήλος εγκαταλείπεται

Στους πολέμους της Ρώμης με τους Πάρθους η Αθήνα πήγε με το βασιλιά Μιθριδάτη, ενώ η Δήλος έμεινε πιστή στη ρωμαϊκή δημοκρατία (88π.Χ). Το νησί αφαιρέθηκε από την εποπτεία της Αθήνας, αλλά γνώρισε μεγάλες καταστροφές και λεηλατήθηκε άγρια από τους Πάρθους στρατηγούς του Μιθριδάτη, Αρχέλαο και Μηνοφάνη.

Όμως, στο Αιγαίοι δρούσαν οι πειρατές Αθηνόδωρος και Ισίδωρος, που αψηφούσαν τους Ρωμαίους και τρομοκρατούσαν τους νησιώτες. Στα 69 π.Χ. κυρίευσαν τη Δήλο, κατέστρεψαν τα ιερά και τους ναούς, αιχμαλώτισαν τους κατοίκους για να τους πουλήσουν δούλους και αποχώρησαν. Δύο αιώνες αργότερα όταν ο περιηγητής Παυσανίας ασχολήθηκε με το νησί, η Δήλος κατοικούνταν μόνο από τους φύλακες του ναού. Στα επόμενα χρόνια η Δήλος λεηλατήθηκε, καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε πολλές φορές. Τελευταίοι το κούρσεψαν οι Ιωαννίτες Ιππότες (1533μ.Χ.).

Μετά η έρημη Δήλος μεταβλήθηκε σε λατομείο για τις ανάγκες των Βενετών και των Τούρκων που έχτιζαν κάστρα στα γύρω νησιά. Ως μια από τις Κυκλάδες πέρασε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος του 1830. Στα 1873 αποστολή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής πήρε άδεια να ανασκάψει το νησί. Οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως σπουδαία ευρήματα. Σοβαρή δουλειά έκαναν στη Δήλο και οι Έλληνες Αρχαιολόγοι: Π.Καββαδίας, Α. Κεραμόπουλος, και άλλοι.

Πάσχα στην Πάρο

Περάσαμε την Κυριακή του Πάσχα στην Πάρο. Ήταν μια ήρεμη μέρα, χωρίς τίποτα το εντυπωσιακό, στην τοπική εκκλησία που ήταν παλιά και ασυνήθιστη και είχε, ενδιαφέρουσα εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία, γιατί ορισμένα τμήματα της ανάγονται στην ειδωλολατρική εποχή. Το πάτωμα της ήταν στρωμένο με αρωματικά φύλλα που είχαν πέσει και πατηθεί κατά την προηγούμενη νύχτα από τους πιστούς της μεσονύχτιας λειτουργίας, μέρος της οποίας παρακολουθήσαμε στο γειτονικό νησί, Ίος. Οι δρόμοι της Πόλης της Πάρου ήταν έρημοι, γιατί το Πάσχα στην Πάρο είναι μια σπιτική γιορτή. Ο ήχος κάποιου πυροτεχνήματος ακουγόταν κάθε τόσο.

Πάσχα στην Πάρο
Αρχαιοελληνικά και χριστιανικά στοιχεία στην Εκατονταπυλιανή της Πάρου

Κάναμε ένα πρωινό περίπατο στους δρόμους της πόλης και φθάσαμε στην σε μια μεγάλη άσπρη εκκλησία, όχι μακριά από τη θάλασσα που ήταν αφιερωμένη στην Παναγία, που λέγεται Παναγία Εκατονταπυλιανή: ήταν ένα είδος τριπλής εκκλησίας μ δύο παρεκκλήσια αριστερά και δεξιά της κύριας αίθουσας της εκκλησίας και περίπου στο ίδιο μέγεθος. Στο δεξιό παρεκκλήσι υπήρχε μια σταυροειδής κολυμπήθρα αρκετά παλιά και σε μικρό ύψος από το επίπεδο του πατώματος, πράγμα που φανέρωνε τη χρήση αυτού του τμήματος του ναού.

