Οι λαϊκές μάζες των αστικών κέντρων και της υπαίθρου δεν αποτελούσαν μια ομοιογενή ομάδα. Υπήρχε σημαντική ετερογένεια στην κοινωνική θέση και στις συνθήκες ζωής τους και δεν θα ήταν χρήσιμο να κατηγοροποιηθούν ως μια ομάδα. Δεν υπήρχαν «κατώτερες τάξεις», αλλά ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών ομαδοποιήσεων με διακριτούς ρόλους. θα μπορούσαν να προσδιοριστούν με βάση την οικονομική τους λειτουργία: στην Ολλανδία, του 17ου αιώνα υπήρχαν μικρέμποροι, τεχνίτες, εργάτες γης, ναυτικοί και πολλοί άλλοι που εργάζονταν με αυτούς ή που δεν είχαν κάποιο σοβαρό επάγγελμα.
Οι γυναίκες είχαν και αυτές μία θέση σε αυτό το φάσμα αλλά πάντα έναν υποδεέστερο οικονομικό ρόλο. Ήδη από τον Μεσαίωνα φαίνεται πως αυτοί που εργάζονταν κατείχαν και μια κατώτερη θέση στη κλίμακα της κοινωνικής καταξίωσης. Είναι αδύνατον να προσδιοριστεί πότε αυτή η αρνητική διάκριση υιοθετήθηκε ευρέως. Τον 15ο αιώνα, η κυρίαρχη θεώρηση των εργαζομένων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ήταν αυτή του χυδαίου πλήθους, σαφώς διακριτό από τα αξιοσέβαστα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.
Η θεώρηση των εργαζομένων μαζών από τις υπόλοιπες τάξεις ήταν πολυεπίπεδη. Η απαξίωση της εργασίας ήταν συνήθως μια τεχνητή μορφή προκατάληψης, καλλιεργούμενη από τα ανώτερα στρώματα προκειμένου να νομιμοποιούν την αποκλειστικότητα της θέσης και των προνομίων τους. Κάθε βαθμίδα της ιεραρχικής αυτής κλίμακας διακήρυττε την περιφρόνησή της προς την αμέσως κατώτερη κοινωνική ομάδα. Οι κατώτερες ομάδες αυτής της ιεραρχίας, παρότι περιφρονητέες από τα ανώτερα στρώματα πίστευαν πως και αυτές με τη σειρά τους διέθεταν συγκεκριμένα πρότυπα και κάποιο status. Οι εργαζόμενοι επομένως μπορούσαν να απολαμβάνουν και αυτοί κάποιο status. Ο σεβασμός της κοινότητας δεν ήταν μόνο προνόμιο των ελίτ και της μεσαίας τάξης. Παρ΄όλο που οι ευγενείς επαίρονταν για την τιμή τους, η «τιμή» ή το ισοδύναμό της , η καλή «υπόληψη», θεωρούνταν ιδιότητα σεβαστή όλων των ανθρώπων.
Σε πολλές κοινότητες σημειώθηκαν περιοδικά απόπειρες διαμόρφωσης κάποιων κριτηρίων διάκρισης μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων, κάποιες φορές για λόγους δημοσιονομικούς και κάποιες άλλες για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, έτσι ώστε να γνωρίζει κάθε ομάδα το ρόλο που καλούνταν να παίξει. Στα αστικά κέντρα κρίσιμο ρόλο στον προσδιορισμό της κοινωνικής θέσης του ατόμου έπαιζαν οι επαγγελματικές ενώσεις ή συντεχνίες, που ήλεγχαν πλήθος εκφάνσεων της οικονομικής ζωής και παρείχαν μια μορφή αυτοσεβασμού σε όλους αυτούς που αδυνατούσαν να αναρριχηθούν στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας.
Οι τενχίτες απολάμβαναν μια ιδιαίτερης τιμής και κοινωνική θέση, ακριβώς επειδή ασκούσαν ένα εξειδικευμένο επάγγελμα, αλλά κυρίως επειδή ήταν οικονομικά «ελεύθεροι» και ανεξάρτητοι. Ήταν ουσιαστικά η «ελεύθερη» εργασία που τους παρείχε αξιοπρέπεια και μια αίσθηση προσωπικής τιμής, στοιχεία που τα αρνούνταν σε αυτούς που ασκούσαν κατώτερα επαγγέλματα.
Εκτός όμως από το status, ένας πολίτης μπορεί να επιθυμούσε να χαίρει και υπολήψεως. Ο όρος αυτός στους χώρους των ελίτ ήταν ταυτόσημος με την έννοια της τιμής. Η λέξη reputación, όπως χρησιμοποιούνταν από τον Φίλιππο Β΄της Ισπανίας, αναφερόταν ακόμα και στην τιμή ολόκληρου του ισπανικού έθνους. Σε καθημερινό επίπεδο ο όρος παρέπεμπε στην πιο περιορισμένη έννοια του σεβασμού που κάποιος έχαιρε στα πλαίσια της κοινότητας του.
