Η Αστυπάλαια (900π.Χ.-…)

Η Αστυπάλαια βρίσκεται στο πιο δυτικό σημείο των Δωδεκανήσων. προς την πλευρά των Κυκλάδων, στοιχεία των οποίων υπάρχουν έντονα στο νησί. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο νησιά την Μέσα (δυτική) και την Όξω (ανατολική), που ενώνονται με μια μικρή λωρίδα αμμουδιάς περίπου 100 μέτρων. Εξαρτημένα από αυτήν κατοικημένα νησάκια είναι ο Κουνούπος, η Οφιδούσα και η Σύρνα. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Χώρα ή Αστυπάλαια. Υπάρχουν ακόμα και τα χωριά Βαθύ, Λιβάδι και Μαλτεζάνα ή Ανάληψη.

Οι ντόπιοι προτιμούν να την ονομάζουν Αστροπαλιά. Στην αρχαιότητα λεγόταν και Ιχθυόεσσα, καθώς από τότε ήταν παράδεισος για τους ψαράδες που, ακόμα και σήμερα, δύσκολα θα απογοητευτούν, αν και τα ψάρια έχουν λιγοστέψει.

Η Αστυπάλαια
Τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου παλαιοχριστιανικής βασιλικής στην Αστυπάλαια

Η Αστυπάλαια ανήκε σε μια πολύ γνωστή οικογένεια. Ήταν κόρη του Αγήνορα και της Περιμήδης, αδελφή της Ευρώπης, την οποία απήγαγε ο Δίας, την έφερε στην Κρήτη και απέκτησε από αυτήν το Μίνωα. Ο βασιλιάς πατέρας τους έστειλε τους γιους του να φέρουν πίσω την κόρη του. Δεν την βρήκαν όμως και δεν έπεστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους. Ο δυστυχισμένος πατέρας έχασε και την άλλη του κόρη. Ο θεός Ποσειδώνας είδε την Αστυπάλαια την ερωτεύτηκε, την έκλεψε και την έφερε στο νησί που πήρε το όνομα της. Από τον έρωτα τους γεννήθηκαν δυο γιοι: ο Αγκαίος που ανδραγάθησε στην Αργοναυτική εκστρατεία και ο Ευρύπυλος, ο βασιλιάς της Κω.

Από τον 9ο π.Χ. άποικοι από τα Μέγαρα και το Άργος εγκαταστάθηκαν στο νησί. Στα 496π.Χ. το νησί εκπροσώπησε στους Ολυμπιακούς αγώνες ο πυγμάχος Κλεομήδης. Οι φονικές γροθιές του σκότωσαν τον αντίπαλο του και αυτό έγινε αίτια οι Ελλανοδίκες να μην τον ανακηρύξουν Ολυμπιονίκη. Γύρισε στην Αστυπάλαια με ταραγμένο μυαλό. Σε μια κρίση τρέλας γκρέμισε το σχολείο την ώρα που οι μαθητές έκαναν μάθημα. Σκοτώθηκαν 60 παιδιά. Ο Κλεομήδης εξαφανίστηκε. Το μαντείο των Δελφών τον ανακήρυξε «τελευταίο των ηρώων».

Στα χρόνια της ελληνιστικής περιόδου και της Ρωμαϊκής κατάκτησης η Αστυπάλαια ήταν περίφημο κέντρο εμπορίου ψαριών. Οι Ρωμαίοι εγκατέστησαν εκεί ναύσταθμο με κύριο καθήκον την καταπολέμηση των πειρατών.Οι νησιώτες συνέπραξαν πρόθυμα και εξασφάλισαν προνόμια.

Το 1207 κατακτήθηκαν από τη βενετική οικογένεια των Γκουερίνι. Το οικόσημο τους σώζεται στο κάστρο στη Χώρα. Την ξαναπήραν οι Παλαιολόγοι του Βυζαντίου το 1269 και την έχασαν ξανά το 1310.

Η Αστυπάλαια ήταν το τελευταίο των Δωδεκανήσων που έπεσε στα χέρια των Τούρκων: το 1537, 15 χρόνια μετά την άλωση της Ρόδου. Αρχηγός του στόλου, Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα δεν παρέλειψε να λεηλατήσει το νησί. Οι συχνές επιδρομές του. το πρώτο μισό του 16ου αιώνα, είχαν γίνει μάστιγα για τους νησιώτες. Οι νησιώτες τραβήχτηκαν στο «Κάστρο του Αη-Γάννη», ένα φυσικό οχυρό. Απόρθητο κατά την παράδοση και με μυστική είσοδο και κρυφή έξοδο σε γειτονικό λόφο. Ακόμη σώζονται εκεί λείψανα σπιτιών και μια δεξαμενή νερού.

Η συγκατοίκηση με τους πειρατές όμως ήταν επικίνδυνη. Το νησί ερήμωσε για να ξανακατοικηθεί στα 1577, όταν τα πράγματα ηρέμησαν. Η μετέπειτα ιστορία της Αστυπάλαιας είναι κοινή με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.

Η Κως (3000π.Χ.-…)

Η Κως βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Ρόδου ανάμεσα στην Κάλυμνο και τη Νίσυρο, πλάι στις ακτές της Μικράς Ασίας, στο στόμιο του κόλπου της Αττάλειας, 220 μίλια από τον Πειραιά. Είναι το δεύτερο σε μέγεθος νησί των Δωδεκανήσων, πεδινό και εύφορο. Οι αλυκές του συγκαταλέγονται στις καλύτερες της Μεσογείου.

Η Κως
Χαλκογραφία με τον πλάτανο του Ιπποκράτη στην Κω

Πρωτεύουσα και λιμάνι είναι η πόλη της Κω, χτισμένη κατά μήκος του μυχού ενός κόλπου, στα βορειανατολικά του νησιού, στη θέση της αρχαίας πόλης που δημιουργήθηκε το 366π.Χ. Καταστράφηκε από σεισμό στα 142μ.Χ. αλλά και στα 469 και 554μ.Χ. Ο σεισμός του 1933 έδωσε την ευκαιρία στους Ιταλούς να χτίσουν μια καινούργια πόλη με σύγχρονο οδικό ιστό και ταυτόχρονα αποκάλυψε την αρχαία κάτω από τα ερείπια των σπιτιών που τότε κατέρρευσαν.

Η ιστορική διαδρομή των κατοίκων της Κω, από την εποχή του Λίθου ως τη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου ήταν κοινή με των άλλων νησιών του συμπλέγματος. Η μοναδικότητα της εμφανίστηκε τον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα όταν έφτασε στην πιο μεγάλη της ακμή.

Η φήμη του Ασκληπιού και η διδασκαλία του Ιπποκράτη μετέτρεψαν την γύρω περιοχή σε αστικό κέντρο. Στα ιερά του θεού Ασκληπιού προσέρχονταν καθημερινά ασθενείς για να τους «θεραπεύσει ο θεός». Από τα 300 που γνωρίζουμε να υπήρχαν, αρχαιότερο ήταν της Τρίκκης (Τρίκαλα Θεσσαλίας) και σπουδαιότερο της Επιδαύρου. Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. άρχισε να αποκτά φήμη και το Ασκληπιείο της Κω, που τότε δημιουργήθηκε. Διέθετε θειούχες ιαματικές πηγές και γρήγορα ξεπέρασε όλα τα άλλα σε σπουδαιότητα, καθώς οι εκεί θεραπευμένοι αποτελούσαν την ακαταμάχητη ζωντανή διαφήμιση.

Το διηύθυνε ένας μεγάλος ιερέας σε συνεργασία με έναν πυροφόρο (βοηθό). Ακόμη, υπήρχαν πολλοί ιερομνήμονες (νοσοκόμοι), νωεκόροι και ιερείς. Οι προσευχόμενοι, πρώτα λούζονταν, μετά προσέφεραν τα αφιερώματα τους κι έπειτα θεραπεύονταν από ιερέα, είτε πρακτικά είτε με υποβολή.

Εκείνο τον καιρό συνέπεσε να ιδρυθεί στον ίδιο χώρο και ιατρική σχολή που είχε την τύχη να φιλοξενεί διδάσκαλο τον Ιπποκράτη.

Ο μεγάλος Κώος επιστήμονας και φιλόσοφος γεννήθηκε το 460π.Χ. και είναι αυτός που θεμελίωσε την ιατρική επιστήμη. Μελέτησε τον ανθρώπινο οργανισμό και τις ιδιότητες, τις αρρώστιες και τις θεραπευτικές αγωγές. Προσήγαγε τις ειδικότητες παθολογία, διαγνωστική, χειρουργική, γυναικολογία και μαιευτική.

Παρόλο που δίδασκε μέσα σε χώρο ιερού, απάλλαξε την ιατρική από τον εμπειρικό και τον ιερατικό της χαρακτήρα. Με το όνομα του σώζονται 72 συγγράμματα στην ιωνική διάλεκτο.

Ο συνδυασμός Ασκληπιείου-Ιπποκράτη έκανε εκατοντάδες χιλιάδες προσκυνητές από όλη την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία να προσέρχονται στην περιοχή με αποτέλεσμα να ξεφυτρώνουν πανδοχεία, μαγαζιά και όλα εκείνα τα επαγγέλματα που συντηρούνταν από τους ταξιδιώτες. Ο πληθυσμός συνεχώς αυξανόταν. Το νησί έφθασε κάποια στιγμή να αριθμεί 160.000 κατοίκους.

Στα 366π.Χ., οι γύρω από το λιμάνι οικισμοί ενώθηκαν και δημιούργησαν την πόλη της Κω, ενώ, στα νότια του νησιού, η εκεί Αστυπάλαια (σημερινά Παλάτια) έχασε τα πρωτεία.

