Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η Δημοκρατία

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έπειτα από παραμονή 11 χρόνων στη Γαλλία, όπου ήταν εξόριστος, γύρισε σαν από μηχανής Θεός και εν μέσω σφοδρών πανηγυρισμών ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 4 π.μ. στις 24 Ιουλίου 1974.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 4 π.μ. στις 24 Ιουλίου 1974.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίζεται πρωθυπουργός

Συνθήκες

Τον Ιούλιο του 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής βρέθηκε στη δίνη μιας κρίσης όπου θα έθετε σε δοκιμασία τις πολιτικές του ικανότητες, Ο απερίσκεπτος σοβινισμός των στρατιωτικών είχε προκαλέσει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, είχε φέρει την Ελλάδα και την Τουρκία στα πρόθυρα του πολέμου και είχε επισπεύσει την άνευ προηγουμένου κατάρρευση της πολιτικής αρχής. Ωστόσο τα μέσα που βρίσκονταν στη διάθεση του Πρωθυπουργού ήταν ελάχιστα μπροστά στην στρατιωτική δομή της εξουσίας που για περισσότερο από επτά χρόνια λειτουργούσε χωρίς ουσιαστικό περιορισμό ή αμφισβήτηση. Αυτή η στρατιωτική δομή εξακολουθούσε να περιέχει σημαντικά στοιχεία που δεν ήταν διατεθειμένα να υποχωρήσουν μπροστά στους πολιτικούς για τους οποίους είχαν δείξει περιφρόνηση. Η έκδηλη όμως χρεοκοπία της χούντας και η φανερή αντιδημοκρατικότητα της μαζί με την τεράστια άνοδο της υποστήριξης του Καραμανλή σε συνδυασμό με την προσωπικότητα του θα διασφάλιζε την ομαλή μετάβαση από την στρατιωτική διακυβέρνηση στην πολυφωνική δημοκρατία.

Εκλογές

Η πολυφωνική δημοκρατία επετεύχθη το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, όταν διεξήχθησαν εκλογές. Για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο πήραν μέρος κόμματα που αντιπροσώπευαν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, από την αυταρχική Δεξιά μέχρι τους Κομμουνιστές. Δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία ότι η Νέα Δημοκρατία του Καραμανλή (στην ουσία΄μια ανασχηματισμένη μορφή της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης πριν το πραξικόπημα) θα σάρωνε την πολιτική σκηνή. Πράγματι κέρδιζε το άνευ προηγουμένου ποσοστό του 54% της λαϊκής ψήφου, το οποίο αντιστοιχούσε σε 219 έδρες από τις 300 του ελληνικού Κοινοβουλίου. Το εκλογικό σώμα είχε ψηφίσει ξεκάθαρα υπέρ μιας στιβαρής κυβέρνησης και είχε εντυπωσιαστεί βαθιά από το σύνθημα ”ο Καραμανλής ή τα τανκς”.

Ακόμα πιο αναπάντεχη ήταν η κατάρρευση της Ένωσης Κέντρου του μόνου προδικτατορικού κόμματος που πήρε μέρος στις εκλογές με την παλιά του σημαία. Το ποσοστό των ψήφων του μειώθηκε από 53% που ήταν το 1964, στις τελευταίες εκλογές πριν το πραξικόπημα, σε 21%.

Ένας σημαντικός οιωνός για το μέλλον ήταν η σεβαστή εμφάνιση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ) του Ανδρέα Παπανδρέου, ενός νέου πολιτικού σχηματισμού που δεν έμοιαζε ούτε με τη Νέα Δημοκρατία, ούτε με την Ένωση Κέντρου. Η επίδοση του ΠΑΣΟΚ (14%) στις εκλογές του 1974 ήταν αξιόλογο επίτευγμα, δεδομένου ότι ο Παπανδρέου δεν είχε καμιά προηγούμενη οργάνωση για να στηρίξει το νέο του κόμμα.

Δημοψήφισμα

Ένα μήνα μετά τις εκλογές ακολούθησε δημοψήφισμα που αφορούσε το μέλλον της μοναρχίας. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν είχε πράξει σοφά, όταν δεν επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας.Καθώς ζούσε στη Βρετανία μπορούσε να εκφράσει τις απόψεις μέσω τηλεοπτικών εκπομπών.

Το κέντρο και τα αριστερά κόμματα επιδόθηκαν σε δραστήρια εκστρατεία κατά της επιστροφής του, ενώ ο Καραμανλής κράτησε στάση μελετημένης ουδετερότητας. Αν είχε ρίξει το μεγάλο βάρος της γνώμης του στην πλευρά της παλινόρθωσης, τότε είναι πιθανό ότι η ψήφος θα απέβαινε υπέρ του βασιλιά. Ήταν φανερό όμως ότι οι πληγές από τις συγκρούσεις του Καραμανλή με το παλάτι στις αρχές της δεκαετίας του 1960 δεν είχαν επουλωθεί. Μόνο το 30% του εκλογικού σώματος, κυρίως κυρίως από το παραδοσιακό βασιλικό κέντρο της Πελοποννήσου, ψήφισε υπέρ της μοναρχίας.

Αυτό το δημοψήφισμα ήταν σίγουρο το δικαιότερο από τα έξι που έγιναν και αφορούσαν το ζήτημα της μοναρχίας έναντι της δημοκρατίας στη διάρκεια του 20ου αιώνα , ενώ η διαφορά 70 προς 30 υπέρ της δημοκρατίας αναπαρήγαγε σχεδόν με ακρίβεια το αποτέλεσμα του μόνου άλλου δημοψηφίσματος που έγινε υπό ομαλές συνθήκες, αυτού του 1924. Από το 1974 το ζήτημα της μοναρχίας είχε ουσιαστικά κλείσει.

Επιτεύγματα του Καραμανλή

Μέσα στο σύντομο διάστημα των πέντε μηνών ο Καραμανλής όχι μόνο είχε όχι μόνο νομιμοποιήσει την εξουσία του με τίμιες εκλογές αλλά με το δημοψήφισμα είχε λύσει οριστικά και τη διαμάχη για τη μοναρχία. Η μοναρχία ήταν ένας θεσμός που αποτελούσε σημείο τριβής από την εποχή που επιβλήθηκε από τις Προστάτιδες Δυνάμεις ως τίμημα για την ανεξαρτησία. Για μια περίοδο τριάντα ετών μετά τον Εθνικό Διχασμό του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε πηγή χρόνια πολιτικής αστάθειας. Ο Καραμανλής μπορούσε τώρα να χρησιμοποιήσει την τεράστια κοινοβουλευτική του πλειοψηφία για τη θέσπιση ενός νέου Συντάγματος το 1975, το οποίο περιελάμβανε πολλές από τις ιδέες του σχετικά με την αναγκαιότητα μετάθεσης του κέντρου βάρους από τη νομοθετική στην εκτελεστική εξουσία.

Πηγή: Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770-1990, Richard Clogg

Ο Δρ Άρης Πουλιανός

Ο Δρ Άρης Πουλιανός
Ο Παλαιοανθρωπολόγος Άρης Πουλιανός

Ο Δρ Άρης Πουλιανός γεννήθηκε στον Εύδηλο Ικαρίας στις 23 Ιουλίου 1924. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πολέμησε (1942-1943) κάτω από τη σημαία του Ε.Λ.Α.Σ. και αργότερα (1948-1949) του Δ.Σ.Ε. Αυτή του η δράση προκάλεσε αμέτρητα ακροδεξιά παραληρήματα εναντίον τού επιστημονικού του έργου, τόσο εκ μέρους ντόπιων, όσο και κυρίως αλλοδαπών «ακαδημαϊκών» κύκλων, γεγονός που σφράγισε όλη του τη ζωή. Ενδιάμεσα, τα έτη 1945-1948 σπούδασε Βιολογία στις Η.Π.Α. (Queen’s College, Ν.Υ.) και μετά το 1950 Ανθρωπολογία στην τ. Σοβιετική Ένωση, όπου το 1961 υπερασπίστηκε τη διδακτορική του διατριβή (PhD) με το σημαντικότατο θέμα: “H Προέλευση των Ελλήνων”. (Το 1956 απέκτησε τον γιο του Νίκο, ο οποίος έγινε κι αυτός ανθρωπολογος με επιπλέον ~55+ επιστημονικές εργασίες). Έως το 1965 εργάστηκε στο τμήμα Ανθρωπολογίας της Σοβιετικής Ακαδημίας, διδάσκοντας παράλληλα ως καθηγητής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Κατά τα πρώτα αυτά έτη της 10ετίας του ’60 διετέλεσε επίσης διευθυντής αρχαιολογικών και κυρίως ανθρωπολογικών ερευνητικών αποστολών στη Ρωσία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία, Γεωργία-Καύκασο, Καζακστάν, Τουρκμενιστάν και Ουζμπεκιστάν. Από το 1965 που επαναπατρίστηκε συνεχίζει με νεότερες ανθρωπολογικές μελέτες τόσο στην Ελλάδα (Κρήτη, Αιγαίο, Ιόνιο, Πίνδο, Θράκη, Μακεδονία), όσο και στο εξωτερικό (Αϊνού Ιαπωνίας, Βάσκους Ισπανίας κ.α.). Οι μελέτες αυτές ρίχνουν φως στην καταγωγή όχι μόνο των βαλκανικών λαών, αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης. Εκτός από τις εθνογενετικές έρευνες των σύγχρονων πληθυσμών, ασχολείται συστηματικά και με τις παλαιοανθρωπολογικές ανασκαφές τού Σπηλαίου των Αρχανθρώπων στα Πετράλωνα Χαλκιδικής, της ανοικτής θέσης Τρίλλιας Χαλκιδικής, καθώς και του προϊστορικού ελέφαντα στον Περδίκκα Πτολεμαΐδας. Το 1965 προσλαμβάνεται ως επιστημονικός συνεργάτης του υπουργείου Συντονισμού και το 1966 διατελεί μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου Πατρών και Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας. Λόγω της προηγούμενης ανάμειξής του σε δημοκρατικά – αντιφασιστικά κινήματα, το ξενοκίνητο δικτατορικό καθεστώς του 1967 τον απολύει από το Δημόσιο, τον φυλακίζει και τον εξορίζει. Ο διωγμός που υπέστη ο Δρ Άρης Πουλιανός οδήγησε δημοκρατικούς ανθρωπολόγους από διάφορες χώρες, όπως τη Γαλλία, τις Η.Π.Α., τη Γερμανία κ.α., να ζητήσουν με επιστολές την αποκατάστασή του τόσο στην κοινωνική ζωή, όσο και τις επιστημονικές δραστηριότητες. Παρόλο που οι διαμαρτυρίες αυτές οδήγησαν στην απελευθέρωσή του (αποφυλακίστηκε ύστερα από πεντέμισι μήνες), όσον αφορά την επιστημονική του καριέρα δεν υπήρξε παρομοίως αίσια κατάληξη, καθώς αποκλείστηκε έως το 1975 από κάθε κρατική θέση. Το 1968 εκλέγεται Αντιπρόεδρος του 8ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Ανθρωπολογίας στο Τόκιο, το 1971 ιδρύει την Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος και το 1977 την Υπηρεσία Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Το 1979 εκλέγεται στην Τσεχία Πρόεδρος του επόμενου (3ου) Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Ανθρωπολογίας, το οποίο πραγματοποίησε τις εργασίες του στο Ανθρωπολογικό Μουσείο Πετραλώνων Χαλκιδικής το 1982. Από το 1983 κι εδώ δέχεται λυσσαλέες επιθέσεις από οργανωμένα αντιεπιστημονικά και ανθελληνικά κυκλώματα, που δρουν κυρίως μέσω κρατικών φορέων. Προσφεύγει αμυνόμενος στην ελληνική Δικαιοσύνη και αποκρούει με επιτυχία τους επιτιθέμενους. Επί 10ετίες διατελεί μέλος του Μονίμου Διεθνούς Συμβουλίου Ανθρωπολογικών και Εθνολογικών Επιστημών της UNESCO και από το 1987 συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στα μέλη της Ακαδημίας Επιστημών της Ν. Υ. Έχει συμμετάσχει σε πάνω από 40 επιστημονικά συνέδρια ανά τον κόσμο, ανακοινώνοντας τις ανακαλύψεις και τα ανθρωπολογικά συμπεράσματά του. Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται 5 βιβλία και σχεδόν 100 επιστημονικές εργασίες, δημοσιευμένες σε δεκάδες διεθνή και ελληνικά περιοδικά. Το 2006 κυκλοφόρησε η βιογραφία του, γραμμένη από την ιατρό σύζυγό του Δάφνη, με τίτλο: Άρης Ν. Πουλιανός – Ανατροπές – Από τη ζωή και το έργο του. Αρθρογραφεί στο “Ελληνοαμερικάνικο Βήμα” από το 1946 κι από το 1964 συμμετέχει σε αντιρατσιστικές ομάδες εργασίας της ΟΥΝΕΣΚΟ εναντίον κάθε φυλετικής διάκρισης.

Πηγή: http://www.aee.gr/hellenic/2apoulianos_biogr/apoul_biogr.html

Η μοναχή Πελαγία και η εικόνα της Παναγίας της Τήνου

Η Πελαγία ήταν κόρη του παπά Νικηφόρου Νεγρεπόντη. Η μητέρα της ήταν από τον Τριπόταμο της Τήνου και ανήκε στην οικογένεια Φραγκούλη. Γεννήθηκε το 1752 στο χωριό Κάμπο της Τήνου και το κοσμικό της όνομα ήταν Λουκία. Από διάφορα έγγραφα φαίνεται ότι είχε ακόμα τρεις αδελφές. Η οικογένεια της διακρινόταν για την αγνή πίστη και την προσήλωση στα θρησκευτικά ιδεώδη. Λίγα χρόνια μετά τη γέννηση της Λουκίας ο πατέρας της πέθανε. Ήταν τότε 12 χρονών και έδειχνε σημάδια έντονης επιθυμίας να αφιερωθεί και να υπηρετήσει το θέλημα του Θεού. Οι δυσκολίες της ζωής έκαναν την μητέρα της να τη στείλει στον Τριπόταμο, στην κάπως πιο ευκατάστατη αδελφή της. Εκεί η Λούκια έμεινε τρία χρόνια και συχνά επισκεπτόταν την άλλη θεία της, που ήταν μοναχή στη Μονή Κεχροβουνίου.

Ένοιωσε τότε επιτακτική την ανάγκη ν’ ακολουθήσει τον μοναχικό βίο και σε ηλικία 15 χρόνων μπήκε στο Μοναστήρι σαν δόκιμη, υπό την επίβλεψη της θείας της, μοναχής Πελαγίας. Όταν ήλθε η ώρα έγινε και η ίδια μοναχή με το όνομα Πελαγία. Ως μοναχή αφοσιώθηκε με ψυχή και σώμα στην λατρεία του Θεού και στην ανακούφιση των πασχόντων. Η αγνότητα της ψυχής της, η οσιότητα της ζωής της, η αυταπάρνηση της, η μυστική ζωή της κι ο πόθος της για λύτρωση συνετέλεσαν ώστε η μοναχή Πελαγία να γίνει το «σκεῦος ἐκλογῆς» για ν’ αποκαλυφτεί σ’ αυτήν η Παναγία για την εύρεση της Αγίας εικόνας της στον αγρό του Δοξαρά στην πόλη της Τήνου (30 Ιανουαρίου 1823), γεγονός που έμελλε να κάμει την Τήνο ιερό νησί και να κατατάξει την Πελαγία μεταξύ των Αγίων.Το γεγονός δε αυτό συνέβη όταν η Οσία ήταν 73 χρόνων και Αρχιερέας Τήνου ήταν ο Γαβριήλ.