Μια θετική διάσταση των σχέσεων στις προβιομηχανικές κοινωνίες ήταν η έννοια της συλλογικής ευημερίας και του «ανήκειν», μια αρνητική διάσταση, όμως, ήταν η απουσία ιδιωτικότητας. Οι γειτονιές δεν συνεπάγονταν απαραίτητα σχέσεις καλής γειτονίας και αλληλοϋποστήριξης. Οι άνθρωποι ήταν συνεχώς αντικείμενο παρατήρησης από τους γείτονες τους. Η υπόληψη που έχαιρε κάποιος προσδιόριζε και τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Η ορθή διαγωγή δεν ήταν ποτέ απλώς μια προσωπική επιλογή, ήταν ένα προαπαιτούμενο ππυ επιβαλλόταν από τα πρότυπα της κοινότητας, αξιολογούνταν πάντα σύμφωνα προς αυτά και ελεγχόταν σύμφωνα με τις εκάστοτε θρησκευτικές, έμφυλες ή οικονομικές συνιστώσες. Η ανάρμοστη διαγωγή με τη συνεπαγόμενη αμαύρωση της υπόληψης μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές προστριβές στο εσωτερικό των κοινοτήτων και συχνά οδηγούσε σε έξωση του ατομου από αυτές. Η παρουσία μιας γυναίκας με μορφή «μάγισσας» μπορεί να γινόταν ανεκτή επί σειρά ετών σε αγροτική κοινότητα, αλλά σε μια περίοδο αγροτικής κρίσης η γυναίκα αυτή συνειδητοποιούσε πως η απουσία της εκτίμησης της κοινότητας μπορούσε να έχει δυσμενείς συνέπειες για την ίδια.

Η απαξίωση της εργασίας συχνά διευρυνόταν για να συμπεριλάβει και τους αγρότες, μια στάση που στηλιτευόταν από τους περισσότερους συγγραφείς, οι οποίοι πίστευαν πως η καλλιέργεια της γης ήταν η πλέον φυσική και επομένως, η πλέον αξιοσέβαστη ανθρώπινη ενασχόληση. Ο πιο σημαντικός τομέας της οικονομίας πριν από την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού ήταν σαφώς η γεωργία, και αντίστοιχα το πολυπληθέστερο και πλέον ζωτικής σημασίας πληθυσμιακό στρώμα ήταν οι αγρότες. Η γεωργία ήταν η θεμέλια λίθος της οικονομίας, την κοινωνίας, του κράτους. Αντιστοίχως η αγροτική τάξη θεωρούνταν ο στυλοβάτης όλων των παραπάνω. Στην πιο γνωστή γερμανική γκραβούρα του 16ου αιώνα η κοινωνία αναπαρίσταται ως ένα δέντρο με τους αγρότες ως τις ρίζες τους και -μετά την αλληλοδιαδοχή από κλάδο σε κλάδο των κατώτερων και των ανωτέρων τάξων, του βασιλιά και του παπά- ίσως πιο σημαντικό, ως την κορωνίδα του δέντρου.
Ο Αδάμ ήταν ο πρώτος αγρότης: όλοι οι άνθρωποι, επομένως, συμπεριλαμβανομένων των ευγενών, ήταν απόγονοι αγροτών. Η θεώρηση αυτή δεν διέθετε κάποια χροιά επαναστατική αντίθετα ήταν τετριμμένη. Στον αγρότη αποδίδονται αρετές της φιλοπονίας, της εγκαρτέρησης, της υπακοής, της αίσθησης του καθήκοντος και της θρησκευτικής ευλάβειας που κάθε χριστιανός ιερέας εκθείαζε από τον άμβωνα. Ο αγρότης παρέμενε αμόλυντος από τα αμαρτήματα των αστών, από το κυνήγι του κέρδους. Αντιπροσώπευε μια αυτοτελή οντότητα, που δεν ζούσε εις βάρος κάποιων άλλων, με το βλέμμα πάντα στραμμένο στο θεό. Από αυτά τουλάχιστον είχε στοιχειοποιηθεί ο αντίστοιχος μύθος, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν μια αθώα κατασκευή, καθώς διαμόρφωνε τις προκαταλήψεις του χριστιανικού κόσμου επί σειρά ετών.
Στην οικονομική ζωή η αποδοχή της αγροτικής οικονομίας της αυτάρκειας ως φυσικής και του εμπορίου, ιδιαίτερα του εμπορίου με στόχο το κέρδος ως απορριπτέου είχε μια σταθερά ανασχετική επίδραση. Κοινωνικές ομάδες που δεν ενεργοποιούνταν στον χώρο της γεωργίας εξοστρακίζονταν ως οικονομικά παράσιτα που αρνούνταν να λερώσουν τα χέρια τους ασκώντας πραγματική εργασία.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

