Όταν οι ελίτ και οι ευγενείς αποπειρώνταν να αναμειχθούν στις υποθέσεις του κράτους, βρίσκονταν πάντα σε μειονεκτική θέση, καθώς η εξουσία τους είχε εξ ορισμού τοπικήν και όχι εθνική βάση. Αυτός ήτα ένας παράγοντας, που τον εκμεταλλεύονταν στο έπακτο οι ηγεμόνες. Οι κυβερνήσεις μπορούσαν να αισθάνονταν ασφαλείς, όσο δεν συνασπίζονταν οι ευγενείς τους. Χάρη στις διχόνοιες στο εσωτερικό των ελίτ το κράτος ήταν σε θέση αργά και σταθερά να επεκτείνει την δικαιοδοσία του και να καλλιεργήσει εθνικής εμβέλειας δεσμούς πίστης προς τους ευγενείς.
Στις επαρχίες οι ελίτ αποτελούσαν ένα είδος βασιλίσκων. Από τους μεσαιωνικούς χρόνους οι ισχυρές οικογένειες κατείχαν μεγάλα φέουδα και ήλεγχαν την αγροτική ζωή της υπαίθρου. Οι φεουδαλικοί δεσμοί συγγένεις και επιρροής τους εξασφάλιζε μεγάλο αριθμό υποστηρικτών που στη Γαλλία ονομάζονταν fidélités. Όταν οι φεουδαλικοί δεσμοί άρχισαν να αποδυναμώνονται, άλλες μορφές δεσμών συσπείρωναν τους ευγενείς. Δεσμοί μεταξύ οικογενειών δομημένοι στη βάση οικογενενειακών και άλλων συμφερόντων δημιούργησαν ένα πλέγμα δικτύων «πελατείας» ή «πατρωνίας», που διέτρεχαν τη χωρά και έφταναν έως και εθνικό επίπεδο.

Στη Γαλλία ένας ανώτατος ευγενής μπορούσε να υπολογίζει σε τρεις κυρίως κατηγορίες «πελατών», ανθρώπων δηλαδή εξαρτώμενων από αυτόν. Αρχικά, ήταν τα μέλη του οίκου του, στη συνέχεια, ήταν αυτοί που μισθοδοτούνταν από τον ευγενή, για να τον υπηρετούν ως στρατιώτες, και τέλος ήταν οι πολυάριθμοι αξιωματούχοι και άλλοι που με κάποιο τρόπο σχετίζονταν με τις γαίες του και τα αξιώματά του. Όλοι αυτοί κατά μία έννοια του «ανήκαν» και ήταν πελάτες του.
Το σύστημα αυτό υπήρχε όχι μόνο στον χώρο των ευγενών αλλλά και στην πολυπληθή γραφειοκρατική τάξη της καθολικής Εκκλησίας και σε πολλές άρχουσες ολιγαρχίες. Ο πελάτης απολάμβανε εισοδήματος και προστασίας από τον πάτρωνα και σε αντάλλαγμα του όφειλε τη υποστήριξή του. Στις ολιγαρχίες και στις πόλεις-κράτη, όπως στην Ιταλία, τα πελατειακά δίκτυα δομούνταν πάνω σε δεσμούς συγγένειας και σε σχέση επιρροής. Πέραν των πελάτων ένας ευγενής μπορούσε μέσω γάμων, άσκησης επιρροής και αγοράς γης να δημιουργήσει μια σειρά δεσμών με άλλες προσωπικότητες τόσο στον εκκλησιαστικό όσο και στον κρατικό μηχανισμό, και, επομένως, έναν ισχυρό κύκλο πατρωνείας. Οι σύνθετοι αυτοί δεσμοί πάνω στην αμοιβαιότητα των εκατέρωθεν υλικών συμφερόντων χωρίς κάποια γραπτή επικύρωση.
