Το ρωμαϊκό πολίτευμα με τη μορφή που είχε στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί δημοκρατικό. Όπως και πριν, κατά τον 5ο και τον 4ο π.Χ. αιώνα, η διαχείριση των κοινών ήταν αποκλειστικό προνόμιο μιας ομάδας παλαιών οικογενειών, οι οποίες διέθεταν πλούτο και χωρίς σχεδόν καμιά εξαίρεση προέρχονταν από την παραδοσιακή αριστοκρατική τάξη των πατρικίων. Σύμφωνα βέβαια με τους νόμους του Λικίνιου, που θεσπίστηκαν το 376π.Χ., κάθε πολίτης μπορούσε, θεωρητικά τουλάχιστον, να εκλεγεί ύπατος, ενώ ορισμένα νομοθετικά μέτρα που ακολούθησαν έδωσαν και στους πληβείους το δικαίωμα να καταλαμβάνουν οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα, όπως ακριβώς και οι πατρίκιοι. Ωστόσο ο λαός εξακολουθούσε να εκλέγει τους ηγέτες του μέσα από ένα στενό κύκλο ορισμένων οικογενειών. Οι άρχοντες, ύστερα από τη λήξη της θητείας τους γίνονταν μέλη της Συγκλήτου.

Η συμπεριφορά αυτή των εκλογέων οφειλόταν κυρίως στη δύναμη της συνήθειας, δικαιολογείται όμως επίσης και από τη γενική αντίληψη πως πείρα και ειδικές γνώσεις είναι απαραίτητες για τη διακυβέρνηση του κράτους. Τις ιδιότητες αυτές που έλειπαν από τον κοινό πολίτη είχαν αποκτήσει με την πάροδο του χρόνου τα μέλη των μεγάλων οικογενειών. Εξάλλου, η υπηρεσία στα κοινά δεν ήταν έμμισθη, γεγονός που εμπόδιζε τους μη εύπορους πολίτες να αναλαμβάνουν δημόσια αξιώματα.

Θεωρούνταν πολύ σημαντικό η κάθε ισχυρή οικογένεια να περιστοιχίζεται από μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι συνδέονταν μαζί της με παραδοσιακούς δεσμούς. Οι «πελάτες», και αν ακόμη γίνονταν ελεύθεροι και αποκτούσαν έγγειο ιδιοκτησία, εξακολουθούσαν να διατηρούν τους θρησκευτικούς και νομικούς δεσμούς, που τους ένωναν με τον παλιό κύριο τους. Και τα δυο μέρη εκτιμούσαν πολύ αυτόν τον δεσμό και στη λαϊκή συνέλευση ο «πελάτης» ψήφιζε φυσικά τον «πάτρωνά» του ή τους υποψηφίους που αυτός υποστήριζε. Όσο αυξανόταν η επιρροή που ασκούσαν οι μεγάλες οικογένειες, τόσο μεγάλωνε και ο αριθμός των πελατών τους. Άλλωστε οι φτωχότεροι πολίτες αγωνίζονταν γι΄ αυτή την τιμή, να συμπεριληφθούν δηλαδή στην πελατεία ενός πλούσιου και ισχυρού οίκου, και αυτό γιατί μια τέτοια θέση τους εξασφάλιζε υποστήριξη και βοήθεια στις δύσκολες ώρες της ζωής τους.

Το ρωμαϊκό πολίτευμα: Η Σύγκλητος και ο λαός

Η Σύγκλητος ήταν το συμβουλευτικό σώμα που πλαισίωνε τους υπάτους, τους ανώτερους άρχοντες μετά την κατάργηση της βασιλείας το 508π.Χ. Στην πρώιμη ιστορία του ρωμαϊκού κράτους εκπροσωπούσε μια ομάδα ισχυρών οικογενειών. Τον χαρακτήρα αυτόν διατήρησε και κατά τη διάρκεια του 4ου π.Χ. αιώνα. Ο αριθμός των μελών της Συγκλήτου ανερχόταν κανονικά σε 300 και αρχικά την ένταξη τους έκαναν οι ύπατοι, αργότερα οι τιμητές. Οι συγκλητικοί ήταν ισόβιοι. Δεν υπήρχαν κανόνες ή νόμοι που να καθορίζουν ον διορισμό των συγκλητικών. Σταδιακά όμως καθιερώθηκε, όλοι οι άρχοντες, ύστερα από τη λήξη της θητεία τους να γίνονται αυτομάτως μέλη της Συγκλήτου εκτός αν συνέτρεχε κάποιος σοβαρός λόγος για τον αποκλεισμό τους. Έτσι η Σύγκλητος κατέληξε να εκπροσωπεί το σύνολο των πολιτών, τυπικά τουλάχιστον.

