Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη

Βορειοδυτικά της Ρόδου, απέναντι από τη μικρασιατική ακτή βρίσκονται τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη, που φράζουν τον «Κόλπο Σύμης» στα τουρκικά παράλια. Τα νησιά συνδέονται ακτοπλοϊκά με τον Πειραιά και τη Ρόδο και τα καλοκαίρια με τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων και τις Κυκλάδες.

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Υπογράφεται στη Σύμη το Πρωτόκολλο παράδοσης των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς στους συμμάχους

Πετρώδης και ορεινή η Σύμη είναι η «Μεσοποντίς» και μετέπειτα «Αίγλη» των αρχαίων («Σουμπεκή αντά», όσο την κατείχαν οι Τούρκοι). Σε αυτή ανήκουν διοικητικά τα νησάκια «Νύμος» και «Σεσκλί». Πρωτεύουσα είναι η Πάνω Σύμη ή Χώρα κοντά στο λιμάνι (Γιαλός). Μουσείο, κάστρο των Ιπποτών και παλιά αρχοντικά αποτελούν ιδιαίτερα αξιοθέατα της πόλης. Ο παραλιακός Εμπορειός και ο Πανορμίτης με την περιώνυμη μονή των Ταξιαρχών στη νότια άκρη του νησιού, συμπληρώνουν τους οικισμούς του νησιού.

Η γραφική Τήλος είναι ορεινή αλλά καλά καλλιεργημένη. Οικισμοί της είναι το Μεγάλο Χωριό, το Μικρό Χωριό και τα Λειβάδια. Ερείπια πελασγικού τείχους και μυκηναϊκοί τάφοι, το κάστρο και παλιά μοναστήρια συμπληρώνουν το σκηνικό του νησιού.

Σε απόσταση πέντε μιλίων από τη Ρόδο βρίσκεται η Χάλκη. Το μικρό αυτό νησάκι διαθέτει ένα παράλιο οικισμό, την ομώνυμη πρωτεύουσα και λιμάνι Χάλκη ή Νημποριό και ένα μεσόγειο, το Χωριό. Το νησί Χάλκη, όπου βρίσκεται η Ιερή Θεολογική Σχολή, είναι διαφορετικό από αυτό των Δωδεκανήσων. Αυτό το νησί «Χάλκη» βρίσκεται στα Πριγκηποννήσια.

Τα τρία νησιά στο πέρασμα των αιώνων είναι συνδεδεμένα με τη Ρόδο και την ιστορική διαδρομή των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Γιος του βασιλιά της Σύμης Χάροπα και της βασίλισσας Αίγλης ήταν ο ωραίος Νηρέας που κάποια στιγμή ταξίδεψε στη Σπάρτη για να διεκδικήσει το χέρι της Ωραίας Ελένης. Εκείνη προτίμησε το Μενέλαο, αλλά ο Νηρέας θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να συμμετάσχει στην εκστρατεία στην Τροία, όταν την έκλεψε ο Πάρις. Συμβολική η συμμετοχή του, μόλις τρία πλοία, αλλά ο Νηρέας έκλεψε καρδιές, καθώς αναδείχτηκε ο πιο ωραίος των Ελλήνων που πολέμησαν στον κάμπο του Ιλίου.

Στα ιστορικά χρόνια η Τήλος απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στην ποιήτρια Ηρίννα. Έζησε τον 4ο π.Χ. αιώνα και κατάφερε να διχάσει το πανελλήνιο με το ποιητικό της ταλέντο, αν και πέθανε στα 19 της χρόνια. Έγραψε λυρικά ποιήματα και πανέμορφα επιγράμματα. Οι στίχοι της «εκρίθησαν ίσοι Ομήρω», αλλά οι κακιές γλώσσες έλεγαν ότι μιμήθηκε τη Σαπφώ. Έτσι κι αλλιώς, τιμήθηκε πολύ από τους συγχρόνους της.

Στα νεότερα χρόνια η Σύμη έγινε ο τόπος, όπου στις 8 Μαΐου 1945 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο με το οποίο οι Ιταλοί παρέδωσαν τα Δωδεκάνησα στους συμμάχους (εν προκειμένω τους Άγγλους).

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Άνθρωποι κάθε ηλικίας ξεχύθηκαν στους δρόμους της Σύμης να γιορτάσουν την απελευθέρωση της

Η Ρόδος (5300π.Χ.-…)

Η Ρόδος είναι το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήδων και βρίσκεται σε απόσταση 250 μιλίων από τον Πειραιά. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η πόλη της Ρόδου χωρισμένη σε νέα και παλιά που περιβάλλεται από μεσαιωνικά τείχη και μεταφέρει τον επισκέπτη στο παρελθόν.

Η προϊστορική Ρόδος

Η Ρόδος κατοικείται τουλάχιστον από την Ύστερη Νεολιθική εποχή (5300 – 4800 π.Χ.). Γενικώς αποδεκτή θεωρία είναι πως οι πρώτοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στο νησί από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Τα παλαιότερα ευρήματα στη Ρόδο προέρχονται από την ανατολική και βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Στο σπήλαιο Ερημόκαστρο στις Καλυθιές οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν απολιθωμένα οστά νάνων ελεφάντων της Λίθινης εποχής. Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα μαρτυρείται στο σπήλαιο Κούμελο στον Αρχάγγελο και το σπήλαιο Αγίου Γεωργίου στις Καλυθιές. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν ακονισμένες πέτρες και οστά ζώων (που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία κοπής ή/και όπλα), θραύσματα αγγείων με υπολείμματα δημητριακών, σκεύη μαγειρικής, εργαλεία για το γνέσιμο του μαλλιού κ.α.

Η Ρόδος
Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Καμείρου.

Στην περιοχή Ασώματος Κρεμαστής, στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, βρέθηκε ο παλαιότερος Νεολιθικός οικισμός, που χρονολογείται στο 2400 – 1950 π.Χ.. Δεν είναι ξεκάθαρο αν υπήρξε Μινωική αποίκιση στη Ρόδο, όμως ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχαν, τουλάχιστον, εμπορικές επαφές με τους Μινωίτες. Η γεωγραφική θέση της Ρόδου την κατέστησε, από νωρίς, κόμβο εμπορίου, με προϊστορικά ευρήματα να υποδεικνύουν εμπορικές επαφές, πέρα από τη Μινωική Κρήτη, με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και φυσικά τον Ελλαδικό χώρο.

Η αποίκιση της Ρόδου από τους Μυκηναίους χρονολογείται τον 15ο αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου προέρχονται από τάφους, με ενδιαφέροντα κτερίσματα, όπως διάφορα αγγεία τελετουργικής χρήσης, ξίφη, δόρατα, χάλκινα εργαλεία καθημερινής χρήσης, αλλά και κοσμήματα υψηλής τεχνικής. Εκτιμάται πως τη Μυκηναϊκή εποχή χτίστηκε η αρχαιότερη πόλη της Ρόδου, η Αχαΐα, γνωστή από φιλολογικές πηγές. Κατά τις μετακινήσεις των ελληνικών φύλων τον 11ο αιώνα π.Χ., η Ρόδος αποικίστηκε από τους Δωριείς.

Η αρχαία και μεσαιωνική Ρόδος

Στα τέλη του επόμενου αιώνα, οι τρεις ηγέτιδες ροδιακές πόλεις (Λίνδος, Ιαλυσός, Κάμειρος) αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία της πανίσχυρης Δωρικής Εξάπολης. Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Λίνδο αναδείχθηκε τύραννος ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος. Ο βίος και η πολιτεία του τον κατέταξαν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας. Στα 408 π.Χ. Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος ενώθηκαν και σχημάτισαν την πόλη της Ρόδου. Με θαυμαστούς εμπορικούς νόμους και με ικανότατο ναυτικό, η Ρόδος για μακρά περίοδο εξελίχθηκε σε θαλασσοκράτειρα.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή με 3.000 αγάλματα να την κοσμούν καθώς συγκέντρωνε στο έδαφος της πολλούς καλλιτέχνες. Ανάμεσα τους και ο Λίσιππος, επίσημος ανδριαντοποιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαθητής του Λίσιππου ήταν ο χαλκουργός Χάρης, ο οποίος φιλοτέχνησε τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου.

Οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν στον Αντίγονο, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θέλησε να τους συμπεριλάβει στο πρόσκαιρο κράτος του. Με εξαίρεση τη συμμαχία με τον Αντίοχο Α΄(βασιλιά της Συρίας) και τον Αντίγονο Γονατά (βασιλιά της Μακεδονίας) σε μαι σύγκρουση με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου οι Ρόδιοι έζησαν μεγάλη ειρηνική περίοδο, διατηρώντας δύσκολη ουδετερότητα.

Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η Ρόδος αναπτυσσόταν ως μεγάλο εμπορικό και οικονομικό κέντρο, όπου είχαν την έδρα τους εξειδικευμένοι «εμπορικοί πράκτορες». Ροδίτικα αγγεία αυτής της εποχής βρέθηκαν στην κυρίως Ελλάδα στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τις βόρειες ακτές του  Εύξεινου Πόντου, την Ιταλία και την Καρχηδόνα. Και αυτό σημαίνει τεράστιο δίκτυο εξαγωγικού εμπορίου. Η οικονομία του νησιού πήγαινε τόσο καλά, ώστε δεν σημειώθηκαν εκεί εξεγέρσεις όπως σε άλλες περιοχές. Αν και το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό τη Ρόδο διοικούσαν λίγες πλούσιες οικογένειες. Άλλωστε, η κοινωνία των Ροδίων ήταν αρκετά συντηρητική: Αν Ρόδιος παντρευόταν μια ξένη, τα παιδιά τους δεν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Οι αρχές της Ρόδου συντηρούσαν στρατό και στόλο, όπου οι γόνοι των «λαών οικογενειών» κατατάσσονταν για να εξασφαλίσουν ναυτική σταδιοδρομία. Οι λεπτές διπλωματικές ισορροπίες παραμερίστηκαν αργότερα, όταν οι Ρόδιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην περιοχή, καθώς ασκούσαν έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα 44 π.Χ., συνωμοσία δημοκρατικών με αρχηγούς τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο και τον Λογγίνο Γάιο Κάσιο, κατέληξε στη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα στη Ρώμη. Οι συνωμότες δεν είχαν υπολογίσει την αντίδραση του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου που τους κυνήγησαν. Δύο χρόνια αργότερα (42π.Χ.), οι δυνάμεις του Κάσσιου βρισκόταν στη Ρόδο. Ο Κάσσιος ζήτησε τη βοήθεια των ντόπιων. Του την αρνήθηκαν. Πολιόρκησε και  κατέστρεψε την πόλη. 

Οι Ρόδιοι όμως είχαν διαλέξει το σωστό στρατόπεδο. Την ίδια χρονιά, στους Φιλίππους, Βρούτος και Κάσσιος νικήθηκαν και αυτοκτόνησαν. Η Ρόδος συνήλθε από το χτύπημα και συνέχιζε να ακμάζει για διακόσια ακόμα χρόνια. Ο σεισμός, όμως, του 155 μ.Χ., που έπληξε το νησί, ήταν καταστροφικός. Η Ρόδος δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Ξεκίνησε μακρά περίοδος παρακμής.

Μετά από δυόμισι αιώνες όταν το νησί ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Ήταν τα χρόνια που οι δρόμοι του θαλάσσιου εμπορίου διασταυρώνονταν στα νερά της.

Η ακμή είχε το δικό της κόστος. Σαρακηνοί πειρατές προκάλεσαν καταστροφές το 651μ.Χ. Μπήκαν στην πόλη, βρήκαν ριγμένο τον Κολοσσό της Ρόδου, τον τεμάχισαν και πήραν τα κομμάτια του να τα πουλήσουν για μέταλλο. Οι Άραβες Αλ Ρασίντ που μάχονταν το Βυζάντιο, αποβιβάστηκαν το 807 στη Ρόδο και προκάλεσαν νέες καταστροφές.

Το 1097 ήταν η σειρά των σταυροφόρων. Έπλεαν στους Αγίους Τόπους αλλά δεν έλεγαν «όχι» σε ληστείες και αρπαγές, όπου μπορούσαν. Ήταν οι «πολεμιστές του Χριστού» της Α΄ Σταυροφορίας. Η Β΄ Σταυροφορία απέτυχε, η Γ΄ Σταυροφορία προτίμησε να ασχοληθεί με την Κύπρο και η Δ΄ Σταυροφορία σταμάτησε στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους έκοψε τους δεσμούς της Ρόδου με τη μητρόπολη. Το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία του τοπικού αφέντη Λέοντα Γαβαλά και στη συνέχεια του αδελφού του Ιωάννη.

Οι «Ιππότες» της Ρόδου

Στα 1309 ήρθαν οι «Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ». Ένα πανίσχυρο κάστρο περιέβαλλε την πόλη της Ρόδου. Επτά εντυπωσιακές πύλες επέτρεπαν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο . Κάθε πύλη ανήκε στη δικαιοδοσία μιας από τις επτά «γλώσσες» των Ιπποτών, ανάλογα με την καταγωγή τους: Προβηγκία (Νότια Γαλλία), Ωβέρνη (Κεντρική Γαλλία), Γαλλία (λοιπή χώρα), Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Αργότερα η ισπανική «γλώσσα» χωρίστηκε στης Αραγονίας και της Καστίλης, χωρίς φυσικά να δημιουργηθεί καμία επιπλέον πύλη.  

Κάθε «γλώσσα» είχε το δικό της τόπο συγκέντρωσης αλλά οι Ιππότες διατηρούσαν κατοικίες στο «κολλάκιο», ένα είδος συνοικίας αποκλειστικά για τα μέλη του τάγματος. Στο τέρμα του δρόμου των Ιπποτών, υψώθηκε το παλάτι του Μεγάλου Μάγιστρου. Η πόλη διαμορφώθηκε στα πρότυπα του δυτικού κράτους της εποχής και η ζωή των Ιωαννιτών και των Ελλήνων εξελίχθηκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του αμοιβαίου συμφέροντος.

Οι Έλληνες της πόλης εξελίχθηκαν σε σπουδαίους εμπόρους, τραπεζίτες, διπλωμάτες και διοικητικά στελέχη της μικτής κοινωνίας. Αναφέρεται πλήθος Ελλήνων που ανέλαβαν λεπτές διπλωματικές αποστολές, ενώ, το 1401, ο Δραγονέτος Κλαβέλλης αγόρασε τη Νίσυρο. Ο ίδιος εξελίχθηκε σε σύμβουλο του Μεγάλου Μαγίστρου και αργότερα σε διαχειριστή των οικονομικών του τάγματος. Οι Έλληνες της υπαίθρου, σε τουλάχιστον σε 45 οικισμούς, συνέχισαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι. Η πόλη, όπου δεν έλειπαν οι φτωχοί (σκλάβοι, πόρνες, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί αποτελούσαν το υπόστρωμα, πάνω στο οποίο ζούσε η αριστοκρατία του πλούτου), τους είχε ανάγκη, καθώς ο αστικός πληθυσμός μεγάλωνε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυε την κατανάλωση.

Κάποια στιγμή, απαγορεύτηκε η εξαγωγή σιταριού, λαδιού, κρασιού και παστού κρέατος επειδή η παραγωγή δεν κάλυπτε την ντόπια ζήτηση. Σε ροδίτικα κείμενα της εποχής αναφέρεται ότι «Φράγκισσες και Ρωμιές» είχαν τις ίδιες φορεσιές. Με όλα αυτά η πνευματική ανάπτυξη ήρθε φυσιολογικά. Με επακόλουθο να ανθήσουν τα Γράμματα και οι Τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αγιογραφία), η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική και η τέχνη των οχυρωματικών έργων.

Οι Τούρκοι στη Ρόδο

Στα 1522, στην επιτροπή των Ιπποτών που έκανε τις διαπραγματεύσεις με το σουλτάνο Σουλεϊμάν, υπήρχαν και Έλληνες. Χάρη σε αυτούς, οι κάτοικοι του νησιού μπόρεσαν να φύγουν μαζί με τα μέλη του τάγματος, ενώ, όσοι έμειναν, γλύτωσαν το τούρκικο μαχαίρι της εκδίκησης. Στους επόμενους αιώνες η Ρόδος είχε την κοινή τύχη των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Ενσωματώθηκε στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Στον Ευρυμέδοντα ποταμό (468 π.Χ.-467π.Χ.)

Γύρω από τη μάχη στον Ευρυμέδοντα ποταμό είναι πολλές οι διαφωνίες μεταξύ των ιστορικών. Υπάρχει ασυμφωνία σχετικά με τη χρονολόγηση της, την τάξη που ακολουθήθηκε στις επιχειρήσεις -αν έγινε πρώτα η ναυμαχία ή η πεζομαχία- καθώς και για την απήχηση που είχε η νίκη στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, ώστε να σπεύσουν να γίνουν μέλη, όσες δεν ήταν, της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Το 468π.Χ. έκλειναν δέκα χρόνια από την ίδρυση της συμμαχίας και εκτός από τις επιχειρήσεις της Θράκης, της Σκύρου και της Καρύστου, οι δυνάμεις της συμμαχίας δεν είχαν δράσει κάπου αλλού, αφού άλλωστε ο σκοπός της συμμαχίας ήταν άλλος. Στο διάστημα αυτό οι εισφορές των συμμάχων καταβάλλονταν κανονικά και ο περσικός κίνδυνος φαινόταν να έχει απομακρυνθεί οριστικά.

Η Νάξος, μόνο, είχε αποστατήσει. Αλλά αυτή η αποστασία κατεστάλη με τις ενέργειες του Κίμωνα, που έδρασε ως «αστυνόμος» της συμμαχίας. Ο κίνδυνος, όμως, να ακολουθήσουν και άλλες πόλεις το παράδειγμα της αποσοβήθηκε για ένα διάστημα από την ανάγκη που παρουσιάστηκε να αναληφθεί σοβαρή δράση εναντίον των Περσών. Στην προσπάθεια που αποφάσισαν να αναλάβουν οι Αθηναίοι έπρεπε να πετύχουν, γιατί από την έκβαση της εξαρτιόταν το μέλλον της συμμαχίας.