Η παρουσία των αρχαίων μαρμάρινων κιόνων που ήταν ενσωματωμένοι στο πρώιμο χριστιανικό οικοδόμημα ήταν εξίσου εντυπωσιακή. Στο κύριο μέρος του ναού, το πιο αξιοσημείωτο, υπήρχε ένα πέτρινο τέμπλο με τρεις θύρες που οδηγούν μέσα στο Ιερό αντί για τη συνηθισμένη μία θύρα, μια διαρρύθμιση που πολλοί θεωρούν ότι προσομοιάζει το προσκήνιο του αρχαίου θεάτρου.

Ήταν εντελώς άδεια και υπήρχε μια βαριά μυρωδιά από λιβάνι και μυρωδιά βάλσαμου από τα φύλλα και τα κλαδιά που είχαν πέσει την προηγούμενη νύχτα. ήταν όλα ακίνητα, πολύ υγρά και κρύα και εμφανώς πολύ παλιά, που χωρίς αμφιβολία έχουν αντικαταστήσει κάποιον προηγούμενο ειδωλολατρικό ιερό χώρο.

Στην αυλή μπροστά στην εκκλησία υπήρχε ένα είδος εγκαταλελειμμένου μοναστηριού, που με τους τοίχους περιέκλειε το χώρο μπροστά από τη εκκλησία. Σε ένα τμήμα των κτιρίων αυτού του περιφραγμένου χώρου υπάρχει ένα μικρό μουσείο, γνωστό κυρίως για τις επιγραφές, μία από τις οποίες αναφέρεται στον Αρχίλοχο, το συγγραφέα της ιαμβικής ποίησης, που ζούσε στην Πάρο τον 7ο αιώνα π.Χ. Η Πάρος ήταν, φυσικά, γνωστή για τα μάρμαρα της. Το λατομείο από όπου προέρχονταν οι τεράστιοι ογκόλιθοι βρισκόταν στα βορειοανατολικά.

Τριγυρνώντας στην μικρή σύγχρονη πόλη, που βρίσκεται στην ίδια τοποθεσία που βρισκόταν η αρχαία πόλη της Πάρου, και λέγεται Παροικιά, διαπιστώσαμε ότι δεν έλειπε το χρώμα που ήταν τόσο ευχάριστο στα μάτια, παρ΄όλο που οι δρόμοι ήταν γενικά λασπωμένοι και βρώμικοι.

Στη νότια πλευρά του λιμανιού υπάρχει ένα ύψωμα πάνω στο οποίο υπήρχε στην αρχαιότητα μια μικρή ακρόπολη, που ακόμη και έχει στην κορυφή ένα σχετικά ογκώδη πύργο, χτισμένο από τους Φράγκους, λίγο πιο πέρα από τα αρχαία μαρμάρινα οικοδομήματα. Απ΄έξω είχε κανείς μια παράξενη εικόνα μιας καλύβας φτιαγμένης από κορμούς, εικόνα που δημιουργούνταν από τη χρησιμοποίηση μαρμάρινων κιόνων για τα τείχη, με τον κάθε κίονα με τις πλευρές στραμμένες προς τα έξω, που δέσποζε και εντυπωσίαζε.

Μέσα βρήκαμε μια μικρή λάρνακα, ερειπωμένη όπως ήταν και η μεγάλη εκκλησία, που όμως έχει ακόμη μαρτυρίες πρόσφατης θρησκευτικής δραστηριότητας. Εκτός από τα απομεινάρια παλαιών ναών, που χρησιμοποιήθηκαν στα τείχη του φράγκικου φρουρίου, λίγα πράγματα στην Πάρο θυμίζουν την εποχή που ήταν η πλουσιότερη από όλες τις περιοχές που ήταν υποτελείς στην Αθήνα.

Τα πιο διατηρημένα από τα κλασικά μνημεία είναι τα λατομεία, τώρα εγκαταλελειμμένα, που όμως φέρουν τα σημάδια της αρχαίας σμίλης από όπου προήλθε η πρώτη ύλη για τα περισσότερα από τα φημισμένα ελληνικά γλυπτά που μας παραδόθηκαν.