Με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Κως εντάχθηκε πρώτα στο κράτος του Αντίγονου. Με τη συνθήκη του 311π.Χ. ο Αντίγονος την παραχώρησε στον Πτολεμαίο. Στο διάστημα αυτό η ιατρική σχολή συνέχισε να λειτουργεί με δασκάλους κάποιους άξιους μαθητές του Ιπποκράτη και άλλους σπουδαίου γιατρούς στη συνέχεια. Η φήμη του Ασκληπιείου μεγάλωνε. Μαζί και η έκταση του. Είχε διαμορφωθεί σε τρία επίπεδα, με το μεσαίο να φιλοξενεί τον αρχαιότερο απλό ναό του Ασκληπιού και τον βωμό. Στο κάτω επίπεδο, όπου βρίσκονταν το θεραπευτήριο και οι πηγές, είχαν εγερθεί προπύλαια, κόγχες που φιλοξενούσαν αγάλματα, κτίσματα και στοές. Στο πάνω επίπεδο κτίστηκε επιβλητικός ναός του Ασκληπιού. Ογδόντα σκαλοπάτια οδηγούν από το κάτω επίπεδο στο επάνω.

Την εποχή των Πτολεμαίων, το νησί αναδείχθηκε σε θέρετρο της αριστοκρατίας. Άλλωστε, δύο μόλις χρόνια μετά την απόκτηση του, ο Πτολεμαίος Α’ είδε να γεννιέται εκεί ο γιος του, μετέπειτα Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος.

Στα 190π.Χ. η Κως πέρασε στη ρωμαϊκή επικράτεια, αγαπημένο νησί των αυτοκρατόρων. Ανάμεσα τους ο Κλαύδιος την επισκεπτόταν στα χρόνια 41 με 51 μ.Χ., οπότε τον δηλητηρίασε η δεύτερη γυναίκα του Αγριππίνα, ώστε να περάσει ο θρόνος στο γιο της Νέρωνα.

Όπως και τα άλλα Δωδεκάνησα, με τον χωρισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Κως πέρασε στη δικαιοδοσία του μετέπειτα Βυζαντινού κράτους. Στα 431 έγινε έδρα επισκόπου.

Ακολούθησε την κοινή μοίρα των Δωδεκανήσων και το 1315, έξι χρόνια μετά τη Ρόδο έγινε τμήμα του ιπποτικού κράτους των Ιωαννιτών. Η σπουδαιότητα που απέκτησε το νησί την εποχή των ιπποτών αντικατοπτρίζεται στα σπουδαίο οχυρωματικά έργα του κάστρου και του τείχους στο λιμάνι, καθώς και του κάστρου στην Αντιμάχεια.

Οι Οθωμανοί προσπάθησαν να κυριεύσουν την Κω στα 1452, μια χρονιά πριν πέσει η Κωνσταντινούπολη και στα 1477. Αποκρούστηκαν και τις δύο φορές. Την πήραν μόνο όταν οι Ιωαννίτες παρέδωσαν τη Ρόδο. Την κράτησαν ως το 1912 όποτε τα Δωδεκάνησα καταλήφθηκαν από τους Ιταλούς. Το 1948 η Κως ενσωματώθηκε στην Ελλάδα.

Η Κως γέννησε τη Νίσυρο

Το αίμα του Ουρανού, όταν τον ακρωτηρίασε ο Κρόνος, έπεσε στη Γη και τη γονιμοποίησε. Έτσι γεννήθηκαν οι Γίγαντες, όντα τεράστια και ρωμαλέα, που θέλησαν κάποια στιγμή να διεκδικήσουν την εξουσία του Σύμπαντος από τους θεούς του Ολύμπου. Ξεκίνησε πόλεμος φοβερός, η Γιγαντομαχία. Γράφει ο Απολλόδωρος: «Τον Γίγαντα Πολυβώτη τον κυνήγησε ο Θεός Ποσειδώνας μέσα στο Αιγαίο, τον πρόφτασε στα νοτιοανατολικά, έκοψε με την τρίαινα ένα κομμάτι από την Κω και με αυτό πλάκωσε τον Γίγαντα. Έτσι σχηματίστηκε η Νίσυρος και από κάτω της είναι θαμμένος ο Πολυβώτης». Οι καπνοί που βγαίνουν από τον κρατήρα του ηφαιστείου είναι η ανάσα του του.

Σχεδόν κυκλικό νησί, ανάμεσα στην Τήλο και τη Κω, σε απόσταση 202 μιλίων από τον Πειραιά. η Νίσυρος είναι στην πραγματικότητα η πάνω από τη θάλασσα κορυφή του ηφαιστείου που ακόμα αχνίζει. Ο κρατήρας του έχει διάμετρο 4χλμ. και είναι προσιτός στον επισκέπτη. Κατά τη μετάβαση εκεί η μυρωδιά από το θειάφι γίνεται όλο και πιο έντονη. Λιμάνι και πρωτεύουσα το νησιού είναι το Μανδράκι, με τη θερμή ιαματική αλιπηγή.

Πάνω από το Μανδράκι στέκονται η ακρόπολη με τα καλοδιατηρημένα τείχη και τα ερείπια του κάστρου των Ιωαννιτών Ιπποτών (1315). Κοντά τους Παναγία Σπηλιανή (1600) με πλούισα βιβλιοθήκη. Ο ορεινός οικισμός Εμπορειός βρίσκεται στο δρόμο προς το ηφαίστειο, ενώ τα Νικιά ακόμη ψηλότερα.

Δυο μίλια βορειοδυτικά από τη Νίσυρο υπάρχει το νησί Γυαλί, όπου σήμερα συνεχίζεται η εξόρυξη ελαφρόπετρας. Στην αρχαιότητα εκεί έβγαζαν οψιανό για να τον χρησιμοποιήσουν για λεπίδες. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν αποθέματα. Η ιστορία του νησιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Ρόδο.

Η Κάσος, οι Θερμοπύλες του Αιγαίου

Ένας βράχος που ξεπροβάλλει από τη θάλασσα, μόλις τρία μίλια νοτιοδυτικά της Καρπάθου, η Κάσος, είναι το πιο νότιο νησί των Δωδεκανήσων, σε απόσταση 255 μιλίων από τον Πειραιά.

Η Κάσος
Πανοραμική άποψη του Φρυ σε καρτποστάλ των πρώτων χρόνων της ιταλικής κατοχής

Το βουνό Πρίωνας εμποδίζει τη πρόσβαση στα βόρεια του νησιού ενώ οι απότομες πλαγιές του όρους Περίολας ορθώνονται στα νότια. Ανάμεσα τους το βουνό Σίσφιο, φράζει την πρόσβαση στην ανατολική ακτή. Έτσι, οι οικισμοί στριμώχνονται σε ακτίνα έως τρία χιλιόμετρα από το λιμάνι και πρωτεύουσα Φρυ περίπου στη μέση της δυτικής ακτής, εκεί όπου σχηματίζεται όρμος σαν φρύδι, εξ ου και το όνομα.

Εκτός από το Φρυ στην Κάσο υπάρχουν ακόμη τέσσερις οικισμοί: η μεσόγεια Αγία Μαρίνα με διατηρημένα σπίτια καπεταναίων, το επίσης μεσόγειο Αρβανιτοχώρι, ο Εμπορειός, πιο ψηλά η Παναγιά και ακόμη πιο πάνω το Πόλι.

Η ιστορική αναδρομή των κατοίκων είναι συνδεδεμένη με αυτή της γειτονικής Καρπάθου. Στα 1824, όμως, οι Κάσιοι ανέδειξαν το νησί τους σε νεότερες Θερμοπύλες του Αιγαίου. Ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Απριλίου του 1821, πρώτοι από όλους στα Δωδεκάνησα, με πρωτεργάτες τους Θεόδωρο Κονταρτσόγλου και Παπακανάρη. Εκείνα τα χρόνια εξοπλισμένα εμπορικά πλοία τους ήταν σχεδόν ένα έτοιμος στόλος.

Τολμηροί ναυτικοί και εμπειροπόλεμοι, όργωναν τις θάλασσες και αντιμετώπιζαν με επιτυχία τους πειρατές. Όταν επαναστάτησε και η Κρήτη ο πια «πολεμικός στόλος» της Κάσου έσπευσε να την στηρίξει.

Οι Κάσιοι ανδραγάθησαν και απέδειξαν έμπρακτα στον Αιγύπτιο Χουσεΐν ότι ήταν υποχρεωμένος να τους υπολογίζει. Τέλη Απριλίου του 1824, η Επανάσταση στην Κρήτη είχε σβήσει. Τα καράβια της Κάσου επέστρεψαν στη βάση τους. Οι κάτοικοι γνώριζαν πολύ καλά ότι είχε έρθει η σειρά τους. Ήταν η εποχή της ελληνικής εμφύλιας σύρραξης και της οθωμανικής επίθεσης στα μέτωπα της Επανάστασης.

Ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ ορίστηκε αρχηγός των χερσαίων δυνάμεων, ενώ ο αιγυπτιακός στόλος δρούσε στο Αιγαίο. Ο Χουσεΐν μπέης ήταν ακόμα απασχολημένος στην Κρήτη, όταν μοίρα του αιγυπτιακού στόλου φάνηκε ανοιχτά της Κάσου. Προδομένοι από την αδιαφορία και τις καθυστερήσεις της κεντρικής διοίκησης στη λήψη αποφάσεων, οι νησιώτες γνώριζαν καλά ότι δεν είχαν να περιμένουν από πουθενά.

Οργάνωσαν την άμυνα τους και με τριάντα κανόνια μπροστά από τα χωριά Αγία Μαρίνα, Αρβανιτοχώρι, Παναγιά και Πόλι και έστησαν βίγλες στις απόκρημνες περιοχές του νησιού, να προσέχουν τα νώτα τους. Στις 14 Μαΐου 1824, τα αιγυπτιακά πλοία παρατάχθηκαν έξω από την Κάσο. Οι εξακόσιοι Κρητικοί που είχαν έρθει πρόσφυγες στο νησί ενώθηκαν με τους υπερασπιστές, ανεβάζοντας τη δύναμη σε υπολογίσιμο αριθμό.

Στήθηκε συνεδρίαση καπετάνιων και προκρίτων με θέμα αν θα έπρεπε να δηλώσουν υποταγή ή να αμυνθούν. Την απόφαση πήραν οι Αιγύπτιοι που ξεκίνησαν κανονιοβολισμό της παραλίας. Τα ελληνικά κανόνια απάντησαν.

