Η Μάχη των Γιαννιτσών (1912)

Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1912 με τον Ελληνικό Στρατό να επιτίθεται από τα δυτικά κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά και μετά από διήμερο σκληρό αγώνα να αναδεικνύεται νικητής. Η νίκη στα Γιαννιτσά άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α' Βαλκανικού Πολέμου.
Η μάχη των Γιαννιτσών

Συνθήκες και στρατηγικές

Η περιοχή των Γιαννιτσών, που το τούρκικο επιτελείο επέλεξε ως αμυντική τοποθεσία, εκτός από το μειονέκτημα ότι είχε ένα μεγάλο φυσικό κώλυμα στα νώτα της, τον Αξιό ποταμό, προσφέρονταν για άμυνα με μέτωπο προς τα δυτικά, καθώς απέκλειε την κύρια οδική αρτηρία της Θεσσαλονίκης και ταυτόχρονα στήριζε ικανοποιητικά τα πλευρά της στο όρος Πάικο και στη λίμνη των Γιαννιτσών. Επίσης η επάνδρωσή της απαιτούσε σχετικά περιορισμένες δυνάμεις. Στην περιοχή οι Τούρκοι εγκατέστησαν την 14η Μεραρχία Σερρών, ενισχυμένη με τις δυνάμεις που συμπτύχθηκαν από το Σαραντάπορο.

Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με το μέγεθος και τις προθέσεις του Tουρκικού στρατού, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της μάχης. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την ανάγκη άμεσης κατάληψης της Θεσσαλονίκης, ανάγκασε το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο να προχωρήσει σε μάχη εκ συναντήσεως, χρησιμοποιώντας κατά την προέλασή του 6 μεραρχίες.

Η μάχη των Γιαννιτσών

Στις 19 Οκτωβρίου άρχισε η ελληνική προέλαση με τις 1η, 2η, 3η, 4η και 6η Μεραρχίες στον άξονα βόρεια της λίμνης και την 7η Μεραρχία, την Ταξιαρχία Ιππικού και το απόσπασμα ευζώνων Κωνσταντινοπούλου, στον άξονα νότια της λίμνης. Μέχρι το μεσημέρι, η 6η Μεραρχία κατάφερε να προωθηθεί στο χωριό Αμπελιές, η 4η Μεραρχία στο χωριό Μυλότοπος, η 1η και η 2η στο χωριό Καρυώτισσα και η 3η Μεραρχία στο χωριό Μελίσσι. Από τις θέσεις αυτές, οι Μεραρχίες που δρούσαν βόρεια της λίμνης εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της εχθρικής τοποθεσίας. Τις τελευταίες απογευματινές ώρες, τα ελληνικά τμήματα κατάφεραν να διασπάσουν την εχθρική γραμμή και να φτάσουν έξω από την πόλη των Γιαννιτσών. Οι δυνάμεις που δρούσαν νότια της λίμνης δεν μετακινήθηκαν από τις θέσεις τους.

Κατά την διάρκεια της νύχτας διακόπηκαν οι επιχειρήσεις και συνεχίστηκαν το πρωί της 20ης Οκτωβρίου. Ο τουρκικός στρατός βλέποντας την αρνητική έκβαση της μάχης, άρχισε να συμπτύσσεται. Την ίδια στιγμή, τα ελληνικά τμήματα νότια της λίμνης δεν κατάφεραν να περάσουν εγκαίρως τον Λουδία ποταμό και ως αποτέλεσμα οι Τούρκοι υποχώρησαν ανενόχλητοι περνώντας από τον Αξιό. Οι κακές καιρικές συνθήκες καθώς και η συγκέντρωση πολλών ελληνικών μονάδων στην περιοχή, δεν επέτρεψαν την επιτυχή καταδίωξη του αντιπάλου.

Συνέπειες της μάχης

Οι απώλειες του ελληνικού στρατού ανήλθαν σε 188 νεκρούς και σε 973 τραυματίες, όμως πιθανότατα ο πραγματικός αριθμός να είναι μεγαλύτερος. Οι τουρκικές δυνάμεις είχαν πολλαπλάσιους νεκρούς στο πεδίο της μάχης, περίπου 3.000.

Αμέσως μετά την μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις, αφού επισκεύασαν τις γέφυρες που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, πέρασαν την ανατολική όχθη του Αξιού και άρχιζαν να ετοιμάζουν την είσοδό τους στην Θεσσαλονίκη.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Ο Μακεδονικός Αγώνας προέκυψε από την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι βουλγαρικές βλέψεις για τη Μακεδονία, οι οποίες απροκάλυπτα εκδηλώθηκαν μετά τη εξέγερση του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903). Η έκβαση των ελληνοβουλγαρικών συρράξεων της τετραετίας 1904-1908 που ακολούθησε, ήταν η σταθεροποίηση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Ένας Αγώνας, στον οποίο συμπαρατάχθηκαν, εκτός από τους εθελοντές από όλα τα μέρη της Ελλάδας, και οι ντόπιοι, ελληνόφωνοι, σλαβόφωνοι και βλαχόφωνοι, κάτοικοι της Μακεδονίας. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς. Ο θάνατος του Μελά διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα. Αν και λίγοι γνώριζαν πως βρισκόταν στη Μακεδονία, όλοι τον έκλαψαν. Το τέλος του ήταν εκείνο που ο ίδιος στα γράμματα του άφηνε να διαφανεί. Είχε το νόημα της θυσίας, συντάραξε ολόκληρο το Έθνος και παρακίνησε πολλούς συναδέλφους του αξιωματικούς να βγουν με σώματα στη Μακεδονία, για να εκδικηθούν το θάνατό του. Ενώ ως τότε η υπόθεση της Μακεδονίας ήταν υπόθεση μικρού αριθμού Ελλήνων, από το θάνατο του Μελά γίνεται υπόθεση ολόκληρου του Ελληνισμού. Η θυσία του είχε πετύχει ό,τι καμία άλλη δύναμη δεν είχε κατορθώσει και έδειξε στον κόσμο ολόκληρο πως ο Ελληνισμός έξω από τα όρια του μικρού βασιλείου δεν είχε χαθεί.

Μακεδονικός Αγώνας
Σφραγίδα του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου

Σκοπός της στρατιωτικής δράσης

«Ως βαίνουσι τα πράγματα προβλέπω ότι ούτως ή άλλως θα καταλήξωμεν εις πλήρην αναρχίαν. Δεν πρέπει αυτή να εύρη τον Ελληνισμόν όντα ψυχορραγούντα». Οι επισημάνσεις αυτές του γενικού Προξένου της Θεσσαλονίκης, Λάμπρου Κορομηλά, διατυπωμένες το Μάιο του 1904 καταδείκνυαν με σαφήνεια τόσο την κρατούσα κατάσταση στη Μακεδονία την περίοδο αυτή όσο και το αβέβαιο μέλλον που προδικαζόταν για τον Ελληνισμό της περιοχής. Άλλωστε η απρόσκοπτη τρομοκρατική δραστηριότητα των βουλγαρικών «κομιτάτων» σχεδόν σε ολόκληρη την περιφέρεια του Προξενείου δεν άφηνε περιθώρια διαφορετικών εκτιμήσεων. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του στο προξενείο, τόνισε σε έκθεση του στο Υπουργείο Εξωτερικών και την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής απάντησης για την αντίκρουση της. Ο καθορισμός του «εναπομείναντος εθνικού εδάφους», ο υπολογισμός του αριθμού των εντοπίων που θα μπορούσαν να στρατολογηθούν, καθώς και ο εντοπισμός σημείων κατάλληλων για κρησφύγετα και κέντρα αποθήκευσης όπλων αναφέρονται ως πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Παράλληλα, φρόντισε να οργανώσει ο ίδιος αντάρτικα σώματα στη Μακεδονία ως τη μόνη λύση για την ανάσχεση της βουλγαρικής δραστηριότητας και την ενίσχυση του ηθικού των ελληνικών κοινοτήτων.

Οι στοχεύσεις της ένοπλης παρέμβασης στα μακεδονικά πράγματα καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τόσο το είδος της όσο και το γενικότερο χαρακτήρα της. Η ανάληψη στρατιωτικής δράσης από την ελληνική πλευρά δεν αποσκοπούσε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον οθωμανικό ζυγό ούτε απέβλεπε στην κατοχή συγκεκριμένων εδαφών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Μακεδονικός Αγώνας δεν οριοθετήθηκε από καθαρά στρατιωτικές επιδιώξεις και προτεραιότητες, όπως αυτές ισχύουν σε περιπτώσεις όπου ένα εθνικό κράτος συγκρούεται συνολικά με κάποιο άλλο. Αντιθέτως, ως κύριος στόχος παρουσιαζόταν η αναπτέρωση του ηθικού των χειμαζομένων ελληνικών κοινοτήτων, η ανακοπή της τρομοκρατικής δραστηριότητας των Βουλγάρων και γενικότερα η υπεράσπιση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Επρόκειτο δηλαδή για μια επιχείρηση μάλλον ψυχολογικού παρά στρατιωτικού χαρακτήρα, γεγονός που τονιζόταν με έμφαση από τους πλέον εμπνευσμένους οργανωτές της. Ήταν πρωταρχικά μια πολιτική επιχείρηση για τη διεκπεραίωση της οποίας χρησιμοποιήθηκε η ένοπλη βία.

Αυτή ακριβώς η ευρύτερη πολιτική διάσταση της χρήσεως της βίας στο Μακεδονικό Αγώνα υπαγορεύτηκε από την ιδιάζουσα κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία αναφορικά με τον προσδιορισμό της εθνικότητας των κατοίκων και τους λόγους για τους οποίους τα χωριά επέλεγαν τον Έξαρχο ή τον Πατριάρχη. Πράγματι, σε εκτεταμένα τμήματα του μακεδονικού χώρου και ιδιαιτέρως στην περιοχή που βρίσκεται βορείως της νοητής γραμμής που συνδέει την Καστοριά με τη Δράμα, η μικτή εθνολογική σύσταση του πληθυσμού και η ρευστότητα των κριτηρίων που χαρακτήριζαν την επιλογή εθνικής παρατάξεως καθιστούσαν δυσχερή την οριστική ένταξη ενός χωριού στο ένα ή στο άλλο εθνικό στρατόπεδο.

Επιπλέον, τα χωριά αυτά αντιμετώπιζαν πλήθος προβλημάτων τα οποία επέτειναν και μονιμοποιούσαν τη ρευστότητα των επιλογών. Η ενδημική παρουσία του ληστρικού φαινομένου σε πολλές περιοχές, η βουλγαρική τρομοκρατία και η ανάλογη συμπεριφορά του τουρκικού στρατού δημιούργησαν ένα κλίμα διάχυτης ανασφάλειας, δυσπιστίας και φόβου προς όλους, αναγορεύοντας συχνά την επιβίωση σε καθοριστικό κριτήριο της στάσης τους. Κατά συνέπεια η άσκηση της ένοπλης βίας ήταν ο μόνος δρόμος που θα οριστικοποιούσε την προσχώρηση των χωριών στα εθνικά στρατόπεδα.