Philip Sanford Marden

Προσκύνημα στην Τήνο

Δύο φορές το χρόνο μπορεί να μπαρκάρει κανείς για Τήνο από σχεδόν κάθε ελληνικό λιμάνι. Γιατί το νησί αυτό έχει παραγκωνίσει την Ιερή Δήλο ως τόπο προσκυνήματος και εκεί στη μεγάλη και μικρή πανήγυρη τον Μάρτιο και τον Αύγουστο εναλλάξ, συρρέουν Έλληνες από τρεις ηπείρους. Πείστηκα για αυτό το γεγονός, όταν ταξίδεψα για πρώτη φορά με τον μικρό Αττικό Σιδηρόδρομο από Αθήνα για Λαύριο: κάθε ενδιάμεσος σταθμός ήταν ασφυκτικά γεμάτος με γραφικούς χωρικούς με τις καλές τους φορεσιές και φορτωμένους με όλα τα εφόδια νομαδικών φυλών. Το τρένο ήταν μακρύ, αλλά όχι αρκετό για ολόκληρο τον πληθυσμό, και πολλοί χωρικοί αφήνονταν να περιμένουν το επόμενο. Όταν το τρένο έφτασε στο Λαύριο, ξεφόρτωσε το πολύχρωμο φορτίο του στα βρώμικα μικρά ατμόπλοια που ήδη σφύριζαν για την αναχώρηση. Ήταν το ανοιξιάτικο προσκύνημα στην Τήνο.

Προσκύνημα στην Τήνο
Χαλκογραφία της Τήνου

Μέσα από τα ελικοειδή σοκάκια κατευθύνθηκα προς την εκκλησία του 15ου αιώνα που συνέρρεαν οι πιστοί. Ήταν γεμάτη με κόσμο που μπαινόβγαινε και σταματούσε μόνο για να ανάψει ένα κερί και να ασπαστεί τις εικόνες των Αγίων. Το φως από τα κεριά, τα θυμιατά και το λιβάνι, οι παπάδες με το ράσο τους και οι ευσεβείς προσκυνητές, συνδυάζονταν σε μια σκηνή αλλόκοτη και σοβαρή.

Προχωρήσαμε προς τη μεγάλη εκκλησία του προσκυνήματος. Ο δρόμος ήταν μια πλατιά ανηφορική λεωφόρος στρωμένη με χοντροκομμένες μαρμάρινες πλάκες και με πάγκους ξύλινους στη σειρά, αριστερά και δεξιά. Είχε κατεύθυνση προς το Βορρά και κατέληγε στις πύλες του τεράστιου και ακανόνιστου τετραγώνου που βρίσκεται περίπου 800μ. από τη θάλασσα και αρκετά πιο ψηλά από την πόλη. Μπροστά από τις πύλες αυτού του αυλόγυρου, στις δύο πλευρές ενός ημικυκλικού προαυλίου στρωμένου με βότσαλα, υπήρχε μια μαρμάρινη κρήνη και ένα μικρό άλσος. Κατά μήκος του ανοιχτού περιστυλίου περπατούσαμε προσεκτικά ανάμεσα σε εκατοντάδες ξαπλωμένους ανθρώπους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που είχαν απλωθεί για να περάσουν τη νύχτα, και άλλους που έκαναν άγαρμπες μετάνοιες. Μετά τους ξαπλωμένους υπήρχαν καταλύματα που ήταν πιασμένα από τους προνομιούχους προσκυνητές. Ένα παρεκκλήσι ήταν ασφυκτικά γεμάτο, ενώ ακόμη και τα σκαλοπάτια ταλαιπωρούνταν από ανθρώπους που ροχάλιζαν.

Το σκηνικό δεν είναι νέο. Τα αρχαία χρόνια στη Δήλο και στην Επίδαυρο οι θεοί λατρεύονταν σε ανοιχτό χώρο, όπως εδώ η Παρθένος. Όχι πολύ πριν τις ένδοξες μέρες της Δήλου, αυτό το ίδιο σημείο ήταν τόπος συγκέντρωσης του λαού των νησιών της Ιωνίας: εδώ στη μέση του ιερού κήπου υψωνόταν επιβλητικός ο ναός του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, με χώρους γευμάτων και αναψυχής για όσους συνέρρεαν στη μεγάλη γιορτή του θεού.