Στον Ευρυμέδοντα ποταμό
Ο Ευρυμέδοντας ποταμός

Ο Κίμων στον Ευρυμέδοντα παταμό

Ο Κίμων ορίστηκε αρχηγός της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Αποδείχτηκε εξαίρετος στρατηγός και οι μεγάλες επιτυχίες του αύξησαν καταπληκτικά το γόητρο της Αθήνας στους συμμάχους, αλλά και την προσωπική επιβολή του Κίμωνα σε όλες τις τάξεις της Αθήνας.

Ο Πλούταρχος αποδίδει στον Κίμωνα μια μεταβολή που είχε γίνει στις αθηναϊκές τριήρεις αυτήν την εποχή, ώστε να είναι πλατύτερες και να υπάρχει έτσι χώρος όχι μόνο για τους ερέτες αλλά και για οπλίτες. Η αλλαγή αυτή κρίθηκε απαραίτητη για την επιθετική μορφή που προβλεπόταν να πάρει ο αγώνας εναντίον των Περσών. Τα πλοία εκτός από τα πληρώματα τους, έπρεπε να διαθέτουν στρατιωτικές δυνάμεις έτοιμες για απόβαση στην ξηρά και για άμεση επίθεση εναντίον του εχθρού.

Τριακόσια πλοία συγκέντρωσε ο Κίμων στην Κνίδο της Καρίας και στο ακρωτήριο Τριόπιον. Τα διακόσια ήταν αθηναϊκά και εκτός από τους ερέτες είχαν μέσα γύρω στους 5.000 οπλίτες. Στις εκατό συμμαχικές τριήρεις, εκτός από τους ερέτες, υπήρχαν και μερικοί τοξότες. Από την Καρία τράβηξαν οι Έλληνες προς την Παμφυλία και έφτασαν στην Φάσηλι, ελληνική πόλη που ήταν ακόμα υπό την κυριαρχία των Περσών και βρισκόταν απέναντι από την στρατιωτική τους βάση στον Ευρυμέδοντα ποταμό.

Ο Κίμων πρότεινε στους Φασηλίτες να αποστατήσουν από τους βάρβαρους. Επειδή όμως εκείνοι αρνήθηκαν, αναγκάστηκε και να πολιορκήσει την πόλη και να λεηλατήσει τη γύρω περιοχή με το στρατό του. Η δυσάρεστη αυτή κατάσταση λύθηκε με την επέμβαση των Χίων συμμάχων, που έχοντας παλαιούς δεσμούς με τους Φασηλίτες, σκέφτηκαν να στείλουν μηνύματα στους πολιορκημένους στέλνοντας τα με βέλη που έρριχναν στην πόλη. Τελικά, συμφωνήθηκε να γίνει μέλος της συμμαχίας η Φάσηλις και να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των Περσών.

Στις εκβολές του Ευρυμέδοντα βρίσκονταν οι πεζικές και ναυτικές δυνάμεις των Περσών. Οι Πέρσες εκτός από τα τριακόσια πενήντα πλοία, φοινικικά κυρίως, που είχαν συγκεντρώσει εκεί, περίμεναν να φθάσουν από την Κύπρο, που είχαν και πάλι καταλάβει, ογδόντα ακόμα φοινικικά πλοία.

Ο Κίμων εκμεταλλεύτηκε τη διστακτικότητα των Περσών αρχηγών, που δεν αποφάσιζαν να δώσουν ναυμαχία με τους Έλληνες αν δεν έφταναν οι ενισχύσεις από την Κύπρο. Έτσι, με αιφνιδιαστική επίθεση στις εκβολές του ποταμού, κατόρθωσε να συντρίψει τον περσικό στόλο και να αιχμαλωτίσει ή να καταστρέψει διακόσια εχθρικά πλοία.

Την ίδια μέρα, μετά τη ναυμαχία, οι ελληνικές τριήρεις πλησίασαν στη στεριά, αποβίβασαν τους στρατιώτες και επιτέθηκαν στο περσικό πεζικό. Η πεζομαχία που ακολούθησε ήταν πολύ σκληρή και οι απώλειες των συμμάχων σημαντικές, κατόρθωσαν, όμως, οι Έλληνες να διαλύσουν τις εχθρικές δυνάμεις. Πολλοί Πέρσες σκοτώθηκαν, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν, και στο στρατόπεδο τους, όταν το κατέλαβαν, οι σύμμαχοι βρήκαν πλουσιώτατα λάφυρα.

Ο Κίμων υπολογίζοντας να αιφνιδιάσει και τα ογδόντα φοινικικά πλοία που θα έρχονταν από την Κύπρο, χωρίς να φαντάζονται ότι θα τον δουν ξαφνικά μπροστά τους, έπλευσε προς τα εκεί αμέσως. Στη ναυμαχία που ακολούθησε οι Φοίνικες έπαθαν πραγματική πανωλεθρία. Την άνοιξη του 465π.Χ. ο Κίμων οδηγώντας τέσσερις τριήρεις ξεκαθάρισε στην Χερσόνησο τα υπολείμματα των περσικών δυνάμεων, που είχαν εγκατασταθεί εκεί από 513π.Χ.

Συνέπειες της νίκης στον Ευρυμέδοντα ποταμό

Ύστερα από την εκμηδένιση των πεζικών και ναυτικών τους δυνάμεων οι Πέρσες δεν μπορούσαν πια να σταθούν στο Αιγαίο. Το κύρος της συμμαχίας μετά την εντυπωσιακή νίκη, είναι φυσικό να υψώθηκε αφάνταστα και όλες οι ελληνικές πόλεις να πείσθηκαν πως η ελευθερία τους ήταν εξασφαλισμένη, εφόσον οι Αθηναίοι είχαν το πρόσταγμα, ως ηγέτες της συμμαχίας. Είναι φυσικό, αφού οι Πέρσες είχαν νικηθεί, κάθε πόλη της Καρίας, της Λυκίας, της Ιωνίας, που έβλεπε αναγκαία την υποστήριξη της Αθήνας για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της από τους βαρβάρους να προσχώρησε τότε στη συμμαχία.

Στην Αθήνα, από τα λάφυρα που έφερε μαζί ο στρατός, πέρα από τις τιμές των νεκρών, τα αφιερώματα και τις ευχαριστίες στην θεά Αθηνά, ο Κίμων φρόντισε να γίνει το νότιο τείχος της Ακρόπολης, να «καλλωπισθεί το άστυ», να φυτευθούν στην αγορά πλατάνια και να γίνει ο χώρος της Ακαδημίας από άγονος και χέρσος τόπος σε θαυμάσιο άλσος. Τότε, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πραγματοποιήθηκε η θεμελίωση των Μακρών Τειχών, που τα ονόμασαν Σκέλη, ένα δύσκολο τεχνικό έργο, γιατί χρειάσθηκε για τη στήριξη τους σε «τόπους ελώδεις και διαβρόχους» να γίνει ειδική εργασία: χρησιμοποιήθηκε πολύ χαλίκι και μεγάλες πέτρες και το τείχος που υψώθηκε αργότερα ήταν συμπαγές, από πέτρες δηλαδή σε ολόκληρο το πλάτος του.

Σκύρος και Κάρυστος

Σκύρος και Κάρυστος, ένα νησί και μια πόλη που δεν είχαν γίνει μέλη της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας. Η πρώτη γιατί είχε καταληφθεί από πειρατές και η δεύτερη γιατί τηρούσε ουδετερότητα ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις και τους Πέρσες. Το να τις πάρουν με το μέρος τους οι Αθηναίοι ήταν ζήτημα μείζονος σημασίας για τη συμμαχία λόγω των γεωστρατηγικών θέσεων τους, αφού οι εμπορικοί δρόμοι του Αιγαίου περνούσαν από αυτές τις δύο πόλεις.

Μετά την εκστρατεία στη Θράκη και την κατάληψη της Ηιόνας το 475π.Χ. από τους Αθηναίους και τον Κίμωνα, παρουσιάστηκε μια νέα ευκαιρία για την Αθηναϊκή Συμμαχία. Στο δρόμο των πλοίων της, προς το βορειοανατολικό Αιγαίο βρισκόταν η Σκύρος, άγονο νησί που δεν ήταν δυνατόν να θρέψει τους κατοίκους του. Το είχαν από καιρό καταλάβει οι Δόλοπες, που επιδίδονταν στην πειρατεία και έτσι αποτελούσαν κίνδυνο για την ελεύθερη διακίνηση των εμπορικών πλοίων. 