Η αναγκαιότητα της ανάληψης τρομοκρατικής δραστηριότητας από την ελληνική πλευρά δεν υπαγορευόταν αποκλειστικά από τη δράση των Βουλγάρων αλλά και από τις πιέσεις των εντοπίων πατριαρχικών. Εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι μέχρι το 1904, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι μόνο οι αθρόες δολοφονίες κομιτατζήδων και χωρικών θα διαφύλασσαν τα χωριά τους από μελλοντικές επιδρομές, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τα συσσωρευμένα αισθήματα απόγνωσης και εκδίκησης.

Σε κάθε περίπτωση οι συγκρούσεις των ελληνικών σωμάτων με τους κομιτατζήδες δεν έπρεπε να αποτελούν το βασικό στρατηγικό στόχο. Η ίδια η ύπαρξη των σωμάτων και οι συνεχείς περιοδείες τους στα χωριά ήταν αποφασιστικότερης σημασίας από μια άκαιρη συμπλοκή, η οποία, αν προκαλούσε την επέμβαση του τουρκικού στρατού, ενδεχομένως να κατέληγε ακόμη και στη διάλυση του σώματος. Τα σώματα απέφευγαν τις συγκρούσεις και, δεδομένου ότι οι Βούλγαροι από ακόμη μεγαλύτερη απροθυμία για συμπλοκές, στις περισσότερες περιπτώσεις η τύχη μάλλον παρά η καταδίωξη έφερναν αντιμέτωπες τις αντιμαχόμενες ομάδες. Ο τουρκικός στρατός αποτελούσε για τα σώματα ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, οποίος θα έπρεπε πάση θυσία να αποφεύγεται. Οι λόγοι ήταν πολλοί, όχι μόνο τακτικοί αλλά και ευρύτερης πολιτικής. Γεγονός παραμένει ότι τα αντάρτικα σώματα, κατάλληλα για ανταρτοπόλεμο και εκφοβιστικές επιχειρήσεις είχαν κάθε λόγο να αποφεύγουν τις μάχες με τον τουρκικό στρατό, οι οποίες σε τελική ανάλυση ευθύνονταν για τις ελληνικές απώλειες.

Η λίμνη των Γιαννιτσών

Αν και η ελληνική τακτική κατά τις επιθέσεις στα χωριά παρουσιαζόταν σχετικά τυποποιημένη, η αναγκαιότητα της διεξαγωγής του Αγώνα ακόμα και στα πιο δυσχερή από γεωγραφική άποψη σημεία της Μακεδονίας υπαγόρευε και την τροποποίηση της. Αναμφισβήτητα, το πλέον ιδιόμορφο πεδίο μάχης ήταν η λίμνη των Γιαννιτσών, η οποία αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό σημείο για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής. Η ελώδης επιφάνεια και η πυκνή βλάστηση της την καθιστούσαν πρόσφορο ορμητήριο ανταρτικών ομάδων, κάτι που αρκετά νωρίς έγινε αντιληπτό από τη βουλγάρική οργάνωση. Κατά το 1905 και ιδίως το 1906 περιοχή αυτή έγινε το θέατρο ακόμη μιας πεισματώδους ελληνοβουλγαρικής αναμέτρησης. Αναγκασμένα να κινηθούν και να εγκατασταθούν σε ένα τόσο ιδιόμορφο χώρο, τα σώματα χρησιμοποιούσαν στις μετακινήσεις τους ελαφρά πλοιάρια, τις πλάβες, χωρητικότητας 2 έως 4 ανδρών. Για καταλύματα έφτιαχναν καλύβες από καλαμιές, κορμούς δέντρων και λάσπη, οι οποίες στηρίζονταν στο βυθό της λίμνης με πασσάλους. Γύρω από την καλύβα με τα ίδια υλικά κατασκεύαζαν αμυντικά αναχώματα. Η στενότητα των υδάτινων διόδων, το πλάτος των οποίων χωρούσε μόνο μία πλάβα, δεν επέτρεπε την ανάπτυξη «ευρέος μετώπου» κατά των καλυβιών και καθιστούσε την προσβολή τους ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη.

Εκπαίδευση των ανταρτών

Στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τις προδοσίες και τις συγκρούσεις με τον στρατό, οι άνδρες των σωμάτων υποχρεώθηκαν να τρόπους κινήσεως που παραδοσιακά χρησιμοποιούσαν οι τοπικοί ληστές. Συνήθισαν έτσι, όχι χωρίς δυσκολία, να πεζοπορούν πολλές ώρες υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες προκειμένου να βρουν ασφαλές μέρος για να καταλύσουν, να αλλάζουν συνεχώς τόπο διαμονής και κυρίως να κινούνται αποκλειστικά τη νύχτα, λαμβάνοντας εξαιρετικά μέτρα προφυλάξεως. Η νύχτα, ωστόσο, δεν ήταν κατάλληλη μόνο για πορείες αλλά και για διενέργεια επιθέσεων στα χωριά, καθώς μεγιστοποιούσε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και δυσχέραινε την καταδίωξη του στρατού.

Η όλη επιχείρηση της προσβολής των χωριών σπάνια διαρκούσε μεγάλο διάστημα. Ο κίνδυνος εμφανίσεως τουρκικών αποσπασμάτων ή βουλγάρικων ενισχύσεων επέβαλλε τη συντομότερη δυνατή αποχώρηση. Αρκετά συχνή ήταν και η συνεργασία των ομάδων μιας ευρύτερης περιοχής προκειμένου να προσβληθεί χωριό όπου βρισκόταν μεγάλος αριθμός κομιτατζήδων. Οι ακρότητες που σημειώνονταν σε ορισμένες επιθέσεις οφείλονταν σε αποφάσεις των αρχηγών των σωμάτων, παρά τις αντίθετες οδηγίες που έπαιρναν από τους οργανωτές του Αγώνα. Επιπλέον, τα περισσότερα ατοπήματα διεπράχθησαν κυρίως από συνεργαζόμενους ληστές και ιδιώτες οπλαρχηγούς, που δεν κατόρθωναν πάντοτε να εφαρμόζουν τον «πολιτικό» τρόπο δράσης που τους υποδεικνυόταν. Με δεδομένη όμως την απρόσκοπτη τρομοκρατική δράση της βουλγάρικης οργανώσεως επί σειρά ετών, η λογική των αντιποίνων ήταν αναπόφευκτη.

Στρατιώτες του Μακεδονικού Αγώνα

Ιδιαίτερα σημαντικό όμως για τη φύση και τους σκοπούς του ελληνικού Αγώνα ήταν το ζήτημα της συμμετοχής σ’ αυτόν των εντοπίων πατριαρχικών, καθώς η παρουσία τους στα ελληνικά σώματα θα αποτελούσε την πλέον πειστική απόδειξη του ελληνικού φρονήματος τους, ανατρέποντας την αντίθετη αντίληψη που προσπαθούσε να επιβάλλει στην Ευρώπη, όχι χωρίς επιτυχία, η βουλγαρική πλευρά. Πέρα από αυτούς τους εθνικούς λόγους, και καθαρά στρατιωτικές προτεραιότητες συνηγορούσαν προς την ίδια κατεύθυνση. Οι εντόπιοι, γνωρίζοντας άριστα τις περιοχές όπου δρούσαν, θα είχαν τη δυνατότητα ύστερα από αποτυχημένες συμπλοκές να αποσύρονται στις εστίες τους και να ανασυγκροτούνται σε ευθετότερο χρόνο. Από την άλλη μεριά, οι οπλαρχηγοί που προέρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα διέπρατταν σοβαρά λάθη τακτικής: παρέμεναν πολλές μέρες μέσα στα ίδια πατριαρχικά χωριά, με αποτέλεσμα να προδίδονται, να εμπλέκονται σε άσκοπες συγκρούσεις και να εκθέτουν παράλληλα και τα χωριά σε αντίποινα. Επεδείκνυαν βιασύνη στις επιχειρήσεις τους, δεν πραγματοποιούσαν συστηματικές κατοπτεύσεις του χώρου, ενώ η άγνοια του εντοπίου ιδιώματος και της τοπικής ψυχολογίας δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα.

Σχέδια δράσης του Μακεδονικού Αγώνα

Όμως η πιεστική ανάγκη για τη συγκρότηση σωμάτων οδήγησε σύντομα το Προξενείο Θεσσαλονίκης στη χρησιμοποίηση ανδρών και οπλαρχηγών από την Ελλάδα, καθώς και παλαιών ληστών για την επάνδρωση τους. Οι τελευταίοι αποτελούσαν το μοναδικό σώμα οπλοφόρων στη Μακεδονία, το οποίο συνδύαζε τη γνώση του τόπου με αυτήν της ανταρτικής ζωής. Η εκτίμηση του Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν ότι η κίνηση αυτή «ήτο σφάλμα», επιδή «επαγγελματίαι αντάρται και τινές ληστές … ήτο αδύνατο να προσαρμοσθώσι εις το έργο του εθνικού αποστόλου» δεν αναιρεί και την αναγκαιότητα της, τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο του Αγώνα. Η «απροσάρμοστη» αυτή συμπεριφορά ληστών είχε αποτέλεσμα την απόρριψη από το Προξενείο Θεσσαλονίκης της χρησιμοποίησης τους ως αρχηγών ανταρτικών ομάδων. Τη σκυτάλη του Αγώνα θα έπαιρναν πλέον οι αξιωματικού του ελληνικού στρατού. Τα σώματα στο εξής αποτελούνταν από εντόπιους και άνδρες από το ελληνικό κράτος. Με τον τρόπο αυτό θα αξιοποιούνταν η πείρα των εντόπιων, θα επιβαλλόταν η πειθαρχία και, το κυριότερο, θα διεκπεραιωνόταν από την ηγεσία των αξιωματικών επιτυχώς το «πολιτικό σκέλος» του Αγώνα.

Όπως είναι φυσικό, η απουσία ενιαίας διευθύνσεως του Αγώνα καθιστούσε την εκπόνηση γενικότερων επιτελικών σχεδίων προβληματική και την πραγματοποίηση τους αμφίβολη. Ωστόσο, δεν έλειψαν τέτοιου είδους σχέδια, τα οποία αποσκοπούσαν σε μια πλησιέστερη έκφραση των ελληνικών στρατηγικών επιδιώξεων σε επί μέρους περιοχές ή και στο σύνολο της Μακεδονίας. Ήδη από το 1904 ο Πρόξενος Δημήτριος Καλλέργης πρότεινε στο Υπουργείο Εξωτερικών να επικεντρωθεί ο Αγώνας στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, με τη δημιουργία σωμάτων από εντόπιους και Κρήτες. Αρκετά διαφορετικό, ως προς το εύρος του και τις προτεραιότητες που έθετε, ήταν το σχέδιο που εκπόνησε ο Νικόλαος Κοντογούρης, στις αρχές του 1905. Κατά τον Κοντογούρη ήταν ζωτικής σημασίας η εδραίωση της ελληνικής άμυνας κυρίως σε βορειότερες περιοχές, στο όρο Περιστέρι και κυρίως στο Μορίχοβο. Παρ’ ότι η άμεση εφαρμογή του σχεδίου αυτού θεωρήθηκε εξαιρετικά δύσκολη ακόμα και από το συντάκτη του, τα πλεονεκτήματα από την υλοποίηση του θα ήταν αναμφίβολα σημαντικά.