Η μοναχή Πελαγία
Η Αγία Πελαγία και η Παναγία της Τήνου

Η εύρεση της εικόνας της Παναγίας της Τήνου

Δεν έχει περάσει ένας χρόνος από την ιστορική ημέρα, που ο επίσκοπος Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως. Στο μοναστήρι του Κεχροβουνίου ,που φαντάζει κάτασπρο πάνω στο νησάκι της Τήνου, η μοναχή Πελαγία, ύστερα από τη βραδινή προσευχή αποσύρθηκε στο κελλί της να ησυχάσει. Ενώ είχε αποκοιμηθεί, ένοιωσε ξαφνικά μιαν άρρητη ευωδία ,κι αμέσως άκουσε την πόρτα του κελλιού να ανοίγει με πάταγο. Μια μεγαλόπρεπη γυναίκα ,που άστραφτε σαν βασίλισσα, μπήκε μέσα και στάθηκε απέναντι από το κρεβάτι της.

– Σήκω γρήγορα, της είπε. Πήγαινε να συναντήσεις τον Σταματέλλο Καγκάδη, και πες του πως στο χωράφι του Αντώνη Δοξαρά είναι χωμένη χρόνια τώρα η εικόνα μου. Να φροντίσει να τη βγάλει και να χτίσει το σπίτι μου.

Η γερόντισσα ξύπνησε τρομαγμένη, αλλά από ταπείνωση δεν υπάκουσε στην εντολή.

Την άλλη εβδομάδα , την ώρα που η μοναχή προσευχόταν, δέχτηκε στον ίδιο τόπο για δεύτερη φορά την επίσκεψη της Παναγίας. Τη φορά αυτή η Θεοτόκος συνόδευε τα λόγια της με ένα γλυκό μειδίαμα, σαν να έλεγε: «Γνωρίζω τους λογισμούς και δισταγμούς σου, αλλά μη φοβάσαι. Εσένα διάλεξα για να εκπληρώσεις τη βουλή μου. Λοιπόν, μη διστάζεις» .

Αλλά ο δισταγμός κρατούσε ακόμη δέσμια την αγαθή γερόντισσα. Για αυτό  η Θεοτόκος την επισκέπτεται και τρίτη φορά, την 29η Ιουλίου 1822, σε ώρα πάλι προσευχής. Την είδε τότε η μοναχή να στέκεται μπροστά της ακίνητη και να εκπέμπει τριγύρω της ένα ουράνιο φως, απαλό και λευκό. Ύστερα κάρφωσε το βλέμμα επάνω της και είπε:

– Πελαγία, γιατί δεν υπάκουσες στην εντολή μου; Την επαναλαμβάνω τώρα για τελευταία φορά.

Εκείνη τρομαγμένη επιστράτευσε όλο το θάρρος της και ρώτησε:

– Ποια είσαι, Κυρία, που με διατάζεις τέτοια πράγματα και οργίζεσαι μαζί μου;

Τότε η Κυρία φάνηκε πως ανέκτησε την πρώτη γλυκύτητα ,σήκωσε το χέρι σαν να έδειχνε όλο τον κόσμο και είπε χαριτωμένα:

– Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην ».

– «Αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν», ψέλλισε η μοναχή κι έπεσε στα γόνατα.

Η καμπάνα σήμανε για τον όρθρο. Η μοναχή Πελαγία σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό της και κατηφόρισε για τον ναό. Όταν διηγήθηκε στην ηγουμένη το όραμά της, εκείνη την άκουσε με προσοχή και δέος. Τέλος της είπε:

– Πελαγία, το όραμά σου είναι θεϊκό και σε μακαρίζω. Αύριο το πρωί να ενεργήσεις σύμφωνα με την εντολή που έλαβες.

Την επομένη η εκλεκτή της Παναγίας ξεκίνησε για την Καρυά, όπου συνάντησε τον Σταματέλλο Καγκάδη. Κι αυτός συγκινημένος την παρέπεμψε στον επίσκοπο Γαβριήλ.

Ο επίσκοπος παρακολούθησε δακρυσμένος την αφήγηση. Ύστερα με σοβαρή και τρομαγμένη φωνή έδωσε την ακόλουθη εξήγηση:

– Το όραμά σου, γερόντισσα, είναι πολύ σημαντικό. Η Παναγία, η Υπέρμαχος Στρατηγός, που πάντοτε μας προστατεύει, είδε τα δεινοπαθήματά μας, για αυτό ευαγγελίζεται στο δούλο γένος μας την απελευθέρωσή του από τον βαρβαρικό ζυγό. Και μας φανερώνει την αγία εικόνα της ,για να ενδυναμώσει το έθνος μας στον αγώνα αυτό.

Οι καμπάνες του ιερού ναού των Ταξιαρχών αναστατώνουν τους κατοίκους. Ο δεσπότης με λόγια θερμά συγκλονίζει τον λαό, ο οποίος με θρησκευτική έξαρση αποδύεται στην προσπάθεια για την εύρεση της εικόνας.

Ζητούν αμέσως άδεια από τη γυναίκα του Δοξαρά, για να αρχίσουν τις ανασκαφές στο κτήμα του. Εκείνη όμως αρνείται, με τη δικαιολογία ότι δεν έχει τέτοια πληρεξουσιότητα από τον σύζυγό της, ο οποίος λείπει στην Κων/πολη. Εξ άλλου το κτήμα είναι καλλιεργημένο και δεν πρέπει να καταστραφεί.

Τη νύχτα βλέπει στον ύπνο της φοβερό όνειρο. Ένα άγριος φουστανελλοφόρος την απειλεί πως, αν δεν δώσει την άδεια, θα την εξοντώσει. Τρομαγμένη εκείνη ξυπνά και τρέχει να βγει από το σπίτι. Στην παραζάλη της όμως, αντί να ανοίξει την πόρτα του δωματίου, άνοιξε της ιματιοθήκης και κλείστηκε μέσα. Το πρωί την βρήκαν εκεί λιπόθυμη. Μόλις συνήλθε ειδοποίησε τον επίσκοπο πως όχι μόνο δίνει την άδεια, αλλά προσφέρει και το ίδιο ακόμη το κτήμα για ανέγερση ναού, αν βρεθεί η εικόνα.

Έτσι λοιπόν αρχίζουν οι ανασκαφές στο κτήμα του Δοξαρά τον Σεπτέμβριο του 1822. Δουλεύουν εργάτες από όλο το νησί , αλλά η εικόνα δεν φανερώνεται. Ο ζήλος μαραίνεται και σε δυο μήνες το σκάψιμο σταματά.

Τότε επεμβαίνει η Μεγαλόχαρη με νέο θαύμα για να υπενθυμίσει στους κατοίκους το χρέος τους. Η σύζυγος και η αδελφή του Καγκάδη, τον οποίο η Θεοτόκος υπέδειξε ονομαστικά για την εύρεση της εικόνας, αρρωσταίνουν βαριά. Ο κίνδυνος αυτός τον κάνει να συναισθανθεί την ιερή ευθύνη που είχε επωμισθεί από τη Θεοτόκο. Σπεύδει λοιπόν στον επίσκοπο και τον παρακαλεί να προκαλέσει γενική κινητοποίηση αρχόντων και λαού. Είναι πρόθυμος και χρήματα να δώσει προκειμένου να ξαναρχίσουν οι ανασκαφές.

Το σκάψιμο ξαναρχίζει. Οι χωρικοί δουλεύουν με βάρδιες, αλλά τους τριγυρίζει και πάλι η αποκαρδίωση. Η μεγάλη όμως ημέρα πλησιάζει. Στις 30 Ιανουαρίου 1823 σκάβουν με τη σειρά τους στο χωράφι οι Φαλαταδιανοί. Γύρω στο μεσημέρι η αξίνα του Δημήτρη Βλάσση χτυπά πάνω σε ξύλο. Ρίγησε ο ευλαβής χωρικός από συγκίνηση, και πλημμυρισμένος χαρά πήρε στα χέρια το κομμάτι που βρήκε.

Πράγματι, είχε βρει την εικόνα, αλλά μόνο τη μισή, τον Άγγελο. Σε λίγο βρήκαν και την άλλη μισή. Κάποια αξίνα την είχε χωρίσει στα δύο, χωρίς όμως να βλάψει καθόλου τα πρόσωπα. Η τομή από θεία επέμβαση είχε γίνει κάθετα. Η ιερή εικόνα καθαρίστηκε και πρόβαλε η γλυκειά μορφή της Παρθένου. Παριστάνει τον Ευαγγελισμό και πρόκειται για ένα αριστούργημα τέχνης.

Στο σημείο που βρέθηκε η εικόνα είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο βρίσκεται σήμερα ο περικαλλής ναός της Ευαγγελιστρίας, ο οποίος με το πέρασμα του χρόνου έγινε κέντρο πανελληνίου και πανορθοδόξου προσκυνήματος.

Η μοναχή Πελαγία πέθανε στις 28 Απριλίου 1834 και τάφηκε στο ναό των Ταξιαρχών του μοναστηριού της Παναγίας Κεχροβουνίου, όπου βρίσκονται και τα λείψανά της. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1970 ανακηρύχτηκε οσία με συνοδική πατριαρχική πράξη και η μνήμη της ορίστηκε να τιμάται στις 23 Ιουλίου, την ήμερα δηλαδή του τρίτου και καθοριστικού οράματός της.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/agia-pelagia-i-tinia-i-evresi-tis-eikonas-tis-panagias-tis-tinou/

Μονεμβασιά και Ελκόμενος Χριστός

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου “Βράχου της Μονεμβασιάς”, που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ΄ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες. Μπαίνοντας στην Μονεμβασιά ο κεντρικός δρόμος με το βυζαντινό καλντερίμι οδηγεί στη Κεντρική Πλατεία όπου βρίσκεται το παλαιό κανόνι και ο Ελκόμενος Χριστός.

Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ.

Μονεμβασιά
Μονεμβασιά και Ελκόμενος Χριστός

Η Μονεμβασιά στα αρχαία χρόνια

Η Μονεμβασιά απαντάται ήδη από την προϊστορική περίοδο. Πρωτοκατοικήθηκε πριν από 8.000 χρόνια και πρόκειται για τον μοναδικό Πρωτοελλαδικό οικισμό στις ανατολικές ακτές της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς. Ο Πρωτοελλαδικός πολιτισμός συμπίπτει χρονολογικά με τον πρώτο Κυκλαδίτικο και τον Πρωτομινωικό πολιτισμό.

Η Μονεμβασιά, τότε Άκρα Μινώα, που παρέμενε ακόμα στεριά και όχι διαμορφωμένο νησί, αποτέλεσμα σεισμού που έλαβε χώρα αιώνες αργότερα, αποτέλεσε τον ενδιάμεσο σταθμό ανάμεσα στις χερσαίες περιοχές της Ελλάδας και στο ήδη ακμάζον δίπτυχο Κυκλάδων- Κρήτης.

Η Μονεμβασιά συνεχίζει να αποτελεί νευραλγικό σημείο- σταθμό και κατά την διάρκεια της Μυκηναϊκής ή Υστεροελλαδικής εποχής, καθώς υπήρξε σπουδαίο Μυκηναϊκό κέντρο², εξελισσόμενη σε πελαγίσιο μονοπάτι μεταξύ του Μυκηναϊκού και Μινωικού πολιτισμού.

Η Μονεμβασιά στα Βυζαντινά χρόνια

Μεταπηδώντας χρονικά στον 4ο αιώνα μ.Χ., οπότε και αλλάζει ριζικά ο εδαφολογικός χάρτης της περιοχής, κατά τον ισχυρότατο σεισμό του 375μ.Χ., με την αποκοπή μέρους της στεριάς η Άκρα Μινώα, μετατρέπεται σε νησί, την Μονεμβασιά. Χρονικά της εποχής, παρέχουν σχετικά ασφαλείς πληροφορίες για τις συνθήκες κτίσης της πόλης πάνω στον βράχο.

Η περιοχή που κατοικήθηκε εκείνη την περίοδο, ήταν ο Γουλάς, ή Πάνω Πόλη του βράχου. Γουλάς ονομάστηκε από το αλβανικό «Γουλάς» που σημαίνει οχύρωμα ή, κατ’ άλλους από τη λέξη Γουλί, λόγω της φαλακρότητας του εδάφους. Οι ανάγκες της εποχής καλούσαν για σύνθετα οχυρωματικά έργα. Τότε κατασκευάστηκε και η πρώτη γέφυρα που συνέδεε το νησί με την απέναντι στεριά.

Στα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα, κατά τη βασιλεία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μαυρίκιου, οι κάτοικοι της Λακεδαίμονας εγκατέλειψαν ομαδικά τον τόπο τους λόγω των Σλαβικών επιδρομών. Πολλοί από αυτούς βρήκαν ασφάλεια στη Σικελία, ενώ οι υπόλοιποι εγκαταστάθηκαν σε ένα βράχο στις ανατολικές ακτές της Λακωνίας. Εκεί δημιούργησαν μία πόλη που λόγω της μοναδικής της εισόδου ονόμασαν Μονεμβασία (“Μόνη-Έμβαση”). Κατά το Χρονικό της Μονεμβασίας, τα παραπάνω γεγονότα έγιναν κατά τον έκτο χρόνο της βασιλείας του Μαυρίκιου, δηλαδή το 588 μ.Χ. 

Αμέσως μετά την ίδρυση της, η Μονεμβασία αναπτύχθηκε γρήγορα και εξελίχθηκε σε μία σημαντική πόλη. Για πρώτη φορά, στις μέχρι σήμερα γνωστές ιστορικές πηγές, η πόλη αναφέρεται το 723 μ.Χ. από τον επίσκοπο Willibald ο οποίος πέρασε από την Μονεμβασία στο ταξίδι του προς τους Άγιους Τόπους. Λίγο αργότερα, το 746 μ.Χ., ο ιστορικός Θεοφάνης αναφέρει ότι μολυσματική ασθένεια μεταδόθηκε στη Μονεμβασία, μέσω του λιμανιού της, από τη Σικελία και την Καλαβρία.  Το 787 μ.Χ. ο επίσκοπος Μονεμβασίας Πέτρος συμμετείχε στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο. Το εμπόριο και η ναυτιλία αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα και το λιμάνι της πόλης ήταν από τα μεγαλύτερα της Πελοποννήσου. Η φυσική οχύρωση της ενισχύθηκε με τείχη, αρχικά στην Άνω και αργότερα στην Κάτω Πόλη.

Η Μονεμβασιά φραγκοκρατούμενη

Το 1147 οι Νορμανδοί επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν με πολιορκία το Κάστρο, ενώ λίγα χρόνια αργότερα ο Άραβας γεωγράφος Εδρισί ονομάζει την πόλη Μαλλιάσα. Το 1249 η πόλη κυριεύτηκε από τους Φράγκους, ύστερα από τρίχρονη πολιορκία από τον Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο. Η Φραγκοκρατία διήρκησε 14 χρόνια και το 1262 ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος κατέλαβε την πόλη. Κατά την βασιλεία του Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου, παραχωρήθηκαν σημαντικά προνόμια στη Μονεμβασία μέσω δύο Χρυσόβουλλων που εκδόθηκαν το 1284 και 1301. Τα προνόμια αυτά επεκτάθηκαν το 1336 με άλλο Χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Γ’. Το 1292, ο Καταλανός πειρατής Roger de Lluria λεηλάτησε τη Μονεμβασία και άλλες πόλεις του Αιγαίου. Το 1395, η πόλη καταλαμβάνεται για τρεις μήνες από τους Τούρκους, ενώ το 1443 ο Θεόδωρος Β’ Παλαιολόγος ανανέωσε τα προνόμια της πόλης.

Το 1460 η πόλη ήταν υπό την προστασία του Πάπα Πίου Β’ ενώ το 1463 καταλήφθηκε από τους Βενετούς. Η Α’ Ενετοκρατία τελείωσε το 1540. Αμέσως μετά η πόλη παραχωρήθηκε στους Τούρκους για 150 χρόνια (1540-1690). Το 1564 οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν το Κάστρο. Μετά από αυτήν την επιχείρηση, η είσοδος στη Βορεινή πλευρά του βράχου σφραγίστηκε με τείχος (Mura Rossa). Το 1690 η πόλη ξαναπέφτει στα χέρια των Βενετών για 25 χρόνια. Η Β’ Ενετοκρατία τελείωσε το 1715, όταν η Μονεμβασία παραδόθηκε και πάλι στους Τούρκους.