Η αιγυπτιακή ναυαρχίδα «Αφρική» θέλησε να πλησιάσει πιο κοντά. Έπεσε σε ύφαλο, έπαθε μεγάλη ζημιά και αποχώρησε Δυο μέρες αργότερα αποχώρησαν και τα υπόλοιπα αιγυπτιακά πλοία.

Στις 27 Μαΐου 1824 ξαναφάνηκαν. Αυτή τη φορά στόλος από 25 πλοία με 4.000 Αλβανούς υπό το ναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ, με γενικό αρχηγό τον Χουσεΐν μπέη. Αγκυροβόλησαν μπροστά από το νησάκι Μακρά και άρχισαν τους κανονιοβολισμούς. Η Κάσος απάντησε.

Οι κανονιοβολισμοί συνεχίστηκα για 48 ώρες. Τη νύχτα προς το τρίτο ξημέρωμα, 18 «αποβατικά» γεμάτα στρατό κινήθηκαν προς τα βόρεια της Αγίας Μαρίνας. Η προσοχή των αμυνόμενων στράφηκε προς αυτό το σημείο. Την ίδια ώρα περίπου τριάντα βάρκες με οπλισμένους Αλβανούς, αρχηγό τον χιλίαρχο Μουσά και αρχηγό τον Κάσιο Ζαχαριά (σύγχρονο της Επανάστασης Εφιάλτη), έπλεαν μέσα στο σκοτάδι προς τη νότια πλευρά της Αγίας Μαρίνας, στον Αντιπέρατο.

Κανένας δεν υπήρχε εκεί, να τους δει και να ειδοποιήσει, καθώς ο τόπος είναι απρόσιτος. Και μονάχα ένα μονοπάτι κακοτράχαλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αναρρίχηση. Είχαν τοποθετηθεί έξι νησιώτες να προσέχουν, αλλά και αυτοί δε μπορούσαν να φανταστούν ότι υπήρχε προδότης που «ξεναγούσε» τον εχθρό. Αιφνιδιάστηκαν. Αν είχαν έγκαιρα αντιληφθεί τους Αλβανούς μπορούσαν να τους κρατήσουν, ώσπου να έρθουν ενισχύσεις, καθώς η τοποθεσία τούς το επέτρεπε. Οι τρεις σκοτώθηκαν, οι άλλοι τρεις πρόλαβαν να φύγουν.

Έχοντας αποκτήσει ισχυρό προγεφύρωμα ο Χουσεΐν έστειλε στον Αντιπέρατο και άλλους, συνολικά δυο χιλιάδες Αλβανούς. Ξημερώματα έπεσαν αιφνιδιαστικά στα νώτα των Κασίων. Οι υπερασπιστές του νησιού απέκρουσαν με γενναιότητα αλλά δεν μπορούσαν πια να εμποδίσουν την απόβαση στην παραλία, μπροστά στην Αγία Μαρίνα. Βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά.

Ο Χουσεΐν τους μήνυσε να παραδοθούν και σε αντάλλαγμα εγγυάτο τη ζωή και την ελευθερία τους. Γνώριζαν από την εμπειρία τους στην Κρήτη ότι ο Αιγύπτιος τιμούσε το λόγο του. Γνώριζαν ότι ο αγώνας τους ήταν χαμένος. Απάντησαν όμως με μια κασιωτική παραλλαγή του «Μολών λαβέ».

Η μάχη συνεχίστηκε στήθος με στήθος. Κάποια στιγμή με ηρωικό γιουρούσι διέσπασαν τις εχθρικές γραμμές. Κάποιοι έφτασαν στην ακτή, πρόλαβαν να μουν σε ελληνικά πλοία και έφυγαν στην Κάρπαθο. Άλλοι πήραν τα βουνά, υποχωρώντας και πολεμώντας.

Ο πλοίαρχος Μάρκος Μαλλιαράκης με σαράντα ναύτες οχυρώθηκε στη Λαγκά. Συνέχισε να πολεμά ώσπου οι περισσότεροι άνδρες του έπεσαν και ίδιος αιχμαλωτίστηκε. Τον οδήγησαν δεμένο στο Χουσεΐν. Ο Αιγύπτιος ήταν πρακτικός άνθρωπος. Του πρότεινε να αναλάβει πλοίαρχος σε καράβι του στόλου του Ισμαήλ Γιβραλτάρ καθώς το ναυτικό του έπασχε από ικανούς αξιωματικούς. Ο Μαλλιαράκης δέχθηκε και ο Χουσεΐν διέταξε να τον λύσουν. Αμέσως ο Μαλλιαράκης αφόπλισε έναν Αιγύπτιο και με το σπαθί του σκότωσε τρεις άλλους. Χίμηξαν απάνω του οι υπόλοιποι και τον έσφαξαν.

Η άρνηση των υπερασπιστών στην πρόταση να παραδοθούν θεωρήθηκε από τον Χουσεΐν ότι ακύρωνε τις υποσχέσεις του. Επί 24 ώρες, οι άνδρες σφάζονταν, γυναίκες και παιδιά βιάζονταν, ενώ τα σπίτια λεηλατήθηκαν. Δυο χιλιάδες νησιώτες αρπάχτηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα. Στο τέλος του 24ώρου ο Χουσεΐν διέταξε να σταματήσουν τα έκτροπα. Σκότωσε με τα χέρια του όσους δεν πειθάρχησαν.

Στους δρόμους κείτονταν άλλες δύο χιλιάδες νεκροί, μαχητές και άμαχοι. Στην έρημη Κάσο εγκαταστάθηκε Τούρκος διοικητής. Η γειτονική Κάρπαθος δήλωσε υποταγή. Ο Χουσεΐν γύρισε στην Κρήτη.

Μόλις 16 χρόνια αργότερα, το 1840, η Κάσος άρχισε πάλι να γνωρίζει ανάπτυξη. Τότε χτίστηκε και η σημερινή της πρωτεύουσα, το Φρυ.

Η Κάρπαθος (3000π.Χ.-…)

Η Κάρπαθος, η αρχαία τετράπολις (ο Όμηρος την ονομάζει «Ανεμόεσσα», γιατί έχει πολλούς ανέμους), κάποτε ήταν ενωμένη με την γειτονική Κάσο και τη βόρεια συνέχεια της τη Σαρία. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της Ρόδου, καταμεσής στο Καρπάθιο πέλαγος, βορειοανατολικά της Κρήτης, 242 μίλια από τον Πειραιά.

Η Κάρπαθος
Η Κάρπαθος

Από την Κάσο χωρίστηκε πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Από τη Σαρία, πρόσφατα. Στο καταποντισμένο τμήμα, που κάποτε ήταν στεριά, ήταν αναπτυγμένη η αρχαία πόλη Νίσυρος που τώρα βρίσκεται στο βυθό. Ο Στράβων την πρόλαβε και την περιέγραψε.

Το νησί είναι κυριολεκτικά μακρόστενο, στην ουσία κορυφή υποθαλάσσιας οροσειράς, που «σκάει μύτη» πάνω από τα νερά. Έχει μήκος 48χλμ και πλάτος 12. Διατρέχεται από την οροσειρά Κυμαράς. Το τελικό αποτέλεσμα είναι είναι ένας πανέμορφος συνδυασμός βουνού και θάλασσας. Πρωτεύουσα και λιμάνι είναι τα Πηγάδια ή Κάρπαθος

Όταν ο Ουρανός και η Γη ενώθηκαν, γεννήθηκαν δώδεκα παιδιά: έξι Τιτάνες και έξι Τιτανίδες. Αρχηγός των Τιτάνων ήταν ο Κρόνος αλλά αυτός στον οποίο οι άνθρωποι οφείλουν την ύπαρξη τους είναι ο Ιαπετός, ο πρώτος άνθρωπος της Καρπάθου: Από τη νύμφη Κλυμένη απέκτησε γιους: τους Άτλαντα, Μενοίτιο, Προμηθέα και Επιμηθέα.

Ο Προμηθέας έπλασε τον πρώτο άνθρωπο και έσωσε τον Δευκαλίωνα και τη σύζυγό του Πύρρα, μόνο αυτούς από τον κατακλυσμό με τον οποίο ο Δίας εξαφάνισε τον ανθρώπινο γένος. Ο Ιαπετός ταυτίζεται με έναν από τους γιους του Νώε, τον Ιάφεθ, που σώθηκε από τον κατακλυσμό και έγινε γενάρχης των λευκών της Ασίας και της Ευρώπης.

Η ταύτιση του Άτλαντα Ιαπετού με την Κάρπαθο δεν είναι τυχαία. Στα 1450π.Χ., η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης προκάλεσε παλιρροϊκό κύμα-φονιά, ύψους 250μ. Σάρωσε τα πάντα στο διάβα του, χτυπώντας την Κρήτη και τις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας. Η Κάρπαθος βρέθηκε στην ορμητική ακμή της διαδρομής του. Με τα βουνά της φυσικούς κυματοθραύστες. Κάθε ζωντανό αφανίστηκε. Αν κάποιος επέζησε, πρέπει να ήταν ο ακαταμάχητος Τιτάνας. Και ο Ιαπετός ήταν βέβαια ο πρόγονος του ανθρώπου.

Νεολιθικά λείψανα στις σπηλιές του νησιού και ένα πέτρινο άγαλμα γυναίκας πείθουν ότι στην Κάρπαθο ζούσαν άνθρωποι τουλάχιστον στη Νεολιθική Εποχή. Από το 2800π.Χ. πρέπει να είχε επικοινωνία με την Κρήτη, ενώ ευρήματα μινωικής εποχής μαρτυρούν τη συνέχιση της εκεί κατοίκησης ως τον «κατακλυσμό», αποτέλεσμα της έκρηξης του ηφαιστείου της Σαντορίνης.

Τον 14ο π.Χ. αιώνα το νησί δέχθηκε Μυκηναίους αποίκους. Τον 13ο αιώνα π.Χ. το Ποσείδιο, (σημερινά Πηγάδια) ερήμωσε είτε από τη γεωλογική καταστροφή (περίπου το 1230 π.Χ.) είτε από επιδρομή των «λαών της θάλασσας».