Το πληρέστερο, όμως, επιτελικό σχέδιο που εκπονήθηκε ήταν αυτό που επεξεργάστηκε ο Μαζαράκης, ασφαλώς σε στενή συνεργασία με τον Κορομηλά, στα τέλη του 1904 και αναφερόταν στο σύνολο της Μακεδονίας. Ως επίκεντρο της ελληνικής δράσεως οριζόταν η περιοχή που περικλειόταν από τους άξονες Καστοριάς-Βερμίου-Βέροιας, στο Νότο, και Αχρίδος-Μαριάνσκας-Μπέλες στο Βορρά, μέχρι τη Στρώμνιτσα και το Πετρίτσι. Για την αποτελεσματική κάλυψη του χώρου αυτού υπογραμμιζόταν η αναγκαιότητα του ελέγχου περιοχών όπως το Μορίχοβο και η Αλμωπία, στις οποίες θα εγκαθίσταντο τα τρία, και μεγαλύτερα, από τα δέκα σώματα που προέβλεπε το σχέδιο. Την άνοιξη του επόμενου έτους τα σώματα και οι αρχηγοί που αναφέρονταν στο σχέδιο του Μαζαράκη εισήλθαν στα Μακεδονικά εδάφη, επιτρέποντας έτσι τη υπόθεση ότι είχε γίνει αποδεκτό, έστω και διστακτικά, από την κυβέρνηση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τους γενικούς στρατηγικούς στόχους του.

Χρόνος και τρόπος δράσης

Η επισήμανση του Κορομηλά, ότι η μεγάλη κατανάλωση φυσιγγίων γινόταν κυρίως τους μήνες μετά τον Απρίλιο, υποδηλώνει και το διάστημα κατά το οποίο κορυφωνόταν η δράση των σωμάτων. Πράγματι, οι ελληνικές ομάδες δεν είχαν τη δυνατότητα να περνούν το χειμώνα μέσα στα χωριά, γεγονός που τις εξανάγκαζε να περιστέλλουν τις ενέργειες τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή και να αποσύρονται στις ασφαλέστερες, ελληνόφωνες περιοχές στο Νότο. Εξάλλου αστάθμητοι παράγοντες, όπως βαριές απώλειες ύστερα από συγκρούσεις, συχνά επέσπευδαν την αναχώρηση τους. Για τους λόγους αυτούς φαίνεται ότι τέσσερις μήνες συνεχούς δράσης ήταν ένα όριο που λίγα σώματα κατόρθωσαν να υπερβούν.

Απολογισμός του Μακεδονικού Αγώνα

Τον Ιούλιο του 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων, ο Μακεδονικός Αγώνας έλαβε τέλος. Όλοι είχαν ελπίσει σε ένα καλύτερο ειρηνικό μέλλον με το Σύνταγμα. Η μεγάλη σημασία του Μακεδονικού Αγώνα για τον Ελληνισμό ήταν αδιαμφισβήτητη. Ο ιδιόμορφος αυτός Αγώνας άργησε να γίνει ευρύτερα γνωστός, γιατί από το χαρακτήρα του έπρεπε να μείνει κρυφός. Από το 1903 μέχρι το 1908 λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να έχουν καθολική εποπτεία του Αγώνα που έκανε ο Ελληνισμός στη Μακεδονία για να σωθεί από τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Στον Αγώνα αυτό η προσωπικότητα των αρχηγών έπαιξε κύριο ρόλο, γιατί ήταν Αγώνας επηρεασμού και επικρατήσεως ψυχών και όχι των όπλων. Η συμβολή των εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα Κρητών, ήταν σημαντική, αλλά τίποτα δε θα είχε γίνει χωρίς τη θέληση και την αυτοθυσία τούτων των εντοπίων της Μακεδονίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: www.enet.gr

Please follow and like us:
error0

Η Απελευθέρωση της Αθήνας (1944)

Η Απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου του 1944. Θεωρείται ως επίσημη λήξη της  κατοχικής περιόδου. Σε αντίθεση, πάντως, με τις υπόλοιπες χώρες, στην Ελλάδα δεν εορτάζεται η απελευθέρωση, αλλά η έναρξη του πολέμου  (28η Οκτωβρίου 1940). Αντίθετα, η ημερομηνία της Απελευθέρωσης περνά, σχετικά απαρατήρητη.

Η  Απελευθέρωση της Αθήνας
Η Απελευθέρωση της Αθήνας (1944)

Η μέρα της Απελευθέρωσης

Την ιστορική εκείνη ημέρα, ο Αθηναϊκός λαός παρακολούθησε την κατάθεση στεφάνου από τον επικεφαλής των αποχωρούντων Γερμανών μαζί με τον κατοχικό (διορισμένο) δήμαρχο στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη. Όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το χώρο της Πλατείας Συντάγματος, το πλήθος ποδοπάτησε το στεφάνι και στη συνέχεια εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ξέσπασαν σε αλαλαγμούς χαράς, γιορτάζοντας τη μεγάλη στιγμή που περίμεναν να έλθει τριάμισι ολόκληρα χρόνια.

Η αποχώρηση των Γερμανών

Το πρωί (8:00 π.μ.) της 12ης Οκτωβρίου 1944 ο στρατηγός Φέλμι συνοδευόμενος από το δήμαρχο Αθηναίων Γεωργάτο κατάθεσε ένα στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη, ενώ ήδη οι μηχανοκίνητες φάλαγγες των Γερμανών εγκατέλειπαν από νωρίς την Αθήνα διαμέσου της Ιεράς Οδού. Στις 9:15 π.μ. η γερμανική φρουρά της Ακρόπολης προχώρησε στην υποστολή της ναζιστικής σημαίας έπειτα από συνολικά 1.624 μέρες κατοχής (ή 3,5 έτη, που μεσολάβησαν από τον Απρίλιο του 1941 έως εκείνη την ημέρα) και ένας στρατιώτης τύλιξε βιαστικά το σύμβολο της κατοχής και αποχώρησε από τον Ιερό Βράχο.

Άφιξη της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας

Στις 18 Οκτωβρίου του 1944 έφτασε στην Αθήνα, μαζί με βρετανικές δυνάμεις υπό το στρατηγό Σκόμπυ και τους άνδρες του «Ιερού Λόχου» της Μέσης Ανατολής, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου με μέλη της κυβέρνησης και τους Σπηλιωτόπουλο, Ζέβγο, οι οποίοι έσπευσαν στην Ακρόπολη υψώνοντας σε πανηγυρικό κλίμα τη γαλανόλευκη. Την ελληνική σημαία παρέδωσε στον πρωθυπουργό ο νέος δήμαρχος, της απελευθερωμένης πια πόλης Αριστείδης Σκληρός παρουσία του βρετανού πρεσβευτή Λίπερ και του αντιναύαρχου Μάνσφιλντ. Αντίθετα, στις ανταρτικές δυνάμεις δεν επιτράπηκε η είσοδος στην πρωτεύουσα, πλην ενός μικρού τμήματος του 34ού συντάγματος του ΕΛΑΣ υπό τον λοχαγό Απόστολο Κοκμάδη το οποίο παραστάθηκε συμβολικά στην τελετή. Εν συνεχεία η πομπή των επισήμων κατευθύνθηκε στη Μητρόπολη, όπου τελέσθηκε δοξολογία και ακολούθησε ο «Λόγος της Απελευθέρωσης» από τον πρωθυπουργό, ο οποίος εκφωνήθηκε από κτίριο της Πλατείας Συντάγματος προς ένα σχεδόν παραληρούν ακροατήριο, το οποίο κραύγαζε συνθήματα για «λαοκρατία», «τιμωρία των δωσιλόγων» κ.λ.π. Ο Παπανδρέου απέφυγε να εκδηλώσει τις σαφείς προθέσεις του επί του πολιτειακού ζητήματος.

Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο

Αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τρία γεγονότα σημάδεψαν την Ελλάδα. Πρώτον, η κυκλοφορία στις 3 Νοεμβρίου, του μεγαλύτερου σε ονομαστική αξία ελληνικού χαρτονομίσματος των 100 δισεκατομμυρίων δραχμών, το οποίο έφερε την υπογραφή του τότε Διοικητή της τράπεζας της Ελλάδος Ξενοφώντος Ζολώτα. Ήταν το τελευταίο χαρτονόμισμα κατοχικών -έστω και να οι Γερμανοί είχαν αποχωρήσει από την Ελλάδα- δραχμών. Λίγες μέρες αργότερα εισήχθη ένα νέο νόμισμα, η νέα δραχμή, της οποίας η ισοτιμία προς την κατοχική δραχμή καθορίστηκε στις 50.000.000.000 κατοχικές δραχμές και προς τη χρυσή λίρα 1/2060. Τα νέα τραπεζογραμμάτια εκδόθηκαν στην Αγγλία και έφεραν την υπογραφή του Υπουργού Οικονομικών Α. Σβώλου.

Δεύτερον, η απόφαση του Πρωθυπουργού Παπανδρέου για αποστράτευση και αφοπλισμό όλων των αντιστασιακών οργανώσεων μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου του 1944 και, τέλος, η παραίτηση την 1η Δεκεμβρίου των υπουργών που ανήκαν στο χώρο του ΕΑΜ από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Η χώρα, έπειτα από ένα σύντομο διάλειμμα εισερχόταν στην πιο ζοφερή, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, περίοδο της Ιστορίας της.

Στα χρόνια της Κατοχής είχαν αναπτυχθεί -τόσο μέσα στην ίδια τη χώρα όσο και στους Έλληνες που συνέχιζαν τον πόλεμο στο εξωτερικό- διάφορες και εν πολλοίς αλληλοσυγκρουόμενες προσδοκίες για το δρόμο που θα ακολουθούσε η Ελλάδα μετά το τέλος του αιματηρού πολέμου. Οι προσδοκίες αυτές, μετά την αποτυχία διαφόρων προσπαθειών για συγκερασμό τους, είχε να αντιμετωπίσει έναν κυκεώνα, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων, που της κληροδότησε η προηγούμενη περίοδος. Η στοιχειώδης συνεννόηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων του τόπου, καθώς και η σταθερότητα του κυβερνητικού μηχανισμού, αποτελούσαν βασικά προαπαιτούμενα της προσπάθειας για την ανασυγκρότηση της χώρας. Δεν άργησε όμως να φανεί ότι καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η μάχη στα Γαυγάμηλα (331π.Χ.)

Η μάχη στα Γαυγάμηλα υπήρξε η επιφανέστερη νίκη του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αυτή έκρινε οριστικά την τύχη της περσικής αυτοκρατορίας. Και σ’ αυτήν τη μάχη πρωτεύοντα ρόλο είχε το ιππικό. Επιπλέον η ορθή εκμετάλλευση του χώρου και η λεπτομερής γνώση της παράταξης των εχθρικών δυνάμεων οδήγησε τον Αλέξανδρο στην εκπόνηση και την εκτέλεση ενός ευφυούς στρατηγικού σχεδίου που του χάρισε τη νίκη. Με τα αποτελέσματα της άμεσα και απώτερα, αποτέλεσε σταθμό αποφασιστικό της αρχαίας ιστορίας.