Εκείνη ακριβώς την εποχή οι κάτοικοι του νησιού βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί είχαν συλλάβει θεσσαλικά εμπορικά πλοία, που είχαν αράξει στο Κτήσιο, και άρπαξαν τα είδη που υπήρχαν μέσα. Το γεγονός καταγγέλθηκε στη Δελφική Αμφικτιονία. Οι Θεσσαλοί έμποροι ζητούσαν από τη Σκύρο αποζημίωση για την αρπαγή. Οι κάτοικοι βρέθηκαν σε αδιέξοδο γιατί δεν μπορούσαν να καταβάλουν κανενός είδους αποζημίωση και κάλεσαν τον Κίμωνα να του παραδώσουν την πόλη.

Ο Κίμων επειδή έβλεπε ότι η θέση της Σκύρου είχε πολύ μεγάλη σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο και ήθελε οπωσδήποτε να εξασφαλίσει την κατοχή της για τους σκοπούς της συμμαχίας έδιωξε τους Δόλοπες από εκεί και εγκατέστησε Αθηναίους κληρούχους. Δεν αρκέστηκε σε αυτό. Η Αθηναϊκή Συμμαχία ήταν στο ξεκίνημα της. Μετά τις πρώτες επιτυχίες, ήταν πολιτική ανάγκη να δοθεί στους ηγεμόνες της Αθηναίους θεϊκή επικύρωση, που να καταξιώνει τις ενέργειες τους. Παλιός Δελφικός χρησμός όριζε στους Αθηναίους να μεταφέρουν από τη Σκύρο τα λείψανα του Θησέα στην Αττική. Ο Δόλοπες, όμως, δε θέλησαν ποτέ να μαρτυρήσουν τη θέση του τάφου του Αθηναίου ήρωα, ούτε να επιτρέψουν στους Αθηναίους να ψάξουν το νησί. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, μετά την κατάληψη της Σκύρου, οι σχετικές προσπάθειες τελεσφόρησαν. Με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια πάνω σε τριήρη, μετέφερε ο Κίμων τα οστά του ήρωα, όπου τοποθετήθηκαν στο Θησείο.

Η Κάρυστος ήταν η μόνη πόλη της Εύβοιας που δεν είχε θελήσει να γίνει μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Επειδή η θέση της είχε πρωταρχική σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο, και επειδή όπως είχε μείνει ουδέτερη, αν παρουσιάζονταν πάλι οι Πέρσες, υπήρχε κίνδυνος να χρησιμοποιούσαν την Κάρυστο και το λιμάνι της ως βάση για ενδεχόμενες επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων, προέκυψε η ανάγκη να εξασφαλισθεί η συμμετοχή της στη συμμαχία.

Έτσι οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον Κίμωνα μεταξύ του 474π.Χ. και 472π.Χ. να εκστρατεύσει εναντίον της για να τη πείσε με τη βία να ενταχθεί στη συμμαχία.  Οι Δρύοπες, κάτοικοι της πόλης, προέβαλαν γενναία αντίσταση στους συμμάχους – ο Κίμων πολύ εύστοχα, δεν χρησιμοποίησε άλλους Ευβοείς στην επιχείρηση. Οι Δρύοπες αφού αγωνίστηκαν στην περιοχή της Καρυστίας και έχασαν αρκετές μάχες, κλείστηκαν μέσα στα τείχη της πόλης, όπου και πολιορκήθηκαν από τους Αθηναίους. Παρ΄ όλη την αντίσταση τους που κράτησε καιρό, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να δεχθούν τους όρους των Αθηναίων.

Με αυτές τις δύο επιχειρήσεις η Σκύρος και η Κάρυστος έγιναν μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Ηιόνα

Στις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα, προς τα ανατολικά υπήρχε μια πόλη με το το όνομα «Ηιόνα», που αργότερα έγινε το επίνειο της Αμφίπολης. Εκεί για αρκετά χρόνια είχε εγκατασταθεί περσική φρουρά. Την Ηιόνα διοικούσε από χρόνια ο Πέρσης Βόγης.

Ηιόνα
Ερείπια Ηιόνας

Ο Κίμων στην Ηιόνα

Προς τα εκεί έπλευσε από το Βυζάντιο, το 476π.Χ. ο στόλος των συμμάχων με αρχηγό τον Κίμωνα. Την πόλη προστάτευε ισχυρό τείχος και η κατάληψη της δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Επειδή την εποχή εκείνη δεν υπήρχε πολιορκητική τέχνη, και λόγω του ισχυρού της τείχους η πόλη δεν μπορούσε να κυριευθεί. Ο Κίμων μπορούσε να υπολογίζει μόνο σε παράδοση. Υποχρεώθηκε έτσι να συνεχίσει τις επιχειρήσεις όλο το χειμώνα περιμένοντας να εξαντληθούν τα εφόδια και τα τρόφιμα των αντιπάλων.

Ο Κίμων πρότεινε στον Βόγη, ότι αφού κάποια στιγμή θα τελείωναν εφόδια και τρόφιμα και βοήθεια από τους Πέρσες δεν ήταν δυνατό να έρθει, να του παραδώσει την πόλη. Επίσης, ο Κίμων του υποσχέθηκε ότι θα άφηνε ελεύθερους τους Πέρσες να φύγουν στη Μικρά Ασία.

Ο υπερήφανος, όμως, Βόγης ενώ είχε κάθε δικαιολογία να συνθηκολογήσει, δεν δέχθηκε να συζητήσει καν τις προτάσεις του Κίμωνα. Έφθασε, όμως, η στιγμή, που κάθε ελπίδα για το Βόγη χάθηκε. Τότε φάνηκε και το στρατηγικό δαιμόνιο του Κίμωνα. Εφάρμοσε μια πρωτοφανή για την εποχή εκείνη λύση, που έμεινε θρυλική: έστριψε τα νερά του Στρυμόνα προς το πλίθινο τείχος της πόλης, οπότε ήταν ζήτημα χρόνου η διάβρωση του κάτω μέρους του περιβόλου. Με το ρήγμα που θα γινόταν θα έπεφτε το πάνω μέρος του τείχους και οι Έλληνες θα ορμούσαν μέσα στην πόλη. Επειδή τα τρόφιμα είχαν ήδη εξαντληθεί ο Βόγης «άναψε μεγάλη φωτιά, έσφαξε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, τις παλακίδες, τους υπηρέτες και τους έριξε στη φωτιά. Πήρε έπειτα όλο το χρυσάφι και το ασήμι της πόλης και τα σκόρπισε από το τείχος στον Στρυμόνα. Και αφού έκανε όλα αυτά έπεσε και ο ίδιος στη φωτιά. Γι΄αυτό επαινείται μέχρι σήμερα από τους Πέρσες», σημειώνει ο Ηρόδοτος.

Η άλωση της Ηιόνας άνοιξε τον δρόμο και για την πόλη του Δορίσκου που ήταν το τελευταίο οχυρό των Περσών στη Θράκη. Από τη στιγμή που η Ηιόνα απελευθερώθηκε και αρκετές πόλεις στα παράλια της Θράκης ήταν μέλη της Α΄Αθηναϊκής συμμαχίας, ο Δορίσκος έχοντας πια απομονωθεί τελείως, δεν ήταν δυνατόν να μείνει για πολύ καιρό ακόμα στα χέρια των Περσών.

Η εκστρατεία στη Θράκη ήταν η πρώτη επιχείρηση της συμμαχίας. Η επέκταση της κυριαρχίας των Αθηναίων σε αυτήν την περιοχή άνοιγε νέους ορίζοντες για την πόλη. Μπορούσαν να υπολογίζουν οι Αθηναίοι ότι μέσα σε λίγο διάστημα θα είχαν τη δυνατότητα να εγκαταστήσουν εκεί τους δικούς τους αποίκους και να εκμεταλλευτούν τις σπουδαίες πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής. Γι’ αυτό θέλησαν να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στην πρώτη τους επιτυχία, αφού με αυτή άρχιζε «μια νέα εποχή». Για πρώτη φορά ο δήμος επέτρεψε να στηθεί από τον Κίμωνα στην Αγορά λίθινη -ίσως τρίεδρη- στήλη με τρία επιγράμματα που τα αναφέρει ο Πλούταρχος στον «Βίο» του Κίμωνα:

«Ήταν γενναίοι και εκείνοι που κάποτε με το φοβερό σπαθί τους προκάλεσαν πείνα μεγάλη στα παιδιά των Περσών στην Ηιόνα, στις όχθες του Στρυμόνα, και πρώτοι προκάλεσαν στους εχθρούς απελπισία.»

«Αυτή είναι η ανταμοιβή από τους Αθηναίους στους ηγεμόνες ως ευεργεσία για μεγάλα αγαθά. Βλέποντας κάποιος από τους μεταγενέστερους αυτά, θα φιλοτιμηθεί να αγωνιστεί κι αυτός για τις κοινές υποθέσεις».

«Από αυτήν την πόλη κάποτε μαζί με τους Ατρείδες κίνησε για τη ιερή Τροία ο Μενεσθέας, για τον οποίο ο Όμηρος ότι έφτασε εκεί ανάμεσα στους θωρακοφόρους Δαναούς άριστος ηγέτης μάχης. Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αταίριαστο για τους Αθηναίους να ονομάζονται ηγέτες του πολέμου και συνάμα της γενναιότητας».