Η Μονεμβασιά απελευθερώνεται

Την 23η Ιουνίου ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός, πληρεξούσιος του Δημητρίου Υψηλάντη, κατέφθασε από τα Βέρβαινα στη Μονεμβασία, προκειμένου να διαπραγματευθεί την παράδοση της πόλης. Επειδή, όμως, οι Τούρκοι κωλυσιεργούσαν και οι διαπραγματεύσεις καθυστερούσαν αποφάσισε να στενέψει τον πολιορκητικό κλοιό με την κυρίευση του πύργου της γέφυρας. Στις 10 ή 11 Ιουλίου ένοπλο σώμα  Τσακώνων και Μανιατών κατέλαβε μετά από σκληρή μάχη τον πύργο της γέφυρας εξορμώντας μέχρι τα τείχη της Κάτω Πόλης. Μετά την εξέλιξη αυτή οι Τούρκοι έσπευσαν να αποδεχθούν τη συνθήκη της παράδοσης.

Το Σάββατο της 23ης  Ιουλίου ο Τούρκος διοικητής Μουσταφάμπεης Χασάν Μπεηζανδές παρέδωσε τα κλειδιά της πόλης στον Αλέξανδρο Καντακουζηνό. Στη συνέχεια, οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατευθύνθηκαν στον μητροπολιτικό ναό του Ελκομένου Χριστού, όπου τελέσθηκε θεία δοξολογία.

Η απελευθέρωση της Μονεμβασίας είχε καθοριστική σημασία για τον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, διότι γέμισε αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση τους Έλληνες αγωνιστές. Παράλληλα, τα πολεμοφόδια του κάστρου χρησίμευσαν στην κρητική επανάσταση, καθώς επίσης στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Η Μονεμβασία πέρασε στην κυριαρχία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων μετά από 358 χρόνια ξένης κατοχής, καθώς γνώρισε την μακρόχρονη εναλλαγή Βενετών και Τούρκων. Το 1463 ήταν το τελευταίο βυζαντινό έρεισμα της Πελοποννήσου που πέρασε σε ξένη κυριαρχία, ενώ το 1821 ήταν το πρώτο κάστρο που περιήλθε στην ελληνική κυριαρχία.

Μια άγνωστη ιστορία για το κάστρο

Αν και η Μονεμβασιά είναι φημισμένη για το κάστρο της, ωστόσο μια όχι και τόσο γνωστή ιστορία συνέβη σε αυτήν.

Στο κέντρο περίπου του κάστρου υπάρχει ένας λευκός ναός με καταπληκτική θέα και ένα κανόνι μπροστά του. Η εκκλησία αυτή φέρει το όνομα Χριστός Ελκόμενος και είναι η μοναδική εκκλησία στην Ελλάδα με αυτό το όνομα, το οποίο προέρχεται από το ρήμα έλκω που στα αρχαία σημαίνει τραβώ, φέρω.

Στο εσωτερικό της εκκλησίας υπάρχει ειδικός χώρος στον οποίο φυλάσσεται η ομώνυμη εικόνα κάτω από δρακόντια μέτρα ασφαλείας. Ο λόγος είναι ότι πριν από περίπου 35 χρόνια και μια βροχερή νύχτα, η εικόνα εκλάπη υπό αρχαιοκαπήλων. Η εικόνα έχει μέγεθος λίγο μικρότερο μιας πόρτας. Για να μπορέσουν, λοιπόν, να την βγάλουν από την εκκλησία, την έκοψαν σε 4-5 κομμάτια. Βρέθηκε λίγους μήνες μετά και έκτοτε φυλασσόταν στο Βυζαντινό μουσείο, όπου έγινε και η αποκατάστασή της, ενώ στην Μονεμβάσια γύρισε 32 χρόνια αργότερα ύστερα από πολυετείς προσπάθειες του Μητροπολίτη και αφού δόθηκαν οι απαραίτητες εγγυήσεις για την ασφάλειά της. Οι εγγυήσεις αυτές αφορούσαν το ειδικό κουβούκλιο στο οποίο φυλάσσεται η εικόνα και στοιχίζει πάνω από 200.000 ευρώ. Για να εισέλθει κάποιος στο κουβούκλιο, θα πρέπει η υπεύθυνη του ναού να πληκτρολογήσει τον ειδικό κωδικό, ενώ μέσα υπάρχουν κάμερες που σαρώνουν την εικόνα ανά 2 δευτερόλεπτα.

Την αξία της εικόνας, που είναι ανεκτίμητη, μας επιβεβαίωσε ο αρχαιολόγος της περιοχής που μας έκανε μια μίνι ξενάγηση και μας έδωσε πληροφορίες όχι μόνο για την εικόνα και την περιπέτειά της, αλλά και για την τέχνη της αγιογραφίας. Είναι από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες εικόνες της Παλαιολόγειας περιόδου ενώ  έχει χαρακτηριστεί ως η σπουδαιότερη Σταύρωση σε φορητή εικόνα.

Παρουσιάζει μια σκηνή του θείου Πάθους και συγκεκριμένα αυτήν αμέσως μετά το θάνατο του Χριστού. Στο κέντρο βρίσκεται ο Χριστός με τα μάτια κλειστά, σε αντίθεση με άλλες εικόνες που τον θέλουν με τα μάτια μισάνοιχτα. Τον περιβάλλουν 2 συμμετρικού κύκλοι. Αριστερά η Παναγία με τις Μυροφόρες ενώ δεξιά ο Ιωάννης με τον εκατόνταρχο πίσω του. Στην κορυφή υπάρχει η επιγραφή ‘’Ο βασιλιάς της δόξης’’  ενώ στη βάση ένα σπήλαιο με το κρανίο του Αδάμ μέσα σε αυτό.

Κάτι που επίσης, δεν είναι γνωστό είναι ότι στην ιστορία της κλοπής της εικόνας βασίστηκε και η σειρά ‘’Ιερόσυλοι’’ της κρατικής τηλεόρασης εκείνη την εποχή, με τον Θάνο Λειβαδίτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πηγή: http://xifoupolis.gr/sitemap/Ηπεριοχήμας/ΙστορικήΑναδρομή.html

Πηγή; http://dim-monemv.lak.sch.gr/istoria.htm

Πηγή: http://www.monemvasianews.gr/απελευθέρωση-της-μονεμβασίας-23-ιουλίο/

Πηγή: http://alternatrips.gr/el/peloponissos/lakonia/mia-ohi-kai-toso-gnosti-istoria-gia-ti-monemvasia

Το συναίσθημα του φόβου

Όλοι μας έχουμε βιώσει το συναίσθημα του φόβου σε κάποια φάση στη ζωή μας. Όλοι μας φοβόμαστε κάτι. Για την ακρίβεια, είναι πάρα πολλές οι φορές που ο φόβος μας κρατάει πίσω από το να κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε. Ορισμένες φορές, ο φόβος αφορά στο τι θα σκεφτούν οι άλλοι για εμάς, ενώ κάποιες άλλες φοβόμαστε μήπως βρεθούμε αντιμέτωποι με κάτι δυσάρεστο. Το συναίσθημα του φόβου είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης μας.

Στην πραγματικότητα, ο φόβος είναι η φυσική αντίδραση του σώματός μας σε ένα ερέθισμα. Αυτό μπορεί να είναι οτιδήποτε το μυαλό μας αντιλαμβάνεται ως «απειλή». Το σώμα προκειμένου να ανταποκριθεί σε αυτήν την απειλή επιστρατεύει την αντίδραση «πάλης ή φυγής». Ανεξάρτητα από το πόσο αρνούμαστε το συναίσθημα του φόβου, εκείνος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της επιβίωσής μας.

Το συναίσθημα του φόβου
Φόβος

4 βήματα για την απελευθέρωση από το φόβο

1. Αποδέξου το φόβο σου

Αν δεν αποδεχτείς τους φόβους σου, τότε αυτοί θα συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου. Ο φόβος δεν είναι απλά ένα συναίσθημα, αλλά μια μορφή ενέργειας. Κάθε ενέργεια που συσσωρεύεται, κάποια στιγμή θα χρειαστεί μια διέξοδο. Καμία ενέργεια δεν είναι εφικτό να αποθηκεύεται στο σώμα για πολύ καιρό. Όταν λοιπόν δεν επιτρέπεις στο φόβο σου να απελευθερωθεί, τότε θα εκφράζεται με δυσφορία και πόνο.

Προκειμένου να απελευθερωθείς από τους φόβους σου, θα χρειαστεί να καταβάλλεις ενέργεια. Δεν είναι εύκολο, ούτε όμως ακατόρθωτο. Είναι ζωτικής σημασίας να απελευθερωθείς από τους φόβους που σε εμποδίζουν.

2. Αναγνώρισε το φόβο σου

Οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να προσποιούνται πως ένα τρομακτικό γεγονός τους άφησε αλώβητους. Θεωρούν πως προσπαθώντας να ξεχάσουν ή να αγνοήσουν το γεγονός πως αισθάνθηκαν φόβο, θα τον κάνει να εξαφανιστεί οριστικά δια μαγείας. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική. Κάθε φορά που νιώθεις φόβο, είναι καλό να τον αναγνωρίζεις και να τον διαχειρίζεσαι. Αντί να προσπαθείς να δραπετεύσεις από τον φόβο σου, μπορείς να καθησυχάσεις τον εαυτό σου πως είναι φυσιολογικό να βιώνεις αυτό το συναίσθημα.

3. Επικοινώνησε με το φόβο σου

Κάθε φορά που βιώνεις φόβο, μάθε να επικοινωνείς μαζί του. Προσπάθησε να καταλάβεις γιατί ο φόβος σε κρατάει πίσω. Προκειμένου να έρθεις σε επαφή μαζί του, χρειάζεται πρώτα να παρατηρήσεις που ακριβώς στο σώμα σου έχει συσσωρευτεί η ενέργεια του φόβου. Μερικές φορές μπορεί να νιώθεις ένα σφίξιμο στην καρδιά, μια δυσφορία στο στομάχι ή μια ένταση στα άκρα σου. Εφόσον καταφέρεις να εντοπίσεις την πηγή της ενέργειας, τότε μπορείς και να επικοινωνήσεις μαζί της.

Ένας διάλογος με τους φόβους σου μπορεί να αποκαλύψει χρήσιμες και σημαντικές πληροφορίες. Θα είσαι πλέον σε θέση να κατανοήσεις την πηγή αυτού του συναισθήματος και τι χρειάζεται για να νιώσει ο εαυτός σου ασφαλής.

4. Βρες τρόπους να τον απελευθερώσεις

Μία πάπια μετά από μια διαμάχη τινάζει έντονα τις φτερούγες της προκειμένου να διώξει την ενέργεια του φόβου. Αντίστοιχα, μπορείς και εσύ να βρεις τρόπους για να απαλλαγείς από την αρνητική ενέργεια. Μπορεί να είναι το κλάμα, το ουρλιαχτό ή οποιαδήποτε ενεργητική σωματική κίνηση.

Εστίασε στο μέρος του σώματός σου όπου έχει συγκεντρωθεί ο φόβος και προσπάθησε να διαισθανθείς τι είδους δραστηριότητα αποζητά το σώμα σου. Μόλις τη βρεις, το μόνο που μένει είναι να παραδοθείς σε αυτή την κίνηση, να την εντείνεις και να την επαναλάβεις μέχρι να νιώσεις ηρεμία.

4 συμβουλές για συναισθηματική θεραπεία

Πολλοί άνθρωποι στις μέρες μας αντιμετωπίζουν δύσκολα συναισθήματα. Αρκετοί έχουν βιώσει καταστάσεις που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τους έχουν «συντρίψει» συναισθηματικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιοι υποφέρουν τόσο πολύ, ώστε κλείνονται στον εαυτό τους, από φόβο ότι αν ανοιχτούν, οι άλλοι θα τους δουν διαφορετικά. Κάποιοι ανησυχούν πως τα συναισθήματά τους θα είναι κατακριτέα. Ενώ άλλοι, τρομάζουν πως δε θα μπορέσουν να εκπληρώσουν τις προσδοκίες που έχουν οι γύρω τους γι’ αυτούς.

1. Να είσαι ο Εαυτός σου

Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να είσαι ο εαυτός σου και να κάνεις αυτό που εσύ επιθυμείς, χωρίς να φοβάσαι την κριτική των άλλων. Βάλε τον εαυτό σου προτεραιότητα και μην επηρεάζεσαι από το πώς θέλουν οι άλλοι να είσαι.

2. Αναδιαμόρφωσε τον Εαυτό σου

Όλοι μας διαμορφώνουμε τον εαυτό μας ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Δώσε στον εαυτό σου χρόνο για να χαλαρώσει και να σκεφτεί πως θα μπορούσε να μειώσει τη συναισθηματική δυσφορία που αισθάνεται. Γίνε ο τύπος ανθρώπου που μπορεί να διαχειρίζεται το άγχος του περισσότερο αποτελεσματικά. Εμπλούτισε την προσωπικότητά σου με θετικά στοιχεία που προηγουμένως δεν είχες.

3. Να αγαπάς και να αγαπιέσαι

Είναι απαραίτητο να αγαπάς τον εαυτό σου και να επιτρέπεις και στους άλλους να σε αγαπούν και να σε φροντίζουν. Μην κατακρίνεις αυτό που είσαι. Να νιώθεις πως αξίζεις την αγάπη τόσο τη δική σου όσο και των άλλων.

4. Κάνε ένα βήμα προς την αντιμετώπιση του υπερβολικού άγχους

Υποσχέσου στον εαυτό σου πως θα συνεχίσεις να δουλεύεις για την αντιμετώπιση του φόβου σου, ώστε να αποφεύγεις την περιττή ανησυχία ή το υπερβολικό άγχος.

Μπορεί να χρειάζεται μεγάλη δύναμη ψυχής για την απελευθέρωση από το φόβο. Η αντιμετώπιση του φόβου μας απαιτεί κουράγιο, το οποίο συχνά συνοδεύεται από την ικανότητά μας για συναισθηματική ρύθμιση.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/prosopikotita/fovos/7359-4-vimata-gia-na-apeleftherotheis-apo-tous-fovous-sou.html

Ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητής και πεζογράφος

Ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Ο Κώστας Καρυωτάκης επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

Ο Κώστας Καρυωτάκης την ημέρα της αυτοκτονίας του
Ο Καρυωτάκης στο σημείο που αυτοκτόνησε.

Ο βίος του

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.

Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκορδύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

Το Φεβρουάριο του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του.

Το έργο του

Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.

Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.

Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/204

Ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Έλληνας ζωγράφος

Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1910, όντας ο δεύτερος υιός του εμπόρου εξ Αρκαδίας Αθανασίου Τσαρούχη και της Μαρίας Μοναρχίδη με καταγωγή από τα Ψαρά. Το νεοκλασικό κτίριο στο οποίο είδε για πρώτη φορά το φως, στη συμβολή της λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου με την οδό Λουκά Ράλλη, δεν υφίσταται πια. Μέρος των παιδικών του χρόνων (1920-1925) το πέρασε στην πολυτελή οικία της οικογενείας Μεταξά, κοντά στη θεία του Δέσποινα Μεταξά, η οποία ήταν αδερφή της μητέρας του. Παρότι η οικογένεια Τσαρούχη μετακόμισε το 1927 στην Αθήνα, ο Πειραιάς ρίζωσε βαθιά μέσα στον καλλιτέχνη, τόσο για το μεγαλοαστικό περιβάλλον στο οποίο ανατράφηκε και τον επηρέασε καλλιτεχνικά, όσο και για τις φτωχές λαϊκές συνοικίες όπου συχνά πραγματοποιούσε αποδράσεις κατά τα παιδικά του χρόνια.