Η μάχη στα Γαυγάμηλα υπήρξε η επιφανέστερη νίκη Μεγάλου Αλεξάνδρου και αυτή έκρινε οριστικά την τύχη της περσικής αυτοκρατορίας.
Η μάχη στα Γαυγάμηλα

Γεγονότα πριν τη μάχη στα Γαυγάμηλα

Ο Αλέξανδρος εισήγαγε τους τακτικούς ελιγμούς για την κύκλωση του εχθρού και για τον συντονισμό πεζών και έφιππων επιθέσεων. Το 334 π.Χ. ο ελληνικός στρατός νίκησε τους Πέρσες στον Γρανικό ποταμό και βάδισε κατά της Ισσού, όπου πέτυχε νέα νίκη.

Αν και η Περσία παρέμενε ισχυρή, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να προσθέσει νέα εδάφη στην αυτοκρατορία του πριν ολοκληρώσει την ήττα των Περσών. Ακολούθησε την ανατολική μεσογειακή ακτή, κατακτώντας το σημερινό Ισραήλ και την Αίγυπτο. Σταμάτησε την εκστρατεία του για να ιδρύσει την Αλεξάνδρεια στις εκβολές του Νείλου.

Το 331 π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε με στρατό 40.000 πεζών και 7.000 ιππέων, σύμφωνα με τον Αρριανό, και ακολούθησε τον δρόμο από τη Μεσόγειο προς την Περσία. Διέσχισε τον Τίγρη και τον Ευφράτη χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Ο βασιλιάς Δαρείος Γ’ των Περσών παρακολουθούσε την πορεία του και συγκέντρωνε στρατεύματα από ολόκληρο το βασίλειό του. Στα τέλη Σεπτεμβρίου είχε δημιουργήσει έναν στρατό από 200.000 πεζούς και ιππείς, τους οποίους υποστήριζαν 200 δρεπανηφόρα άρματα και για πρώτη φορά σε μάχη 15 ελέφαντες, που λογικά θα τρόμαζαν τους Έλληνες, οι οποίοι δεν ήταν συνηθισμένοι σε αυτά τα τεράστια ζώα.

Ο Δαρείος παρέταξε τον στρατό του σε μια μεγάλη ανοιχτή περιοχή. Ύστερα ισοπέδωσε το έδαφος για να μπορούν τα άρματα να κινούνται εύκολα. Ο Αλέξανδρος έφτασε στα Γαυγάμηλα και παρατάχθηκε απέναντι από τις γραμμές των Περσών. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι οι Έλληνες ξεκουράστηκαν μερικές ημέρες, ενώ άλλες λένε ότι περίμεναν μόνο μερικές ώρες πριν επιτεθούν.

Η ώρα της μάχης στα Γαυγάμηλα

Το πρωί της 1ης Οκτωβρίου ο Αλέξανδρος άρχισε την επίθεση. Επειδή μειονεκτούσε αριθμητικά σε αναλογία τουλάχιστον ένα προς πέντε, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να χτυπήσει το περσικό κέντρο. Για να αποφύγει μια πιθανή κύκλωσή του, τοποθέτησε το πεζικό στο κέντρο, το ιππικό στις πτέρυγες και τις ισχυρές εφεδρείες του πίσω. Ο Δαρείος απάντησε με επίθεση εναντίον του κέντρου των Ελλήνων. Τα άρματα και οι ελέφαντές του διέσπασαν τις προφυλακές και βρέθηκαν μπροστά στο ελληνικό πεζικό.

Το περσικό ιππικό διέσχισε το ελληνικό μέτωπο αλλά, αντί να στραφεί και να επιτεθεί στις απροστάτευτες πτέρυγες του ελληνικού στρατού, συνέχισε την έφοδο του προς τα ελληνικά μετόπισθεν για να λεηλατήσει τα εφόδια και να σκοτώσει τους συνοδούς του στρατοπέδου.

Ο Αλέξανδρος αγνόησε τα μετόπισθεν του και επιτέθηκε αυτοπροσώπως στο κενό που άφησαν οι Πέρσες ιππείς, ενώ ταυτόχρονα έστρεψε τις εφεδρείες του εναντίον των ανυπεράσπιστων περσικών πτερύγων. Η τακτική του ήταν υπέρτερη, αλλά ο μεγάλος αριθμός των Περσών δυσκόλεψε τους Έλληνες.

Οι Πέρσες άντεξαν μέχρι τη στιγμή που είδαν τον Αλέξανδρο να διασπά το κέντρο τους και να πλησιάζει τον Δαρείο με το επιτελείου του. Η προσωπική φρουρά του Δαρείου το έβαλε στα πόδια και τον άφησε εκτεθειμένο. Τότε και αυτός αποφάσισε να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης. Όταν υποχώρησε ο Δαρείος, ο στρατός του, αν και εξακολουθούσε να υπερέχει σε αριθμό, διασπάστηκε και τράπηκε σε φυγή, ενώ το ελληνικό ιππικό τους καταδίωκε. Ο Δαρείος διέφυγε, αλλά ένα πολύ μεγάλο μέρος των στρατιωτών του είχε σκοτωθεί.

Μετά τη μάχη στα Γαυγάμηλα

Οι εκτιμήσεις για τις περσικές απώλειες ποικίλουν, μεταξύ 40.000 και 100.000 άνδρες. Οι ελληνικές απώλειες δεν ξεπέρασαν τους 500 στρατιώτες. Ο Αλέξανδρος και ο στρατός του κατέλαβαν σύντομα τις μεγάλες περσικές πόλεις, ενώ ο Δαρείος δολοφονήθηκε από κάποιο μέλος της αυλής του. Ο Αλέξανδρος δεν σταμάτησε την επίθεσή του εναντίον της περσικής αυτοκρατορίας, αλλά συνέχισε προς την Κασπία θάλασσα και κατέλαβε όλες τις περιοχές μέχρι τη βόρεια Ινδία. Χρησιμοποίησε τη νίκη του σαν κομβικό σημείο για να ενώσει την ανατολή με τη δύση και διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό σε τεράστιες περιοχές, ενώ γέμισε τα θησαυροφυλάκιά του με αμύθητους θησαυρούς.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η Κυπριακή Δημοκρατία (1960-…)

Η Κυπριακή Δημοκρατία ή Δημοκρατία της Κύπρου, όπως αναφέρεται στο Σύνταγμα, είναι νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου και το τρίτο μεγαλύτερο σε πληθυσμό και έκταση στην Μεσόγειο. Βρίσκεται γεωγραφικά νοτιοανατολικά της Ελλάδας, νοτίως της Τουρκίας, δυτικά του Λιβάνου και της Συρίας, βορειοδυτικά του Ισραήλ και βορείως της Αιγύπτου.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκ του νόμου κυριαρχία σε ολόκληρο το νησί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Ωστόσο, το νησί εκ των πραγμάτων διοικείται από δύο κύρια μέρη. Την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ελέγχει περίπου το 58% της έκτασης του νησιού και την ούτω καλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (37% του νησιού), η οποία προέκυψε ύστερα από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974 και αποτελεί υποτελή κατοχική διοίκηση του Τουρκικού κράτους. Περίπου το 5% του νησιού καταλαμβάνεται από τον ΟΗΕ (Πράσινη Γραμμή) και από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο διατηρεί τις περιοχές κυρίαρχων βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας. Το διεθνές δίκαιο και o OHΕ θεωρεί το βόρειο τμήμα του νησιού υπό κατοχή των τουρκικών στρατευμάτων και η ανακήρυξη ανεξαρτησίας της θεωρείται παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Κυπριακή Δημοκρατία, 1η Οκτωβρίου
Κυπριακή Δημοκρατία

Η 1η Οκτωβρίου, από το 1960 και μετά, σηματοδοτεί την επέτειο της ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας της Κύπρου, μετά τον αγώνα ενάντια στους Άγγλους αποικιοκράτες, την περίοδο 1955-1959.

Η 1η Οκτωβρίου ωστόσο δεν είναι η πραγματική ημέρα κατά την οποία έγινε πράξη η ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, η ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε ισχύ οι συμφωνίες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η 16η Αυγούστου του 1960.

Η Βρετανική κατοχή στην Κύπρο

Όταν έληξαν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878) και το Συνέδριο του Βερολίνου η Κύπρος μεταβιβάστηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία που ανέλαβε την διοίκηση της (1878). Οι Βρετανοί στην πραγματικότητα συγκυβερνούσαν με τους Οθωμανούς και το Χεδιβάτο της Αιγύπτου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1914. Οι Άγγλοι υποσχέθηκαν στους Τούρκους σαν αντάλλαγμα να χρησιμοποιήσουν το νησί σαν βάση για να τους προστατέψουν από την Ρωσική απειλή. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν την Κύπρο σαν την σημαντικότερη ναυτική βάση για τις εξορμήσεις στις επαρχίες τους. Όταν ολοκληρώθηκε το λιμάνι της Αμμόχωστου (1906) η Κύπρος έγινε το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο για τους Άγγλους, το λιμάνι είχε απ’ευθείας επικοινωνία με την Διώρυγα του Σουέζ που ήταν ο θαλάσσιος δρόμος των Βρετανών για την Ινδία την μεγάλη υπερπόντια επαρχία τους. Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Οθωμανοί συμμάχησαν με τις Κεντρικές Δυνάμεις (5 Νοεμβρίου 1914) οι Άγγλοι προσάρτησαν πλήρως την Κύπρο, κατήργησαν το Χεδιβάτο της Αιγύπτου και δημιούργησαν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου σαν Βρετανικό προτεκτοράτο. Οι Βρετανοί πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα σε αντάλλαγμα να ενωθούν οι Έλληνες με τους Άγγλους αλλά ο Γερμανόφιλος Κωνσταντίνος Α’ της Ελλάδας το αρνήθηκε. Με την Συνθήκη της Λωζάννης η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της στην Κύπρο που ανακηρύχτηκε αποικία του Βρετανικού στέμματος (1925). Πολλοί Έλληνο-Κύπριοι και Τούρκο-Κύπριοι πολέμησαν στους δυο Παγκόσμιους πολέμους στον Βρετανικό Στρατό Ξηράς. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πολλοί εντάχθηκαν στο Κυπριακό Σύνταγμα. Οι Έλληνο-Κύπριοι είχαν πολλές ελπίδες ότι η Βρετανική διοίκηση θα τους βοηθήσει να ενωθούν με την Ελλάδα. Η επιθυμία είχε ρίζες στην Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων να αναστήσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την Μικρά Ασία, την Κύπρο και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία της Κύπρου που τα μέλη της είχαν εκπαιδευθεί στην Ελλάδα ήταν πρωταγωνιστές, οι Έλληνο-Κύπριοι ίδρυσαν την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (EOKA). Οι Έλληνο-Κύπριοι έβλεπαν το νησί σαν τμήμα του Ελληνισμού και είδαν την ένωση τους με την μητέρα Ελλάδα σαν φυσικό δικαίωμα. Η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έγινε από την δεκαετία του 1950 τμήμα της Ελληνικής εθνικής πολιτικής.

