Στην πρώιμη νεότερη Ευρώπη τρία ήταν γενικά τα εναύσματα των εξεγέρσεων: οι κακές σοδειές, η υπερβολική φορολογία και οι συνέπειες της παρουσίας στρατευμάτων. Τα αίτια των λαϊκών εξεγέρσεων δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τα εναύσματα αυτά.
Η σιτοδεία δεν προκαλούσε πάντα αυτή καθαυτή ταραχές και δυσαρέσκεια στις πληθυσμούς οι κακές σοδειές ήταν ένα φαινόμενο κοινό και επαναλαμβομένο,και εφόσον τα λαϊκά στρώματα έβλεπαν ότι όλοι υπέφεραν από τον λιμό, τον αποδέχονταν με καρτερία. Μόνο όταν γινόταν σαφές ότι κάποιοι επωφελούνταν από τη γενική δοκιμασία του φτωχού πληθυσμού, εξεγείρονταν: στόχος των εξεγερμένων ήταν αυτοί που εξήγαν και απέκρυπταν τρόφιμα σε αποθήκες.
Η βαριά φορολογία αναδεικνύεται ως άμεση ή έμμεση αιτία σχεδόν όλων των εξεγέρσεων. στη Γαλλία εξαιτίας της εξωτερικής πολιτικής του Ρισελιέ τα φορολογικά βάρη τετραπλασιάστηκαν στην περίοδο 1620-1641. Παρόλο που οι φόροι αυτοί αποτελούσαν την αφορμή, δεν ήταν παρά το έναυσμα για την έκφραση μόνιμων αιτιών δυσαρέσκειας. Λίγες εξεγέρσεις μπορούν να θεωρηθούν πως περιορίζονταν σε οικονομικά αιτήματα. Η διαγωγή των στρατιωτών ήταν επίσης μια κοινότατη πηγή παραπόνων. Ο στρατωνισμός στρατευμάτων προκάλεσε τις αγροτικές εξεγέρσεις στην Καταλονία το 1640 και το 1688. Σε ορσιμένες περιπτώσεις οι στρατιώτες συνέβαλαν έμμεσα στις εξεγέρσεις.

Οι ηγέτες και οι εμπνευστές των εξεγερσεων αυτών προέρχονταν από τον χώρο των ελίτ της υπαίθρου και των τεχνιτών των πόλεων και, οι πλέον διακεκριμένοι από αυτούς, από την αριστοκρατία.Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς κοινό χαρακτηριστικό πολλών μεγάλων εξεγέρσεων ήταν το ότι, μετά την υπέρβαση ενός πρώτου σταδίου τοπικών διεκδικήσεων, αυτές εξαπλώνονταν μετατρεπόμενες σε ευρεία κινήματα, που αγκάλιαζαν όλες τις κοινωνικές τάξεις και τα κάθε είδους συμφέροντα τους. Συχνά οι εξεγερμένοι επέλεγαν τους ηγέτες από τις ανώτερες τάξεις: μόνο οι ευγενείς διέθεταν τις απαιτούμενες στρατιωτικές γνώσεις και μόνο αυτοί μπορούσαν προσδώσουν έναν βαθμό νομιμότητας μέσω του status τους στην υπόθεση των επαναστατών. Συμμέτοχοι στις εξεγέρσεις αυτές ήταν και πολλοί κληρικοί.
Ο ρόλος των αστικών κέντρων και της υπαίθρου στις εξεγέρσεις ποίκιλλε σημαντικά. Στην Ανατολική Ευρώπη η αγροτική οικονομία αποτελούσε τον καθοριστικό παράγοντα στη ζωή των ανθρώπων και των πόλεων, ενώ στη Δύση τα αστικά κέντρα και η αστική τάξη ή η αριστοκρατία, υπό τον έλεγχο των οποίων αυτές βρίσκονταν, είχαν αρχίσει να κυριαρχούν επί της υπαίθρου. Στην ανατολική Ευρώπη η υφή της κοινωνικής σύγκρουσης ήταν ριζικά διαφορετική: πηγή της επαναστατικής ορμής εκεί ήταν η ύπαιθρος και όχι οι πόλεις. Όταν τα πληβεία στρώματα εξεγέρθηκαν στην Ανατολή, ήταν υπό την ηγεσία ανθρώπων που είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή στην ύπαιθρο. Στη δύση τα ριζοσπαστικά κινήματα αναδύονταν στα αστικά κέντρα με έντονο το μεσοαστικό στοιχείο.
Οι λαϊκές ταραχές συχνά έχουν ιδωθεί ως σπασμωδικές και βραχύβιες, και συνεπώς, ως περιορισμένης πολιτικής βαρύτητας. Η διάρκεια των εξεγέρσεων εξαρτιόταν εν μέρει από τον βαθμό αλληλεγγύης που επικρατούσε στο εσωτερικό των τοπικών κοινοτήτων. Όπου οι κοινοτικές δομές ήταν ισχνές ή ακόμα και νομαδικές, οι αγροτικές εξεγέρσεις εκφυλίζονταν σε αψιμαχίες, που εύκολα μπορούσαν να κατασταλούν.