Ένα από τα πιο γνωστά μοτίβα του Γιάννη Τσαρούχη στους πίνακές του.
Ναύτης που διαβάζει, του Γιάννη Τσαρούχη

Το 1927 μετακόμισαν από τον Πειραιά στην Αθήνα, αλλά ο Τσαρούχης είχε ήδη επηρεαστεί από το θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη και τα νεοκλασικά κτίρια της περιοχής που μεγάλωσε. Παρόλο που από έξι ετών ζωγράφιζε και σχεδίαζε κοστούμια, όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει ακροβάτης, γιατί του «άρεσε πολύ το ιπποδρόμιο». Οι γονείς του από την άλλη, τον φαντάζονταν σπουδαίο δικηγόρο ή μηχανικό. Δύο χρόνια αργότερα, το 1929, παρουσίασε την πρώτη του έκθεση στο «Άσυλο Τέχνης», η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Οι επιρροές και τα ταξίδια του Τσαρούχη Έπειτα από την έκθεση, φοίτησε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών έως το 1933. Ορισμένοι από τους καθηγητές του ήταν ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Δημήτρης Μπισκίνης (γνωστός διακοσμητής), ο Θωμάς Θωμόπουλος (γλύπτης) και ο Γιώργος Ιακωβίδης. Ο περίφημος αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης πρότεινε στον ζωγράφο να μαθητεύσει κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη, όπως κι έγινε. Παράλληλα με τη Σχολή Καλών Τεχνών, ο Γιάννης Τσαρούχης έπαιρνε σημαντικά μαθήματα για τη ζωή και την τέχνη, καθώς ήταν και βοηθός του Φώτη Κόντογλου. Από τον Αϊβαλιώτη ζωγράφο, ο Τσαρούχης γνώρισε την τέχνη της βυζαντινής αγιογραφίας.

Το 1936 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην πρωτεύουσα της Γαλλίας, αλλά και στην Ιταλία. Επιθυμία του ήταν να γνωρίσει τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Αναγέννησης και του Ιμπρεσιονισμού, αλλά και να δει από κοντά έργα σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως ήταν ο Ματίς. Προτού εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι το 1967, ταξίδεψε εκεί τουλάχιστον άλλες δύο φορές. Η μία για να να αναπνεύσει καλύτερα από την καλλιτεχνική και πολιτική ασφυξία της χούντας και η άλλη για να ακολουθήσει μια θεραπεία η αδελφή του.

Το έργο του

Πέρα από τη ζωγραφική, ο Γιάννης Τσαρούχης, ήδη από το 1928, είχε ασχοληθεί ενεργά και με το θέατρο. Μάλιστα, τα κοστούμια και τα σκηνικά για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Πριγκίπισσα Μαλένα, τα είχε επιμεληθεί ο ίδιος. Ακολούθησαν συνεργασίες με την Έλλη Παπαδημητρίου και τον Κάρολο Κουν, όπου μαζί και με τον Διονύση Δεβάρη ίδρυσαν το 1934 τη Λαϊκή Σκηνή. Το 1977 ανέβασε τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.

Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του ζωγράφου φαίνεται και στο έργο του. Η Ελλάδα και το Βυζάντιο είναι πάντα εμφανή στις δημιουργίες του. Μαγεμένος από τη βυζαντινή τέχνη, συνεργαζόταν συχνά με τον Κόντογλου. Δεν παρέλειψε όμως και να σκηνογραφεί αρχαιοελληνικές τραγωδίες. Στους πίνακές του φαίνεται το μεγαλείο της ελληνικής παράδοσης, της ελληνικής λαογραφίας, αλλά και στοιχεία από την περιοχή που μεγάλωσε, τον Πειραιά. Πάντα προσπαθούσε να μάθει νέα πράγματα και τεχνικές. Ο ίδιος για το έργο του έχει πει: «Δύο είναι οι βασικές αναζητήσεις μου παρ΄όλες τις χίλιες διαφορές που παρουσιάζουν τα έργα μου μεταξύ τους. Η μία είναι νεοκλασική και προσπαθεί να αφομοιώσει το αρχαίο κλασικό ιδεώδες, όπως το εξέφρασε το Μπαρόκ και η Αναγέννηση. Η άλλη μου τάση είναι να εκφράσω όλες μου τις αντιρρήσεις για το ίδιο το ιδανικό μου». Αξίζει να σημειωθεί πως ο ζωγράφος ασχολήθηκε με το ζήτημα του ομοφυλοφιλικού έρωτα, που εμφανιζόταν κάπως συγκεκαλυμμένο σε ορισμένα έργα του. Αν και η εποχή ήταν πιο συντηρητική από σήμερα, ο Τσαρούχης και η θεματολογία του αντιμετωπίστηκαν με σεβασμό.

Βραβεία

Το 1956, ήταν υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ, ενώ μεταξύ των πολλών εκθέσεων που πραγματοποίησε, πήρε μέρος και στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1958. Το 1981 ίδρυσε το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη κι έναν χρόνο αργότερα, το 1982, εγκαινιάστηκε το Μουσείο Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, με σκοπό την  προβολή και τη μελέτη του έργου του. Πέθανε στις 20 Ιουλίου του 1989, σε ηλικία 79 ετών. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης, «Ορέστης» του Ευριπίδη, που είχε αναλάβει. Πέθανε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 1989. Ο Γιάννης Τσαρούχης έμεινε στην ιστορία ως ο σύγχρονος Έλληνας καλλιτέχνης που έκανε γνωστή τη λαϊκή παράδοση και τη βυζαντινή τέχνη πέρα από τα ελληνικά σύνορα, με τη βοήθεια του Ιόλα, που τον ενέπνευσε να ζωγραφίσει νεοκλασικά κτίρια και ναύτες. Υπήρξε μία ανήσυχη προσωπικότητα που ποτέ δεν έπαψε να εργάζεται και να ασχολείται με την ουσία της ζωγραφικής τέχνης.

Πηγή: https://www.mixanitouxronou.gr/giannis-tsarouchis-o-zografos-pou-ithele-na-gini-akrovatis-ke-i-gonis-tou-ton-proorizan-gia-michaniko-i-dikigoro/

Ο Νίκος Σαμψών (16 Δεκεμβρίου 1935 – 9 Μαΐου 2001)

Ο Νίκος Σαμψών ήταν Ελληνοκύπριος δημοσιογράφος, μέλος της ΕΟΚΑ, εκδότης, αρχηγός παραστρατιωτικής οργάνωσης και πολιτικός.

Ο Νίκος Σαμψών ήταν κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής (Αττίλας 1) ο πρόεδρος της Κύπρου. Το 1997 έδωσε συνέντευξη στο αθηναϊκό κανάλι NEW CHANNEL αποκαλύπτοντας άγνωστες πτυχές της Κυπριακής τραγωδίας. Το κυπριακό ζήτημα δεν θα λυθεί με συνομιλίες δηλώνει στο τέλος της συνέντευξης του.

Ο Νίκος Σαμψών αποκαλύπτει

Έμεινε γνωστός κυρίως για το γεγονός ότι υπήρξε διορισμένος πρόεδρος της Κύπρου για οκτώ ημέρες από τους Ελλαδίτες πραξικοπηματίες της 15ης Ιουλίου του 1974 όταν αυτοί ανέτρεψαν τον νόμιμα εκλεγμένο Πρόεδρο Μακάριο.

Το πραξικόπημα απετέλεσε την αφορμή για την τουρκική εισβολή που πραγματοποιήθηκε πέντε ημέρες αργότερα. Για την ενέργεια του να αποδεχτεί τον διορισμό του στην προεδρία από τις πραξικοπηματικές δυνάμεις, ο Σαμψών καταδικάστηκε το 1976 από την δικαιοσύνη σε εικοσαετή φυλάκιση, από την οποία εξέτισε μικρό μέρος καθώς αργότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου αποφάσισε την αποφυλάκιση του. Ενδιάμεσα, είχε παραμείνει για αρκετά χρόνια στο εξωτερικό.

Πραξικόπημα και ανάληψη της προεδρίας

Κατά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 1974, στη Κύπρο, το οποίο είχε οργανώσει ο Δημήτριος Ιωαννίδης, τότε αφανής επικεφαλής της χούντας στην Αθήνα, οι δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ, συνεπικουρούμενες από μέλη της ΕΟΚΑ Β’ , έφεδρους αξιωματικούς και άλλες αντιμακαριακές δυνάμεις μετά την αρχική επικράτηση του πραξικοπήματος, έπειτα από σύντομες αλλά σφοδρές μάχες σε ολόκληρη την Κύπρο, ανέτρεψαν τον Μακάριο ο οποίος κατέφυγε αρχικά στην Πάφο και από εκεί μετέβη στο εξωτερικό. Το όλο εγχείρημα της ανατροπής του Μακαρίου, είχε, κατά τα φαινόμενα, την ενθάρρυνση της CIA και του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών υπό τον Χένρυ Κίσινγκερ.

Αν και το όνομα του Σαμψών δεν συμπεριλαμβανόταν ανάμεσα σε αυτά των υποψηφίων αντικαταστατών του Μακαρίου, η εξαφάνιση του Γλαύκου Κληρίδη με το που ξεκίνησαν οι πρώτες μάχες, η απουσία στο εξωτερικό του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη και η άρνηση του Ζήνωνα Σεβέρη, οδήγησαν τον ταξίαρχο Γεωργίτση να αναθέσει, βιαστικά, στον Σαμψών την προεδρία της Κύπρου. Δύο χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της δίκης του, ο Σαμψών υποστήριξε ότι δέχτηκε να αναλάβει την προεδρία επειδή νόμιζε πως ο Μακάριος ήταν νεκρός, όπως άλλωστε είχε διαδοθεί, μετά την σφοδρή επίθεση των πραξικοπηματιών εναντίον του Προεδρικού Μεγάρου το πρωί της 15ης Ιουλίου.

Η επιλογή του Σαμψών από τους πραξικοπηματίες δεν ήταν τυχαία, αφού ο ίδιος απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης τους καθώς είχε, από χρόνια, αναπτύξει στενές επαφές με στελέχη της χούντας των Αθηνών, με πράκτορες της ΚΥΠ αλλά και με Ελλαδίτες αξιωματικούς που υπηρετούσαν στην Κύπρο. Εξάλλου, εκείνη την ημέρα, μετά τις πρώτες συγκρούσεις, οπότε και κατέστη σαφές ποια πλευρά θα επικρατούσε, μετέβη, όπως άλλωστε και άλλοι αντιμακαριακοί παράγοντες, στην έδρα του ΓΕΕΦ με σκοπό να συνδράμει τους πραξικοπηματίες. Μάλιστα, φέρεται να αναζήτησε για λογαριασμό τους κάποια από τα πρόσωπα που προορίζονταν για αντικαταστάτες του Μακαρίου.

Ο Σαμψών ορκίστηκε την ίδια ημέρα από τον, καθαιρεμένο από την Μείζονα Ιερά Σύνοδο, Γεννάδιο και στη συνέχεια προχώρησε σε διάγγελμα προς τον λαό όπου μεταξύ άλλων κατηγορούσε τον Μακάριο, δικαιολογούσε το πραξικόπημα ισχυριζόμενος ότι ο στρατός αναγκάστηκε να επέμβει λόγω εσωτερικών πολιτικών ανωμαλιών ενώ τόνιζε ότι αναλάμβανε με ιδιαίτερη υπερηφάνεια τα νέα του καθήκοντα και πως στόχος του ήταν η αποκατάσταση του νόμου και της τάξεως, η ηρεμία στους κόλπους της κυπριακής εκκλησίας, η άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων όλων των κοινωνικών τάξεων, η συνέχιση της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού μέσω ενισχυμένων διακοινοτικών συνομιλιών καθώς και η προκήρυξη ελεύθερων εκλογών σε ορίζοντα ενός έτους.

Αμέσως μετά την οριστική επικράτηση των πραξικοπηματιών, ο Νίκος Σαμψών εκμεταλλευόμενος τη θέση του πέτυχε να προστατεύσει αρκετούς υποστηρικτές του Μακαρίου αποτρέποντας ακόμα και δολοφονίες ενώ κατά τις παραμονές της εισβολής και με τον πόλεμο να πλανάται πάνω από την Κύπρο πρότεινε γενική επιστράτευση η οποία όμως απορρίφθηκε από τον ταξίαρχο Γεωργίτση με το σκεπτικό να μην προκληθεί η Τουρκία. Παράλληλα, προσπάθησε να κατευνάσει τους φόβους της διεθνούς κοινής γνώμης για τις εξελίξεις καθώς και να πείσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα πως το καθεστώς δεν αποτελούσε απειλή για αυτούς, με την ελπίδα πως με αυτόν τον τρόπο θα απέκλειε το ενδεχόμενο τουρκικής επέμβασης.

Η τουρκική εισβολή

Όμως, με την εκδήλωση της τουρκικής εισβολής φάνηκε ότι η στηριζόμενη και επιβαλλόμενη από τις πραξικοπηματικές δυνάμεις, κυβέρνηση Σαμψών, δεν ενέπνεε την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη που θα χρειαζόταν σε περίοδο εθνικής κρίσης. Συγκεκριμένα, αρκετοί αρνήθηκαν να πάρουν τα όπλα ενώ άλλοι, κυρίως τις πρώτες ώρες, είδαν την εισβολή ως ευκαιρία για να καταρρεύσει η πραξικοπηματική κυβέρνηση. Συν τοις άλλοις, ο Σαμψών ως προσωπικότητα δεν διέθετε κύρος στο εξωτερικό και η τοποθέτησή του στην θέση του προέδρου χαρακτηρίστηκε προκλητική: στην Αγγλία λόγω της έντονης δράσης του την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ είχε τη φήμη του δολοφόνου και εκτελεστή Άγγλων ενώ ήταν για τους Τούρκους μισητή προσωπικότητα κυρίως εξαιτίας των γεγονότων στην Ομορφίτα τον Δεκέμβριο του 1963.

Τελικά, την 23η Ιουλίου, με τα τουρκικά στρατεύματα να κατέχουν την Κερύνεια, την Εθνική Φρουρά και την ΕΛΔΥΚ να έχουν αποτύχει να εξαλείψουν τον ισχυρό θύλακα Κιόνελι – Αγύρτας και την συμφωνία κατάπαυσης του πυρός σε ισχύ (συμφωνία την οποία όμως δεν σεβάστηκε η τουρκική πλευρά συνεχίζοντας τις επιχειρήσεις) ο Σαμψών αναγκάστηκε, υπό το βάρος των εξελίξεων, να παραιτηθεί και να παραδώσει την προεδρία στον πρόεδρο της βουλής των αντιπροσώπων, Γλαύκο Κληρίδη, ως νόμιμο αναπληρωτή μέχρι την επιστροφή του Μακάριου (την ίδια ημέρα κατέρρεε και στην Αθήνα η χούντα των Συνταγματαρχών και αποφάσιζε να παραδώσει την εξουσία στους πολιτικούς). Μετά την παραίτησή του, ο Σαμψών, προχώρησε μέσω ραδιοφώνου σε νέο διάγγελμα προς τον κυπριακό λαό όπου τόνιζε μεταξύ άλλων πως μέσω της «επανάστασης» (όπως χαρακτήρισε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου) έπεσε το προσωποπαγές καθεστώς του Μακαρίου, αποκάλεσε την τουρκική εισβολή άνανδρη και ισχυρίστηκε πως ανέλαβε την προεδρία όχι από προσωπική φιλοδοξία αλλά για να αποτρέψει τον εμφύλιο και να ενώσει ψυχικά τον λαό. Τέλος, ανέφερε πως είχε τη συνείδησή του ήσυχη και πως η παραίτησή του ήταν προέκταση της όλης προσφοράς του.

Αξίζει να σημειωθεί πως ο Σαμψών θεωρείτο από τους πραξικοπηματίες προσωρινή λύση ανάγκης, ενώ ταυτόχρονα η θέση του επιβαρυνόταν και από τις αρνητικές αναφορές από τα ξένα ΜΜΕ.