Πώς όμως συμβαίνει η αρχαία Ελλάδα να επαναλαμβάνεται στο ίδιο ακριβώς σημείο; Στην περίπτωση της Τήνου υπάρχει μια γνωστή ιστορία. Η ιστορία λέει ότι το 1823 μια μοναχή ονειρεύτηκε ότι υπήρχε εδώ μια εικόνα της Παναγίας. Η πιστή έσκαψε και τη βρήκε. Το θαύμα διαδόθηκε πέρα από το νησί. Πιστοί κατέφθαναν από την Ανατολή για Προσκύνημα στην Τήνο. Για να γιορτάσουν τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Με τα δώρα και τον απλήρωτο μόχθο των Τηνίων, πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας, χτίστηκε η μεγάλη μαρμάρινη εκκλησία. Τα έσοδα με τον καιρό αυξήθηκαν και προστέθηκαν τμήματα για τον κλήρο, καταλύματα για τους προσκυνητές, ένα σχολείο και ένα νοσοκομείο. ολόκληρο το ίδρυμα συντηρείται χωρίς να επιβάλλεται κανένας φόρος στο λαό της Τήνου. Στην πραγματικότητα η εκκλησία έχει χτίσει και συντηρεί την πόλη. Έχει φτιάξει τους μόλους, έχει στρώσει τους δρόμους, έχει φτιάξει δίκτυο ύδρευσης και έχει ενθαρρύνει τις τέχνες.

Το πανηγύρι στο νησί δεν είναι απλά ένα προσκύνημα στην Τήνο, είναι πατριωτική εκδήλωση. Στο λιμάνι δύο ελληνικά πλοία χαιρετούσαν με κανονιοβολισμούς, καθώς η εορταστική πομπή, που συνοδευόταν από στρατιωτικό άγημα, έφτασε στη μικρή πλατεία και σταμάτησε για να απαντήσει στους κανονιοβολισμούς με τον Εθνικό Ύμνο. Εδώ οι Έλληνες της Αιχμαλωσίας από όλη την Ανατολή έρχονται να φιλήσουν το χώμα της ελεύθερης Ελλάδας. Και η ελεύθερη Ελλάδα φρόντισε να τους συναντήσει με μια θαυμάσια εκδήλωση. όπως η Αθήνα συνήθιζε να στέλνει τος λαμπρές «θεωρίες» στη Δήλο, έτσι τώρα στέλνει τις φρεγάτες στην Τήνο, και πιο ευχάριστη από τη μονότονη λειτουργία, ακόμη και από τον Εθνικό ύμνο, ήταν για το μακρινό προσκυνητή η μουσική των ελληνικών κανονιών.

Ακούγοντας αυτή τη μουσική και βλέποντας αυτή την ετερόκλητη πομπή, που όμως έχει το ίδιο αίμα και την ίδια πίστη, αναρωτιέται κανείς γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει εδώ στην Τήνο μια νέα Συμμαχία της Δήλου.

Irving Manatt

Στη Νάξο, το «λατινικό» νησί

Στη Νάξο υπάρχει ένα κάστρο, το οποίο βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο της πόλης. Είναι κυκλικό με μεγάλους πύργους στα άκρα του, ανάμεσα στους οποίους υπάρχει ένα μεγάλος, τετράγωνος με παχιά τοιχώματα και ο οποίος ήταν κάποτε το παλάτι των δουκών. Οι απόγονοι των Λατίνων ευγενών που εγκαταστάθηκαν στο νησί υπό την αρχηγία αυτών των πριγκίπων κατέχουν ακόμη την τοποθεσία του κάστρου.