Την ίδια εποχή δημιουργήθηκε και η πόλη Κάρπαθος, ενώ λίγα χρόνια αργότερα το νησί συνεισέφερε μαζί με τα γειτονικά νησιά στην δύναμη τριάντα πλοίων που υπό τον Φείδιππο και τον Άντιφο εξεστράτευσαν στην Τροία.

Η μετέπειτα ιστορική πορεία των νησιών είναι ίδια με αυτή των λοιπών Δωδεκανήσων. Στα ιστορικά χρόνια γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη, ενώ στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ανήκε στη Ρόδο με την οποία ακολούθησε κοινή διαδρομή.

Στη βυζαντινή εποχή εντάχθηκε στο θέμα της Κρήτης. Όταν η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τους σταυροφόρους (1204), η Κάρπαθος πέρασε στην επικράτεια του βυζαντινού «αυθέντη» της Ρόδου Λέοντα Γαβαλά.

Ο Βενετός Αντρέα Κορνάρο, μέλος οικογένειας αριστοκρατών κατέλαβε για λογαριασμό του την Κάρπαθο το 1206. Στα 1282 πέρασε στα χέρια του Γενουάτη Αντρέα Μορέσκο, για να καταλήξει στο κράτος των Ιωαννιτών Ιπποτών της Ρόδου το 1309.

Υπέστη πάρα πολλές λεηλασίες όταν η Ρόδος πέρασε στους Τούρκους στα 1522 και στα 1537, χρονιά που παραδόθηκες τις οθωμανικές δυνάμεις. Οι πειρατικές επιδρομές ανάγκασαν πολλούς νησιώτες να μεταναστεύσουν. Επαναστάτησε το 1821 αλλά παραδόθηκε χωρίς μάχη μετά την καταστροφή της γειτονικής Κάσου το 1824.

Η μάχη της Δοϊράνης (1913)

Η μάχη της Δοϊράνης διεξήχθη στις 22-23 Ιουνίου 1913. Ήταν μι αμάχη των Βαλκανικών πολέμων. Συνέχεια της μάχης του Κιλκίς -Λαχανά.

Η μάχη της Δοϊράνης
Η μάχη της Δοϊράνης
(Λαϊκή απεικόνιση)

Η βουλγαρική φάλαγγα που υποχωρώντας από το Κιλκίς κατευθυνόταν προς τη Δοϊράνη, απαρτιζόταν από τη 3η ταξιαρχία της 3ης μεραρχίας και από το 50ο σύνταγμα πεζικού, δηλαδή συνολικά από 11 τάγματα με το ανάλογο πυροβολικό. Σύμφωνα με τη διαταγή του βουλγαρικού επιτελείου μεταφέρθηκε στην περιοχή της Δοϊράνης-Γευγελής η 1η ταξιαρχία της 6ης μεραρχίας, που έδρευε στη Στρώμνιτσα, ενταγμένη στην 4η βουλγαρική στρατιά. Οι δυνάμεις αυτές οργάνωσαν αμυντική τοποθεσία στα υψώματα νότια από τη Δοϊράνη πάνω από το χωριό Βλαντάγια.

Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο, μετά τη διπλή νίκη της 21η Ιουνίου, έθεσε σαν άμεσο αντικειμενικό σκοπό την όσο το δυνατόν ταχύτερη εκκαθάριση όλης της περιοχής δυτικά του Στρυμόνα και νότια του Μπέλες από εχθρικές δυνάμεις και την απώθηση τους προς τα βορειοανατολικά, ώστε να επιτευχθεί επαφή με τους Σέρβους. Για το σκοπό αυτό στις 22 Ιουνίου όλες οι μεραρχίες του αριστερού και του κέντρου διατάχθηκαν να συνεχίσουν την πορεία τους προς τα βόρεια.

Στις 4:30 το πρωί της 23 Ιουνίου εκδηλώθηκε αιφνιδιαστική απόπειρα των Βουλγάρων να ανακαταλάβουν τη γέφυρα του Στρυμονικού. Ο αιφνιδιασμός απέτυχε και η 7η μεραρχία, αφού άφησε δύο τάγματα στην Κουμαριά για να επιτηρούν τη γέφυρα συνέχισε την πορεία της. Αργότερα επέστρεψε στην περιοχή Κουμαριάς-Στρυμονικού, γιατί υπήρχαν πληροφορίες ότι βουλγάρικες ενισχύσεις από το Σιδηρόκαστρο κατευθύνονταν προς τις Σέρρες και το Στρυμονικό. Την ίδια μέρα η 1η μεραρχία προωθήθηκε προς την Καγιάλη και η 6η μέχρι το Κιοσελή. Τρεις από τις υπόλοιπες μεραρχίες συνέχισαν στις 22 και 23 Ιουνίου την πορεία τους απρόσκοπτα: η 2η, η οποία την πρώτη μέρα έφτασε στο Τέρπυλλο, ανέβηκε την επομένη στο όρος Δύσωρο και καταυλίστηκε κοντά στο χωριό Κεντρικό, η 5η, την πρώτη μέρα έφτασε στο Ποταρίς (Δροσάτο) και την επομένη στο χωριό Αμάραντα (Σούρλοβο) και 1η, που προχωρώντας μέσα από τις διαβάσεις του Δυσώρου, έφτασε στο Ακ. Μπουλαλίκ (Ακροχώρι).

Στο αριστερό του ελληνικού στρατού βάδιζαν η 6η και η 10η μεραρχία με κατεύθυνση την Δοϊράνη. Όταν γύρω στις 11 το πρωί της 22ας Ιουνίου οι εμπροσθοφυλακές έφτασαν αντίστοιχα στη Χέρσοβα και στο Γενήκιοϊ (Ελευθεροχώρι), δέχτηκαν εχθρικά πυρά από τα υψώματα νότια της Δοϊράνης. Η 3η μεραρχία δεν εκτέλεσε εκείνη τη μέρα καμία επιθετική ενέργεια και παρέμεινε στις θέσεις της. Μόνο η μοίρα πεδινού πυροβολικού της απαντούσε στα εχθρικά πυρά. Το 4ο σύνταγμα ευζώνων της 10ης μεραρχίας επιτέθηκε λίγο μετά το μεσημέρι και κατέλαβε τις θέσεις των εχθρικών προφυλακών πάνω από το χωριό Βλαντάγια. Η υπόλοιπη μεραρχία καλύφτηκε κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό Καλινδρίας.

Η επίθεση των δύο ελληνικών μεραρχιών άρχισε νωρίς το πρωί της 23ης Ιουνίου. Η 3η διέθεσε δύο συντάγματα στην πρώτη γραμμή, το 12 στα ανατολικά της αμαξιτής οδού Θεσσαλονίκης-Δοϊράνης και το 6ο στα δυτικά της. Το 11ο θα προήλαυνε στη δεύτερη γραμμή, 1.500 μέτρα πίσω από τη πρώτη. Στο τομέα της 10ης μεραρχίας το 4ο σύνταγμα ευζώνων κράτησε τις προχωρημένες θέσεις, που είχε καταλάβει την προηγούμενη μέρα, και από εκεί απασχολούσε τον εχθρό.

Το 3ο σύνταγμα, σε συνδυασμό με τα δύο συντάγματα της 3ης μεραρχίας, ενεργούσε την κύρια επίθεση εναντίον της ισχυρότερης εχθρικής τοποθεσίας, που είχε οργανωθεί πάνω στο ύψωμα Οβελίσκος. Το 5ο σύνταγμα παρέμεινε στις θέσεις του ως εφεδρεία. Λίγο μετά την εκδήλωση της επιθέσεως, το τάγμα που ενεργούσε στο άκρο δεξιό της ελληνικής παρατάξεως, κατάφερε να καταλάβει με τη λόγχη τις απέναντι του εχθρικές θέσεις και στη συνέχεια καταδίωξε τους αμυνόμενους μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό της Δοϊράνης. Οι Βούλγαροι αντιλήφθηκαν την υπερφαλάγγιση στο αριστερό τους και εγκατέλειψαν τις θέσεις πάνω στα υψώματα. Προσπάθησαν να ανασυνταχθούν μπροστά στην πόλη, αλλά τελικά εγκατέλειψαν και τις νέες θέσεις τους και υποχώρησαν προς τα βόρεια. Απομονωμένα τμήματα των Βουλγάρων παρέμειναν στις θέσεις τους απέναντι από τη 10η μεραρχία και τις κρατούσαν μέχρι που έπεσε το σκοτάδι. Υποχώρησαν και αυτά προς τα βόρεια, τη νύχτα της 23ης Ιουνίου προς την 24η, χωρίς να γίνουν αντιληπτά από τις ελληνικές προφυλακές.

Την ίδια μέρα οι Βούλγαροι επιχείρησαν αντιπερισπασμό στο δεξιό του ελληνικού στρατού. Συγκεκριμένα, απόσπασμα, αποτελούμενο από τρία τάγματα, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην αριστερή όχθη του Αξιού, απέναντι από τη Γευγελή, και απώθησε προς τα νότια τους ελληνικούς λόχους κατοχής της περιοχής. Επίσης, σώματα κομιτατζήδων εισέβαλαν στην περιοχή της Καρατζόβας, που είχε μείνει απροστάτευτη λόγω της υποχώρησης των ελληνικών λόχων. Η κατάσταση στην περιοχή αυτή αποκαταστάθηκε γρήγορα, χωρίς να ανακοπεί η πορεία των ελληνικών μεραρχιών προς τα βόρεια. Οι ελληνικοί λόχοι κατοχής σταμάτησαν την υποχώρηση τους στα υψώματα του Κουφιλούκ, όπου οργάνωσαν την άμυνα τους και συγχρόνως στάλθηκε από τη Θεσσαλονίκη άγημα πεζοναυτών, που ήταν αποσπασμένο στη φρουρά της. Ως το βράδυ της 24ης Ιουνίου η περιοχή είχε εκκαθαριστεί από τους Βούλγαρους.