Η τεράστια αυτή σημασία που απέκτησε η Σύγκλητος στη δημόσια ζωή της Ρώμης δεν βασιζόταν τόσο σε δικαιώματα που της έδινε το πολίτευμα, όσο στη συνήθεια. Οι άγραφοι πολιτειακοί θεσμοί της πόλης διασφάλιζαν απλώς την ύπαρξη της Συγκλήτου με το να την καθιστούν πηγή και επόπτη της εξουσίας των αρχόντων. Σε περίπτωση που οι δύο ύπατοι πέθαιαν ή συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι, η εξουσία «επέστρεφε στους Πατέρες», δηλαδή στη Σύγκλητο. Η Σύγκλητος τότε εξέλεγε από τα μέλη της έναν interrex, επιφορτίζοντας τον με την εντολή να συγκαλέσει τη λαϊκή συνέλευση για την εκλογή των νέων υπάτων. Η Σύγκλητος συνεδρίαζε μόνο ύστερα από απόφαση ενός υπάτου, και τότε πάλι η συζήτηση και η ψηφοφορία αφορούσαν διάφορα μέτρα που αυτός πρότεινε. Εξάλλου οι αποφάσεις της Συγκλήτου δεν ήταν δεσμευτικές για τον Πρόεδρό της.

Ωστόσο η σπουδαιότητα και η επιρροή του σώματος ήταν τέτοιες ώστε οι ύπατοι διαρκώς ζητούσαν τη γνώμη των συγκλητικών, σχεδόν πάντα ακολουθούσαν τη «συμβουλή» τους και σπάνια έφεραν στη λαϊκή συνέλευση κάποια πρόταση που δεν είχε προηγουμένως εγκριθεί από την Σύγκλητο. Η Σύγκλητος αποτελούσε τον αληθινό κυρίαρχο στη Ρώμη. Οι ύπατοι και οι άλλοι άρχοντες ήταν εκτελετικά της όργανα. Και αυτό οφειλόταν εν μέρει στον βαθύ σεβασμό που έτρεφε ο λαός προς τη Σύγκλητο, και εν μέρει στο γεγονός ότι η Σύγκλητος ασκούσε αδιάκοπα την εξουσία, ενώ αντίθετα οι ύπατοι είχαν μονομερή θητεία. Σημασία είχε ότι ύπατοι και συγκλητικοί ανήκαν στην ίδια τάξη. Ούτε εφικτό ούτε σύμφορο θα ήταν για έναν ύπατο να έρθει σε αντίθεση με τη Σύγκλητο.

Ξεχωριστή θέση είχαν επίσης οι ομάδες (collegia) των ιερέων. Οι παραχωρήσεις που έκαναν οι πατρίκιοι στους πληβείους σχετικά με την κατάληψη των «κοσμικών» αξιωμάτων ίσχυαν για την εισδοχή στα θρησκευτικά σώματα: όλοι οι πολίτες μπορούσαν να γίνουν δεκτοί στα collegia ή τουλάχιστον στα περισσότερα από αυτά. Ολοένα και περισσότερο το κράτος συγκέντρωνε τη θρησκευτική ζωή κάτω από τον έλεγχο του, όπως και την οικονομική και πολιτική δραστηριότητα. Ο χαρακτήρας της σχέσης των πολιτών με τους θεούς ήταν αυστηρά καθορισμένος, ενώ παράλληλα είχαν θεσπισθεί κανόνες που ρύθμιζαν με ακρίβεια την επικοινωνία των ανθρώπων με τις ουράνιες δυνάμεις, επικοινωνία που γινόταν με τη μεσολάβηση ειδικών θρησκευτικών αρχόντων.

Το ρωμαϊκό πολίτευμα
Φανταστική αναπαράσταση συνέλευσης πληβείων στην Αρχαία Ρώμη

Κατά τη διάρκεια του 5ου και του 4ου π..Χ αιώνα, τα κατώτερα στρώματα των πολιτών είχαν αποκτήσει το δικαίωμα να εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους, τους δημάρχους και να συγκαλούν δικές τους συνελεύσεις, στις οποίες δεν επιτρεπόταν να παρευρίσκονται πατρίκιοι. Οι δήμαρχοι αγωνίζονταν για τα δικαιώματα των πληβείων, ήταν απαραβίαστοι και μπορούσαν να ασκήσουν veto, για να ακυρωθεί απόφαση του άρχοντα. Είχαν επίσης την εξουσία να συγκαλούν συνελεύσεις των πληβείων και να προτείνουν για συζήτηση και ψήφιση μέτρα που αφορούσαν το σύνολο του κράτους και όχι μόνο τη τάξη τους. Τις αποφάσεις αυτές, τα plebiscita, τις κοινοποιούσαν κατόπιν στους άρχοντες. Το 287π.Χ. κατάφεραν τα plebiscita να έχουν ισχύ νόμου.

Στα τέλη του 4ουπ.Χ. αιώνα ή στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα η Ρώμη γίνεται ένα ισχυρό κράτος και εμφανίζεται στη πολιτική σκηνή του τότε πολιτισμένου κόσμου. Δεν ήταν απλώς μια ισχυρή, πλούσια και πολυάνθρωπη πόλη-κράτος, αλλά συγχρόνως και το κέντρο μια μεγάλης ομοσπονδίας φύλων και πόλεων της Ιταλίας. Από τώρα και στο εξής η Ρώμη δεν ενεργεί μόνο για λογαριασμό του λαού της, όταν επεμβαίνει στις διεθνείς υποθέσεις, εκπροσωπεί παράλληλα και μια ισχυρή συμμαχία, τα μέλη της οποίας είχαν αφομοιώσει, άλλα σε μεγαλύτερο, άλλα σε μικρότερο βαθμό, τα επιτεύγματα του πολιτισμού που την εποχή εκείνη είχε ευρύτατα διαδοθεί στη Μεσόγειο.

Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».