Τον 4οπ.Χ. αιώνα, η Ρώμη κλήθηκε να πολεμήσει με τους γείτονές της, Ετρούσκους, Ουόλσκους, Αικούους, Σαμνίτες, καθώς και με τους Λατίνους. Οι τελευταίοι προσπάθησαν να εξασφαλίσουν περισσότερα δικαιώματα και μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Τελικά τους νίκησε όλους και πλέον η κυριαρχία της Ρώμης στην ιταλική χερσόνησο ήταν σχεδόν ολοκληρωτική.

Η εισδοχή των Σαμνιτών και των Ετρούσκων στη ρωμαϊκή συμμαχία έγινε με τους ίδιους περίπου όρους με τους οποίους είχαν υπαχθεί στη συμμαχία και οι Λατίνοι. Με κάθε φύλο και κάθε πόλη η Ρώμη συνήψε χωριστή συνθήκη και δεν επέτρεπε σε κανέναν από αυτούς να συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία με άλλες δυνάμεις. Τα φύλα του Σαμνίου και της Ετρουρίας διατήρησαν την τοπική τους αυτοδιοίκηση, παράλληλα όμως υποχρεώθηκαν να δεχθούν το πολιτικό έλεγχο της Ρώμης. Εξακολουθούσαν να ζουν και να διοικούνται σύμφωνα με τα δικά τους έθιμα και νόμους, είχαν τους δικούς τους άρχοντες και ιερείς και τη δική τους γη. Όμως ο στρατός τους βρισκόταν υπό την πλήρη δικαιοδοσία της Ρώμης και σε περίπτωση πολέμου αποτελούσε τμήμα του ρωμαϊκού στρατού κάτω από την ανώτερη ηγεσία των Ρωμαίων υπάτων ή των αναπληρωτών τους, των πραιτόρων.

Στους νέους συμμάχους δείχθηκε λιγότερη εύνοια από ό,τι παλαιότερα στους Λατίνους. Μολονότι είχαν το δικαίωμα να αναπτύσσουν εμπορική δραστηριότητα μέσα στη Ρώμη και οι συναλλαγές τους αυτές προστατεύονταν από νόμους, από την άλλη μεριά με μεγάλη δυσκολία και πολύ σπάνια τους παραχωρούνταν το δικαίωμα να αποκτήσουν έγγειο ιδιοκτησία στη ρωμαϊκή επικράτεια. Δεν είχαν όλοι το conubium, το δικαίωμα δηλαδή να συνάπτουν σχέσεις γάμου με Ρωμαίους. Ακόμη και αν μετοικούσαν στη Ρώμη, δεν μπορούσαν να γίνουν Ρωμαίοι πολίτες χωρίς ειδική απόφαση της λαϊκής συνέλευσης.

Για να εξασφαλίσει την κυριαρχία της στην Ιταλία η Ρώμη χρησιμοποίησε τα εδάφη που είχαν εκκενωθεί από τους αντιπάλους της και είχαν γίνει κτήμα του ρωμαϊκού λαού. Σε αυτά εγκαταστάθηκαν ως νόμιμοι ιδιοκτήτες οι Ρωμαίοι πολίτες. Τα νέα εδάφη θεωρήθηκαν ότι ανήκουν στην πόλη Ρώμη και ενσωματώθηκαν στις γαίες των φυλών, στις οποίες είχε κατανεμηθεί η αρχική περιοχή της Ρώμης. Στις διάφορες θέσεις εφαρμόστηκαν διαφορετικές μέθοδοι αποικισμού. Στα νευραλγικότερα σημεία, στην παραλία που υπήρχαν καλά λιμάνια ή στο εσωτερικό της χώρας, εκεί που διασταυρώνονταν οι δρόμοι στρατιωτικής σημασίας, κτίστηκαν οχυρά και εγκαταστάθηκαν φρουρές. Αυτές αποτελούνταν από Ρωμαίους πολίτες, στους οποίους παραχωρήθηκαν για καλλιέργεια σημαντικές εκτάσεις δημόσιας γης. Τα κέντρα αυτά ονομάστηκαν ρωμαϊκές αποικίες.

Υπήρχαν επίσης πολλοί οχυρωμένοι οικισμοί, γνωστοί ως λατινικές αποικίες, όπου οι κάτοικοι ήταν εν μέρει Ρωμαίοι πολίτες, εν μέρει Λατίνοι. Τέλος, μεγάλα τμήματα από αυτά τα νεοαποκτημένα εδάφη μισθώθηκαν ή παραχωρήθηκαν οριστικά σε Ρωμαίους πολίτες, που έμεναν σε απομακρυσμένες μεταξύ τους αγροτικές κατοικίες. Οι έποικοι αυτοί από τη Ρώμη συγκεντρώνονταν σε ομάδες για την κοινή λατρεία των ρωμαϊκών θεών και για την ανταλλαγή των προϊόντων τους. Οι τόποι των συγκεντρώσεων τους, τα λεγόμενα conciliabula ή fora (αγορές), γνώρισαν σε σύντομο διάστημα αξιοσημείωτη ανάπτυξη: εγκαταστάθηκαν εκεί τεχνίτες και έμποροι με αποτέλεσμα οι απλές αγορές να εξελιχθούν σε οικισμούς αστικού τύπου.