Στη Νάξο, το «λατινικό» νησί
Χαλκογραφία με το Κάστρο της Νάξου

Οι Έλληνες, οι οποίοι είναι πολύ περισσότεροι, κατέχουν όλη την περιοχή από το κάστρο μέχρι τη θάλασσα. Η έχθρα μεταξύ των Ελλήνων και των Λατίνων της μικρής αριστοκρατίας είναι αγεφύρωτη: οι Λατίνοι προτιμούσαν να κάνουν δεσμό με τη φτωχότερη αγρότισσα παρά να παντρευτούν Ελληνίδες κυρίες -πράγμα το οποίο τους έκανε να εξασφαλίσουν άδεια από τη Ρώμη να παντρευτούν ξαδέλφια τους από τη Γερμανία.

Οι Τούρκοι αντιμετωπίζουν όλους αυτούς τους ευγενείς των δύο πλευρών με τον ίδιο τρόπο. Με την άφιξη του ταπεινότερου μπέη μιας γαλιότας, ούτε οι Λατίνοι, ούτε οι Έλληνες τολμούν να εμφανιστούν παρά μόνο με κόκκινα φέσια σαν τους κοινούς δούλους μιας γαλέρας και τρέμουν μπροστά στον κατώτατο αξιωματούχο.

Μόλις αποσυρθούν οι Τούρκοι η ευγενική τάξη της Νάξου ανακτά το αγέρωχο ύφος, δεν βλέπει κανείς παρά βελούδινα καπέλα και δεν ακούει παρά μόνο για γενεαλογικά δέντρα. Μερικοί θεωρούν ότι είναι απόγονοι των Παλαιολόγων και των Κομνηνών. Άλλοι ότι κατάγονται από τους Ιουστινιάνι και τους Γκριμάλντι.

Ο σουλτάνος δεν πρέπει να φοβάται πιθανή εξέγερση σε αυτό το νησί: τη στιγμή που ξεσηκώνεται ένας Λατίνος, οι Έλληνες το αναφέρουν στον καδή. Και αν ένας Έλληνας ανοίξει το στόμα του, ο καδής ξέρει τι θέλει να πει πριν το κλείσει.

Οι αρχόντισσες εδώ είναι ματαιόδοξες μέχρι γελοιότητας. Θα δει κανείς να επιστρέφουν από την ύπαιθρο μετά τον τρύγο με συνοδεία 30-40 γυναικών, οι μισές με τα πόδια και οι άλλες μισές πάνω στα γαϊδούρια, ή μία να έχει στο κεφάλι της μία ή δύο βαμβακερές πετσέτες, ή ένα μεσοφόρι της κυράς της. Άλλη περπατάει κρατώντας ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα πέτρινο τσουκάλι ή μερικά πήλινα πιάτα.

Όλα τα έπιπλα του σπιτιού γίνονται δημόσιο θέαμα και η κυρία, αξιοθρήνητα θρονιασμένη πάνω στο γάιδαρο, κάνει την είσοδο της στην πόλη θριαμβευτικά, στην κεφαλή αυτής της πομπής. Τα παιδιά είναι στο μέσον αυτής της καβαλαρίας και ο σύζυγος συνήθως ουραγός.

Οι ευγενείς της Νάξου μένουν όλοι στην ύπαιθρο, στους πανέμορφους τετράγωνους πύργους τους και επισκέπτονται σπάνια ο ένας τον άλλον. Η κυριότερη ασχολία τους είναι το κυνήγι. Όταν τους επισκέπτεται ένα φιλικό πρόσωπο, διατάζουν έναν υπηρέτη να φέρει το πρώτο ζυγούρι ή μοσχάρι που μπορεί να βρεθεί στο κτήμα τους: το ζώο που πιάνεται είναι αδέσποτο, κατάσχεται και σφάζεται σύμφωνα με το έθιμο της περιοχής και ακολουθεί γλέντι με το σφαχτό.

Μερικά χρόνια πριν 12 οικογένειες στη Νάξο ασπάστηκαν τον μωαμεθανισμό: οι χριστιανοί της λατινικής κοινότητας έβαλαν τους κουρσάρους να τους αρπάξουν και να τους μεταφέρουν στη Μάλτα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν πέρασε από το μυαλό κανενός να γίνει μωαμεθανός στη Νάξο.

Joseph Pitton de Tournefort