Όταν κατέρρε, το σύστημα πατρωνείας απειλούσε με κοινωνική αναταραχή. Το 1575 ο υποκόμης του Turenne, νιώθοντας πως δεν απολάμβανε πλήρους υποστήριξης του πάτρωνά του François, δούκα του Alençon, εισέβαλε σε έναν χώρο όπου βρισκόταν ο δούκας με 300 ευγενείς και στρατιωτικούς ακολούθους και επίσημα δήλωσε τη δυσαρέσκειά του. Η λέξη «δυσαρεστημένος» χρησιμοποιούνταν κατά καιρούς στη Γαλλία για να περιγράψει αυτούς που επικαλούνταν το παραδοσιακό δικαίωμα αποκατάστασης της αδικίας που είχαν υποστεί. Η ίδια διαδικασία μπορούσε να λάβει χώρα και αντιστρόφως, προκειμένο να αποκατασταθεί η ειρήνη. Το 1595 ο νεαρός δούκας του Guise ήρθε να δηλώσει την υποταγή σταο βασιλιά Ερρίκο Δ΄και έφερε μαζί του «όσους φίλους μπορούσε να συγκετρώσει». Στη γλώσσα της πατρωνείας ένας «φίλος» ήταν ένα μέλος της φατρίας ή του πελατειακού δικτύου.
Πολλοί από τους δεσμούς μεταξύ των ευγενών δεν βασίζονταν σε φεουδαλικές ή υλικές δεσμεύσεις αλλά πολύ απλά στη φιλία και σε σχέσεις προσωπικές με εγγύηση την προσωπική τιμή. Στη Γαλλία οι ευγενείς στηρίζονταν στη υπόληψη τους προκειμένου να διαμορφώσουν συμμαχίες ή να επιτύχουν την ικανοποίηση κάποιας προσωπικής χάρης. Στην αλληλογραφία τους οι λέξεις «φίλος» και «υπηρέτης» καταδείκνυαν την αποδοχή της αμοιβαιότητας και των υποχρεώσεων των δύο μερών. Η ελίτ ασκούσε την εξουσία της όχι μέσω μιας κάθετα οργανωμένης ιεραρχίας, αλλά κυρίως μέσω ενός αριθμού δεσμών, τους οποίους αποδέχονταν ανώτεροι και κατώτεροι και απολάμβαναν συγκεκριμένων απολαβών. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι οριζόντια διαρθρωμένοι δεσμοί δημιουργούσαν πυρήνες υποστήριξης που δεν ήταν απλά τοπικοί αλλά εκτείνονταν σε ολόκληρες επαρχίες και πέραν αυτών.
Το πελατειακό σύστημα εξυπηρετούσε κυρίως στην αναπαραγωγή της εξουσίας των ελίτ, αλλά ρποτούσε επίσης να συμβάλλει στη άσκηση της κρατικής εξουσίας. Το 1656 ο επιιτετραμένος της Βουργουνδίας, μέλος της τοπικής ελίτ, έστειλε μια επιστολή στον καρδινάλιο Μαζαρίνο πληροφορώντας τον ότι «χρησιμοποιώ την υπόληψήμου, τη δική μλου και των φίλων και συγγνεών μου σε αυτήν την συνέλευση προκειμένου να ευοδωθούν οι στόχοι του βασιλιά». Ένα εθνικής κλίμακας σύστημα πατρωνίας συνέβαλλε κατά τον τρόπο αυτό στη ενίσχυση της εθνικής αλληλεγγύης. Οι πελατειακοί δεσμοί, οι δεσμοί συγγένειας και οι οικονομικοί δεσμοί ισοδυναμούσαν στην πράξη με ένα δίκτυο επιρροής και διαφθοράς. Η «διαφθορά», όμως, την περίοδο αυτή μπορεί να ειδωθεί ως μία δημιουργική συνιστώσα της πολιτικής ζωής. Η σύγχρονη διαφθορά παραπέμπει σε μια συνειδητή σύγχυση μεταξύ προσωπικού και δημοσίου συμφέροντος σε βάρος του τελευταίου.
Στην πρώιμη νεότερη Ευρώπη, αντίθετα, ήταν ακριβώς στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος που γινόταν χρήση των δωροδοκιών ή των πολιτικών πιέσεων προκειμένου να ενισχυθεί η κεντρική εξουσία. Οι ελίτ περιστασιακά έκαναν αντεπίθεση όπως στην Αγλία το 1701, όταν το Κοινοβούλιο, επικύρωσε ένα βραχύβιο ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο «κανένα άτομο που απολαμβάνει προσοδοφόρου κρατικού αξιώματος δεν θα πρέπει να συμμετέχει στο κοινοβουλευτικό σώμα».
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