Η μάχη της Δοϊράνης είχε στοιχίσει στις δύο μεραρχίες 1.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες των λόχων κατοχής και των πεζοναυτών στις συμπλοκές δυτικά του Αξιού ανήλθαν συνολικά σε 300 νεκρούς και τραυματίες.

Η μάχη του Λαχανά (1913)

Η μάχη του Λαχανά έγραψε μία από τις πιο ένδοξες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής  ιστορίας. Οι τέσσερις μεραρχίες ξεκίνησαν το πρωί της 19ης Ιουνίου 1913 με κατεύθυνση το Κιλκίς. Είχαν να αντιμετωπίσουν την 2η ταξιαρχία της 3ης βουλγαρικής μεραρχίας, 3 πεδινές πυροβολαρχίες και μία ορειβατική.

Η μάχη του Λαχανά
Η μάχη του Λαχανά
(Λαϊκή απεικόνιση)

Την πρώτη μέρα της ελληνικής επιθέσεως το 1ο σύνταγμα δέχθηκε πυρά από τις βουλγαρικές μονάδες που κατείχαν τα υψώματα γύρω από το χωριό Μάνδρες. Τελικά ενισχυμένο και από το 7ο σύνταγμα επιτέθηκε με τη λόγχη και εκτόπισε τον εχθρό από τις θέσεις του στις 3:30 το απόγευμα. Η 4η και η 5η μεραρχία προήλασαν κάτω από τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού, που ήταν ταγμένο στα υψώματα βορειοδυτικά της Ξυλοκερατιάς. Ένα τάγμα της 4ης μεραρχίας πέρασε το Γαλλικό ποταμό και προχώρησε προς το σιδηροδρομικό σταθμό του Σαλαμανλή. Ολόκληρη η μεραρχία καθηλώθηκε κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής. Το 23 σύνταγμα της 5ης μεραρχίας και το 16ο που ακολούθησε βρέθηκαν διαδοχικά στην ακάλυπτη ζώνη της περιοχής Μάνδρας Καρακατσανέων. Η 5η μεραρχία είχε βαρύτατες απώλειες, 1.200 νεκροί και τραυματίες. Τελικά, τα πρώτα εχθρικά χαρακώματα καταλήφθηκαν με τη λόγχη. Στο μεταξύ η 3η μεραρχία επιτέθηκε εναντίον των Βουλγάρων που κατείχαν τα υψώματα του Άνω Αποστόλου και Γυναικοκάστρου. Οι Βούλγαροι υποχώρησαν προς το Κιλκίς και οι Έλληνες κατέλαβαν τα χωριά Ξυλοκερατιά και Πέρινθος.

Στις 20 Ιουνίου, η 2η μεραρχία προχώρησε χωρίς να αντιμετωπίσει σοβαρή εχθρική αντίσταση και το απόγευμα έφτασε σε θέσεις εξορμήσεως απέναντι από το Κιλκίς στα υψώματα νότια από την Ποταμιά. Η 4η μεραρχία ήταν πιο προωθημένη και περίμενε και τις άλλες. Ξεκίνησε στις 9:30 το πρωί και ως το μεσημέρι οι Έλληνες είχαν καταλάβει με επίθεση τα υψώματα ανατολικά του Σαρηγκιόλ. Στη συνέχεια πλησίασε προς την κύρια εχθρική τοποθεσία μπροστά από το Κιλκίς. Τελικά καθηλώθηκε από τα εχθρικά πυρά μέχρι το απόγευμα στις 5:00 σε απόσταση 800 με 1.000 μέτρα από τα βουλγαρικά χαρακώματα. Η 5η μεραρχία έφτασε κοντά στο Κιλκίς το μεσημέρι στον σιδηροδρομικό σταθμό Σαρηγκιόλ, επιτέθηκε εναντίον των εχθρικών θέσεων με κάλυψη του πυροβολικού, αλλά καθηλώθηκε και αυτή στις παρυφές του χωριού. Η 3η μεραρχία έφτασε στα υψώματα του Αρμουτζή, αφού πρώτα καταδίωξε απομονωμένα βουλγαρικά τμήματα. Οι Βούλγαροι είχαν οχυρώσει την κύρια αμυντική τους τοποθεσία μπροστά από το Κιλκίς με ορύγματα που έφταναν τα έξι μέτρα. Τα ορύγματα ενισχύονταν με βολές που περιείχαν μα διλοχία. Μια κατά μέτωπο επίθεση, υπό αυτές τις συνθήκες θα είχε αβέβαιο αποτέλεσμα. Έτσι αποφασίστηκε από το Ελληνικό Στρατηγείο στη Μπάλτζα νυχτερινός αιφνιδιασμός. Η επιχείρηση ανατέθηκε σε δύο τάγματα που πέρασαν το Γαλλικό ποταμό και στις 3:30τα ξημερώματα βρίσκονταν μπροστά στα εχθρικά χαρακώματα. Οι κινήσεις έγιναν αντιληπτές από τους Βούλγαρους που νόμισαν ότι ήταν νυχτερινή επίθεση. Ακολούθησε ανταλλαγή πυρών πυροβολικού που κράτησε μισή ώρα, στις 4:10 το πρωί της 21ης Ιουνίου τα δύο συντάγματα κατέλαβαν την πρώτη εχθρική αμυντική γραμμή στις 5:00 τη δεύτερη και μετά την Τρίτη. Η μάχη σώμα με σώμα κράτησε μέχρι τις 10:00 το πρωί, οπότε και ολοκληρώθηκε η κατάληψη της.

Μόλις ξημέρωσε επιτέθηκαν και οι υπόλοιπες μεραρχίες εναντίον των εχθρών. Στις 11:00 οι Βούλγαροι υποχώρησαν σε όλο το μήκος του μετώπου. Η υποχώρηση έγινε σε δύο φάλαγγες προς τη Δοϊράνη και τον Στρυμόνα. Ο Κωνσταντίνος διέταξε τη γενική καταδίωξη του εχθρού. Οι μεραρχίες 4η και 5η, που ανέλαβαν κυρίως την καταδίωξη, έφτασαν μέχρι στα χωριά Καρκάτ (Τέρπυλο) και Ξεροβρύση, όπου διανυκτέρευσαν. Είχαν συλλάβει 100 περίπου αιχμαλώτους. Η 3η μεραρχία έφτασε στα υψώματα του Μεταλλινού, από όπου έβαλε με το πυροβολικό εναντίον του εχθρού, που υποχωρούσε. Οι συνολικές απώλειες των τεσσάρων μεραρχιών ήταν 5.662 νεκροί και τραυματίες. Αιχμαλωτίστηκαν 500 περίπου Βούλγαροι και περιήλθαν στον ελληνικό στρατό 3 εχθρικά πυροβόλα και πλήθος πολεμικό υλικό.

Εν τω μεταξύ οι μεραρχίες 1η και 6η είχαν ξεκινήσει στις 19 Ιουνίου με κατεύθυνση το Βορρά. Η 1η μεραρχία χωρίς αντίσταση κατέλαβε το χωριό Όσσα. Το απόγευμα αντιμετώπισαν βουλγαρικές δυνάμεις στα υψώματα του Ζαρόχου και αφού υποχώρησαν οι εχθροί έμειναν στον ελληνικό στρατό 4 πυροβόλα. Λίγη ώρα αργότερα τα ελληνικά τμήματα έμπαιναν στη Μπέροβα που οι Βούλγαροι είχαν πυρπολήσει κατά την υποχώρηση τους. Η 6η μεραρχία στις 19 Ιουνίου το πρωί στις 10:00 έφτασε την Γιουβέζνα (Ασσηρό) μέχρι το βράδυ είχε καταλάβει τα υψώματα 604 και 544. Την 20η Ιουνίου η 1η μεραρχία συνέχισε την πορεία της σε δύο φάλαγγες. Η πρώτη κατευθύνθηκε προς το Λαχανά. Η 6η μεραρχία βρήκε το πρωί της ίδιας μέρας απέναντι της υψώματα εγκαταλελειμμένα από τους χθεσινούς της αντιπάλους, που τη νύχτα είχαν υποχωρήσει προς το Λαχανά. Προχώρησε και κατέλαβε τη Λιγκοβάνη. Το απόγευμα συντάγματα από την 1η και την 6η μεραρχία έφτασαν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τις εχθρικές γραμμές όπου εγκατέστησαν προφυλακές. Τη νύχτα της 20ης Ιουνίου οι δύο μεραρχίες έλαβαν εντολή να συστήσουν ένα απόσπασμα από 2 συντάγματα και να το στείλουν στο Κιλκίς για ενίσχυση. Το μεσημέρι όμως αναγγέλθηκε η νίκη στο Κιλκίς και η διαταγή αποστολής του αποσπάσματος ανακλήθηκε. Έτσι στις 3 το απόγευμα οι δύο μεραρχίες επιτέθηκαν στον εχθρό συντονισμένα. Μετά από αντίσταση μιας ώρας οι Βούλγαροι, που είχαν και αυτοί πληροφορηθεί την έκβαση της μάχης, υποχώρησαν άτακτα προς τα βορειοανατολικά, αφήνοντας στο πεδίο 16 από τα 24 πυροβόλα και περίπου 1.300 τουφέκια. Οι Έλληνες τους κατεδίωξαν ως το 630 χιλιόμετρο Θεσσαλονίκης-Σερρών και συνέλαβαν 500 περίπου αιχμαλώτους. Στις δύο μεραρχίες στοίχισε 2.701 νεκρούς και τραυματίες. Στο Λαχανά τα 18 τάγματα τους είχαν αντιμετωπίσει 20 βουλγαρικά τάγματα.