Η βία των εξεγέρσεων
Μια διαδεδομένη πλάνη σχετικά με τις εξεγέρσεις αυτές είναι πως ήταν αιματηρές. Ο Λούθηρος στιγμάτισε τους χωρικούς ως «δολοφόνους», η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ διαφορετική. Οι περισσότεροι επαναστάτες σέβονταν τόσο τη ζωή όσο και την περιουσία των άλλων. Η βία των εξεγέρσεων, όμως, ήταν πάρα ταύτα χαρακτηριστική. Πρώτιστος στόχος της εξέγερσης ήταν η επίτευξη δικαιοσύνης, και η δικαιοσύνη, επομένως, απονεμόταν με ένα πρωτόγονο και σχεδόν συμβολικό τρόπο σε αυτούς που είχαν διαπράξει κάποιο παράπτωμα και στους εχθρούς της κοινότητας.
Όλοι οι επαναστάτες κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να προσδώσουν νομιμότητα στην υπόθεσή τους. Μη διαθέτοντας ερείσματα για την εξουσία που ασκούσαν, τη θεμελίωναν με αναφορές στην ιστορία, το μύθο και το θείο. Αυτή η ψευδο-ιδεολογία συνοδευόταν και από την έκφραση νομιμοφροσύνης και πίστης προς τον βασιλιά. Τα περισσότερα κινήματα προσέφευγαν σε κάποιο μακρινό ηγεμόνα, παρακάμπτοντας τους τοπικούς αξιωματούχους. Σπάνια αμφισβητούσαν τη μοναρχία ως θεσμό. Εξαίρεση αποτελούν περιπτώσεις αγροτών επαναστατών του 16ου αιώνα που, στην αναφορά του ονόματος του βασιλιά δήλωναν: «Ποιος βασιλιάς; Εμείς είμαστε οι βασιλείς, αυτός για τον οποίο μιλάς δεν είναι παρά μια σβουνιά».
Μεσσίας
Μη διαθέτοντας κοσμική νομιμοποίηση, οι εξεγερμένοι προσέφευγαν στο θεό. Οι θρηκευτικοί ζηλωτές του γερμανικού Πολέμου των Χωρικών επιζητούσαν την έλευση του Βασιλείου των Ουρανών επί της Γης. Ο Captain Pouch στην εξέγερση των Midlands του 1607 δήλωνε πως «είχε σταλεί από τον Θεό, για να ικανοποιήσει τα αιτήματα όλων και πως σε αυτό το έργο του είχε οδηγό τον Κύριο».

Η εξουσία όμως πρέπει να θεμελιώνεται σε πράξεις και θαύματα. Αυτό είχε ως συνέπεια οι ηγέτες των εξεγερμένων να επενδύονται με υπερφυσικές κανότητες στα μάτια των οπαδών τους και σε ορισμένες περιπτώσεις να καλλιεργούν συνειδητά αυτήν την αύρα της μαγείας. Στην εξέγερση της Νορμανδίας υπήρχαν περισσότεροι του ενός μυστηριώδους Jean Nu-Pied: ένας ηγέτης γνωστός αλλά και άγνωστος, ένας αλλά και πολλοί, εδώ αλλά και παντού. Αυτή ήταν η συνειδητά καλλιεργημένη εικόνα που έκανε τον ηγέτη αυτό πανταχού παρόντα, ασύλληπτο, άτρωτο σε κάθε κίνδυνο, αθάνατο.
Ο Captain Pouch, πέραν από το γεγονός ότι μπορούσε να είναι πανταχού παρών, ήταν σε θέση να κάνει τους οπαδούς του άτρωτους: «γιατί είχε ένα δερμάτινο σακίδιο στο οποίο, όπως βεβαίωνε τους συντρόφους του, υπήρχε αρκετό υλικό ώστε να τους κάνει άτρωτους σε κάθε κίνδυνο, αλλά αργότερα όταν πιάστηκε και έψαξαν το σακίδιο του δεν βρήκαν τίποτα παρά μόνο ένα κομμάτι μουχλιασμένο τυρί».
Το ζητούμενο της ισότητας ήταν μια μόνιμη διάσταση των εξεγέρσεων αυτών. Το μήνυμα του εξισωτισμού δεν ήταν νέο, αλλά σε πολλές εξεγέρσειε αναδείχτηκε σε βασικό στοιχείο της επαναστατικής ρητορικής. Οι καταπιεστές τους, όμως, δεν πτοούνταν και η αισιοδοξία των εξεγερμένων ποτέ δεν απέφερε καρπούς. Το 1596 ο Batolomew Steere ανέφερε σε ένα φίλο τους πως «δεν χρειάζεται αν εργασετί αυτήν την υπέροχη χρονιά, καθώς σύντομα ένας ευτυχισμένος κόσμος θα γεννηθεί». Παρά τις χιλιαστικές αυτές ελπίδεε, αυτός ο νέος καλύτερος κόσμος μεταφερόταν όλο και περισσότερο στο μέλλον, μέχρι που τον προσπέρασε η άγρια πραματικότητα της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