Το Καστελόριζο (5.000π.Χ.-…)

Το Καστελόριζο βρίσκεται στο πιο ανατολικό σημείο της ελληνικής επικράτειας, νότια στις νοτιοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, 72 μίλια από τη Ρόδο, 320 από τον Πειραιά. Διοικητικά, υπάγεται στην επαρχία Ρόδου και έχει εξαρτημένα νησάκια τον Άγιο Γεώργιο (ή Γευ), την Στρογγύλη (ή Υψηλή), τη Ρω και πολλές βραχονησίδες.

Το Καστελόριζο
Χαλκογραφία του Καστελόριζου του 1837

Ο ένας και μοναδικός οικισμός του (Καστελόριζο ή Μεγίστη) βρίσκεται στον μυχό κόλπου στην βορειοανατολική ακτή. Κάποτε πάνω από το λιμάνι του Καστελόριζου δέσποζε το Κάστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών. Σήμερα σώζονται μόνο λίγα τμήματά του.

Νεολιθικά ευρήματα μαρτυρούν την κατοίκηση του νησιού από το 5.000π.Χ. Το νησί πρέπει να υπήρξε μινωικός εμπορικός σταθμός, ενώ, στη συνέχεια, δέχτηκε Μυκηναίους αποίκους. Οικιστής του νησιού θεωρείται ο Μεγιστεύς (από τον οποίο πήρε το όνομα Μεγίστη), ενώ λατρευόταν ο Δίας ο Μεγιστεύς.

Στα ιστορικά χρόνια έφτασε σε μεγάλη ακμή και εξελίχθηκε σε μητρόπολη αποικιών στην απέναντι μικρασιατική ακτή της Λυκίας. Εντάχθηκε όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στις Α΄ και Β΄ Αθηναϊκές Συμμαχίες. Πέρασε στη ρωμαϊκή κατοχή το 79π.Χ.

Το κάστρο πάνω από το λιμάνι χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες που το 1309 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο. Επειδή στηρίζεται πάνω σε κόκκινα βράχια, το είπαν «Καστέλο Ρόσο» που παραφράστηκε σε Καστελόριζο, δίνοντας νέο όνομα στο νησί.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι του Καστελόριζου απέκτησαν αξιόλογο εμπορικό στόλο και ναύλωναν τα καράβια τους στην «γραμμή» Αλεξάνδρεια (Αίγυπτο)-Ιταλία και Καραμανία (περιοχή Μικράς Ασίας)-Ιταλία, μεταφέροντας βαμβάκι και μέλι. Τον 17ο αιώνα, Νεοέλληνες μετανάστες πύκνωσαν τον πληθυσμό του νησιού. Στα μέσα του αιώνα αυτού, το νησί βρέθηκε στη δίνη του πολέμου ανάμεσα στη Βενετία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1659, οι Βενετοί έκανα απόβαση στο νησί και κατέστρεψαν το κάστρο. Αργότερα, ο Τούρκοι ξαναπήραν το νησί και επιδιόρθωσαν το οχυρό.

Στα 1788, ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος με τη Μεγάλη Αικατερίνη να επιζητεί το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο Αιγαίο εμφανίστηκε ο μικρός στόλος του Λάμπρου Κατσώνη, χιλίαρχου της Αυτοκράτειρας. Στα μέσα Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, με δέκα πλοία, περιέπλεε τα παράλια της Λυκίας και πολιορκούσε το Καστελόριζο. Η εκεί τουρκική φρουρά παραδόθηκε.

Ο Κατσώνης πέρασε τους Τούρκους στη μικρασιατική ακτή, κατεδάφισε το κάστρο και έπλευσε ανατολικά. Στα 1792, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Οι Τούρκοι ξαναγύρισαν στο νησί. Διώχθηκαν το φθινόπωρο του 1821, όταν έφτασε εκεί ο επαναστατικός άνεμος.

Το Καστελόριζο έμεινε στην τουρκική κατοχή μετά το διακανονισμό των συνόρων (1830). Η αλλαγή περιορίστηκε στην άφιξη ενός αγά. Το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Απογραφή του 1911 κατέγραψε εκεί 12.000 κατοίκους.

Στα 1913, έφτασαν στην Αθήνα πληροφορίες για σφαγές. Μοίρα του ελληνικού στόλου με αρχηγό τον αντιπλοίαρχο Δ. Παπαχρήστο έσπευσε εκεί (1η Απριλίου 1913) και διαπίστωσε ότι το μόνο που είχε γίνει ήταν ότι οι Καστελοριζιώτες είχαν κηρύξει την ένωση τους με την Ελλάδα, ενθουσιασμένοι με τις ελληνικές επιτυχίες στους Βαλκανικούς πολέμους. Οι Τούρκοι απάντησαν φυλακίζοντας κάποιους ως «πρωταίτιους». Ο Παπαχρήστος απέφυγε να επισημοποιήσει την ένωση, αφού δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και γνωρίζοντας ότι ανάμεσα στο Καστελόριζο και την Ελλάδα υπήρχαν τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1915, ενώ μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καστελόριζο, καθώς οι Τούρκοι εντάσσονταν στη συμμαχία των κεντρικών αυτοκρατοριών και οι Ιταλοί ήταν ακόμα ουδέτεροι. Στα 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του Καστελόριζου, υπέρ της Ιταλίας.

Οι Γάλλοι παρέδωσαν το νησί στους Ιταλούς, την 1η Μαρτίου 1921. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), οι Ιταλοί απέκτησαν και τυπικά το νησί που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς το 1943, όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε. Πέντε χρόνια αργότερα μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα ενσωματωνόταν και το Καστελόριζο.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, δημιουργούνται κρατίδια, λατινικά αλλά και βυζαντινά, σε όλη την έκταση της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα από αυτά έχει πρωτεύουσα την Τραπεζούντα, από την οποία και ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών
Το έμβλημα των Κομνηνών

Η δημιουργία αυτής της Αυτοκρατορίας εντάσσεται στα πλαίσια της αντίστασης του βυζαντινού κόσμου κατά της ξένης κυριαρχίας και θεωρείται ως πολιτικό κατόρθωμα, αντίστοιχο με αυτά της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Η Τραπεζούντα των Γαβράδων

Ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα η περιοχή της Τραπεζούντας, δηλαδή το θέμα Χαλδίας, έχει ουσιαστικά ξεφύγει από τον έλεγχο των κρατικών οργάνων της βυζαντινής πρωτεύουσας. Η τουρκική σελτζουκική απειλή απομακρύνθηκε χάρη στην ενεργό αντίδραση των τοπικών παραγόντων. Ο Θεόδωρος Γαβράς, γόνος πλούσιας οικογένειας της Τραπεζούντας, ελευθερώνει την πατρίδα του και την περιοχή της από τους Τούρκους, γύρω στο 1075. Ως το 1098, έτος του μαρτυρίου του, ο Γαβράς διοικεί τη Τραπεζούντα και την περιοχή της «ίδιον λάχος εαυτώ αποκληρωσάμενος», όπως τονίζει η Άννα Κομνηνή, δηλαδή ανεξάρτητα από την Κωνσταντινούπολη και την κυβέρνηση της. Απόγονοι του Θεόδωρου Γαβρά, ο Γρηγόριος, ο Κωνσταντίνος και άλλοι, θα κρατήσουν στα χέρια τους την τύχη της Τραπεζούντας ως την εποχή που ο Ιωάννης Β΄Κομνηνός θα αποκαταστήσει την βυζαντινή εξουσία και θα επαναφέρει την περιοχή στα πλαίσια της επαρχιακής διοίκησης. Είναι η εποχή που το Βυζάντιο αρχίζει να θεμελιώνει τον έλεγχο του στην περιοχή του ανατολικού Εύξεινου Πόντου.

Η Τραπεζούντα κέντρο του ποντιακού κόσμου

Η ύπαρξη και η ανάπτυξη του κράτους των Κομνηνών προϋπέθετε την ελεύθερη επικοινωνία της Τραπεζούντας με το εσωτερικό της Ασίας και με περιοχές της νότιας Ρωσίας. Η εξασφάλιση της ελεύθερης επικοινωνίας αποτέλεσε το κύριο μέλημα των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας και παρουσιάζεται ως προσπάθεια πότε προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας και πότε προστασίας του οικονομικού δυναμικού της χώρας. Η επιδίωξη των δύο αυτών σκοπών φέρνει την Τραπεζούντα αντιμέτωπη, από τη μια μεριά με τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Τουρκομάνους της Μικράς Ασίας και από την άλλη τους Γενουάτες που χάρη στις ποντιακές τους εγκαταστάσεις, κυρίως μετά τη δημιουργία της αποικίας του Καφφά στην Ταυρική, διεκδικούν το μονοπώλιο του διαμετακομιστικού εμπορίου στον Πόντο.