Η 7η μεραρχία το πρωί της 19ης Ιουνίου αφού άφησε ένα σύνταγμα στον Ασπροβάλτο, ξεκίνησε με κατεύθυνση τη Νιγρίτα. Στο Σούλοβο το 20 σύνταγμα μετά από σύντομη μάχη έτρεψε σε φυγή βουλγαρικά τάγματα. Η μάχη στοίχισε στο σύνταγμα 30 νεκρούς και 169 τραυματίες. Το άλλο πρωί τα πρώτα τμήματα έμπαιναν στη Νιγρίτα, που είχε πυρποληθεί από τους Βουλγάρους κατά την υποχώρηση μετά το Σούλοβο. Όσοι από τους αμάχους είχαν μείνει στην πόλη είχαν κατακρεουργηθεί. Την επομένη η 7η μεραρχία συνέχισε την πορεία της προς τα βορειοδυτικά και το απόγευμα η εμπροσθοφυλακή της αντιλήφθηκε τις βουλγαρικές φάλαγγες που υποχωρούσαν από το Λαχανά, να κινούνται προς τα βορειοανατολικά χρησιμοποιώντας την οδό Θεσσαλονίκης -Σερρών.

Οι Έλληνες του Ναπολέοντα (1798-1814)

Οι Έλληνες του Ναπολέοντα είναι εκείνοι που ενώθηκαν με τις δυνάμεις του Γάλλου αυτοκράτορα κατά τη  διάρκεια της εκστρατείας και ενώ ήδη υπηρετούσαν του Μαμελούκους ηγεμόνες (που ήλεγχαν την Αίγυπτο σε ημιανεξάρτητο από την Τουρκία καθεστώς).

Οι Έλληνες του Ναπολέοντα
Οι Έλληνες του Ναπολέοντα

Οι Έλληνες του Ναπολέοντα είχαν αρχηγό τον Νικόλαο Τσεσμελή ή Παπάζογλου. Ο Παπάζογλου γεννήθηκε στο Τσεσμέ της Μικράς Ασίας στις 15 Αυγούστου 1758. Γόνος εύπορης οικογένειας, γιος ιερέα, απέκτησε γρήγορα καλή μόρφωση και βαθύ θρησκευτικό αίσθημα. Ο ανήσυχος χαρακτήρας του τον οδήγησε σύντομα στους δρόμους των μισθοφόρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του όπου υπήρχε πολεμική δράση.

Έλαβε μέρος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη σύμπραξη Τούρκων και Ελλήνων κατά των επιδρομέων Αλβανών στην Πελοπόννησο το 1779, ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα στο φαναριώτικο περιβάλλον , έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις των δυνάμεων της Τουρκίας κατά των Αυστριακών, μετέσχε των εμφυλίων ταραχών των Μαμελούκων, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως οπλαρχηγός Άραβα ηγεμόνα, για να καταλήξει στην Αίγυπτο στην υπηρεσία των Μαμελούκων ως αρχηγός του ναυτικού για επτά χρόνια, συσπειρώνοντας γύρω του περίπου 300 Έλληνες ναυτικούς. Το σώμα του αγωνίστηκε άξια στο πλευρό των Αιγυπτίων ηγεμόνων κατά του Βοναπάρτη, προκαλώντας συχνά τον απέραντο θαυμασμό του ίδιου.

Με την τελική ήττα και υποχώρηση των αιγυπτιακών δυνάμεων ο Ναπολέοντας τον προσκάλεσε να πολεμήσει υπό τη γαλλική σημαία. Πράγματι ο Παπάζογλου κατατάχθηκε στον γαλλικό στρατό στις 18 Αυγούστου 1798. Αρχικά, επιφορτίστηκε με το καθήκον να επανδρώσει με έμπειρους ναύτες τα πλοία που θα χρησίμευαν στην εξασφάλιση του ανεφοδιασμού του γαλλικού στρατού. Σύντομα έδειξε δείγματα υπακοής και ανδρείας στον Βοναπάρτη που διέταξε τη σύνταξη τριών ελληνικών λόχων, με 100 άνδρες έκαστος, υπεύθυνων για τη μεταφορά των ταχυδρομείων. Προβίβασε τον Παπάζογλου σε λοχαγό, δυόμισι μόλις μήνες μετά την κατάταξη στον γαλλικό στρατό, και του ανέθεσε τη διοίκηση του συγκροτηθέντος ελληνικού λόχου στο Κάιρο. Στο εξής η άνοδος του στα αξιώματα θα ήταν ραγδαία.

Ο Ναπολέοντας υποσχέθηκε αμνηστία και αμοιβές σε όσους Έλληνες ναυτικούς θα προσχωρούσαν στο γαλλικό στρατόπεδο. Σύντομα, λοιπόν, ο γαλλικός στρατός στρατολόγησε πολλούς Έλληνες, πεζούς και ναύτες, που πριν υπηρετούσαν στο στρατό των Μαμελούκων. Στα αρχεία του Γαλλικού υπουργείου στρατιωτικών, αλλά και στα απομνημονεύματα των Γάλλων στρατιωτικών γίνεται λόγος για το θάρρος και το ζήλο που επιδείκνυαν οι Έλληνες. Η διάκριση στις μάχες οδηγούσε κατ’ επανάληψη σε παρασημοφόρησή τους. Ο Παπάζογλου προβιβάστηκε σε ταγματάρχη στις 22 Ιουνίου 1799 και υπό την εποπτεία του συγκροτήθηκαν ακόμη δύο ελληνικοί λόχοι.

Η εκστρατεία στην Αίγυπτο είχε άδοξο τέλος για τους Γάλλους και σημαντικές απώλειες για τους Έλληνες. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1801 οι Γάλλοι συνθηκολόγησαν και αποχώρησαν. Το ελληνικό τάγμα συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη Γαλλία για ακόμη 14 έτη, παρά τη σταδιακή φθίνουσα πορεία του. Η δύναμη των λόχων είχε ήδη περιοριστεί στους 400 άνδρες που ακολούθησαν τον Παπάζογλου στη Δύση, με αποτέλεσμα την έκδοση διατάγματος το 1802 που προχωρούσε στη συγχώνευση της ελληνικής με την κοπτική λεγεώνα. Το νέο αυτό σώμα είχε διοικητή τον Παπάζογλου και υποδιοικητή ένα Κόπτη συνταγματάρχη. Η στολή της ελληνικής λεγεώνας αρχικά ήταν εκείνη των αρματολών, κατά την περίοδο αυτή αντικαταστάθηκε από αυτή του γαλλικού ελαφρού πεζικού. Ο μισθός εξομοιώθηκε με εκείνον των γαλλικών συνταγμάτων.

Ωστόσο, η αδράνεια του σώματος και μετά την εκκένωση της Αιγύπτου από τα γαλλικά στρατεύματα, αλλά και το άχαρο καθήκον της φρούρησης των πόλεων της μεσημβρινής Γαλλίας, οδήγησαν πολλούς, διψώντες ίσως για νέες περιπέτειες, σε λιποταξία. Το 1806 ο αυτοκράτορας Ναπολέοντας διέταξε να μεταβούν οι ακροβολιστές στην Δαλματία όπου θα συμμετείχαν στις επιχειρήσεις των Γάλλων εναντίον των Ρώσων. Στη συνέχεια το στράτευμα έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του συνασπισμού Γάλλων και Αλή πασά για την κυριαρχία των Ιονίων Νήσων, εναντίον των Ρώσων, επιχειρήσεις στις οποίες ο Παπάζογλου κέρδισε και τη εύνοια του Αλή πασά.

Με τη δεύτερη γαλλική κατοχή των Ιονίων Νήσων και τη συνθήκη του Τιλσίτ το 1807, αλλά και την κατάληψη της Πάργας από τους Γάλλους το ίδιο έτος, ακολούθησε νέα αδράνεια για το γαλλικό στράτευμα κατά την περίοδο 1807-1809, οπότε καθήκον του απετέλεσε η φύλαξη θέσεων στη Δαλματία.

Το 1809 το σώμα υπηρέτησε στην Κέρκυρα και στην προάσπιση των Ιονίων Νήσων από τους Άγγλους. Με την πάροδο των ετών η συρρίκνωση του καθιστούσε προβληματική την ουσιαστική προσφορά του, ενώ διαδοχικές προσπάθειες ανανέωσης του κατά καιρούς δεν απέδωσαν. Τελικά, οι ακροβολιστές κατέληξαν σε μικρό τάγμα στην υπεράσπιση της Αγκόνας, γνωρίζοντας μια τελευταία αναλαμπή, ενώ από καιρό ήδη ο Παπάζογλου δεν βρισκόταν μαζί τους. Είχε ταχθεί στην υπεράσπιση της Πάργας, αυτή τη φορά από τα στρατεύματα του Αλή πασά και των Άγγλων.

Η Γαλλία έχοντας να αντιμετωπίσει την άνοδο των Άγγλων στο Ιόνιο ήδη από το 1809 αλλά και εξαντλημένη από την εξολόθρευση του γαλλικού στρατού στις ρωσικές στέπες το 1812 και με συνασπισμένες τις δυνάμεις Αγγλίας-Αυστρίας-Ρωσίας-Πρωσίας εναντίον της από το 1813, προσπαθούσε μάταια να κρατήσει τις κτήσεις της στο Ιόνιο. Ήταν μάλιστα τόση η θέρμη με την οποία αγωνίστηκε η γαλλική φρουρά με επικεφαλής τον Παπάζογλου που για την υπεράσπιση της Πάργας, που οι νικητές Άγγλοι της επέτρεψαν να μεταβεί ένοπλη, αν και αιχμάλωτη, στην Κέρκυρα, τελευταίο προπύργιο των Γάλλων στο Ιόνιο.

Με τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας το 1814 οι Γάλλοι αποσύρθηκαν και από την Κέρκυρα. Ο Παπάζογλου πήγε στη Μασσαλία όπου βρήκε το σώμα των ακροβολιστών σε διάλυση. Σύντομα την πτώση του Ναπολέοντα ακολούθησε η αποστράτευση των αξιωματικών που θεωρήθηκαν βοναπαρτικοί. Ανάμεσα τους και ο Παπάζογλου που με πενιχρή σύνταξη πέθανε το 1819 φτωχός και άρρωστος.