Η σύλληψη και η δίκη του Σαμψών

Μετά την επιστροφή του Μακαρίου στην Κύπρο, τον Δεκέμβριο του 1974, ο Νίκος Σαμψών δεν δικάστηκε άμεσα καθώς ίσχυε η προφορική αμνηστεία την οποία παραχώρησε ο Κύπριος ιεράρχης και πολιτικός. Παρόλα αυτά, την 30ή Οκτωβρίου του 1975, εγκρίθηκε ψήφισμα, βάση του οποίου θα διώκονταν οι «αμετανόητοι» για τα γεγονότα του πραξικοπήματος αλλά και όσοι συνέχιζαν τη δράση τους (όπως π. χ. η ΕΟΚΑ Β’, η οποία υφίστατο μέχρι και το 1978). Οι δηλώσεις του Σαμψών κατά τη διάρκεια μνημοσύνου για τον Γρίβα τον Ιανουάριο του 1976 απετέλεσαν την αφορμή για την έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του με αποτέλεσμα αρχικά την κλήση του από την Αστυνομία και την επιβολή απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα (3 Φεβρουαρίου) και εν συνεχεία τη σύλληψή του στις 16 Μαρτίου του 1976.

Στις 27 Απριλίου το επαρχιακό δικαστήριο της Λευκωσίας αποφάσισε την απευθείας παραπομπή του σε κακουργιοδικείο έπειτα από εισήγηση της εισαγγελίας για αποφυγή της διαδικασίας της προανάκρισης, κάτι που δέχτηκε και ο ίδιος ο Σαμψών, ο οποίος παρουσιάστηκε στη δίκη χωρίς συνήγορο αφού κανένας δικηγόρος δεν είχε δεχτεί να αναλάβει μέχρι εκείνη τη στιγμή την υπεράσπισή του. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός πως κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, έξω από τον χώρο των δικαστηρίων σημειώθηκαν άγριες συμπλοκές μεταξύ υποστηρικτών και αντιπάλων του κατηγορουμένου ενώ η αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη πέντε υποστηρικτών (οι τέσσερις εκ των οποίων ήταν γυναίκες) του Σαμψών με την κατηγορία ότι συμπεριφέρθηκαν απρεπώς και ότι εξύβρισαν τον πρόεδρο της δημοκρατίας, Μακάριο.

Η δίκη του Σαμψών, την υπεράσπιση του οποίου ανέλαβε τελικά ο Μανώλης Χριστοφίδης, συνεχίστηκε από την 21η Ιουλίου στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, το οποίο εξέδωσε κατά την 31η Αυγούστου 1976 την ετυμηγορία του, τονίζοντας πως ο κατηγορούμενος δεν δικαζόταν για τα πιστεύω του αλλά για τις πράξεις του: το δικαστήριο απεφάνθη πως ο Νίκος Σαμψών κρίθηκε ένοχος για συνεργασία σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και για σφετερισμό του αξιώματος του προέδρου της δημοκρατίας κατά το διάστημα από τις 15 μέχρι και τις 23 Ιουλίου του 1974, κατηγορίες τις οποίες είχε αποδεχτεί και ο ίδιος, και του επιβλήθηκε εικοσαετής ποινή φυλάκισης με βάση τα άρθρα 20, 21 και 40 του ποινικού κώδικα ενώ η απόφαση δεν εφεσιβλήθη. Νωρίτερα, ο Σαμψών είχε δηλώσει στο δικαστήριο πως δεν μετάνιωνε για τις πράξεις του και πως έδρασε με γνώμονα την εξυπηρέτηση της πατρίδας.

Μετάβαση και παραμονή στο εξωτερικό

Περίπου τρία χρόνια αργότερα, στις 21 Απριλίου του 1979, με διάταγμα του τότε προέδρου της κυπριακής δημοκρατίας, Σπύρου Κυπριανού, πραγματοποιήθηκε προσωρινή αναστολή της ποινής του Σαμψών για λόγους υγείας. Συγκεκριμένα, έπειτα από εξέταση στην οποία υποβλήθηκε από γιατρούς από την Ελλάδα, τις ΗΠΑ και την Κύπρο, διαγνώστηκε επιδείνωση της υγείας του (ο Σαμψών υπέφερε από αιμοπτύσεις) και κρίθηκε απαραίτητη η άμεση μετάβασή του σε κλινική του εξωτερικού για θεραπεία.

Η αναστολή της ποινής είχε αρχικά εξάμηνη διάρκεια, η οποία στην πορεία διπλασιάστηκε, και έγινε αφού πρώτα ο Σαμψών υπέγραψε δήλωση με την οποία υποχρεούτο μετά την απόλυσή του από τις φυλακές να εγκαταλείψει άμεσα την Κύπρο και να μην επανέλθει μέχρι την αποπεράτωση της θεραπείας και να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του με την επιστροφή του από το εξωτερικό, μετά την αποθεραπεία.

Ο Σαμψών μετέβη αρχικά για ιατρική παρακολούθηση στο Μόναχο της Δυτικής Γερμανίας και αργότερα στη Γαλλία όπου και παρέμεινε ως το 1990 παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος Σπύρος Κυπριανού είχε άρει από τον Δεκέμβριο του 1980 το διάταγμα της προσωρινής αναστολής που του είχε παρασχεθεί το 1979 και ταυτόχρονα τον καλούσε να επιστρέψει στην Κύπρο για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της η κυπριακή κυβέρνηση, ο Σαμψών στο διάστημα της μέχρι τότε απουσίας του όχι μόνο δεν είχε υποβληθεί σε θεραπεία αλλά ταυτόχρονα συνδεόταν (σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της κυπριακής κυβέρνησης) και με παράνομες δραστηριότητες.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι την 17η Ιουλίου 1974, τρεις ημέρες πριν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο μυστική συνάντηση μεταξύ του Μακαρίου και Μπουλέντ Ετσεβίτ.

Επιστροφή στην Κύπρο

Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο, ο Σαμψών τέθηκε υπό κράτηση. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1991, το Ανώτατο Δικαστήριο θα αποφασίσει την αποφυλάκιση του, έτσι στις 22 Μαρτίου 1992 του απονεμήθηκε χάρη του υπολοίπου της ποινής του, από τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργο Βασιλείου. Μετά την αποφυλάκισή του, επέστρεψε στον δημοσιογραφικό χώρο συνεχίζοντας την έκδοση των εφημερίδων του, που είχε ξεκινήσει από παλαιότερα, δύο ημερησίων, της «Μάχης» και της «Νίκης», και μίας εβδομαδιαίας, του «Θάρρους».

Θάνατος

Ο Νίκος Σαμψών απεβίωσε σε ηλικία 66 ετών, την Τετάρτη 9 Μαΐου 2001 έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο, σε κλινική της Λευκωσίας όπου νοσηλευόταν. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στα γραφεία της εφημερίδας «Μάχη», γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του ΑΚΕΛ που με ανακοίνωση υποστήριξε πως ο Σαμψών λόγω της συμπεριφοράς του κατά το πραξικόπημα δεν άξιζε την τιμή λαϊκού προσκυνήματος. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε την 12η Μαΐου στον Ι. Ν. της Παναγίας Ευαγγελίστριας στην Παλλουριώτισσα υπό την παρουσία πλήθους κόσμου ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονταν μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ Νίκος Αναστασιάδης καθώς και αρκετοί βουλευτές και στελέχη του κόμματος ενώ στη νεκρώσιμο ακολουθία χοροστάτησε ο τότε αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Α’.

Ήταν παντρεμένος με τη Βέρα Φεσσά με την οποία απέκτησε έναν γιο και μια κόρη. Ο γιος του Σωτήρης Σαμψών είναι αντιπρόεδρος του ΔΗΣΥ και πρώην βουλευτής Αμμοχώστου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Νίκος_Σαμψών

Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=4a5FmpOxZ48

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης, η Κομοτηνή

Η Κομοτηνή, πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ελλάδας και ανήκει στον Νομό Ροδόπης. Αποτελεί έδρα της διοικητικής περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης καθώς και έδρα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Χάρτης της δυτικής Θράκης
Η θέση της Κομοτηνής – χάρτης Δυτικής Θράκης

Με την ύπαρξή της να βεβαιώνεται από την ύστερη αρχαιότητα, το πάλαι ποτέ μικρό βυζαντινό οχυρό των Κομοτηνών ή  Κουμουτζηνών αναδείχθηκε σε σημαντικό αστικό κέντρο στην Υστεροβυζαντινή περίοδο. Η σημαίνουσα θέση της στην περιοχή της Θράκης εδραιώθηκε στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου (1363-1912), στην τελευταία περίοδο της οποίας (19ος αιώνας) αναδείχθηκε σε διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιφέρειας. Η πρόσκαιρη κατάκτησή της από τους  Βούλγαρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, η απελευθέρωσή της κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και η έκβαση του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου  οδήγησαν στην οριστική ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια, το 1920. Στα μεταπολεμικά χρόνια η πόλη αναπτύχθηκε χάρη στην κεντρική της γεωγραφική θέση και τη σημασία της ως διοικητικό κέντρο, διατηρώντας τον χαρακτήρα της, και επηρεασμένη, ως ένα βαθμό, από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των μειονοτικών ομάδων.

Η οικονομία της χαρακτηρίζεται από την υπεροχή του τομέα παροχής υπηρεσιών, απόρροια γεωγραφικών και ιστορικών παραγόντων. Ο αστικός της χώρος παρουσιάζει ιδιαίτερη ποικιλομορφία, χάρη στην ιστορία της και τον πολιτισμό της, στοιχεία που είναι υπεύθυνα και για τα σημαντικά μνημεία και αξιοθέατα τα οποία τον διασπείρουν . Στην περιοχή είναι έντονη η παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου που δίνει ιδιαίτερο χρώμα τόσο με τις ενδυμασίες και τα έθιμα όσο και με την αρχιτεκτονική χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας αποτελούν οι μιναρέδες και τα καφασωτά παράθυρα των σπιτιών στις παλιές συνοικίες.

Όνομα

Το βυζαντινό όνομα ήταν Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Ως προς την προέλευση του ονόματος, έχει διατυπωθεί η εκδοχή ότι έτσι είχαν χαρακτηριστεί τα κτήματα κάποιου κόμητα της περιοχής: *Κομητηνά > Κομοτηνά > Κομοτζηνά/Κουμουτζηνά. Η πρώτη χρήση του ονόματος Γκιουμουλτζίνα, τουρκικά: Gümülcine έχει καταγραφεί σε οθωμανική πηγή το έτος 1344 μ.Χ. Το όνομα Κομοτηνή ορίσθηκε επισήμως το 1920 και αποτελεί τη λόγια μορφή του ονόματος Κουμουτζηνά που χρησιμοποιούσε ο Κατακουζηνός στα μέσα του 14ου αιώνα.

Ιστορία

Αρχαιότητα

Θρυλείται ότι το πόλισμα Κομοτηνή ανάγεται στον 5ο αιώνα π.Χ. και συνδέεται με την ομώνυμη κόρη του ζωγράφου Παρρασίου. Η ύπαρξη της πόλης ως οικισμός βεβαιώνεται ήδη από το 2ο αιώνα μ.Χ. σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου, τα οποία εκτείνονται μέχρι και τον 4ο αιώνα.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στα Βυζαντινά Χρόνια

Τα σημερινά σωζόμενα τείχη είναι ερείπια βυζαντινού οχυρού το οποίο, κατά τον λαογράφο Στίλπωνα Κυριακίδη, ανεγέρθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄. Στη Ρωμαϊκή εποχή ήταν ένα από τα πολλά διάσπαρτα φρούρια κατά μήκος της Εγνατίας οδού, τα οποία υπήρχαν στην περιοχή της Θράκης. Πιθανή θεωρείται η ταύτισή της με τον ρωμαϊκό σταθμό Breierophara (πρόκειται για σύνθετο θρακικό τοπωνύμιο : βρε [= κάστρο] +iero [= ιερό] + phara [= para = πόρος, πέρασμα] ). Σημαντικότερη πόλη εκείνη την περίοδο ήταν η γειτονική Μαξιμιανούπολη, η παλαιότερη Θρακική Πορσούλις ή Παισούλαι, η οποία μετονομάστηκε σε Μοσυνούπολη τον 8ο-9ο αιώνα. Η Κομοτηνή αποτελούσε κόμβο της Εγνατίας οδού προς τη βόρεια κατεύθυνση που, μέσα από το πέρασμα της Νυμφαίας, οδηγεί στην κοιλάδα του Άρδα, τη Φιλιππούπολη (σημ. Πλόβντιβ) και τη βυζαντινή Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγόρα).

Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο ανήκε στο Θέμα Μακεδονίας, ενώ από τον 9ο αιώνα έγινε η υπαγωγή της στο νεότευκτο Θέμα Βολερού. Έως τότε αποτελούσε φρούριο ήσσονος σημασίας. Όμως το 1207, ύστερα από την επιδρομή του τσάρου της Βουλγαρίας Ιβάν Α΄, αποτέλεσε καταφύγιο προσφύγων από τα γύρω φρούρια που καταστράφηκαν. Πολλοί κάτοικοι της Μοσυνόπολης (πρώην Μαξιμιανούπολη) κατέφυγαν τότε στην Κομοτηνή και ο πληθυσμός της συνέχισε να αυξάνει μέχρι του σημείου να εξελιχθεί σε σημαντικό αστικό κέντρο της περιοχής. Το 1331 ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός την αναφέρει ως Κουμουτζηνά. Ένα χρόνο αργότερα ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος στρατοπέδευσε σε αυτή προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Τούρκο ηγεμόνα της Σμύρνης Ομούρ στο χωριό Παναγία, κοντά στη Μονή Παναγίας Βαθυρρύακος (σημερινά Φατύρρυακα), ο οποίος εντέλει αποχώρησε χωρίς να δοθεί μάχη. Το 1341 ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς την αναφέρει με το σημερινό της όνομα, ως Κομοτηνά ή Κομοτηναί. Το 1343, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, προσχώρησε στην παράταξη του Καντακουζηνού μαζί με τα γειτονικά φρούρια Ασωμάτου, Παραδημής, Κρανοβουνίου και Στυλαρίου, . Ο τελευταίος κατέφυγε σε αυτήν το 1344 για να σωθεί μετά από μάχη με τα στρατεύματα του Ομούρ και του Βούλγαρου συμμάχου του, Μομιτζίλου, που έλαβε χώρα κοντά στην ήδη κατεστραμμένη Μοσυνόπολη.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στην Οθωμανική περίοδος

Η κατάκτηση της Βυζαντινής πόλης Κουμουτζηνά ή Κομοτηνά σύμφωνα με παλαιούς Οθωμανούς χρονικογράφους τοποθετείται περίπου το 1361 ή 1362 με την κατάληψη της Στάρα Ζαγόρα και της Φιλιππούπολης βορειότερα. Θεωρείται ότι η πόλη καταλήφθηκε από τον Οθωμανό κατακτητή Γαζή Εβρενός, του οποίου αποτέλεσε στρατιωτική έδρα. Με την Οθωμανική κατάκτηση, πολλοί Κομοτηναίοι εκπατρίζονται και εγκαθίστανται στην Ήπειρο, ιδρύοντας τους Κουμουτζάδες Άρτας (σήμερα Αμμότοπος), ενώ με την κατάληψη της Ηπείρου από τους Οθωμανούς το 1449, κατέφυγαν τελικά στη Βερβίτσα Αρκαδίας (σήμερα Τρόπαια).

Η οθωμανική κατάκτηση της Θράκης δημιούργησε προβλήματα στην επιβίωση του ελληνικού στοιχείου. Η Κομοτηνή έκτοτε ήταν έδρα του ομωνύμου καζά και υπάγονταν έως το 1867 στο σαντζάκι (διοίκηση) Δράμας, ενώ με την καθιέρωση των βιλαετίων, εντάχθηκε σε αυτό της Αδριανουπόλεως.

Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, το διάστημα 1362 – 1912 ζούσαν στην πόλη χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο Ελληνικό κράτος ακολούθησε η προσφυγή πολλών Εξαρχικών χριστιανών στη Βουλγαρία, ενώ η πόλη υποδέχθηκε και κάποιους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, λόγω της ανταλλαγής που συμφωνήθηκε με τη συνθήκη της Λωζάνης. Η πληθυσμιακή σύνθεση συμπληρωνόταν από σημαντικές κοινότητες Αρμενίων και Εβραίων, εικόνα που έμελλε να αλλάξει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα της εξόντωσης των τελευταίων.

Σε αυτή την περίοδο η πόλη επεκτάθηκε και εκτός των τειχών. Το 1452-5 είχε 511 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία (422 σπίτια) ήταν μουσουλμανικές και αποτελούσε το μεγαλύτερο πληθυσμιακό κέντρο στην περιοχή. Σε απογραφή το 1519 η Κομοτηνή αναφέρεται ότι είχε 393 μουσουλμανικά νοικοκυριά, 197 άγαμους/ες μουσουλμάνους/ες, 42 χριστιανικά νοικοκυριά, έξι άγαμους/ες Χριστιανούς/ες, 8 χήρες αλλά και 19 Εβραϊκά νοικοκυριά και 5 άγαμους/ες Εβραίους/ες. Σε απογραφή το 1530 έχει αναφερθεί ότι στην Κομοτηνή υπήρχαν 17 μαχαλάδες/γειτονιές με Τουρκικά ονόματα. Υπήρχε 1 ισλαμικό τέμενος, 15 μαστζίντ (μικρότερα ισλαμικά τεμένη), 4 ζαβιγιέ (ισλαμικά εκπαιδευτικά ινστιτούτα), τέσσερα σχολεία και μια εκκλησία.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης ήταν εμπορικό κέντρο και, μέσω του περάσματος της Νυμφαίας, (δια της οροσειράς της Ροδόπης) υπήρχε εμπορική σύνδεση με τη Φιλιππούπολη. Από την Κομοτηνή προερχόταν ο λόγιος Αθανάσιος Βατοπεδινός ο εκ Κομοτηνής. Είτε από την Κομοτηνή είτε από τη Δράμα καταγόταν ο Νασούχ πασάς (τουρκ. Gümülcineli Damat Nasuh Paşa), Μέγας Βεζίρης (1614) και σύζυγος της Αϊσέ σουλτάν, κόρης του Σουλτάνου Αχμέτ του Α’. Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ο Νασούχ Πασάς είχε χριστιανική καταγωγή (είχε πατέρα Έλληνα κληρικό) και άλλες αναφέρουν ότι είχε Αλβανική καταγωγή. 

Κατά την Επανάσταση του 1821, σπουδαία ήταν η προσφορά των Κομοτηναίων με κυριότερους αγωνιστές, τον μετέπειτα μητροπολίτη Ιωαννίκιο, τον Αγγελή Κίρζαλη και το λοχαγό Σταύρο Κομπένο, μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Κατά την οθωμανική απογραφή του 1831 στην Κομοτηνή υπήρχαν 37.568 κάτοικοι από τους οποίους οι 30.517 ήταν μουσουλμάνοι, οι 1.712 τσιγγάνοι και οι υπόλοιποι 5.339 ήταν χριστιανοί, χωρίς να αναφέρονται στοιχεία για Εβραίους και Αρμένιους. Στα μέσα του 18ου αιώνα εμφανίστηκαν στην πόλη Αρμένιοι κάτοικοι, ενώ στις 25 Νοεμβρίου του 1834 εγκαινιάστηκε ο αρμένικος ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Γρηγόριο τον Φωτιστή (Αρμενική γλώσσα: Սուրբ Գրիգոր Լուսավորիչ, Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς), ο οποίος υπαγόταν διοικητικά στην αρχιεπισκοπή Αδριανούπολης. Ο ναός χτίστηκε σε οικόπεδο της αρμένικης κοινότητας και σήμερα σώζεται η κτητορική επιγραφή όπου αναγράφεται το έτος κατασκευής και το ποσό που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του . Η εκκλησία παραδοσιακά τιμά και τον Άγιο Ιάκωβο.

Στα μέσα του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη πολλοί Εβραίοι μετανάστες από την Αδριανούπολη και την Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα τους ήταν άνθρωποι που ασχολούντο με χονδρεμπόριο καπνών και σιτηρών, καθώς και με τραπεζικές εργασίες. Η κοινότητα των Εβραίων βρισκόταν ανάμεσα στα τείχη του βυζαντινού Φρουρίου και η συνοικία ονομαζόταν Εβραγιά. Η συνοικία περιελάμβανε και την εβραϊκή συναγωγή, η οποία χτίστηκε την ίδια περίοδο και λειτουργούσε μέχρι την έναρξη της Κατοχής.

Ιμαρέτ

Διάσημο είναι το Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) (1360-1380) το οποίο έχτισε ο Εβρενός και διασώζεται, ενώ θεωρείται από τα παλαιότερα οθωμανικά μνημεία στην Θράκη. Εκτός από το Ιμαρέτ ο Εβρενός στην πόλη έκτισε μια μεγάλη έπαυλη, ένα ισλαμικό τέμενος, χαμάμ και μια πληθώρα καταστημάτων τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα της ισλαμικής ζωής στην πόλη. Τα κτήρια του Έβρενος βρίσκονταν έξω από το τείχος του κάστρου και μέσα σε αυτό συνέχισε να κατοικεί ο ελληνικός πληθυσμός. Ο αποικισμός με Τούρκους αγρότες στα χωράφια γύρω από την πόλη οφείλεται επίσης στον Εβρενός. Το Χαμάμ του Γαζί Εβρενός σωζόταν μέχρι το 1970 (στην θέση όπου σήμερα βρίσκονται τα ΚΑΠΗ μεταξύ των οδών Φιλίππου, Αϊδινίου και παρόδου Αϊδινίου), όταν κατά την διάρκεια της Επταετούς δικτατορίαςανατινάχθηκε με δυναμίτη, ενώ έως το 1923 υπήρχε αραβική επιγραφή του 14ου αιώνα. 

Το 1585 η μουσουλμανική κοινότητα της Κομοτηνής ίδρυσε το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσέ) του Γενί τζαμιού που είχε τότε δύναμη 104 μαθητών και 19 δωμάτια. Για την περίοδο των αρχών του 16ου αιώνα, ο καθηγητής Μπαρκάν έχει δημοσιεύσει χάρτη ο οποίος δείχνει το τουρκικό στοιχείο στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Σύμφωνα με τον χάρτη αυτό η Κομοτηνή τον 15ο και το μεγαλύτερο μέρος του 16ου αιώνα ήταν μια μικρή πόλη με 250 μουσουλμανικές και 50 χριστιανικές οικογένειες. Η ανάπτυξη της πόλης θα πρέπει να έγινε μεταξύ του 16ου και 17ου αιώνα. Ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα, Εβλιγιά Τσελεμπή επισκέφτηκε την πόλη το 1667-8, περιγράφει το φρούριο της πόλης ως στέρεη κατασκευή από τούβλα και πέτρες το οποίο κατοικείτο από πολλούς Εβραίους.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στα τέλη του 19ου αιώνα

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης σήμερα αποτέλεσε και παλαιότερα την έδρα του σαντζακίου της Γκιουμουλτζίνας που ιδρύθηκε το 1867. Τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκε οικονομικά λόγω της επεξεργασίας και του εμπορίου καπνού και οι Έλληνες, όντες ευνοημένοι από τα σύγχρονα μεταρρυθμιστικά μέτρα υπέρ της ανεξιθρησκείας, έθεσαν την οικονομική της δραστηριότητα υπό τον πλήρη έλεγχό τους. Εκείνη την περίοδο χτίστηκαν πολλά από τα αρχοντικά που κοσμούν σήμερα τους δρόμους της, όπως αυτά του Στάλιου, του Μαλλιόπουλου και του Πεΐδη (σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο). Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878, κύμα Τούρκων προσφύγων συνέρευσε στην Κομοτηνή. Την περίοδο εκείνη λόγω της έξαρσης του Βουλγαρικού εθνικισμού, η περιοχή δέχτηκε έντονες πιέσεις από τη βουλγαρική πλευρά.

Το 1880 λειτουργούσαν στην πόλη Παρθεναγωγείο και Αστική Σχολή Αρρένων, το λεγόμενο “Σχολαρχείο”. Το 1885 ιδρύθηκε ο πολιτιστικός σύλλογος “Ομόνοια” ο οποίος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην τοπική πνευματική ζωή, διοργανώνοντας θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες. Εκείνη την περίοδο αναδείχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες, όπως μεταξύ άλλων ο Νέστωρ Τσανακλής, που με δωρεά του ανεγέρθηκε η Τσανάκλειος Σχολή και ο Δημήτριος Σίντος. Σημαντικές μορφές των γραμμάτων που γεννήθηκαν στην Κομοτηνή ήταν ο ιατρός, ερευνητής και καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Συμεωνίδης και η δασκάλα και ιατρός Βικτωρία Μαργαριτοπούλου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες ιατρούς.

Το 1894 ιδρύθηκε στην πόλη, από τη μουσουλμανική κοινότητα, το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) Κιρ Μαχαλέ (τουρκ. kirmahalle) στην περιοχή βορείως του κέντρου. Το 1889, η εβραϊκή κοινότητα ίδρυσε αρρεναγωγείο και στη συνέχεια, το 1900, παρθεναγωγείο. Το 1900 αριθμούσε 1.200 μέλη και το 1910 ιδρύεται το μεικτό σχολείο Alliance Israélite Universelle μετά από ένωση του αρρεναγωγείου και παρθεναγωγείου. Στο σχολείο αυτό διδασκόταν η ελληνική, η γαλλική και η εβραϊκή γλώσσα. Επειδή το σχολείο φημιζόταν για την πειθαρχία και την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αυτό φοιτούσε επίσης και μικρός αριθμός Ελλήνων, Αρμενίων, και μουσουλμάνων μαθητών. Έκλεισε το 1940 και σήμερα στο χώρο αυτό στεγάζεται το 7ο Δημοτικό σχολείο Κομοτηνής. Στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν εγκατεστημένοι στην Κομοτηνή 210-265 Αρμένιοι, σύμφωνα με τον εμπορικό οδηγό Annuaire Orientale du Commerce. Λίγο πριν το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κοντά στο 1900, υπήρχαν 2.110 εστίες από τις οποίες η πλειοψηφία 1.450 εστιών ήταν μουσουλμανικές, με εκατό να ανήκουν σε μουσουλμάνους τσιγγάνους, 500 ήταν ορθόδοξες και παράλληλα υπήρχαν 100 Εβραϊκές και 60 Αρμένικες. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι έμεναν στην συνοικία Βαρόσι (τουρκ. varoş, προάστιο) και στη συνοικία Αγίου Γεωργίου και οι Εβραίοι στην περιοχή του Φρουρίου.

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης στις αρχές 20ού αιώνα

Στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Βοσνία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός υπερτερούσε στην ευρύτερη περιοχή του σαντζακίου. Εντούτοις, το 1913 στο σαντζάκι Γκιουμουλτζίνας, οι Έλληνες χριστιανοί Ορθόδοξοι αποτελούσαν το 50% του συνόλου. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, ο χριστιανικός πληθυσμός την πόλης που διώκονταν καθημερινά από την οθωμανική διοίκηση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τη Βουλγαρία που προσπάθησε να προσεταιριστεί τους βουλγαρόφωνους κατοίκους. Επιειδή, οι βουλγαρικές προσπάθειες δεν είχαν σοβαρά αποτελέσματα, δραστηριοποιήθηκε η ουνιτική κίνηση, υποστηριζόμενη από την Αυστρία και τη Γαλλία, δίνοντας καταφύγιο σε χριστιανούς κατοίκους που υφίσταντο τον οθωμανικό ζυγό. Η ουνιτική κίνηση εξυπηρετούσε κυρίως τα βουλγαρικά συμφέροντα. Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων και την εχθρική στάση του νέου καθεστώτος απέναντι στον Ελληνισμό, Βούλγαροι κομιτατζήδες, που υποστήριξαν την επανάσταση, υπό την καθοδήγηση του Σαντάνσκι εισέρχονταν στην περιοχή και την πόλη της Κομοτηνής και διά της προπαγάνδας και της βίας προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους Έλληνες προς τον Βουλγαρισμό, υποσχόμενοι ευνοϊκή μεταχείριση, και να τους μυήσουν έτσι στα σχέδια των νέων πολιτικών κυρίαρχων.

Μετά την επικράτηση των Νεότουρκων το 1908 καταρτίστηκε και εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα αφομοίωσης και εκτουρκισμού των μουσουλμάνων κατοίκων, διωγμού των χριστιανών κατοίκων και εποικισμού με μουσουλμανικούς πληθυσμούς. 

Βραχύβια απελευθέρωση και γεγονότα 1913-1919

Η μακρόχρονη περίοδος της Τουρκοκρατίας η οποία κράτησε 549 έτη, έληξε κατά τον Ά Βαλκανικό Πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1912, οπότε η πόλη πέρασε στην κατοχή των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι σχεδόν αμέσως εξαπέλυσαν διωγμούς κατά Ελλήνων, Πομάκων και Τούρκων. Οι διωγμοί αυτοί προκάλεσαν εθνολογική αλλοίωση στην πόλη. Το 1912-13 πολλοί Εβραίοι μετανάστευσαν σε μεγάλες πόλεις, όπως στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη, ενώ την ίδια περίοδο και έως το 1918 εγκαταστάθηκαν σε αυτή Αρμένιοι πρόσφυγες και ο πληθυσμός τους έφτασε τα 396 άτομα.

Κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στις 14 Ιουλίου του 1913, απελευθερώθηκε από την VIIΙ μεραρχία του ελληνικού στρατού, ωστόσο στις 10 Αυγούστου του ίδιου έτους παραχωρήθηκε εκ νέου στη Βουλγαρία με τη συνθήκη Βουκουρεστίου (1913). Στις 31 Αυγούστου του 1913 το κίνημα των Πομάκων με τη συνδρομή των ντόπιων Τούρκων και την υποστήριξη των Ελλήνων, εγκαθίδρυσε τη βραχύβια Αυτόνομη Κυβέρνηση Δυτικής Θράκης με έδρα την πόλη. Ο πληθυσμός του κρατιδίου ήταν 500.000 εκ των οποίων το 50% (250.000) ήταν Έλληνες. Ως φρούραρχος της πόλης της Κομοτηνής, τοποθετήθηκε Έλληνας. Το ανεξάρτητο αυτό κρατίδιο καταλύθηκε μετά από δύο μήνες στις 25 Οκτωβρίου του 1913 και η Κομοτηνή πέρασε πάλι υπό βουλγαρική κατοχή. Με την είδηση του ερχομού των Βουλγάρων όλοι σχεδόν οι Έλληνες της πόλης αποχώρησαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Παρέμειναν μόνο, οι πλουσιότεροι κάτοικοι για να προστατέψουν τις περιουσίες τους. Στις 8 Οκτωβρίου του 1913, όταν ο Έλληνας φρούραρχος παρέδωσε την πόλη στις Βουλγαρικές δυνάμεις, οι κατακτητές κατέλαβαν τις εκκλησίες, τα σχολεία και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Στη συνέχεια προέβησαν σε απελάσεις των οικονομικά ισχυρότερων Κομοτηναίων, όπως ο Αθανάσιος Καστανάς, ο Κ. Μαλιόπουλος, ο Δ. Βέτσικας, ο Γεώργιος Ματσόπουλος, ο Θεοφάνης Ψάλτης, ο Κ. Θεοχαρίδης και άλλοι. Το Νοέμβριο του 1914 επισκέφτηκε μυστικά την Κομοτηνή ο μονάρχης της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ο Α΄ προκειμένου να δώσει το έναυσμα για νέους διωγμούς κατά των εναπομεινάντων Ελλήνων, καθιστώντας την Κομοτηνή, την πρώτη προτεραιότητα της βουλγαρικής πολιτικής αλλοίωσης της εθνολογικής κατάστασης. Εκπονήθηκε μάλιστα, και ένα πρόγραμμα μαζικού εποικισμού Βουλγάρων στη Δυτική Θράκη, το οποίο εφαρμόστηκε έντονα στην Κομοτηνή.