Η ιστορία της Τραπεζούντας είναι μεστή από πολεμικές συγκρούσεις με τους Τούρκους που περιβάλλουν τα εδάφη της, απειλώντας ακόμα και την ίδια την πόλη της Τραπεζούντας. Η σύναψη συμμαχιών με τη Βενετία αποβλέπει σίγουρα στο να μειώσει τη θέση που καθημερινά η Γένουα κατακτά στον ανατολικό Πόντο.

Η μογγολική επέκταση από τον 13ο αιώνα στην Ταυρίδα και στη Μικρά Ασία στο εμπόριο της Δύσεως και στους πρωτεργάτες των διεθνών συναλλαγών, δηλαδή τις ιταλικές δημοκρατίες. Έτσι, το θέατρο αντιζηλίας Βενετίας και Γένουας μεταφέρεται στο βυζαντινό χώρο και ιδιαίτερα στην βορειανατολική περιοχή του Πόντου, στην Τραπεζούντα, στο σταυροδρόμι δηλαδή Ασίας και Ευρώπης.

Οι σχέσεις της Τραπεζούντας με το μογγολικό κράτος της Μικράς Ασίας είναι ανάλογες με τις σχέσεις με τους Σελτζούκους. Οι μογγολικές νίκες κατά των Σελτζούκων στα μέσα του 13ου αιώνα και η μογγολική προώθηση στη Γεωργία ανάγκασαν του Κομνηνούς να αναγνωρίσουν την εξουσία των Μογγόλων χωρίς αυτό να σημαίνει την υποταγή τους στο νέο ηγεμόνα της Ανατολής. Αντίθετα, η μογγολική κυριαρχία φαίνεται να λυτρώνει την Τραπεζούντα από τους Σελτζούκους, οι οποίοι κατά καιρούς επέβαλαν όρους φορολογικής υποταγής στην Αυτοκρατορία του Πόντου.

Εχθροί του κράτους των Κομνηνών τώρα είναι τα τουρκομανικά εμιράτα, ενώ η μογγολική κατάκτηση ανοίγει, χάρη στην πολιτική ενοποίηση που επέβαλε στην Ανατολή, νέους ορίζοντες στο διεθνές εμπόριο, που έχει για σταθμό την Τραπεζούντα.

Αμυτζαράντοι και Σχολάριοι

Το 1261 συντελείται η αποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από τον Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγο. Αυτό το γεγονός θα επιτρέψει την αναδιοργάνωση του χριστιανικού κόσμου, θα επιβάλει τη δημιουργία νέων παραγόντων ισορροπίας στον ποντιακό χώρο και θα προβάλει νέους όρους συμβίωσης μεταξύ των ελληνικών ορθόδοξων αυτοκρατοριών.

Η διπλωματία του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου θα καταφέρει να δημιουργήσει τις συνθήκες που κάνουν την Τραπεζούντα, αν όχι τμήμα του Βυζαντινού κράτους, οπωσδήποτε μέρος αναπόσπαστο της βυζαντινής κοινότητας. Ο γάμος του Ιωάννη Β΄Μεγάλου Κομνηνού με την Ευδοκία Παλαιολογίνα, το 1282, τη θυγατέρα του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου, θα ανοίξει τον δρόμο αδελφικών σχέσεων της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη. Ο μονοκέφαλος αετός, σύμβολο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, δένει την ποντιακή πόλη με την, πριν το 1204, Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και θυμίζει την εξουσία της Τραπεζούντας στη χριστιανική Ανατολή.

Οι Τραπεζούντιοι βασιλείς πριν το τέλος του 13ου αιώνα θα εγκαταλείψουν τον τίτλο του βασιλιά των Ρωμαίων, ενώ η Κωνσταντινούπολη θα προσπαθήσει ακούραστα και μεθοδικά, κυρίως χάρη στην εγκατάσταση κωνσταντινοπολίτικων αριστοκρατικών οικογενειών στην Τραπεζούντα, να επιβάλει στη μικρασιατική ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου την πολιτική των βυζαντινών συμφερόντων.

Ο εμφύλιος πόλεμος που συντάραξε τον κόσμο της Τραπεζούντας στα μέσα του 14ου αιώνα έχει σίγουρα στις ρίζες του στον ανταγωνισμό των αυτόχθονων οίκων της Τραπεζούντας, των Αμυτζαράντων, και των πιστών στην Κωνσταντινούπολη που είναι γνωστοί με το όνομα Σχολάριοι.

Η νίκη των Σχολάριων και η σφαγή των Αμυτζαράντων πνίγει στο αίμα κάθε αντικωνσταντινοπολίτικη πολιτική της Τραπεζούντας. Παρά τις εχθρικές, όμως, φάσεις που γνωρίζουν πότε πότε οι σχέσεις της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη, είναι αναμφισβήτητο, ότι ως το τέλος της ποντιακής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη μένει για την Τραπεζούντα η μητρόπολη του Γένους και της Εκκλησίας. Τον χαμό της Κωνσταντινούπολης το 1453 θα θρηνήσει πικρά ο ποντιακός λαός. Το πένθος για τη Ρωμανία και την Πόλη θα μείνει ολοζώντανο στα δημοτικά του τραγούδια, τους «Θρήνους», που περνούν αναλλοίωτοι τους αιώνες. Οι ποντιακοί στίχοι «Η Ρωμανία κι αν πέθανε ανθεί και φέρει κι άλλο», γαλούχησαν με αναστάσιμη ελπίδα σειρά ταπεινομένων γενιών της Ρωμιοσύνης και του Ελληνισμού.

Η Γενοκτονία των Ποντίων (1914-1923)

Η Γενοκτονία των Ποντίων αποτελεί μέρος της ευρύτερης γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, ενώ εντάσσεται στο σχέδιο των Νεότουρκων και των κεμαλικών για την εξόντωση των ισχυρότερων μη μουσουλμανικών στοιχείων της Τουρκίας, μεταξύ των οποίων οι Έλληνες και οι Αρμένιοι.

Η Γενοκτονία των Ποντίων
Η Σημαία του Πόντου

Η εκστρατεία εξόντωσης χωρίζεται σε δύο χρονικές φάσεις: α΄φάση 1914-1918, β΄φάση 1919-1923. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν θα μαθευτεί, ίσως, ποτέ με ακρίβεια. Με διάφορους όμως υπολογισμούς υπολογίζεται σε 1.400.000, εκ των οποίων 353.000 ήταν Έλληνες.

Το σχέδιο της εξόντωσης συνέλαβε και άρχισε να εφαρμόζει η Τριανδρία των Νεότουρκων, Ταλαάτ μπέης, Ενβέρ πασάς και Τζελάλ πασάς, οι ποίοι σε συνεργασία με τον επικεφαλής της γερμανικής στρατιωτικής αποστολή, στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, κατάρτισαν τις λεπτομέρειες και το χρονοδιάγραμμα. Πληθώρα διπλωματικών εγγράφων αλλά και τουρκικών αρχειακών πηγών μαρτυρούν την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης των Ελλήνων. Δεκάδες χιλιάδες σύρθηκαν βίαια στην εξορία, εκτεθειμένοι στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, στην πείνα, σε βιασμούς των γυναικών, σε αρπαγές παιδιών, στις προσχεδιασμένες επιθέσεις ατάκτων Τούρκων. Η εξορία αυτή ήταν πραγματικά ένα «Άουσβιτς εν ροή», ένας «λευκός θάνατος».

Το 1915 οι διώξεις συνεχίστηκαν με νέα μέθοδο, τα «τάγματα εργασίας», όπου υπηρετούσαν μόνο Έλληνες και Αρμένιοι. Από το 1914 ως το 1918, 257.000 Έλληνες του Πόντου εξοντώθηκαν με τη μέθοδο αυτή. Από το Δεκέμβριο του 1916 άρχισε και η συστηματική άμεση εξόντωση των ανδρών των πόλεων από 16 έως 60 ετών.

Η λήξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου δεν αποσόβησε τα δεινά των Ελλήνων του Πόντου. Στις 19 Μαΐου 1919, ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα και ξεκινά έτσι η δεύτερη φάση της Γενοκτονίας, με αρχηγό τον Λαζό Τοπάλ Οσμάν. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εξόντωση των Ποντίων Ελλήνων είναι: επιστράτευση και εξόντωση των νέων, εργατικά τάγματα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και απαγχονισμοί ύστερα από μεθοδευμένες δίκες. Η τραγωδία ήταν τόσο συγκλονιστική και εκτεταμένη, ώστε οι ύπατοι αρμοστές της Αγγλίας, τη Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας αναγκάστηκαν να διαμαρτυρηθούν με κοινή επιστολή τους προς τον ίδιο τον Κεμάλ. Η απάντηση ήταν κυνική και επιβεβαίωσε ότι όλα τελούσαν εν γνώσει και γίνονταν με διαταγές της τότε τουρκικής κυβέρνησης. Η ιστορική έρευνα έχει φέρει στο φως της δημοσιότητας αναρίθμητα έγγραφα, μαρτυρίες και άλλα στοιχεία, που στοιχειοθετούν και τεκμηριώνουν το τεράστιο έγκλημα, πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Έτσι, στην περίπτωση των Ποντίων Ελλήνων οι πράξεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της σύμβασης του ΟΗΕ, που τέθηκε σε ισχύ στις 12-1-1951, για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας είναι οι εξής:

  • σχεδιασμένη δολοφονία των μελών μιας συγκεκριμένης εθνικής ομάδας
  • σοβαρή προσβολή σωματικής και διανοητικής ακεραιότητας τους
  • υποβολή σε συνθήκες διαβίωσης που μπορούν να επιφέρουν πλήρη ή μερική καταστροφή της εθνικής ομάδας
  • βίαιη μεταφορά παιδιών σε άλλη εθνική ομάδα.