Οι Τούρκο-Κύπριοι με την σειρά τους υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια την Βρετανική κατοχή. Όταν είδαν την ανάπτυξη των Ελληνικών εθνικών κινημάτων αποφάσισαν να αντιδράσουν επειδή φοβήθηκαν την εκδίωξη τους από το νησί, αντιστάθηκαν σκληρά στην δράση της ΕΟΚΑ. Οι Τούρκο-Κύπριοι έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ξεχωριστή εθνική ενότητα και διεκδίκησαν την δημιουργία δικού τους κράτους στο νησί. Ο Τούρκος ηγέτης Αντνάν Μεντερές δήλωσε την δεκαετία του 1950 ότι η Κύπρος ήταν «επέκταση της Ανατολής», απέρριψε την ιδέα για την διαίρεση του νησιού και ζήτησε την προσάρτηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία. Την εποχή του οι οπαδοί του στην Τουρκία χρησιμοποίησαν σκληρά εθνικιστικά συνθήματα όπως «η Κύπρος είναι Τουρκική». Οι Τούρκοι σύντομα κατάλαβαν ότι οι ελπίδες τους ήταν μάταιες επειδή ο Τουρκικός πληθυσμός στο νησί αποτελούσε χαμηλή μειοψηφία, έφτανε μόλις στο 20%. Οι Τούρκο-Κύπριοι ακολούθησαν την δεκαετία του 1950 το σύνθημα «Διαίρεση ή Θάνατος» που διαδόθηκε ευρύτατα την δεκαετία του 1960. Σε συσκέψεις που ακολούθησαν στην Ζυρίχη και το Λονδίνο οι Τούρκοι δέχτηκαν υποτονικά την ίδρυση Κυπριακού κράτους αλλά η μεγάλη τους επιθυμία ήταν πάντοτε η δημιουργία Τουρκικού κράτους στα βόρεια.

Η Βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο

Η Κυπριακή εκκλησία οργάνωσε τον Ιανουάριο του 1950 το Ενωτικό δημοψήφισμα υπό την επίβλεψη της χωρίς την συμμετοχή Τούρκο – Κύπριων, το αποτέλεσμα ήταν 96% υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Οι Έλληνες σύμφωνα με την Δημογραφία της Κύπρου αποτελούσαν το 80,2% του συνολικού πληθυσμού του νησιού, οι Βρετανοί πρότειναν την ίδρυση μιας ημιαυτόνομης Τουρκικής επαρχίας αλλά οι Τούρκοι το απέρριψαν. Η ΕΟΚΑ δημιουργήθηκε το 1955 με στόχο την ένωση με την Ελλάδα με ένοπλο αγώνα, ταυτόχρονα δημιουργήθηκε από τους Τουρκοκύπριους η Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης ή ΤΑΞΙΜ σαν αντίβαρο με στόχο την δημιουργία Τουρκικού κράτους στο νησί. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι ενίσχυσαν μυστικά την ΤΑΞΙΜ όπως φαίνεται από γράμμα που έστειλαν στον διοικητή της Κύπρου (15 Ιουλίου 1958), του ζητούσαν να μην κάνει καμιά ενέργεια εναντίον της ΤΑΞΙΜ για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της Βρετανίας με την Τουρκία.

Οι Βρετανοί φεύγουν από την Κύπρο

Την 1η Απριλίου 1955 Έλληνες από την Κύπρο και την Ελλάδα ξεκίνησαν επισήμως απελευθερωτικό αγώνα (οργάνωση ΕΟΚΑ) έναντι των Βρετανών με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας τερματίστηκε το 1959, οπότε έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.Τη νύχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου του 1960, στις 2 μετά τα μεσάνυκτα στη Λευκωσία, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χιου Φουτ διάβασε στην αίθουσα του Μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (που αργότερα έγινε Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) την προκήρυξη της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, με την οποία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της αγγλικής κυριαρχίας στην Κύπρο, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Στη συνέχεια οι γενικοί πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, έπειτα από σύντομες ομιλίες τους, υπέγραψαν μαζί με τον τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη τα κείμενα των συμφωνιών που καθόριζαν τα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου. Λίγο πριν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του Κυβερνείου η υποστολή της βρετανικής σημαίας και η έπαρση της κυπριακής. Πριν κλείσουν 24 ώρες από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ο σερ Χιου Φουτ είχε ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο.

Ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί και από τους Μακάριο και Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών. Επίσης τότε ορίστηκαν οι δύο επίσημες γλώσσες του κράτους, η ελληνική και η τουρκική.

Στις 24 Αυγούστου του 1960, το Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την ένταξη της Κύπρου στον Ο.Η.Ε.. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Ο.Η.Ε., Ζήνων Ρωσσίδης, εκφώνησε τον πρώτο λόγο του στη γενική συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1961 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, κατευθυνόμενη με τον δούκα του Εδιμβούργου, Φίλιππο προς την Ινδία, στάθμευσε για λίγο στην Κύπρο. Εκεί, στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, συνομίλησε με την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Πρόεδρο Μακάριο, τον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ και τον υπουργό εξωτερικών Κυπριανού. Οι συνομιλίες είχαν μάλλον τυπικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά η συνάντηση συμβόλιζε και υπογράμμιζε τον λόγο που είχε η Βρετανία στα κυπριακά πράγματα ως εγγυήτρια δύναμη. Ακόμη, η παρουσία της Ελισάβετ υπογράμμισε τους δεσμούς της πρώην αποικίας με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Στις 13 Μαρτίου του 1961 η Κύπρος έγινε δεκτή στην Κοινοπολιτεία. Ο Μακάριος κλήθηκε στη διάσκεψη και συμμετείχε στις εργασίες της δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Τουρκοκύπριο υπουργό Άμυνας Οσμάν Ορέκ. Καθ’ οδόν προς Λονδίνο συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος υπογράμμισε ότι η είσοδος στην Κοινοπολιτεία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην είσοδο σε συνασπισμό και τόνισε ότι θα ακολουθήσει αδέσμευτη πολιτική.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η ναυμαχία του Κατάκολου (1821)

Η ναυμαχία του Κατάκολου αφορά σε μία σελίδα της ιστορίας μας, σχετικά άγνωστη, όταν ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στις 30 Σεπτεμβρίου 1821 αντιμετώπισε σφοδρή επίθεση του Καρά-Αλή που με τα βαριά εξοπλισμένα σκάφη του έφερε σε δυσμενή θέση τους Έλληνες ναυτικούς. Την κρίσιμη όμως εκείνη στιγμή ο Σπετσιώτης Μπόντασης επιχείρησε τόλμημα από το οποίο σώθηκε όλη η μοίρα.

Η ναυμαχία του Κατάκολου στις 30 Σεπτεμβρίου 1821
Το Κατάκολο

Όπως αναφέρεται, προχώρησε ταχύτατα με τη Νάβα του ανάμεσα από τουρκικά πλοία. Εκείνα αντί να στρέψουν τα πυροβόλα εναντίον του φοβούμενα ότι το Σπετσιώτικο πλοίο ήταν πυρπολικό έσπευσαν να απομακρυνθούν σε αρκετή απόσταση. Τότε ο Μπόντασης εξαπέλυσε εκεί μια βάρκα γεμάτη από εύφλεκτες ύλες και της έβαλε φωτιά δημιουργώντας τεχνητό καπνό στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καπνός ήταν τόσο πολύς ώστε μετά από λίγο τα πλοία έγιναν αφανή μεταξύ τους και ο Μποντασης γύρισε γρήγορα στα ελληνικά.

Οι Τούρκοι πιστεύοντας ότι η φλεγόμενη βάρκα ήταν το Σπετσιώτικο πλοίο φοβήθηκαν την εφόρμηση προς πυρπόληση και άρχισαν να κανονιοβολούν κατά της εστίας του καπνού και έτσι τα ελληνικά πλοία κατόρθωσαν να διαφύγουν ακτοπλούντα και να περάσουν γύρω από το Κατάκολο.

Πηγή: https://olympia.gr/2018/09/30/η-άγνωστη-ιστορία-της-ναυμαχίας-του-κα/

Please follow and like us:
error0

Η μάχη του Καρβασαρά (1825)

Η μάχη του Καρβασαρά, που έγινε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1825, ήταν μάχη κατά των Τούρκων. Βασικοί λόγοι ήταν η έντονη εμπορική δραστηριότητα και η σημαντική στρατηγική θέση της πόλης.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη του Καρβασαρά
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης

Καθώς μαίνονταν ακόμα η πολιορκία του Μεσολογγίου, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση με την Αμφιλοχία, ο Κιουταχής ξεκίνησε από την Ήπειρο με προορισμό το Μεσολόγγι για να συνδράμει με τις δυνάμεις του. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης προέβλεψε ότι ο Καρβασαράς (σημερινή Αμφιλοχία Αιτωλοακαρνανίας) ήταν σημαντικό κέντρο εμπορίου και ότι τα στρατεύματα του Κιουταχή θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα, αν ανέκοπτε την τροφοδότηση τους από τα καραβάνια. Τότε ανέλαβε δράση και κατέφθασε στην περιοχή με σκοπό να τους εμποδίσει.

Τα ξημερώματα της 28ης Σεπτεμβρίου με αρχηγό τον Γεώργιο Καραΐσκάκη, οι Έλληνες οπλαρχηγοί όρμησαν στους Τούρκους και τους έπιασαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Επί τέσσερις ώρες πολέμησαν μαζί τους, αφήνοντας τους μόνο δύο επιλογές, να σκοτωθούν στη μάχη ή να ριχτούν στη θάλασσα.

Παρόλο που αμφότερες οι στρατιωτικές μονάδες ήταν μικρές σε αριθμό, η μάχη του Καρβασαρά έφερε μεγάλη νίκη για τους Έλληνες. Συνολικά 300 Τούρκοι σκοτώθηκαν και όσοι γλίτωσαν από τα χέρια τους πνίγηκαν στη θάλασσα. Από την πλευρά των Ελλήνων υπήρχε μόλις μία απώλεια.
Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των ίδιων των πρωταγωνιστών, ακόμα και τα ευρωπαϊκά πλοία που ήταν δεμένα στο λιμάνι, απομακρύνθηκαν εκείνο το πρωινό από τον φόβο τους.

Πηγή: https://xiromeropress.gr

Please follow and like us:
error0

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.)

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ στα Στενά της Σαλαμίνας (στον Σαρωνικό Κόλπο) μεταξύ της συμμαχίας των ελληνικών πόλεων – κρατών και της περσικής αυτοκρατορίας. Αποτέλεσε τη σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.

Ο Ξέρξης παρακολουθεί τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.
Ο Ξέρξης παρακολουθεί την Ναυμαχία της Σαλαμίνας

Τα γεγονότα πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας

Αρχικά οι Έλληνες σχεδίαζαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο (ξηρά και θάλασσα, αντίστοιχα). Όμως στη μάχη των Θερμοπυλών οι Πέρσες εξολόθρευσαν τις περιορισμένες ελληνικές δυνάμεις που είχαν παραταχθεί στο ομώνυμο στενό – χάρη στην προδοσία του Εφιάλτη, ενώ στο Αρτεμίσιο ο συμμαχικός στόλος έχασε περίπου τα μισά πλοία του. Μόλις οι Σύμμαχοι πληροφορήθηκαν για την καταστροφή στις Θερμοπύλες, αποφάσισαν να υποχωρήσουν. Αυτό επέτρεψε στους Πέρσες να καταλάβουν τη Βοιωτία και την Αττική.