Η κυριαρχία της Ρώμης στην ιταλική χερσόνησο
Φανταστική αναπαράσταση ρωμαϊκής αγοράς

Όταν η πολιτική επικυριαρχία της Ρώμης επεκτάθηκε ως τη νότια Ιταλία, οι ελληνικές πόλεις αντιμετώπισαν αναπόφευκτα το πρόβλημα αν έπρεπε ή όχι να τη δεχθούν. Ορισμένες πόλεις, όπως η Νεάπολη, δεν είχαν καμία δυνατότητα επιλογής εκτός από την υποταγή και την προσχώρηση στη ρωμαϊκή συμμαχία. Οι Έλληνες της Σικελίας δεν μπορούσαν να τους προσφέρουν βοήθεια. Για μια στιγμή βέβαια φάνηκε πως υπήρχε και πάλι η προοπτική να ενωθεί η Σικελία και να αποκτήσει δύναμη, όπως είχε συμβεί στην εποχή του Διονυσίου. Ο Αγαθοκλής, τύραννος των Συρακουσών άρχισε μια επιτυχή εκστρατεία εναντίον των Καρχηδονίων και εδραίωσε την εξουσία του στην ανατολική Σικελία. Προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του και στη νότια Ιταλία. Σημείωσε κάποιες επιτυχίες, αλλά ο θάνατός του το 289π.Χ. έθεσε τέρμα στην επιτυχή δραστηριότητά του και άνοιξε τον δρόμο για τους Ρωμαίους να επέμβουν στο Νότο.

Οι Ρωμαίοι αφού κατανίκησαν όχι μόνο τους Ταραντίνους και τους συμμάχους τους, Λουκανούς και Βρουττίους, αλλά ακόμη και τον Πύρρο, τον βασιλιά της Ηπείρου που κλήθηκε για βοήθεια. Ο τελευταίος συγκρούστηκε τρεις φορές με τους Ρωμαίους. Οι δύο πρώτες ήταν νικηφόρες, την τρίτη φορά, το 275π.Χ., όμως, νικήθηκε και αναγκάστηκε να φύγει από την Ιταλία και να εγκαταλείψει τον Τάραντα στην τύχη του.

Έτσι ολοκληρώθηκε η ενοποίηση της ιταλικής χερσονήσου κάτω από τη κυριαρχία της Ρώμης. Μόνο οι Λουκανοί και οι Βρόττιοι διατήρησαν για λίγο καιρό ακόμη την ανεξαρτησία τους. Το υπόλοιπο τμήμα του Σαμνίου υποτάχθηκε τελικά στη Ρώμη και οι κάτοικοι έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών τους. Ζήτημα χρόνου ήταν τώρα και η υποταγή των Γαλατών στο Βορρά -μολονότι για να πραγματοποιηθεί απαιτήθηκαν πολυδάπανες και επίπονες επιχειρήσεις.

Τώρα η Ρώμη ήταν το μεγαλύτερο σε έκταση και ισχυρότερο σε συνοχή κράτος της Δύσης. Η ρωμαϊκή συμμαχία κατείχε έκταση περίπου 50.000 τετραγωνικά μίλια (130.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα) της ιταλικής χερσονήσου, από τον Ρουβικώνα στον Βορρά ως τα Στενά της Μεσσήνης στο Νότο, ενώ ο πληθυσμός της έφθανε τα 4.000.000. Μόνο το 1/5 με το 1/4 κατοικούνταν από Ρωμαίους πολίτες. Όμως σε πολιτικά ζητήματα και σε περίπτωση πολέμου ολόκληρη η συμμαχία ενεργούσε ενιαία, κάτω από τον έλεγχο του λαού, της Συγκλήτου και των αρχόντων της Ρώμης.

Η επιτυχία της Ρώμης στον αγώνα για την πολιτική επικυριαρχία μέσα στην Ιταλία οφείλεται αναμφίβολα στη σύνεση με την οποία η ηγεσία της χειριζόταν τα δημόσια πράγματα και τις σταθερές βάσεις του πολιτειακού της καθεστώτος. Το σώμα των Ρωμαίων πολιτών, το οποίο αυξανόταν διαρκώς σε αριθμό αποκτώντας παράλληλα μεγαλύτερη συνοχή, ήταν το θεμέλιο του κοινωνικού και πολιτειακού της συστήματος.

Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».