Τα κίνητρα των Ελλήνων που τάχθηκαν ένθερμα στις υπηρεσίες του Ναπολέοντα είναι δύσκολα ανιχνεύσιμα. Ίσως δεν επρόκειτο μόνο για μισθοφόρους που συσπειρώθηκαν γύρω από έναν άξιο αρχηγό και έμειναν πιστοί τόσα χρόνια γοητευμένοι από την προσωπικότητα του. Δεν είναι γνωστές οι πεποιθήσεις του Παπάζογλου για την απελευθέρωση του έθνους. Ο ίδιος ήταν φορέας της κλασικής παιδείας και πιθανότατα δεν έμεινε ασυγκίνητος στην αναβίωση των ιδεών της αρχαιότητας για ελευθερία και ισότητα μέσω της Γαλλικής Επανάστασης. Τόσο λοιπόν για εκείνον όσο και για τους Έλληνες που τον ακολούθησαν, ίσως ο Ναπολέοντας ήταν αυτός που θα οδηγούσε την Ελλάδα στην ελευθερία. Με την άφιξη του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο οι Έλληνες εκείνοι ενδεχομένως είδαν να πλησιάζει μια σύγκρουση με την Οθωμανική αυτοκρατορία γι’ αυτό και δεν δίστασαν να ταχθούν στην υπηρεσία των Γάλλων. Γι’ αυτό πάλι, ίσως, μετά το άδοξο τέλος της εκστρατείας στην Αίγυπτο, πολλοί ήταν εκείνοι που απογοητευμένοι δεν ακολούθησαν τους Γάλλους. Αλλά και όσοι πορεύθηκαν προς τη Γαλλία βρήκαν πιθανότατα εκεί τις προϋποθέσεις εκείνες της ελευθερίας και της ισότητας μέσα στις οποίες ενδυναμωνόταν η ελπίδα να αγωνιστούν.

Ανεξάρτητα από τα κίνητρα συμμετοχής στο σώμα, η θητεία Ελλήνων πολεμιστών στα γαλλικό στρατόπεδο, όπως εξάλλου και οι υπηρεσίες τους σε άλλες ξένες δυνάμεις, σήμαινε στρατιωτική εκπαίδευση, εμπειρία και απόκτηση γνώσεων που αξιοποιήθηκαν αργότερα στον Ελληνικό Αγώνα απελευθέρωσης, στον οποίο πολλοί πρωτοστάτησαν ως αξιωματικοί ή οπλαρχηγοί.

Ο Ρήγας Βελεστινλής (1755-1798)

Στα χρόνια της βαριάς σκλαβιάς, όταν η Θεσσαλία στέναζε από τον τουρκικό ζυγό, γεννήθηκε ο Ρήγας Βελεστινλής, στο Βελεστίνο Μαγνησίας, όπου ήταν η αρχαία πόλη Φεραί, εκ της οποίας ο Ρήγας απέκτησε το προσωνύμιο Φεραίος. Ο ίδιος ο Ρήγας πάντοτε ανέγραφε «Ρήγας Βελεστινλής Θετταλός» στα βιβλία κα τα έργα του κατά τη συνήθεια των λογίων της εποχής του, που ως προσωνύμιο χρησιμοποιούσαν τον τόπο καταγωγής τους.

Ο Ρήγας Βελεστινλής
Ο Ρήγας Βελεστινλής σε πίνακα του Θεόφιλου

Ο Ρήγας σπούδασε στα σχολεία της Ζαγοράς, όπου μελετούσε και αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Δεκαοκτώ χρονών μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθαίνει ξένες γλώσσες και αρχίζει να μεταφράζει το πρώτο του βιβλίο. Πάλι φεύγει και εγκαθίσταται στις Παρίστριες Ηγεμονίες, που γειτνίαζαν με την Ευρώπη και είχαν κάποια ελευθερία. Στο Βουκουρέστι αναπτύσσει πλούσια δραστηριότητα και έρχεται σε επαφή με τον Δημήτριο Καταρτζή. Γίνεται γραμματικός ηγεμόνων και συμμετέχει στα κοινά της περιοχής του. Εκλέγεται εκπρόσωπος της γειτονιάς του σε μια περίπτωση διάνοιξης του δρόμου και σε μια επιδημία πανώλους τού ανατίθεται ο έλεγχος των σπιτιών για τη διαπίστωση αρρώστων. Ο Ρήγας το 1790 μεταβαίνει για πρώτη φορά στη Βιέννη, ως γραμματικός και διερμηνέας ενός τοπάρχου, που θα τιμούνταν από τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης του Ρήγα και τη σύλληψη του συγκεκριμένου επαναστατικού σχεδίου του θα πρέπει να διαδραμάτισαν, εκτός από τις μελέτες του, και σημαντικά γεγονότα της εποχής του: τα Ορλωφικά, όπως αποκλήθηκαν τα αιματηρά γεγονότα που ακολούθησαν μετά την εξέγερση των παρακινηθέντων ραγιάδων από τους απεσταλμένους της τσαρίνας Αικατερίνης, Ορλόφ, οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν τους εξεργεμένους Έλληνες στα χέρια των κατακτητών. Επίσης η Γαλλική Επανάσταση κα ο πόλεμος των «Τριών Ιμπερίων» και οι συνθήκες που ακολούθησαν (Σιστόβ και Ιασίου) μεταξύ Αυστρίας, Ρωσίας και Οθωμανικής Πύλης αντίστοιχα. Οι συμφωνίες αυτές διέψευσαν τις ελπίδες των σκλαβωμένων, πως τάχα τα χριστιανικά κράτη θα απελευθέρωναν  τους Έλληνες και τους άλλους Βαλκανικούς λαούς από τον οθωμανικό δεσποτισμό και την τυραννία.

Ο Ρήγας Βελεστινλής είχε πάρει διαβατήριο από τις αυστριακές αρχές για να μεταβεί στην Ελλάδα, αλλά, όταν έφτασε στην Τεργέστη τελευταία πόλη της επικράτειας της Αυστρίας συλλαμβάνεται, έπειτα από προδοσία ενός Έλληνα εμπόρου.  Η αυστριακή αστυνομία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί την επαναστατική κίνηση του Ρήγα, γι’ αυτό και αναστατώθηκε μιας και ο Ρήγας εκμηδένισε την τόσο καλή οργάνωση της. Ανακρίνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται επί έξι μήνες και τελικά μεταφέρεται σιδεροδέσμιος στο Βελιγράδι, όπου παραδίδεται στους Τούρκους, οι οποίοι τον θανατώνουν με τους άλλους επτά συντρόφους του στον πύργο Ντεμπόιζα, τον Ιούνιο του 1798.

Για την απελευθέρωση της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών λαών από την οθωμανική τυραννία, ο Ρήγας ως πραγματικός ηγέτης φρόντισε για την προετοιμασία της επανάστασης και την εφαρμογή της. Έδωσε σημασία πρώτα στην ανύψωση του ηθικού των σκλαβωμένων και στη δημιουργία επαναστατικής διάθεσης για να πάρουν τα όπλα εναντίον του τυράννου. Κατά την εφαρμογή του επαναστατικού του σχεδίου χρησιμοποίησε τα δύο σημαντικά μέσα επικοινωνίας, τον ήχο και την εικόνα. Σε μια εποχή που όλοι ανυμνούσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο Ρήγας δεν έγραψε ούτε έναν στίχο γι’ αυτόν, δεν τον ύμνησε. Εξέδωσε την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τους τέσσερις στρατηγούς του και τέσσερις παραστάσεις με τα κατορθώματά του. Το πρόσφερε στους σκλαβωμένους ως πρότυπο ανδρείας και αποφασιστικότητας. Με το τραγούδι, με τον επαναστατικό παιάνα «Θούριο», προσπαθεί να εμψυχώσει τους σκλαβωμένους και να τους ωθήσει στη μεγάλη απόφαση, την επανάσταση.

Ο Ρήγας κατά την προετοιμασία του επαναστατικού του σχεδίου σκέφτηκε πως είναι απαραίτητη η εκπαίδευση των σκλαβωμένων στην πολεμική τέχνη και σύμφωνα με τις ισχύουσες απόψεις της εποχής του, για να είναι σε θέση να αντιπαραταχθούν στο στρατό του σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό μεταφράζει το «Στρατιωτικόν Εγκόλπιον» ενός Γερμανού στρατηγού.

Την έναρξη της επανάστασης τη σχεδίαζε να γίνει από την περιοχή που βρίσκονταν οι εμπειροπόλεμοι πληθυσμοί της Μάνης και της Ηπείρου. Στη συνέχεια η επανάσταση θα επεκτεινόταν στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας και στις άλλες βαλκανικές περιοχές.

Ο Ρήγας στήριζε την επανάσταση του στις ντόπιες, γηγενείς δυνάμεις των σκλαβωμένων. Δεν υπάρχει στα έργα του έκκληση στις Μεγάλες Δυνάμεις Ανατολής και Δύσης για βοήθεια στην επανάσταση του. Πίστευε ότι οι ξένες δυνάμεις θα εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα και μόνο.

Με την επικράτηση της επανάστασης του, στη θέση του οθωμανικού δεσποτισμού θα δημιουργούσε τη Νέα Πολιτική Διοίκηση του, τη νέα τάξη πραγμάτων στο βαλκανικό χώρο, με την εφαρμογή του Δημοκρατικού Καταστατικού Συντάγματος και των Δικαίων του Ανθρώπου. Στήριζε τη νέα πολιτική κατάσταση στη δημοκρατία και όχι στην κληρονομική εξουσία. Πρότυπα του ήταν η Δημοκρατία των αρχαίων Αθηνών και η Γαλλική Επανάσταση.

Δίστομο: 10 Ιουνίου 1944

Στο Δίστομο του νομού Βοιωτίας έγινε κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο στις 10 Ιουνίου 1944 μια εκ των ειδεχθέστερων σφαγών αμάχων από τις Γερμανικές κατοχικές δυνάμεις.