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1919 η πόλη καταλήφθηκε από γαλλικά στρατεύματα και ετέθη υπό το καθεστώς της Διασυμμαχικής Θράκης, με έδρα του ανεξάρτητου κρατιδίου την ίδια την πόλη και διοικητή τον Γάλλο στρατηγό Σαρπύ (γαλλ. Charles Antoine Charpy,1869-1941).

Ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό

Ο Ελληνισμός της Κομοτηνής υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή κατά τη Βουλγαρική κατοχή την περίοδο 1913 – 1920, όταν σχεδόν όλοι οι Έλληνες εγκατέλειψαν την πόλη (ενώ και πολλοί μουσουλμάνοι προσέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη). Την 14η Μαΐου 1920 ενώθηκε με την Ελλάδα κατόπιν διπλωματικής νίκης του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του στενού συνεργάτη του Χαρίσιου Βαμβακά.

Μικρασιατική Καταστροφή και Ανταλλαγή Πληθυσμών

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών της συνθήκης της Λωζάνης εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πολλοί Έλληνες πρόσφυγες, οι οποίοι προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία (Ιωνία-μικρασιατικά παράλια, Βιθυνία, Καππαδοκία, Πόντος και άλλες μικρασιατικές περιοχές). Ο μουσουλμανικός πληθυσμός εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία στην Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί πως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή βρήκαν καταφύγιο στην περιοχή της Θράκης και αρκετοί μουσουλμάνοι αντικεμαλιστές ως πολιτικοί πρόσφυγες, καθώς και Αρμένιοι πρόσφυγες με αποτέλεσμα στην απογραφή του 1928 η αρμενική κοινότητα να αριθμεί σε όλο τον Δήμο Κομοτηνής 779 άτομαΣτην ανατολική περιοχή της πόλης βρίσκεται η συνοικία όπου παραδοσιακά κατοικούσαν που φέρει την ονομασία Αρμενιό. Λίγο πριν υπογραφεί η συνθήκη της Λωζάνης ενὠ είχαν ήδη ξεκινήσει οι ανταλλαγές πληθυσμών που προέβλεπε, έγινε επίσημη ελληνική στατιστική στις 7 Ιουνίου 1923, οπότε καταγράφηκαν 30.989 κάτοικοι από τους οποίους οι 15.810 ήταν Έλληνες (εκ των οποίων 6.115 Έλληνες παλαιοί κάτοικοι και 9.695 Έλληνες πρόσφυγες), οι 12.843 μουσουλμάνοι, οι 1.183 Αρμένιοι, οι 1.112 Εβραίοι και οι 41 Κιρκάσιοι.  Στην Κομοτηνή, μετά την απελευθέρωσή της τον Μάιο του 1920, λειτουργούσαν φιλανθρωπικοί σύλλογοι και πολιτιστική λέσχη από την ισραηλίτικη κοινότητα.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Δ’ Βουλγαρική Κατοχή

Η Κομοτηνή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου γνώρισε την τέταρτη κατά σειρά βουλγαρική κατοχή (μετά τις κατοχές: 1912, Ιουλίου 1913, Οκτωβρίου 1913). Η εβραϊκή κοινότητα εξοντώθηκε σε αυτή την περίοδο. Στις 4 Μαρτίου 1943 οι Βούλγαροι σύμμαχοι των ναζιστών Γερμανών συνέλαβαν 863 Εβραίους. Αρχικά τους μετέφεραν σε μια εγκαταλελειμμένη καπναποθήκη, γνωστή και ως κτήριο Τσελμπόρωφ. Στις 5 Μαρτίου τους επιβίβασαν σε τρένο και τους μετέφεραν αρχικά στο Σιμιτλί και στη συνέχεια στην Άνω Τζουμαγιά (Μπλαγκόεβγκραντ). Περίπου 20 άτομα αφέθηκαν ελεύθερα από εκεί, καθώς είχαν τουρκική, ισπανική και ιταλική υπηκοότητα. Οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν, στις 19 Μαρτίου, με ποταμόπλοιο από τον Δούναβη στη Βιέννη, από εκεί με τρένο στο Κατοβίτσε της Πολωνίας και στη συνέχεια στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα, όπου εξοντώθηκαν. Επέζησαν του Ολοκαυτώματος μόνον οκτώ άτομα. Το 1958 η ισραηλίτικη κοινότητα της Κομοτηνής διαλύθηκε λόγω έλλειψης μελών. Η εβραϊκή συναγωγή διατηρείτο μέχρι τον Απρίλιο του 1994, όταν πάρθηκε η απόφαση να κατεδαφιστεί, παρόλο που το 1983 είχε χαρακτηριστεί ως διατηρητέα. Το 2004 ο Δήμος Κομοτηνής τοποθέτησε, στο Πάρκο Αγίας Παρασκευής, μνημείο αφιερωμένο στους Εβραίους-θύματα του Ολοκαυτώματος.

Το Νοέμβριο του 1987 απαγορεύτηκε στην “Τουρκική Νεολαία Κομοτηνής” (που λειτουργούσε από το 1928) να χρησιμοποιεί τον όρο “τουρκική” με την αιτιολογία ότι αυτός αφορά πολίτες της Τουρκίας και ότι η χρήση του για Έλληνες πολίτες αντιτίθεται στη Συνθήκης της Λωζάνης απειλώντας την κοινωνική ειρήνη. Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν μερίδα της μειονότητας που δεν είχε αποδεχτεί το πρόσωπο του νέου μουφτή Μέτσο Τζεμαλή, αντιπρότεινε τον Ιμπραήμ Σερήφ (ο Μέτσο Τζεμαλή είχε διοριστεί το 1984 μετά το θάνατο του Χουσεΐν Μουσταφά Εφεντί). Ο Ιμπραήμ Σερήφ δεν έγινε δεκτός από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά συνέχισε να ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα ως ιδιώτης μουφτής, γεγονός που προκάλεσε την ποινική του δίωξη για αντιποίηση αρχής και το θέμα έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Η Ελλάδα καταδικάστηκε, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω κατηγορία δεν είχε στοιχειοθετηθεί επαρκώς και ότι οι καταδίκες σε χαμηλότερο βαθμό περιόριζαν τα ατομικά δικαιώματα θρησκευτικής έκφρασης, ενώ παράλληλα επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση για ηθική βλάβη. Το 1990 δημιουργήθηκε ένταση όταν ο τότε υποψήφιος βουλευτής Σαδίκ Αχμέτ έθεσε ζήτημα αναγνώρισης εθνικής μειονότητας δηλώνοντας εθνικά Τούρκος. Στις 26 Ιανουαρίου του 1990 ο Σαδίκ Αχμέτ οδηγήθηκε στη φυλακή και ακολούθως ξέσπασαν διαμαρτυρίες μουσουλμάνων με κλείσιμο των καταστημάτων. Στις 29 Ιανουαρίου συγκεντρώθηκαν 1.500 μουσουλμάνοι έξω από τζαμί φωνάζοντας “είμαστε Τούρκοι”, γεγονός που προκάλεσε επεισόδια με μερίδα χριστιανών. Στα επεισόδια τραυματίστηκαν 50 άτομα, προκλήθηκαν υλικές ζημιές σε καταστήματα μουσουλμάνων και στα γραφεία δυο εφημερίδων της μειονότητας. Παρόμοια επεισόδια μικρής έντασης σημειώθηκαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους, το Δεκέμβριο του 1997 και τον Ιούλιο του 1998.

Η Κομοτηνή σήμερα

Η πρωτεύουσα της δυτικής Θράκης σήμερα είναι μια πόλη πολυπολιτισμική με έντονο τον χαρακτήρα της φοιτητούπολης. Ο πληθυσμός είναι εξαιρετικά πολύγλωσσος για το μέγεθός της. Αποτελείται από ντόπιους Έλληνες, Έλληνες απογόνους προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, Έλληνες Μειονοτικούς (Τουρκόφωνους, Πομάκους και Αθίγγανους, κυρίως Μουσουλμάνους στο θρήσκευμα) και απογόνους Αρμενίων προσφύγων. Οι Τσιγγάνοι μένουν στον Ήφαιστο, έναν οικισμό 1 χιλιόμετρο βορειοδυτικά της Κομοτηνής και στην περιοχή Αλάν Κουγιού (Αλάνκιοϊ) γνωστό και ως “Τενεκέ Μαχαλά” μέσα στην Κομοτηνή. Την δεκαετία του 1990 εγκαταστάθηκαν σε αυτή και παλιννοστούντες ομογενείς από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (κυρίως Γεωργία, Αρμενία, Ρωσία, Ουκρανία και Καζακστάν). Ο πληθυσμός της, κατά την απογραφή του 2011, είναι 55.812 κάτοικοι. Στο πανεπιστήμιο της φοιτούν περίπου 10.000 φοιτητές.

Γεωγραφία

Η πόλη είναι επίπεδη, χτισμένη μέσα στον θρακικό κάμπο και στους πρόποδες της οροσειράς της Ροδόπης, σε υψόμετρο 31-55 μ., 30 περίπου χλμ. οδικώς από τη θάλασσα. Αποτελεί σπουδαίο εμπορικό, οικονομικό και συγκοινωνιακό κόμβο της Θράκης και βρίσκεται επί της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης και της Εγνατίας Οδού (Α2). Η θέση της εντοπίζεται επί της ιζηματογενούς λεκάνης Ξάνθης-Κομοτηνής η οποία ανήκει στη γεωτεκτονική μάζα της Ροδόπης. Ως εκ τούτου η γεωλογική της σύσταση περιλαμβάνει κυρίως ἀργιλο, χάλικες και αμμοχάλικες. Βρίσκεται επί εδάφους της Νεογενούς περιόδου, πολύ κοντά στο σεισμικό ρήγμα Καβάλας-Ξάνθης-Κομοτηνής. Εντούτοις, δεν παρουσιάζει έντονη σεισμικότητα και ο τελευταίος μεγάλος σεισμός που έπληξε την ευρύτερη περιοχή της Κομοτηνής συνέβη το 1784 με μέγεθος 6,3.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κομοτηνή

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν αδέλφια, μοναχοί, με μεγάλη ιεραποστολική δράση.  Σε αυτούς αποδίδεται ο εκχριστιανισμός των Σλάβων και η απόδοση γραφής στη σλαβική γλώσσα.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων
Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος

Οι αδελφοί Κωνσταντίνος (μοναστικό όνομα Κύριλλος) και Μεθόδιος ήταν δύο από τα επτά συνολικά παιδιά μιας γνωστής οικογένειας της πόλης της Θεσσαλονίκης, με έντονη θρησκευτικότητα. Στη βιογραφία του ο Άγιος Κύριλλος ισχυρίζεται ότι με τον αδελφό του κατάγονται από «βασιλικό γένος». Εκείνη την εποχή ο πατέρας τους ήταν υπεύθυνος για τα θέματα στρατιωτικής διοίκησης της αυτοκρατορίας. Τα δύο αδέλφια μιλούσαν την ελληνική, ενώ είχαν σπουδάσει, ιδιαίτερα ο Κύριλλος, τη σλαβική , την εβραϊκή, τη συριακή και την αραβική γλώσσα, Η γνώση αυτών των γλωσσών τους διευκόλυνε στη μετέπειτα διακονία τους.
Ο Μεθόδιος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Μιχαήλ, γεννήθηκε το 815. Ήταν άνθρωπος της πράξης και είχε ξεκινήσει καριέρα στον πολιτικό στίβο. Διορίστηκε διοικητής της Θεσσαλίας, ενώ αργότερα έγινε μοναχός σε ένα μοναστήρι στον Όλυμπο.

Ο Κύριλλος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 827. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε ιερέας και μετέπειτα έφτασε στο βαθμό του επισκόπου. Δίδαξε τη Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία.

Ιεραποστολή στο σλαβικό έθνος

Το 863, μετά απo αίτημα του Σλάβου ηγεμόνα της Μοραβίας Ρατισλάβου, όταν αυτοκράτορας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν ο Μιχαήλ ο Γ’, ο Πατριάρχης Φώτιος επέλεξε τους Μεθόδιο και Κύριλλο, οι οποίοι διακρίνονταν για τη σοφία τους, για το δύσκολο έργο του εκχριστιανισμού των Σλάβων. Οι δύο ιερωμένοι δέχτηκαν με μεγάλη προθυμία και χαρά, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα υπηρετούσαν το θέλημα του Θεού και θα οδηγούσαν στο δρόμο της σωτηρίας τους λαούς των περιοχών που βρίσκονταν πάνω από τα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας.

Προκειμένου να διευκολύνουν την προσέγγισή τους προς τους λαούς αυτούς, χρησιμοποίησαν ένα νέο αλφάβητο, βασισμένο στο ελληνικό, το οποίο μπορούσε να αποδώσει τους φθόγγους της σλαβικής γλώσσας, και το οποίο εφηύρε ο Κύριλλος. Σε αυτό το αλφάβητο που ονομάστηκε Γλαγολιτικό, μετέφρασαν την Αγία Γραφή, πoλλά λειτουργικά και θεολογικά βιβλία, καθώς και τη Χριστιανική λειτουργική υμνολογία. Επάνω στο Γλαγολιτικό αλφάβητο στηρίζεται και η σημερινή Κυριλλική γραφή (που ονομάστηκε έτσι προς τιμή του Κύριλλου) των σλαβικών εθνών και πάνω σε αυτό αναπτύχθηκε ολόκληρη η γραμματεία τους.

Η διαφωτιστική τους αποστολή εκεί προκάλεσε την οργή, τη ζήλια και το μίσος στα μέρη των φράγκων και του γερμανο-λατινικού κλήρου και ήταν η αιτία να υπάρξουν εντάσεις ανάμεσα στην εκκλησία και την πολιτική. Οι ιεραπόστολοι αδελφοί αναγκάστηκαν από τον Πάπα Avδριαvό τoν Β’ να προσέλθουν στη Ρώμη για να απολογηθούν στις κατηγορίες ότι παραβιάζουν το τριγλωσσικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η χριστιανική ιεροτελεστία μπορεί να τελείται μόνο στην Eβραϊκή, την Ελληνική και τη Λατινική γλώσσα, δηλαδή στις τρεις γλώσσες, στις οποίες γράφτηκε η επιγραφή που κρεμάστηκε στο σταυρό του Κυρίου. Εκεί ο Άγιος Κύριλλος υποστήριξε ότι όλοι οι λαοί, όπως και οι Σλάβοι, δικαιούνται να δοξάζουν τον Θεό και να δημιουργούν την κουλτούρα τους στην μητρική τους γλώσσα. Ο Πάπας Ανδριανός o Β’ επείσθη, αγίασε τα μεταφρασμένα βιβλία, ενώ σε μερικές εκκλησίες της Ρώμης τελέστηκε λειτουργία στη σλαβική γλώσσα, προς αναγνώρισή της στο χριστιανικό κόσμο. Πρόκειται για μια επιτυχημένη αποστολή των Αγίων αδελφών.

Αποστολή στους Σαρακηνούς

Στο πρόγραμμα περιλαμβανόταν και η αντιμετώπιση των Μουσουλμάνων, οι οποίοι, αφού άρπαξαν τις πλούσιες εκείνες περιοχές της αυτοκρατορίας, δεν έπαυσαν ποτέ να ενεργούν επιδρομές στις ανατολικές της επαρχίες με κύριο σκοπό τη λεηλασία. Υπό την κυριαρχία των μουσουλμάνων Αράβων ζούσαν ακόμη πολλά εκατομμύρια χριστιανοί. Έπρεπε οι άνθρωποι αυτοί να πάρουν θάρρος και οι κατακτητές να αναγκαστούν να τους συμπεριφέρονται ηπιότερα. Αλλά τα βυζαντινά όπλα δεν μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την κατάσταση.