Οι Πελοποννήσιοι ήθελαν να σταματήσουν τον περσικό στόλο στον Ισθμό της Κορίνθου. Παρόλα αυτά ο Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τον εχθρό στη Σαλαμίνα, ελπίζοντας ότι μια νίκη θα εμπόδιζε τους Πέρσες να εισβάλουν στην Πελοπόννησο.

Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών και τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη και μεταφέρθηκαν στη Σαλαμίνα, μετά την προτροπή του Θεμιστοκλή, ο οποίος αρνήθηκε να δεχτεί την εκδοχή της εγκατάλειψης του αγώνα. Στην πρώτη συνάντηση των Ελλήνων αρχηγών στο συμβούλιο της Κορίνθου, ο Θεμιστοκλής πρότεινε να δράσουν και να διεξαχθεί μια ναυμαχία στα στενά της Σαλαμίνας. Οι υπόλοιπες συμμαχικές δυνάμεις θεωρούσαν ότι ο κατάλληλος τόπος διεξαγωγής μιας ναυμαχίας ήταν ο Ισθμός της Κορίνθου. Έγινε και νέα συνεδρίαση και όταν ο Θεμιστοκλής μέσα στην ορμή του μίλησε πριν από τον αρχηγό των Σπαρτιατών Ευρυβιάδη, ο στρατηγός Αδείμαντος από την Κόρινθο τού είπε ότι αυτούς που στους αγώνες ξεκινούν πριν δοθεί το σύνθημα, τους ραπίζουν. Ο Θεμιστοκλής του είπε ότι και αυτοί που ξεκινούν πολύ μετά το σύνθημα δεν παίρνουν βραβείο. Τότε ο Ευρυβιάδης θύμωσε και σήκωσε το ραβδί του να τον χτυπήσει. Ο Θεμιστοκλής δεν εξοργίστηκε, μόνο είπε τη φράση: «Πάταξον μεν, άκουσον δε». Το επιχείρημά του αρχηγού, του αθηναϊκού στόλου, ήταν ότι ο ελληνικός στόλος, με λιγότερα και μικρότερα σε όγκο σκάφη από τον εχθρικό, θα μπορούσε στον περιορισμένο χώρο του στενού να ελιχθεί ανετότερα και δεν θα διέτρεχε τον κίνδυνο να βρεθεί περικυκλωμένος από τα περσικά πλοία.

Το τέχνασμα του Θεμιστοκλή

Ο Θεμιστοκλής μηχανεύτηκε και ένα σχέδιο. Έστειλε κρυφά στο εχθρικό στρατόπεδο τον Σίκινο, ν’ αναγγείλει στους Πέρσες στρατηγούς ότι οι Έλληνες που ήταν στη Σαλαμίνα σκοπεύουν να φύγουν κρυφά κατά τη διάρκεια της νύχτας και ότι ο περσικός στόλος έπρεπε αμέσως να τους περικυκλώσει και να τους επιτεθεί για να τους καταστρέψει όλους μαζί. Οι Πέρσες πεπεισμένοι ότι ο Θεμιστοκλής υποστήριζε τα περσικά συμφέροντα, έπεσαν στην παγίδα και ξεκίνησαν για το στενό της Σαλαμίνας. Οι Πέρσες συγκεντρώθηκαν στη Σαλαμίνα όπου βρισκόταν και ο ελληνικός στόλος, ο οποίος σύμφωνα με τον Ηρόδοτο αποτελούνταν από 378 τριήρεις, στον κόλπο μεταξύ του ακρωτηρίου Κυνόσουρα και της αρχαίας πόλης Σαλαμίνα. Ο περσικός στόλος, που περιελάμβανε κατά τον Αισχύλο 1207 πλοία, ήταν αγκυροβολημένος στο Φάληρο.  Η ποικιλομορφία του στρατού, έκανε τον Ηρόδοτο να γράψει: «Τι γαρ ουκ ήγαγε εκ της Ασίης έθνος επί την Ελλάδα Ξέρξης;», «ποιο έθνος της Ασίας έμεινε που ο Ξέρξης να μην το οδήγησε εναντίον της Ελλάδας;» 

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας της Σαλαμίνας

Το πρωί της 22ης Σεπτεμβρίου 480 π.Χ. σήμανε η σάλπιγγα του Ευρυβιάδη και ακούστηκε ο παιάνας των Ελλήνων: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.» «Εμπρός, παιδιά των Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, τα παιδιά σας και τις γυναίκες σας, των πατρικών θεών τα ιερά, τους τάφους των προγόνων σας, τώρα πολεμήστε για όλα».

Η ναυμαχία εξισώθηκε αφού ο στενός χώρος δεν επέτρεψε στους Πέρσες να χρησιμοποιήσουν στην πρώτη γραμμή, περισσότερα πλοία από ό,τι τα ελληνικά. Στο αριστερό άκρο βρισκόταν ο Θεμιστοκλής, ο οποίος προσπαθούσε να διασπάσει την παράταξη των Φοινίκων, στο δεξιό άκρο, βρίσκονταν τα πλοία της Σπάρτης υπό τον Ευρυβιάδη έχοντας απέναντί τους τους Ίωνες που ήταν πολύ επιδέξιοι ναυτικοί. Τα περσικά πλοία, σαφώς μεγαλύτερα από τα ελληνικά, δεν μπορούσαν να κινηθούν εξαιτίας της στενότητας του χώρου. Σύμφωνα με τον Αισχύλο, μέσα στο στενό, μαζεύτηκαν πλήθος τα πλοία, και έτσι δεν μπορούσαν να προσφέρουν καμία βοήθεια μεταξύ τους αλλά χτυπούσαν το ένα το άλλο, συντρίβοντας όλα τα κουπιά, ενώ τα ελληνικά πλοία, σχηματίζοντας επιδέξια κύκλο γύρω γύρω, χτυπούσαν και αυτά. Τα νερά και οι γύρω ακτές γέμισαν κουφάρια και ναυάγια. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διήρκησε ως το βράδυ και ο ηρωισμός των Ελλήνων και των συμμαχικών τους δυνάμεων έτρεψαν σε άτακτη φυγή όσους Πέρσες είχαν απομείνει στη θάλασσα. Ο Αριστείδης, μαζί με ένα σώμα οπλιτών, κατευθύνθηκε στην Ψυττάλεια, για να εξοντώσει όσους Πέρσες έφυγαν προς τα εκεί. Τη ναυμαχία παρακολούθησε ο Ξέρξης από μια πλαγιά του Αιγάλεω, πιθανώς το σημερινό Πέραμα. Η ναυμαχία τελείωσε με σοβαρότατες απώλειες για τους Πέρσες. Έχασαν 200 πλοία και μεγάλο μέρος των πληρωμάτων τους, ενώ οι Έλληνες μόνο 40 τριήρεις.

Μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας

Μετά τη ναυμαχία ο Ξέρξης, μαζί με ένα μεγάλο μέρος του στρατού, επέστρεψε στην Ασία, ενώ για την υποταγή της Ελλάδας παρέμεινε ο Μαρδόνιος με τον υπόλοιπο περσικό στρατό. Αλλά το 479 π.Χ. οι Πέρσες υπέστησαν σοβαρή ήττα στις Πλαταιές και στη Μυκάλη και σταμάτησαν τις επιθέσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Λίγο αργότερα οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση. Στις επόμενες τρεις δεκαετίες οι Αθηναίοι, χάρη στους πολέμους της Δηλιακής Συμμαχίας, κατάφεραν να απελευθερώσουν τη Θράκη, τη Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου και την Ιωνία. Επιπλέον βοήθησαν τους Αιγύπτιους στην εξέγερση τους κατά των Περσών επιφέροντας έτσι μεγάλο πλήγμα στο γόητρο της περσικής αυτοκρατορίας.

Αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί

Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι η ναυμαχία της Σαλαμίνας είναι μία από τις πιο σημαντικές μάχες στην ιστορία, υποστηρίζοντας ότι αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί, η πιθανή κατάληψη της Ελλάδας από τους Πέρσες θα σταματούσε την ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού και, κατά συνέπεια, ο δυτικός πολιτισμός δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα.

Αυτή η άποψη βασίζεται στο γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, όπως η φιλοσοφία, η επιστήμη, η ατομική ελευθερία και η δημοκρατία έχει τις ρίζες του στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.)

Η μάχη των Θερμοπυλών διεξήχθη το 480 π.Χ. (παράλληλα με τη ναυμαχία του Αρτεμισίου) μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, κατά την δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα.

Χάρτης της περιοχής που έγινε η μάχη των Θερμοπυλών με την σύγχρονη ακτογραμμή και ανακατασκευασμένη την ακτογραμμή του 480 π.Χ
Χάρτης των Θερμοπυλών

Τα γεγονότα πριν τη μάχη των Θερμοπυλών

Οι Πέρσες είχαν ηττηθεί στον Μαραθώνα δέκα χρόνια νωρίτερα, γι’ αυτό και ετοίμασαν μια δεύτερη εκστρατεία, αρχηγός της οποίας ήταν ο Ξέρξης. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να κλείσουν τα στενά των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου. Οι Πέρσες, οι οποίοι κατά τις αρχαίες πηγές είχαν εκατομμύρια άνδρες στρατό και κατά τις σύγχρονες εκατό με τριακόσιες χιλιάδες άνδρες, έφθασαν στα στενά στις αρχές του Σεπτεμβρίου.

Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον Αλέξανδρο Α’ της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Οι Έλληνες αποφάσισαν να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, από όπου ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα και όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

Οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες στα τέλη Αυγούστου ή στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Εκείνη την περίοδο, οι Σπαρτιάτες γιόρταζαν τα Κάρνεια, ενώ ήταν επίσης η περίοδος των Ολυμπιακών Αγώνων – μια σύγκρουση εκείνη την περίοδο θεωρούνταν ιεροσυλία. Παρ’ ολ’ αυτά, οι Έφοροι της Σπάρτης θεώρησαν ότι η επείγουσα κατάσταση ήταν σοβαρή δικαιολογία για να στείλουν στρατό με αρχηγό τον Λεωνίδα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον χρησμό της Πυθίας : είτε η Σπάρτη θα χαθεί είτε θα χάσει ένα βασιλιά.