Δίστομο
Οι Γερμανοί πυρπολούν σπίτια στο Δίστομο

Τα γεγονότα στο Δίστομο

Στις 10 Ιουνίου του 1944 ο εικοσιεξάχρονος τότε Fritz Lautenbach (Φριτς Λάουτενμπαχ), λοχαγός των SS του 2ου λόχου του 1ου τάγματος του 7ου τεθωρακισμένου συντάγματος της αστυνομίας SS, έλαβε διαταγή να μετακινήσει τον λόχο του από την Λιβαδειά προς τα χωριά Δίστομο, Στείρι και Κυριάκι με σκοπό τον εντοπισμό ανταρτών στην δυτική πλευρά του Ελικώνα. Σαν δόλωμα οι Γερμανοί είχαν δύο επιταγμένα Ελληνικά φορτηγά γεμάτα με άνδρες των SS μεταμφιεσμένους σε χωρικούς, που προπορεύονταν της κύριας φάλαγγας. Ταυτόχρονα ο 10ος και 11ος λόχος του 3ου τάγματος από την Άμφισσα κατευθυνόταν προς το Δίστομο για να συναντήσουν τον 2ο λόχο. Οι τρεις λόχοι συναντήθηκαν χωρίς να έχουν εντοπίσει αντάρτες εκτός από 18 παιδιά που κρύβονταν σε γύρω στάνες. Έξι από τα παιδιά που προσπάθησαν να δραπετεύσουν εκτελέστηκαν. Οι Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και εκφοβίζοντας τους χωρικούς έμαθαν ότι υπήρχαν αντάρτες στο Στείρι. Ο 2ος λόχος κατευθύνθηκε προς τα εκεί και στην θέση Λιθαράκι, περιοχή του Στειρίου, έπεσε σε ενέδρα των ανταρτών του 11ου λόχου του 3ου τάγματος του 34ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Η μάχη του Στειρίου ήταν σκληρή και κράτησε περίπου μέχρι τις δύο το μεσημέρι αναγκάζοντας τους Γερμανούς σε οπισθοχώρηση.

Η Σφαγή του Διστόμου

Αν και από το χωριό Δίστομο τα Γερμανικά στρατεύματα δεν δέχθηκαν κάποια πρόκληση (παρόλο που μεταπολεμικά το ισχυρίστηκαν οι Γερμανοί κατηγορούμενοι της σφαγής), για λόγους αντεκδίκησης ο 2ος λόχος του 8ου Συντάγματος της 4ης Αστυνομικής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας Γρεναδιέρων των SS άρχισε την σφαγή όσων κατοίκων έβρισκαν στο χωριό. Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν ξεχώριζαν από το μακελειό ούτε τα γυναικόπαιδα ούτε τους ηλικιωμένους. Τον ιερέα του χωριού τον αποκεφάλισαν, βρέφη εκτελέστηκαν και γυναίκες βιάστηκαν πριν θανατωθούν. Η σφαγή σταμάτησε μόνον όταν νύχτωσε και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Λιβαδειά, αφού πρώτα έκαψαν τα σπίτια του χωριού. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή των Γερμανών στην βάση τους, καθώς σκότωναν όποιον άμαχο έβρισκαν στον δρόμο τους. Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν τους 228, εκ των οποίων οι 117 γυναίκες και 111 άντρες, ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων. Η μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Eλβετού George Wehrly ο οποίος έφτασε στο Δίστομο μετά λίγες μέρες μιλάει για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή, με πτώματα να κρέμονται ακόμα και από δέντρα περιμετρικά του δρόμου που οδηγεί στο χωριό.

Τις 24 Ιουνίου 1944, οι Γερμανοί επανήλθαν και έκαψαν τα σπίτια και τις θημωνιές στα αλώνια του Στειρίου, χωρίς ανθρώπινες απώλειες αφού οι κάτοικοι του είχαν προλάβει να κρυφτούν σε γειτονικές δύσβατες περιοχές του χωριού.

Ο λοχαγός των SS Fritz Lautenbach είναι ο άνθρωπος που εκτέλεσε την εντολή για τη σφαγή του Διστόμου, ο οποίος και μετά το τέλος της συνέταξε ψευδή αναφορά που ανέφερε ότι οι άνδρες του δέχθηκαν επίθεση «με όλμους, αυτόματα όπλα και τουφέκια από τη μεριά του Διστόμου». Η αναφορά του Lautenbach αμφισβητήθηκε αμέσως καθώς ο Georg Koch, πράκτορας της μυστικής υπηρεσίας o οποίος συνόδευε επίσης το τάγμα, υπέβαλλε ξεχωριστή αναφορά κατά την οποία βεβαίωσε ότι το τάγμα στην πραγματικότητα έπεσε σε ενέδρα πολλά μίλια έξω από το Δίστομο. Ο Koch προσθέτει επίσης ότι μόνο αφού το τάγμα είχε αποτελεσματικά απωθήσει τους «αντάρτες», έκανε μεταβολή προς το Δίστομο για να διεκπεραιώσει τη σφαγή.

Στην ανάκριση που ακολούθησε, ο Lautenbach υπερασπίστηκε τις επιλογές του λέγοντας ότι προτίμησε συνειδητά να ακολουθήσει το πνεύμα των διαταγών, παρά το γράμμα. Επίσης δήλωσε ότι γνώριζε πως η επιλογή του μπορούσε να θεωρηθεί ανυποταξία, ωστόσο ήλπιζε να εγκριθεί εκ των υστέρων, βάσει των ανθρωπιστικών και στρατιωτικών ιδανικών. Σημειώνεται ότι στο στρατοδικείο που ακολούθησε, δεν κλήθηκε κανένας Έλληνας μάρτυρας.

Ένας από τους επκεφαλής που θεωρήθηκε επίσης υπεύθυνος για την σφαγή στο Δίστομο, ο Hans Zampel (Χανς Τσάμπελ) μετά το τέλος του πολέμου συνελήφθη στην Γαλλία και εκδόθηκε στην Ελλάδα. Στην πορεία ζητήθηκε η μεταφορά του στην Γερμανία για τις εκεί έρευνες όπου και παρέμεινε. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ζει ως σήμερα ελεύθερος.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Σφαγή_του_Διστόμου

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη

Βορειοδυτικά της Ρόδου, απέναντι από τη μικρασιατική ακτή βρίσκονται τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη, που φράζουν τον «Κόλπο Σύμης» στα τουρκικά παράλια. Τα νησιά συνδέονται ακτοπλοϊκά με τον Πειραιά και τη Ρόδο και τα καλοκαίρια με τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων και τις Κυκλάδες.

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Υπογράφεται στη Σύμη το Πρωτόκολλο παράδοσης των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς στους συμμάχους

Πετρώδης και ορεινή η Σύμη είναι η «Μεσοποντίς» και μετέπειτα «Αίγλη» των αρχαίων («Σουμπεκή αντά», όσο την κατείχαν οι Τούρκοι). Σε αυτή ανήκουν διοικητικά τα νησάκια «Νύμος» και «Σεσκλί». Πρωτεύουσα είναι η Πάνω Σύμη ή Χώρα κοντά στο λιμάνι (Γιαλός). Μουσείο, κάστρο των Ιπποτών και παλιά αρχοντικά αποτελούν ιδιαίτερα αξιοθέατα της πόλης. Ο παραλιακός Εμπορειός και ο Πανορμίτης με την περιώνυμη μονή των Ταξιαρχών στη νότια άκρη του νησιού, συμπληρώνουν τους οικισμούς του νησιού.

Η γραφική Τήλος είναι ορεινή αλλά καλά καλλιεργημένη. Οικισμοί της είναι το Μεγάλο Χωριό, το Μικρό Χωριό και τα Λειβάδια. Ερείπια πελασγικού τείχους και μυκηναϊκοί τάφοι, το κάστρο και παλιά μοναστήρια συμπληρώνουν το σκηνικό του νησιού.

Σε απόσταση πέντε μιλίων από τη Ρόδο βρίσκεται η Χάλκη. Το μικρό αυτό νησάκι διαθέτει ένα παράλιο οικισμό, την ομώνυμη πρωτεύουσα και λιμάνι Χάλκη ή Νημποριό και ένα μεσόγειο, το Χωριό. Το νησί Χάλκη, όπου βρίσκεται η Ιερή Θεολογική Σχολή, είναι διαφορετικό από αυτό των Δωδεκανήσων. Αυτό το νησί «Χάλκη» βρίσκεται στα Πριγκηποννήσια.

Τα τρία νησιά στο πέρασμα των αιώνων είναι συνδεδεμένα με τη Ρόδο και την ιστορική διαδρομή των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Γιος του βασιλιά της Σύμης Χάροπα και της βασίλισσας Αίγλης ήταν ο ωραίος Νηρέας που κάποια στιγμή ταξίδεψε στη Σπάρτη για να διεκδικήσει το χέρι της Ωραίας Ελένης. Εκείνη προτίμησε το Μενέλαο, αλλά ο Νηρέας θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να συμμετάσχει στην εκστρατεία στην Τροία, όταν την έκλεψε ο Πάρις. Συμβολική η συμμετοχή του, μόλις τρία πλοία, αλλά ο Νηρέας έκλεψε καρδιές, καθώς αναδείχτηκε ο πιο ωραίος των Ελλήνων που πολέμησαν στον κάμπο του Ιλίου.

Στα ιστορικά χρόνια η Τήλος απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στην ποιήτρια Ηρίννα. Έζησε τον 4ο π.Χ. αιώνα και κατάφερε να διχάσει το πανελλήνιο με το ποιητικό της ταλέντο, αν και πέθανε στα 19 της χρόνια. Έγραψε λυρικά ποιήματα και πανέμορφα επιγράμματα. Οι στίχοι της «εκρίθησαν ίσοι Ομήρω», αλλά οι κακιές γλώσσες έλεγαν ότι μιμήθηκε τη Σαπφώ. Έτσι κι αλλιώς, τιμήθηκε πολύ από τους συγχρόνους της.

Στα νεότερα χρόνια η Σύμη έγινε ο τόπος, όπου στις 8 Μαΐου 1945 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο με το οποίο οι Ιταλοί παρέδωσαν τα Δωδεκάνησα στους συμμάχους (εν προκειμένω τους Άγγλους).

Τα τρία νησιά: Σύμη, Τήλος, Χάλκη
Άνθρωποι κάθε ηλικίας ξεχύθηκαν στους δρόμους της Σύμης να γιορτάσουν την απελευθέρωση της