Η Γενοκτονία των Ποντίων και η αναγνώριση

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994, η Βουή των Ελλήνων, με ομόφωνη απόφαση της, αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων και όρισε τη 19 Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Το Δ΄Παγκόσμιο Συνέδριο Ποντιακού Ελληνισμού, το 1997, αποφάσισε την προώθηση της αναγνώρισης της Γενοκτονίας.

Η αναγνώριση από τον Ο.Η.Ε και την ίδια την Τουρκία της Γενοκτονίας των Ποντίων Ελλήνων, ως πράξη που θα έχει μόνο ηθικές και πολιτικές συνέπειες, θα έχει τις εξής θετικές επιπτώσεις:

  • Θα αποτελέσει ελάχιστη πράξη εξιλέωσης της Τουρκίας, αλλά και της διεθνούς κοινότητας, που καλύπτει με πέπλο σιωπής, επί 101 χρόνια, αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα.
  • Θα αποτελέσει αντικίνητρο και προληπτικό μέτρο για την διάπραξη νέων γενοκτονιών στο μέλλον, τόσο από την Τουρκία όσο και από άλλα κράτη, λόγω της διεθνούς κατακραυγής.
  • Θα συμβάλει στην καλύτερη διεθνή αναγνώριση του κουρδικού προβλήματος και της πολιτικής της Τουρκίας στον κουρδικό λαό.
  • Θα συμβάλει στην αντικειμενικότερη και πληρέστερη παρουσίαση του ιστορικού παρελθόντος.
  • Θα διευκολύνει τις σημερινές ελληνοτουρκικές σχέσεις να αναπτυχθούν σε βάση ειλικρίνειας και ανάληψης των ευθυνών για πράξεις του παρελθόντος.
  • Θα βοηθήσει την εσωτερική πολιτική ανάπτυξη και ωρίμανση στην Τουρκία, μέσω αυτής της πράξης αυτοκριτικής, που θα ενισχύσει τις ειρηνόφιλες και προοδευτικές δυνάμεις στη χώρα.
  • Θα συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση από τη διεθνή κοινότητα των ελληνικών ευαισθησιών και των ελληνικών ζωτικών συμφερόντων.
  • Θα συμβάλει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης της διεθνούς ποινικής δικαιοδοσίας, καθώς θα αποδειχθεί ότι η λήθη δεν αποτελεί τρόπο αποφυγής καταλογισμού ευθυνών για διεθνή εγκλήματα.
  • Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων από τα Ηνωμένα Έθνη θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των Ελλήνων, αλλά και των άλλων εθνών, στον διεθνή οργανισμό ως προστάτη της διεθνούς νομιμότητας. Η εμπιστοσύνη αυτή δυστυχώς έχει τρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες από την αδυναμία ή την απροθυμία ουσιαστικών παρεμβάσεων σε προβλήματα όπως το Κυπριακό, το Κουρδικό, το Παλαιστινιακό και το Μεταναστευτικό.

Γράμματα από τον Πόντο

Τα γράμματα, οι επιστολές ήταν για αιώνες ένας τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονταν μακριά ο ένας από τον άλλον. Τα περίμεναν με ανυπομονησία, ιδίως σε εποχές ταραγμένες, εποχές πολέμου, όπως ήταν η εποχή των αρχών του 20ου αιώνα. Μέσα από αυτές τις επιστολές εκφράζονταν οι ανησυχίες, η αγάπη, η νοσταλγία, η λαχτάρα για αντάμωση. Τα γράμματα από τον Πόντο, όμως, μας δείχνουν τις ανησυχίες αλλά και το σθένος των Ποντίων ηρώων που βασανίστηκαν και θανατώθηκαν από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας των Ποντίων.

Γράμματα από τον Πόντο

Είναι άξια καταγραφής η μεγαλοψυχία του δημοσιογράφου και εκδότη της εφημερίδας Εποχή της Τραπεζούντας Νίκου Καπετανίδη, όχι μόνο καθ’ όλο το διάστημα της φυλάκισης αλλά και την ώρα της απολογίας: «Όταν ο πρόεδρος Εμίν μπέης του ανέγνωσε το κατηγορητήριο, ότι επεδίωκε την ανεξαρτησία του Πόντου, ο Τραπεζούντιος δημοσιογράφος Νίκος Καπετανίδης τον διέκοψε:

«Όχι, κύριε πρόεδρε! Εγώ ήθελα την απευθείας ένωσιν του Πόντου με την Ελλάδα!…»

Κάτω από τον ίσκιο της αγχόνης, άφοβος, αληθινός αγωνιστής, συνεπής με τα γραπτά του μέχρι την έσχατη ώρα, ψύχη μέχρι τα τρίσβαθα της ελληνική, αντίκρισε και τον θάνατο με το ίδιο υπεράνθρωπο θάρρος και ακόμη στα τελευταία γράμματα που έστελνε στο σπίτι του παρηγορούσε τους δικούς του και τους ενθάρρυνε.

«Θα μάθετε από ολίγους που θα περισωθούν ότι μήτε το θάρρος  μήτε η ψυχραιμία μ’ εγκατέλειψαν ως την τελευταία μου στιγμή… Εν τούτοις η ψυχή μου βαρύτατα πενθεί, διότι σας αφήνω για πάντα… Τέτοιος θάνατος σαν τον δικό μου είναι ωραίος, δοξασμένος… Γι’ αυτό μη λυπηθήτε… Εσύ, μανούλα μου, εγκαρτέρησε. Ετίμησα τα στήθια σου και τ’ όνομα σου με το θάνατό μου… Ο θάνατος είναι τιμή για όλους μας. Θαρσείτε και καρτερείτε, μια φορά κανείς πεθαίνει…».

………………………………………….

Γράμματα από τον Πόντο
Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης, έμπορος, απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 στην Αμάσεια

Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης από το Λυκάστη της Κρώμνης, εργοστασιάρχης, κοινοτικός άρχοντας της Τραπεζούντας, την παραμονή του θανάτου του, έγραψε στη γυναίκα του:

«Αγαπητή μου σύζυγε, Κλειώ,

Σήμερον εκάναμεν λειτουργίαν και κοινωνήσαμεν όλοι μας, 150 τον αριθμόν.

Καθημέραν ανά 60 τον αριθμόν απαγχονίζουν, αύριον είναι η δική μου η σειρά… πόσες φορές σήμερα έκλαψα, αλλά που οφελεί, όταν θα ακούσης το λυπηρόν γεγονός να μη χαλάση ο κόσμος, έτσι ήτον πεπρωμένον, τα παιδιά ας παίξουν και ας χορέψουν… ας σε βλέπω να κανονίσης όλα όπως ξέρεις εσύ. Ο αγαπητός μου Θεόδωρος ας αναλάβει τα πατρικά καθήκοντα, και να μην αδικήση κανένα, τα παιδιά τον Γέργον να τελειώσει το σχολείον και να γίνει καλός πολίτης. Τον Γιάννην ας τον έχει μαζί του στη δουλειά, τα μικρά τον Παναγιώτην να τον στείλης στο σχολείον, την Βαλλεντίνην να την μάθης και ραπτικήν. Την Φωφώ να μην χωρίζεσαι ενόσω ζης. Ο Θεόδωρος αν θέλει ας κάθεται μαζί σας να μην πληρώνη ενοίκιον, εσείς με τα ενοίκια να ζήσετε.

Ο αγαπητός Στάθιος ας διεκπεραιώσει τας υποθέσεις μου δωρεάν και ας έχει την ευχήν μου. Ο Παπα-Συμεών ας με μνημονεύση ενόσω ζη, να με κάνεις σαρανταλούτρογον, μνημόσυνον να δώσεις 5 λίρες στην Φιλόπτωχον, 5 λίρες στη Μεριμναν, 5 λίρες στου Λυκαστή το σχολείον.  Κι ας με συγχωρέσουν όλοι οι αδελφοί μου, οι νυφάδες και όλοι οι συγγενείς και φίλοι μου και είθε ο Θεός να μας αξιώσει τους στεφάνους ως ητοίμασεν.

Αντίο σας, βαίνω προς τον πατέρα μου και συγχωρέσατε μου.

Αλέξανδρος Ακριτίδης»

………………………………………….