 [7.220.4] ὑμῖν δ᾽, ὦ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο,
 ἢ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ᾽ ἀνδράσι Περσεΐδῃσι
 πέρθεται, ἢ τὸ μὲν οὐχί, ἀφ᾽ Ἡρακλέους δὲ γενέθλης
 πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος.
 οὐ γὰρ τὸν ταύρων σχήσει μένος οὐδὲ λεόντων
 ἀντιβίην· Ζηνὸς γὰρ ἔχει μένος· οὐδέ ἑ φημί
 σχήσεσθαι, πρὶν τῶνδ᾽ ἕτερον διὰ πάντα δάσηται.
[7.220.4] Εσάς, της Σπάρτης κάτοικοι, της όμορφα χτισμένης,
νά τί σας περιμένει:ή τη μεγάλη πόλη σας, την ξακουστή, κουρσεύουν
τα εγγόνια του Περσέα ή ετούτη ζει, μα θα πενθεί και ο λαός κι η χώρα
του ήρωα Λακεδαίμονα τον σκοτωμένο βασιλιά, απ᾽ του Ηρακλή τη ρίζα.
Κι αυτόν των ταύρων η ορμήνα τον κρατήσει δεν μπορεί ούτε και των λεόντων·
του Δία έχει τη δύναμη ο Πέρσης· και κανένας
δεν τον σταματά, προ τούτην πόλη είτε το ρήγα της κάνει χίλια κομμάτια.

Ο Λεωνίδας πίστευε ότι έπρεπε να πεθάνει για να σωθεί η Σπάρτη, γι’ αυτό και πήρε μονάχα 300 Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν γιους. Κατά τη διάρκεια της πορείας τους, οι Σπαρτιάτες ενισχύθηκαν με άλλους 5.000 άνδρες. Ο Λεωνίδας αποφάσισε να παρατάξει τους Σπαρτιάτες στο κέντρο, όπου βρίσκονταν το πιο στενό σημείο των Θερμοπυλών, ενώ οι Φωκείς ανέλαβαν να χτίσουν αμυντικό τείχος – έστειλε 1.000 Φωκείς να υπερασπιστούν την Τραχίνα, καθώς απ’ εκεί οι Πέρσες μπορούσαν να περικυκλώσουν τους Έλληνες. Όταν οι Πέρσες έφθασαν στην περιοχή, οι Πελοποννήσιοι έλεγαν ότι έπρεπε να κατεβούν στον Ισθμό της Κορίνθου και να αμυνθούν εκεί. Αλλά οι Φωκείς και οι Λοκροί έπεισαν τον Λεωνίδα να μείνει στο στενό.

Ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτή για να πείσει τον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν «Μολὼν λαβέ» (αφού / εφόσον έρθεις, πάρ’τα). Η μάχη ήταν αναπόφευκτη, αλλά ο Ξέρξης προτίμησε να περιμένει τέσσερις μέρες, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες θα διασκορπιστούν.

Στρατηγική και τακτική της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών ήταν αποτέλεσμα της απόφασης των Ελλήνων να εξουδετερώσουν το μειονέκτημα της μικρής αριθμητικής τους δύναμης, περιοριζόμενοι αποκλειστικά στην άμυνα. Απ’ την άλλη, οι Πέρσες δεν μπορούσαν να μείνουν στις Θερμοπύλες για πολύ καιρό – είτε θα υποχωρούσαν είτε έπρεπε να σπάσουν τις ελληνικές γραμμές. Οι Έλληνες οπλίτες μπορούσαν να κλείσουν το στενό πέρασμα, χωρίς να μπορεί να επιτεθεί στο περσικό ιππικό. Υπήρχε όμως ένα μονοπάτι απ’ όπου οι Πέρσες μπορούσαν να περάσουν και να περικυκλώσουν τους Έλληνες.

Μετά από τέσσερις μέρες αναμονής, οι Πέρσες επιτέθηκαν, αλλά οι Έλληνες αντιστάθηκαν για δύο μέρες. Την τρίτη μέρα, ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες πίσω από τους Έλληνες. Όταν το έμαθε αυτό, ο Λακεδαιμόνιος βασιλεύς Λεωνίδας (των Αγιαδών) αποδεσμεύει τις συμμαχικές δυνάμεις, για να οργανωθεί νέα άμυνα των Ελλήνων νοτιότερα, κρατώντας μαζί του στις Πύλες μονάχα επίλεκτες και εθελοντικές δυνάμεις, επιπλέον από τους θρυλικούς 300 Σπαρτιάτες, δηλαδή 900 με 1000 Περίοικους Λακεδαιμόνιους, ίσως μαζί και με Είλωτες(= απόγονοι κατακτημένων Αχαιών), 400 Θηβαίοι και 700 Θεσπιείς με επικεφαλής τον Δημόφιλο, γιο του Διαδρόμου.

Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών και η ναυμαχία του Αρτεμισίου έληξαν ταυτόχρονα. Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου, καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτό. Ο Θεμιστοκλής, όμως, έπεισε τους Έλληνες να μείνουν στη Σαλαμίνα, όπου πέτυχαν αποφασιστική νίκη.

Ο Ξέρξης, φοβούμενος ότι οι Έλληνες μετά τη νίκη τους στη Σαλαμίνα θα κατέστρεφαν τη γέφυρα του Ελλησπόντου, αποφάσισε να υποχωρήσει με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του. Ο Μαρδόνιος έμεινε με τους στρατιώτες που διάλεξε[. Πέρασε τον χειμώνα στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην πόλη τους. Το επόμενο έτος, ο Μαρδόνιος ανακατέλαβε την Αθήνα. Αλλά, οι Έλληνες, υπό την ηγεσία των Σπαρτιατών, αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν, για αυτό βάδισαν για την Αττική. Ο Μαρδόνιος υποχώρησε στη Βοιωτία, για να εξαναγκάσει τους Έλληνες να πολεμήσουν στις Πλαταιές. Στη μάχη των Πλαταιών, το ελληνικό πεζικό συνέτριψε τους Πέρσες, ενώ στη μάχη της Μυκάλης, ο ελληνικός στόλος πέτυχε σοβαρή νίκη επί του περσικού στόλου.

Θρύλοι για τη μάχη των Θερμοπυλών

Ο Πλούταρχος, στο έργο Λακαινών Αποφθέγματα, αναφέρει ότι ο Λεωνίδας, όταν ρωτήθηκε από τη σύζυγο του, Γοργώ, τι πρέπει να κάνει αν δεν επιστρέψει, εκείνος απάντησε «ἀγαθὸν γαμεῖν καὶ ἀγαθὰ τίκτειν» (Παντρέψου ένα γενναίο άνδρα και γέννησε γενναία παιδιά). Οι Πέρσες, όταν έφθασαν στις Θερμοπύλες, έστειλαν κατασκόπους (ημεροσκόπους) για να μάθουν πόσους άνδρες είχαν οι Έλληνες. Αυτοί επέστρεψαν λέγοντας ότι είδαν τους Σπαρτιάτες που γυμνάζονταν και χτενίζονταν, αλλά ο Ξέρξης δεν τους πίστεψε και έβαλε τα γέλια. Τότε κάλεσε τον Δημάρατο (εξόριστο Σπαρτιάτη βασιλιά) και του επανέλαβε όσα του είχαν πει οι απεσταλμένοι του. Ο Δημάρατος δήλωσε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν οι πιο γενναίοι άνδρες στην Ελλάδα και ότι είχαν την πρόθεση να υπερασπιστούν μέχρι θανάτου τα στενά και κατέληξε λέγοντας ότι αν ο Ξέρξης υποδούλωνε τους Σπαρτιάτες δεν θα υπήρχαν πια άνδρες που θα μπορούσαν να του αντισταθούν.

Ο Πλούταρχος αναφέρεται επίσης στην επίσκεψη των Περσών στη Σπάρτη πριν τη μάχη, όταν πρόσφεραν στον Λεωνίδα τη διοίκηση της Ελλάδος. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς απάντησε ότι προτιμά να πεθάνει για τους Έλληνες παρά να γίνει ο απόλυτος διοικητής τους. Αργότερα οι Πέρσες ζήτησαν την υποταγή των Ελλήνων και τότε ο Λεωνίδας απάντησε «Μολὼν λαβέ». Γνωστό είναι και το παράδειγμα του Διηνέκη, ο οποίος όταν οι Πέρσες απείλησαν ότι θα κρύψουν τον ήλιο με τα βέλη τους, απάντησε «καλύτερα, θα πολεμήσουμε υπό σκιάν» – ο Ηρόδοτος επίσης αναφέρει ότι ο Διηνέκης και οι σύντροφοί του είχαν τραβήξει το σώμα του Λεωνίδα τέσσερις φορές μέχρι που έπεσαν στο πεδίο της μάχης.

Όταν έληξε η μάχη, ο Ξέρξης ρώτησε να μάθει γιατί τόσοι λίγοι Έλληνες είχαν υπερασπιστεί τα στενά. Τότε μπροστά του παρουσιάστηκαν Αρκάδες που αυτομόλησαν στο περσικό στρατόπεδο και του απάντησαν ότι οι υπόλοιποι Έλληνες συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου ο νικητής έπαιρνε ένα στεφάνι ελιάς. Ο Τιγράνης, Πέρσης στρατηγός, όταν άκουσε αυτό είπε: «παπαῖ Μαρδόνιε, κοίους ἐπ᾽ ἄνδρας ἤγαγες μαχησομένους ἡμέας, οἳ οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιεῦνται ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς» (μετ. Αλίμονο, Μαρδόνιε, ενάντια σε τί άνδρες μας έφερες να πολεμήσουμε, σ’ αυτούς που δεν πολεμούν για χρήματα αλλά για την αρετή).

Τα επιγράμματα

Ο Σιμωνίδης ο Κείος, μετά τη μάχη, έγραψε ένα από τα πιο γνωστά επιγράμματα.Το επίγραμμα λέγει τα παρακάτω (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο):

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.

Ω ξένε, ανάγγειλε στους Λακεδαιμόνιους ότι εδώ
ταφήκαμε, υπακούοντας στα προστάγματά τους.

Τα επιγράμματα είχαν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σε επιτάφιους και είχαν τη μορφή ελεγειακού δίστιχου. Κατά τον Τζων Ράσκιν, «η υπακοή στην υψηλότερη μορφή της δεν είναι υπακοή στους σταθερούς και υποχρεωτικούς κανόνες, αλλά μια πεπεισμένη ή εθελοντική παραχώρηση σε μια εντολή».

Σημασία της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ελληνική και στην παγκόσμια ιστορία. Κυρίως όμως από ηθική άποψη είναι λαμπρό παράδειγμα αυταπάρνησης, αυτοθυσίας και υπακοής στην πατρίδα. Η μάχη έδειξε τα πλεονεκτήματα της στρατιωτικής εκπαίδευσης των Σπαρτιατών, του καλύτερου εξοπλισμού και της έξυπνης χρήσης της διαμόρφωσης του εδάφους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η ναυμαχία του Αρτεμισίου (480 π.Χ.)

Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, που διεξήχθη παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, είναι θαλάσσια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Περσών, κατά τη δεύτερη περσική εισβολή.

Οι Πέρσες ξεκίνησαν, υπό την ηγεσία του Ξέρξη Α’, εισβολή στην Ελλάδα, με στόχο να αποκαταστήσουν το γόητρο τους μετά την ήττα από τους Αθηναίους στον Μαραθώνα, το 490 π.Χ. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής πρότεινε στους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στους στενούς χώρους των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου.

Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, που διεξήχθη παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, είναι θαλάσσια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Περσών, κατά τη δεύτερη περσική εισβολή.
Ελληνικές και περσικές κινήσεις στη ναυμαχία του Αρτεμισίου

Τα γεγονότα πριν τη ναυμαχία του Αρτεμισίου

Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον Αλέξανδρο Α’ της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Τότε, ο Θεμιστοκλής πρότεινε μια διαφορετική στρατηγική στους συμμάχους. Ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει από τις Θερμοπύλες για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα. Για αυτό, ο Θεμιστοκλής πρότεινε στους Έλληνες να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Αυτό το σχέδιο έγινε δεκτό από τους Έλληνες. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

Όταν έγινε γνωστή η προέλαση του περσικού στρατού κατά μήκος της ακτής του Ολύμπου (τέλη Ιουλίου ή αρχές Αυγούστου), οι Έλληνες έπλευσαν στο Αρτεμίσιο – από όπου μπορούσαν να φύγουν γρήγορα σε περίπτωση ανάγκης. Οι Έλληνες έστειλαν τρία πλοία στη Σκιάθο, με σκοπό να προειδοποιήσουν τους υπόλοιπους για την εμφάνιση του περσικού στόλου. Μετά από δύο εβδομάδες, δέκα τριήρεις από τη Σιδώνα έφθασαν στη Σκιάθο – οι υπόλοιποι Έλληνες έμαθαν για την παρουσία τους χάρη σε πυρσούς. Σε σύγκρουση που ακολούθησε, δύο από τα ελληνικά πλοία καταστράφηκαν με το τρίτο να υποχωρεί. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν ήταν σίγουροι ότι το μήνυμα του πυρσού εννοούσε την άφιξη του περσικού στόλου, για αυτό και οι Αθηναίοι έπλευσαν στο Αρτεμίσιο. Μόλις κατάλαβαν ότι ο περσικός στόλος δεν έφτασε εκείνη τη μέρα, οι Έλληνες κινήθηκαν στη Χαλκίδα, φυλάγοντας τον Εύριπον, και άφησαν ημεροσκόπους στα ψηλά της Εύβοιας.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι Έλληνες ερμήνευσαν λανθασμένα τα μηνύματα των πυρσών και πίστεψαν ότι οι Πέρσες έπλευσαν ανατολικά της Σκιάθου, με σκοπό να πλεύσουν στα ανατολικά της Εύβοιας – είτε οι Έλληνες κατάσκοποι, οι οποίοι έστειλαν τα μηνύματα, θεώρησαν ότι οι Πέρσες έπλευσαν ανατολικά της Σκιάθου. Ο περσικός στόλος μπορούσε να πλεύσει γύρω από την Εύβοια, να κινηθεί στην Αττική και να επιτεθεί στο Αρτεμίσιο, με αποτέλεσμα να παγιδεύσει τους Έλληνες και να μην τους επιτρέψει να υποχωρήσουν – ωστόσο, η υποχώρηση των Ελλήνων στη Χαλκίδα είχε ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να γλιτώσουν από πιθανή παγίδα των Περσών στην Εύβοια και τους είχε δώσει τη δυνατότητα να επιστρέψουν στο Αρτεμίσιο.

Μετά από δέκα ημέρες, οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες – σύμφωνα με τον Ηρόδοτο είχαν πολύ μεγάλο στρατό και στόλο. Ωστόσο, οι Πέρσες αποφάσισαν να μην επιτεθούν. Την επόμενη ημέρα, ο περσικός στόλος έφτασε κοντά στο Αρτεμίσιο (με κατεύθυνση τη Μαγνησία), αλλά λόγω καταιγίδας, κατέληξαν σε ορεινή ακτή. Μέσα σε δύο μέρες, οι Πέρσες έχασαν το ένα τρίτο των πλοίων τους (400 πλοία), ενώ το περσικό πεζικό συνέχιζε να περιμένει τους Έλληνες να διασκορπιστούν στις Θερμοπύλες.

Μια μέρα μετά τη λήξη της καταιγίδας, ο ελληνικός στόλος επέστρεψε στο Αρτεμίσιο. Αργότερα, οι Πέρσες ξεκίνησαν την επίθεση κατά των Ελλήνων στις Θερμοπύλες – παράλληλα, ο περσικός στόλος αγκυροβόλησε τα πλοία του απέναντι από το Αρτεμίσιο (ο Ηρόδοτος δίνει το όνομα Ἀφέται για την περιοχή αυτή – σήμερα εκεί βρίσκεται η Άφυσσος), αν και δεκαπέντε πλοία, που βρέθηκαν στις ελληνικές γραμμές, καταστράφηκαν. Παρ’ ολ’ αυτά, οι Πέρσες είχαν τρεις φορές περισσότερα πλοία από ό,τι οι Έλληνες, γι’ αυτό και οι τελευταίοι σχεδίαζαν να αποσυρθούν. 

Εκείνη την ημέρα, ένας δύτης και λιποτάκτης του περσικού στόλου, έφθασε στο ελληνικό στρατόπεδο – ενημέρωσε τους Έλληνες ότι οι Πέρσες έστειλαν διακόσια πλοία γύρω από την Εύβοια, με σκοπό να εμποδίσουν την υποχώρηση των Ελλήνων. Από την πλευρά τους, οι Πέρσες δεν ήθελαν να επιτεθούν στους Έλληνες, καθώς ήταν πεπεισμένοι ότι οι τελευταίοι θα υποχωρούσαν, γι’ αυτό επιχείρησαν να τους παγιδεύσουν. Οι Έλληνες αποφάσισαν να φύγουν κατά το σούρουπο, ώστε οι Πέρσες να μην μάθουν το σχέδιο τους.

Οι Έλληνες φαίνεται να κατάλαβαν ότι τους δινόταν η ευκαιρία να καταστρέψουν ένα μέρος του περσικού στόλου. Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, οι Έλληνες σκόπευαν να παγιδεύσουν τους Πέρσες, αφού τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία στην Αττική θα ακολουθούσαν τους Πέρσες, καθώς αυτοί θα έμπαιναν στα Στενά της Εύβοιας από τα νότια – είτε θα παγίδευαν τους Πέρσες, καθώς αυτοί θα περνούσαν από το Αρτεμίσιο, έχοντας σκοπό να φθάσουν στην Άφυσσο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήθελαν να δείξουν ότι θα έμεναν στο Αρτεμίσιο – ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι θα ήταν καλή ευκαιρία για αυτούς να αξιολογήσουν τον περσικό στόλο. Οι Έλληνες περίμεναν μέχρι αργά το απόγευμα, για να μην εμπλακούν σε σοβαρή σύγκρουση και υποστούν βαριές απώλειες – αυτό το γεγονός σήμαινε την αρχή της ναυμαχίας.

Στρατηγική και τακτική της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Όσον αφορά τη στρατηγική, η αποστολή των Ελλήνων ήταν απλή – να προστατεύουν τον στρατό στις Θερμοπύλες μέσω θαλάσσης χωρίς να διαλυθούν. Οι Πέρσες επίσης είχαν απλή στρατηγική – να ενισχύσουν τη θέση τους στις Θερμοπύλες ή στο Αρτεμίσιο ή να υπερφαλαγγίσουν τους Έλληνες (κάτι που στο Αρτεμίσιο ήταν πιο εύκολο). Οι Έλληνες είχαν διαλέξει το Αρτεμίσιο για να παρακολουθούν τέτοιες κινήσεις, καθώς αν είχαν ως καθοριστικό παράγοντα τη στενότητα του χώρου, μπορούσαν να είχαν διαλέξει την Ιστιαία.

Οι Πέρσες είχαν πλεονέκτημα, λόγω αριθμητικής υπεροχής και περισσότερων ποιοτικών πλοίων. Οι Πέρσες, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είχαν καλύτερους ναυτικούς – τα περισσότερα αθηναϊκά πλοία (και κατ’ επέκταση το μεγαλύτερο μέρος του στόλου) είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα και τα πληρώματα τους δεν ήταν έμπειρα. Η πιο κοινή θαλάσσια τακτική στην Μεσόγειο αυτό τον καιρό ήταν ο εμβολισμός (οι τριήρεις ήταν εξοπλισμένες με ένα έμβολο), ή η χρησιμοποίηση οπλιτών (επιβατών, όπως οι σημερινοί πεζοναύτες). Οι Πέρσες και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν έναν ελιγμό που ήταν γνωστός ως «διέκπλους». Κατά τον ελιγμό αυτόν, το πλοίο εισχωρούσε σε κενό μεταξύ πλοιών της εχθρικής παράταξης και έστρεφε απότομα, εμβολίζοντας το εχθρικό πλοίο στα πλευρά. Οι Πέρσες είχαν αρκετά έμπειρους ναυτικούς για τον ελιγμό αυτό, αλλά οι Έλληνες είχαν σχεδιάσει μια τακτική για να τον εξουδετερώσουν.

Υπήρξαν πολλές συζητήσεις σχετικά με το αξιόμαχο του ελληνικού και του περσικού στόλου. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα, άρα και λιγότερο ευέλικτα. Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα εκ κατασκευής ή δεν είχαν στεγνώσει από τον χειμώνα. Άλλοι αναφέρουν ότι το μεγάλο βάρος των ελληνικών πλοίων προερχόταν από το βάρος των οπλιτών (επιβατών), είκοσι από τους οποίους φαίνεται να ζύγιζαν (με τον εξοπλισμό τους) δύο τόνους. Το μεγάλο βάρος θα μείωνε τις πιθανότητες των Ελλήνων να αποκρούσουν τον διέκπλουν. Παρ’ ολ’ αυτά, φαίνεται ότι οι Έλληνες είχαν περισσότερους από το κανονικό οπλίτες, γιατί η κύρια τακτική τους ήταν η επιβίβαση. Πράγματι, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν βύθιζαν πλοία στο Αρτεμίσιο, αλλά τα αιχμαλώτιζαν.

Αποτελέσματα της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Οι Πέρσες έμαθαν για την υποχώρηση των Ελλήνων από την Ιστιαία, αλλά δεν πίστεψαν τους αγγελιαφόρους – τότε έστειλαν μερικά πλοία στην περιοχή, και έμαθαν ότι οι Έλληνες είχαν υποχωρήσει στην πραγματικότητα από το Αρτεμίσιο. Τότε, αποφάσισαν να καταστρέψουν την περιοχή. Ο στόλος των Ελλήνων κατευθύνθηκε στη Σαλαμίνα, με σκοπό να βοηθήσει την εκκένωση της Αττικής.

Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου, καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτό. Παρ’ ολ’ αυτά, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να παραμείνουν στη Σαλαμίνα, και τελικά οι Έλληνες πέτυχαν αποφασιστική νίκη.

Σημασία της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Η ναυμαχία του Αρτεμισίου δεν θεωρείται σημαντική, καθώς οι Έλληνες δεν κατάφεραν να σταματήσουν τον περσικό στόλο – από την άλλη, ούτε οι Πέρσες κατάφεραν να καταστρέψουν ή να αποδυναμώσουν τον ελληνικό στόλο. Κατά τον Ηρόδοτο, αποτελούσε την πρώτη εμπειρία για τα ελληνικά πληρώματα, η οποία αποδείχθηκε αποφασιστική στη ναυμαχία της Σαλαμίνας – οι Έλληνες είχαν μάθει τις τακτικές των Περσών.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0