Το 856 στάλθηκε στο χαλιφάτο της Βαγδάτης ο Φώτιος για πολιτικές διαπραγματεύσεις. Έπειτα από λίγα χρόνια, ίσως το 860, ανατέθηκε άλλη αποστολή στον Κωνσταντίνο, η οποία απέβλεπε στη βελτίωση της θέσης των εκεί χριστιανών με τις συζητήσεις που θα γίνονταν με τον Χαλίφη Μουταβακκήλ. Υπήρχε ελπίδα ότι θα ήταν δυνατή η κάμψη του φανατισμού και της ορμής των Αράβων με το λόγο, αλλά περισσότερο υπήρχε ελπίδα ότι το φρόνημα των υπόδουλων χριστιανών θα αναπτερωνόταν με την είδηση ότι κάποιος δυναμικός ομόθρησκός τους επισκέφτηκε την πρωτεύουσα του χαλιφάτου και ντρόπιασε τους μουσουλμάνους θεολόγους.

Έφτασε στην πρωτεύουσα του χαλιφάτου μαζί με ένα γραμματέα σε εποχή έξαρσης των πιέσεων και διώξεων κατά των χριστιανών. Μεταξύ των άλλων οι δυνάστες είχαν υποχρεώσει τους χριστιανούς να ζωγραφίσουν στις πόρτες των σπιτιών τους τη μορφή του διαβόλου. Κατά την επίσκεψή του ο Κωνσταντίνος ρωτήθηκε ειρωνικά από μουσουλμάνους τι σήμαινε η απεικόνιση αυτή. Απάντησε με χαρακτηριστική ευστροφία: «Βλέπω παραστάσεις διαβόλων και συμπεραίνω ότι στο εσωτερικό αυτών των σπιτιών κατοικούν χριστιανοί· επειδή, δηλαδή, οι διάβολοι δεν μπορούν να συμβιώσουν με αυτούς, βγήκαν έξω από τα σπίτια. Όπου δε βλέπω τις παραστάσεις αυτές, εκεί προφανώς οι διάβολοι κατοικούν μέσα».

Σε συζήτηση με μουσουλμάνους θεολόγους κατά τη διάρκεια συμποσίου ο Κωνσταντίνος έθιξε ένα από τα σπουδαιότερα σημεία διαφορών μεταξύ των δύο θρησκειών. Οι Χριστιανοί, είπε, βαδίζουν προς την απόκτηση της τελειότητας με ηθικούς αγώνες και δοκιμάζουν μεταπτώσεις στο δρόμο τους, αλλά τα επιτεύγματά τους είναι πιο πνευματικά. Οι Μουσουλμάνοι δεν αγωνίζονται ηθικά, διότι ο θρησκευτικός νόμος τους δεν έχει απαγορεύσεις, γι’ αυτό δεν μπορούν να προκόψουν σε ήθος.
Η αποστολή του Κωνσταντίνου στο αραβικό κράτος έφερε κάποια ανακούφιση στους εκεί χριστιανούς. Κατά την επιστροφή του αυτός πέρασε από το ασκητήριο του αδελφού του Μεθοδίου, στον Όλυμπο, και έμεινε λίγο χρόνο μαζί του για ανάπαυση.

Αποστολή στη Ρωσία

Η προηγούμενη αποστολή του Κωνσταντίνου δεν υπήρξε τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός. Εδώ και δύο αιώνες και ο Χριστιανισμός και η ελληνική αυτοκρατορία μίκραινε λόγω της αραβικής επίθεσης. Τώρα ήταν καιρός ν’ αφυπνιστούν και από τη μακραίωνη σύμπτυξη να έρθουν σε απότομη ανάπτυξη. Δυστυχώς η απόπειρα επέκτασης προς την Ανατολή δεν έφερε αποτελέσματα. Αλλά αν ο Χριστιανισμός έχασε έδαφος στο Νότο και στην Ανατολή εξαιτίας της αιματηρής βίας των Μουσουλμάνων, υπήρχε χώρος δράσης στο Βορρά.

Ο πατριάρχης Φώτιος αντιλήφτηκε εγκαίρως ότι οι Σλάβοι και οι Τούρκοι του Βορρά, οι Χαζάροι, έχοντας έρθει σε επαφή με τους Έλληνες από παλιά, ήταν πλέον ώριμοι να κερδηθούν και να μπουν στην ομάδα των χριστιανικών λαών και συγχρόνως στον κύκλο της πολιτισμένης ανθρωπότητας.

Για την ασφαλή θεμελίωση κάθε προσπάθειας προς την κατεύθυνση αυτή έπρεπε να προηγηθεί προσεκτική μελέτη των θεσμών των σλαβικών ιδίως λαών, λογοτεχνική διαμόρφωση της σλαβικής γλώσσας και μετάφραση των απαραίτητων βιβλίων σε αυτήν. Για την προετοιμασία αυτού του έργου ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη ειδικό κέντρο σλαβικών μελετών, στο οποίο εκπαιδεύτηκαν ιεραπόστολοι και εκπολιτιστές. Προϊστάμενος του κέντρου ορίστηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ και τον Φώτιο ο Κωνσταντίνος, ο οποίος στο εξής ανέλαβε τη διοργάνωση κάθε διαφωτιστικής αποστολής
Τον Ιούνιο του 860 πολυάριθμα ρωσικά στρατεύματα ενήργησαν εισβολή απίθανης αγριότητας στην Κωνσταντινούπολη με μονόξυλα. Ο Φώτιος τη χαρακτηρίζει ως εξής σε ομιλία του: «το παράλογο της επίθεσης, το απροσδόκητο της ταχύτητας, η απανθρωπιά της βαρβαρικής φυλής, η σκληρότητα της συμπεριφοράς και η επιθετική σκέψη παρουσιάζουν τη συμφορά σαν κεραυνό που στάλθηκε από τους ουρανούς». Ευτυχώς η εισβολή αποκρούστηκε τόσο απροσδόκητα όσο είχε ενεργηθεί.

Οι Ρώσοι ήταν σλαβικό έθνος υποταγμένο τότε στη μικρή σκανδιναβική φυλή, τους Βαράγγους, που είχαν κατέβει από τη λίμνη Λάδογα [Λάντογκα]. Αν και οι Ρώσοι ήταν υπόδουλοι, η γλώσσα τους επικράτησε και τελικά οι Βαράγγοι αφομοιώθηκαν με αυτούς. Κατείχαν τότε το χώρο μεταξύ των μεγάλων ποταμών Δνειπέρου και Δον. Κατά την εισβολή τους στην πρωτεύουσα της ελληνικής αυτοκρατορίας, τη πολυθρύλητη Τσάργραδ, είδαν όλη τη λάμψη της και κατά την απόκρουσή τους έμαθαν εκ πείρας όλη τη δύναμή της.

Αντιλήφτηκαν, λοιπόν, ότι ήταν προτιμότερο να έχουν τη φιλία παρά την έχθρα των Ελλήνων. Και το Βυζάντιο τους διευκόλυνε σε αυτό. Θα ήταν πολύ χρήσιμο να σταλεί αντιπροσωπεία ικανή να θέσει τις βάσεις για τον εκχριστιανισμό των Σλάβων του Βορρά, αλλά και των Χαζάρων που βρίσκονταν στα ανατολικά τους. Αυτό θα ήταν επίσης ωφέλιμο και από πολιτικής πλευράς· διότι ο Χριστιανισμός έφερε πάντοτε εξημέρωση ηθών και μέχρι ενός σημείου κατεύνασε τις επιθετικές διαθέσεις των βαρβάρων που δέχονταν.

Ο αυτοκράτορας και ο Φώτιος δεν μπορούσαν να βρουν άλλον πιο κατάλληλο από τον Κωνσταντίνο. Αυτός, αν και είχε επιστρέψει από την αποστολή του στους Άραβες μόλις πριν από μικρό χρονικό διάστημα, δέχτηκε χωρίς δισταγμό την εντολή, και πήρε μαζί του τον Μεθόδιο, ο οποίος φαίνεται ότι τον είχε ακολουθήσει από τον Όλυμπο στην πρωτεύουσα. Ο Μεθόδιος ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Κωνσταντίνο, αλλά υποτάχθηκε σε εκείνον, επειδή ήταν πιο αρμόδιος για την ιεραποστολή. Αυτός εργαζόταν περισσότερο με την προσευχή, εκείνος με το λόγο. Αλλά αργότερα έγινε και αυτός πολύ ικανός οργανωτής.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος πήγαν με πλοίο στη Χερσώνα της Κριμαίας. Το καθεστώς της Κριμαίας ήταν πολύ ρευστό: ανατολικά τους κυριαρχούσαν οι Χαζάροι, βόρεια οι Ρώσοι και δυτικά οι Ούγγροι, ενώ ομάδες αυτών των φύλων κατοικούσαν και μέσα στη Χερσόνησο. Είχαν απομείνει εκεί επίσης αρκετοί Έλληνες κάτοικοι και μερικοί μοναχοί.

Μία ημέρα, κατά την οποία οι ιεραπόστολοι βρίσκονταν σε ένα ελληνικό μοναστήρι και τελούσαν λειτουργία, επιτέθηκε πλήθος Ούγγρων, έτοιμο να τους κατασπαράξει. Οι αδελφοί δεν ταράχτηκαν καθόλου. Είπαν μόνο το «Κύριε ελέησον» και συνέχισαν τη λειτουργία. Όταν οι επιδρομείς είδαν ότι δε φοβούνται, έμειναν έκπληκτοι και δεν τους πείραξαν.

Στην Κριμαία ο Κωνσταντίνος έδωσε δείγματα της επίδοσής του σε γλωσσικά και μεταφραστικά έργα. Συνάντησε μορφωμένους ραββίνους και κοντά τους είχε την ευκαιρία να βελτιώσει τις γνώσεις του στην εβραϊκή γλώσσα. Εκεί μετέφρασε και την εβραϊκή γραμματική, η οποία τώρα για πρώτη φορά κάνει την εμφάνισή της. Συνάντησε, επίσης, γέροντα Σαμαρείτη, που του έδειξε τη βίβλο της κοινότητάς του, δηλαδή τη σαμαρειτική Πεντάτευχο, την οποία αυτός κατόρθωσε να διαβάσει.
Μεταξύ των Ρώσων βρήκε περικοπές των Ευαγγελίων και των Ψαλμών μεταφρασμένες στη σλαβική γλώσσα με συριακούς χαρακτήρες. Τότε για ακόμη μία φορά κατάλαβαν ότι χρειαζόταν καινούριο αλφάβητο, ικανό να αποδώσει όλους τους φθόγγους της σλαβικής γλώσσας.

Πριν προχωρήσουν ανατολικά, ανέσυραν από τη θάλασσα το λείψανο του Αγίου Κλήμη, επισκόπου Ρώμης. Σύμφωνα με παλιά παράδοση, ο Κλήμης είχε εξοριστεί στη Χερσώνα το 100 μ.Χ. και οι δεσμώτες του τον είχαν ρίξει στη θάλασσα δένοντας στο λαιμό του μία πέτρα. Οι αδελφοί πήγαν τα λείψανα στο ναό της Χερσώνας και πήραν μαζί τους μέρος από αυτά, το οποίο μετέφεραν αργότερα στη Ρώμη. Ο Κωνσταντίνος έγραψε προς τιμή του Κλήμη Βίο, Λόγο Πανηγυρικό και Ύμνους.
Τα αποτελέσματα αυτής της αποστολής υπήρξαν σπουδαία. Δεν προχώρησαν στο εσωτερικό της χώρας των Ρώσων, αλλά ήρθαν σε επαφή με εκπροσώπους τους στην Κριμαία και σε περιοχές βόρεια της πόλης. Οι Ρώσοι επέτρεπαν πλέον ελεύθερα στους ιεραποστόλους να εισέρχονται στη χώρα τους και δέχτηκαν επίσκοπο. Έτσι, τέθηκαν γερές βάσεις για τον ολοκληρωτικό εκχριστιανισμό της αχανούς χώρας τους κατά τον επόμενο αιώνα.

Αποστολή στη Χαζαρία

Μετά από πολύμηνη διαμονή στην Κριμαία οι ιεραπόστολοι πήγαν στη Χαζαρία. Εκείνη ακριβώς την εποχή ο ηγεμόνας των Χαζάρων ζήτησε με αντιπροσωπεία την αποστολή στη χώρα του, για να αποδείξει την υπεροχή του Χριστιανισμού έναντι της ιουδαϊκής και της μωαμεθανικής θρησκείας, ώστε να τον δεχτεί ο λαός του.
Οι δύο αδελφοί είχαν πάρει εντολή να επισκεφτούν και τη χώρα του. Οι Χαζάροι, φύλο της τουρκικής οικογένειας, κατείχαν τότε την περιοχή από την Κριμαία μέχρι τον Κάτω Βόλγα και από τον Εύξεινο μέχρι την Κασπία. Είχαν εκπολιτιστεί σε μεγαλύτερο βαθμό από τα άλλα τουρκικά φύλα και η χώρα τους ήταν πόλος έλξης για Έλληνες, Άραβες και Ιουδαίους εμπόρους.

Διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με του Βυζαντινούς από τον έβδομο (Ζ’) αιώνα. Ο Ιουστινιανός ο Β’ κατέφυγε εκεί και παντρεύτηκε μία από τις κόρες του ηγεμόνα τους, του Χαγάνου. Μετά από λίγες δεκαετίες η κόρη άλλου Χαγάνου, η Ειρήνη, έγινε σύζυγος του Κωνσταντίνου του Ε’. Τώρα οι ηγεμόνες τους αισθάνονταν την ανάγκη να συνδεθούν στενότερα με αυτούς. Ένα μέσο ήταν να δεχτούν τη χριστιανική θρησκεία. Πίστευαν σε ένα Θεό, προφανώς ως έμμεση επίδραση από τον Χριστιανισμό. Ήδη όμως μεταξύ του λαού είχε αρχίσει η διάδοση του Ιουδαϊσμού και του Μωαμεθανισμού. Ό,τι έχανε η ειδωλολατρία το κέρδιζαν αυτοί. Ήταν, λοιπόν, επείγουσα η ανάγκη της αντίδρασης.

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος έφυγαν από τη Χερσώνα με πλοίο και αποβιβάστηκαν στις ανατολικές ακτές του Εύξεινου. Πρωτεύουσα της Χαζαρίας ήταν η Ίτιλ, αλλά ο Χαγάνος έμενε άλλοτε και στη Σάρκελ, πόλη κοντά στον Εύξεινο, την οποία είχαν κτίσει βυζαντινοί αρχιτέκτονες.

Στο τραπέζι του Χαγάνου έγιναν διαδοχικές συζητήσεις με εκπροσώπους πρώτα του Ιουδαϊσμού, έπειτα και του Μωαμεθανισμού, τους οποίους και κατατρόπωσαν. Προκλήθηκε μεγάλη εντύπωση. Διακόσιοι επίσημοι άντρες βαπτίστηκαν αμέσως από τους ιεραποστόλους και άλλοι δήλωσαν ότι θα τους μιμηθούν αργότερα. Το ίδιο δήλωσε και ο Χαγάνος με επιστολή του προς τον αυτοκράτορα.
Οι ιεραπόστολοι επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη πάλι δια μέσου της Χερσώνας.

Τέλος των Αγίων

Ο Κύριλλος πέθανε το Φεβρουάριο του 869 στη Ρώμη. Ετάφη με τιμές στον προσωπικό τάφο του Πάπα Avδριανού τoυ Β’, ενώ αργότερα μετακινήθηκε στη βασιλική του Αγίου Κλεμεντίνου στη Ρώμη, όπου και σήμερα φυλάσσονται τα λείψανά του.
Το χριστιανικό διαφωτιστικό και αποστολικό έργο συνεχίζει ο μεγαλύτερός του αδελφός Μεθόδιος, ο οποίος απεβίωσε στις 6 Απριλίου 885 ως επίσκοπος Μοραβίας.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/άγιοι-κύριλλος-και-μεθόδιος-οι-ισαπόσ/