Ο Ματθαίος Κωφίδης, βουλευτής της οθωμανικής βουλής, από το 1908 ως το 1918, με ολοφάνερη ψυχική ηρεμία έγραψε το τελευταίο γράμμα στη γυναίκα του στις 15 Σεπτεμβρίου 1921:

«Φυλακή Τιμαρχανέ-Αμάσειας, 15 Σεπτεμβρίου 1921

«Φιλτάτη Ουρανία, χθες ημέραν της Σταυροπροσκυνήσεως επαρουσιάσθην εις το Δικαστήριον Ιστικλάλ. Καμμίαν ελπίδαν δεν έχω πλέον, σήμερον θα δοθεί η απόφασις, η οποία θα είνε καταδικαστική. Σας αφήνω υγείαν και εις την προστασίαν του Πανάγαθου. Περιττά τα πολλά λόγια. Θάρρος και εγκαρτέρησις και ελπίς επί Κύριον, διά να ημπορέσης το κατά δύναμιν να σηκώσεις το βαρύ φορτίον σου. Σας γλυκοφιλώ όλους. Ο Ματθαίος σου.

«ΥΓ. Εις τα φίλτατα, την ευχήν μου, καλήν πρόοδον και καλήν διαγωγήν όπως η ψυχή μου και μακρόθεν αγάλλεται.

Ο ίδιος». 

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-1821)

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-7 Ιουνίου 1821) ήταν Ρουμάνος επαναστάτης και συνεργάτης των Φιλικών. Ξεκίνησε εξέγερση στη Μολδοβλαχία, παράλληλα με την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου
Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου γεννήθηκε σε ένα χωριό της Ρουμανίας (τότε Μολδοβλαχία) το 1780. Οι γονείς του ήταν αγρότες. Ο Βλαντιμιρέσκου όμως πήρε αρκετά καλή μόρφωση. Υπηρέτησε στον ρωσικό στρατό και πήρε μέρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1816. Ο Βλαντιμιρέσκου έγινε αρχηγός αγροτικού κινήματος με στόχο την κατάργηση του φεουδαρχισμού στην περιοχή της Μολδοβλαχίας.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

Οι στόχοι του κινήματος του Βλαντιμιρέσκου ήταν διαφορετικοί από τις προθέσεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη για την εξέγερση στη Μολδοβλαχία. Ο τελευταίος ήθελε να δημιουργήσει μέτωπο στην εκεί περιοχή, ώστε να διασπασθεί ο τουρκικός στρατός και να κατέβει με όσο το δυνατόν λιγότερες δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο με το ξέσπασμα της Επανάστασης. Ακόμη και να εφοδιάζει την ελληνική Επανάσταση με πολεμιστές από τα πριγκιπάτα. Ο Τουντόρ Βλαντιμιρέσκου κατέβαινε με τη σημαία του εθνικού και κοινωνικού επαναστάτη. Επιζητούσε την κοινωνική μεταβολή και την ανατροπή του φεουδαρχικού-δουλοκτητικού καθεστώτος στα πριγκιπάτα.

Το Φεβρουάριο του 1821 ο Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο. Ένα μήνα πριν ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου είχε κηρύξει στην Ολτέινα την έναρξη του αγώνα για την απελευθέρωση των πριγκιπάτων και τη συντριβή του καθεστώτος των Φαναριωτών και των Βογιάρων. Οι αγρότες προσέρχονταν με ενθουσιασμό στις γραμμές του. Το πρόγραμμα του ήταν σαφές και λαοφιλέστατο: αντικατάσταση των Φαναριωτών ηγεμόνων με Ρουμάνους διοικητές, αντιπροσωπευτική βουλή με συμμετοχή όλων των στρωμάτων του πληθυσμού, οργάνωση εθνικού στρατού και απομάκρυνση των τουρκικών φρουρών, φορολογικές μεταρρυθμίσεις υπέρ του λαού, κατάργηση του φόρου υποτέλειας των πριγκιπάτων στους Τούρκους.

Στις 2 Απριλίου ο Βλαντιμιρέσκου με 6.000 πεζούς και 2.500 ιππείς κατέλαβε το Βουκουρέστι, μέσα σε ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού του πληθυσμού. Σε μια βδομάδα μπήκε στο Βουκουρέστι και ο Υψηλάντης με το στρατό του. όλες οι ενδείξεις συνηγορούσαν για μια στενή συνεργασία των δύο κινημάτων που θα εξασφάλιζε την επιτυχία της εξέγερσης στα πριγκιπάτα.

Ωστόσο, μια σειρά από διεθνή και εσωτερικά γεγονότα, καθώς και οι ατελεύτητες μηχανορραφίες των Άγγλων και Αυστριακών πρακτόρων που δρούσαν στις ηγεμονίες και στην Πόλη, έφεραν τελικά τη διάσπαση. Η αγγλική διπλωματία, μόλις επεσήμανε τη σοβαρότητα της εξέγερσης στα πριγκιπάτα, έσπευσε να διακηρύξει στη ρωσική αυλή ότι «θα έβλεπε εχθρικώς πάσαν επέμβασιν της εις τας ελληνικάς υποθέσεις». Ήταν η πρώτη διπλωματική τροχοπέδη διεθνούς επιπέδου που έμπαινε στο κίνημα.

Στο μεταξύ, είχε συνέλθει στο Λάιμπαχ το συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας με στόχο τις εθνικοαπελευθερωτικές και αστικοδημοκρατικές ευρωπαϊκές λαϊκές εξεγέρσεις. Κάτω από την πίεση της Αυστρίας του Μέττερνιχ, ο τσάρος Αλέξανδρος συναινεί στην αποκήρυξη του κινήματος, ενώ από τον περίβολο του Πατριαρχείου εξαπολύεται αφορισμός του Πατριάρχη εναντίον του Υψηλάντη.

Τα διεθνούς σημασίας αυτά γεγονότα, καθώς και ο αφορισμός, επηρεάζουν το κίνημα. Από δω και στο εξής επισημαίνονται μια σειρά άστοχων πράξεων και στο ελληνικό και στο ρουμανικό στρατόπεδο, που οδηγούν στην αποτυχία της εξέγερση, αφού προηγήθηκε η μοιραία διάσπαση των Βλαντιμιρέσκου και Υψηλάντη.

Ρήξη Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η αποκήρυξη του τσάρου βάρυνε και στον Βλαντιμιρέσκου και στον Υψηλάντη. Ο πρώτος, μη διαθέτοντας φόντα πολιτικού στοχαστή, τρομοκρατήθηκε κάτω από την έντονη πίεση των Βογιάρων και των Αγγλοαυστριακών πρακτόρων, ζητάει από τον Υψηλάντη να αποσυρθεί από το Βουκουρέστι και να φύγει για την Ελλάδα. Οι Βογιάροι και οι ξένοι πράκτορες του παριστούν τον Υψηλάντη σαν κίνδυνο για τα πριγκιπάτα, που στόχο έχει να εγκαταστήσει κυριαρχία κατακτητών πάνω στους Ρουμάνους. Και προς την πλευρά του Υψηλάντη γίνεται μια συστηματική διαβολή του Βλαντιμιρέσκου, τον οποίο παριστάνουν σαν έτοιμο να διαπραγματευτεί και να υπογράψει μονομερείς συμφωνίες με τους Τούρκους, προδίδοντας τη συνεργασία του με τους Φιλικούς.

Μέσα σε εκείνη τη θολή, από τα αλλεπάλληλα δυσμενή διπλωματικά γεγονότα, ατμόσφαιρα, η διαβολή έπιασε. Ο Υψηλάντης κλονισμένος στην πίστη του για τη νίκη, βλέποντας τις δυσκολίες περισσότερες από ό,τι τις προϋπολόγισε, δίνει εντολή στον Γεωργάκη Ολύμπιο να παρακολουθεί τον Βλαντιμιρέσκου. Ο Ολύμπιος δημιουργεί φιλικές προς αυτόν συνωμοτικές ομάδες μέσα στις γραμμές του Βλαντιμιρέσκου. Όταν το έκρινε σκόπιμο, οργάνωσε το κίνημα ανατροπής του από τα μέσα.

Το τέλος του Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Στο τρίτο δεκαήμερο του Μάη του 1821 ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου ανατρέπεται και συλλαμβάνεται, οδηγείται δέσμιος στο Τεργκοβίστε, περνάει από έκτακτο στρατοδικείο και τη νύχτα της 7 Ιουνίου εκτελείται. Οι μηχανορραφίες των εχθρών της εξέγερσης και της ενότητας των δύο κινημάτων στα πριγκιπάτα είχαν θριαμβεύσει.

Στις αρχές του χειμώνα του 1821 το κίνημα στα πριγκιπάτα έχει κατασταλεί εντελώς και οι Τούρκοι εγκαινίαζαν ένα απίστευτο καθεστώς τρομοκρατίας. Ωστόσο, η θυσία των αγωνιστών δεν πήγε χαμένη, παρά την αποτυχία του γενικού σχεδίου εξέγερσης στα Βαλκάνια.Η απασχόληση στα πριγκιπάτα σοβαρών τουρκικών δυνάμεων έδωσε την ευχέρεια να ανάψει και να φουντώσει μια άλλη επαναστατική εστία, ο ξεσηκωμός στην Ελλάδα.