Οι ευγενείς αρχικά είχαν μονοπωλήσει τον στρατιωτικό τομέα. Από τον 16ο αιώνα, όμως, και εξής ήλεγχαν και τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους. Τους ανήκαν καλλιεργήσιμες γαίες, δάση, ακτές και τμήματα ποταμών. Η οικονομική τους ισχύς ήταν πολύ μεγάλη, αλλά ταυτόχρονα έτειναν να περιφρονούν τους νεόπλουτους και αυτούς που πρόσφατα είχαν αναρριχηθεί στην κοινωνική κλίμακα.

Ο ευγενής της Ferrara, Cardo, παρατηρεί ότι «ο κληρονομικός πλούτος είναι πιο ευγενής του νεοαποκτηθέντος, αν ληφθούν υπόψιν οι απεχθείς μέθοδοι που απαιτούνται για την απόκτησή του». Σχόλια σαν αυτό αποτελούν έκφραση μιας ευρύτερης τάσης του 16ου αιώνα υπέρ των αρχών της κληρονομικότητας και της εξ αίματος καταγωγής και ενάντια στην είσοδο στους κόλπους της αριστοκρατίας αυτοδημιούργητων ανδρών.

Εφόσον η νέα αυτή σύλληψη της «αριστοκρατίας του αίματος» περιοριζόταν κυρίως στις λατινόφωνες χώρες, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι προκαταλήψεις κατά του πλούτου που είχε αποκτηθεί με την εργασία ήταν ισχυρότερες σε αυτό το χώρο, προκαταλήψεις που, όμως, δεν τις μοιράζονταν όλοι. Στην Ισπανία οι ευκαιρίες για εμπορικές και βιομηχανικές δραστηριότητες που δημούργησε η εριουργία και τα νέα πλούτη που εισέρρεαν από την αμερικανική ήπειρο άμβλυναν τους τυχόν ενδοιασμούς του είδους.

Δύο κυρίως παράγοντες συνέβαλαν στην άμβλυνση των προκαταλήψεων και της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εγγενών. Ο πρώτος και πλέον σημαντικός ήταν η σφοδρή επιθυμία των μελών της αυτοδημιούργητης Ελίτ να συνεχίσουν να συμμετέχουν στο εμπόριο και μετά την κοινωνική τους άνοδο. Ο δεύτερος ήταν η πρόθεση του κράτους να παροχετεύσει τον σημαντικό πλούτο των ευγενών στο εμπόριο και τη βιομηχανία.

Οι ευγενείς επιχειρηματίες

Στη Γαλλία το 1566 επιτράπηκε από το βασιλιά στα μέλη της ελίτ της Μασσαλίας να διαθέτουν τίτλο ευγενείας και να δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα στον εμπορικό τομέα. Το 1607 το βασιλικό συμβούλιο πληροφόρησε τους εμπόρους της Λιόν ότι «ο βασιλιάς επιθυμεί να απολαμβάνουν πλήρως και ελευθέρως τα προνόμια της αριστοκρατίας, σαν να είναι ευγενείς με αρχαία καταγωγή και ότι μπορούν να συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στο εμπόριο και τις επιχειρήσεις». Στον Κώδικα Michaud (1629), που συντάχθηκε από τον καρδινάλιο Armand Jean du Plessis de Richelieu και τον φύλακα των σφραγίδων Michel de Marillac, διακηρύσσεται ότι «όλοι οι ευγενείς που εμμέσως ή αμέσως αποκτούν μετοχές σε πλοία και στο φορτίο τους δεν στερούνται της αριστοκρατικής τους θέσης», όροι που επαναλαμβάνονται και σε διάταγμα του 1669.

Σε άλλες χώρες της Ευρώπης η αντίσταση στην επιχειρηματική δραστηριοποίηση των ευγενών ήταν τόσο περιορισμένη που συναντούμε παντού ευγενείς δραστήριους στη βιομηχανική και εμπορική σφαίρα. Συνήθως οι ευγενείς ήταν κάτοχοι γαιών και οι γαίες αυτές παρήγαν μεταλλεύματα, άνθρακα, μέταλλα, ξυλεία και άλλα παρόμοια είδη, και επομένως ήταν λογικό ο ευγενής να επενδύσει στην παραγωγή τους. Το εμπόριο, ιδιαίτερα το υπερπόντιο, δεν αποτελούσε πάντα την πρώτη επιλογή για κάποιον που διέθετε μια κερδοφόρα επιχείρηση στις γαίες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας ευγενής βιομήχανος απέφευγε την ανάμειξη με το εμπόριο, καθώς πολλοί βιομήχανοι στρέφονταν προς τις χρηματιστικές και εξαγωγικές δραστηριότητες.

Δεν ήταν, όμως, όλοι οι ευγενείς αναμεμειγμένοι στον επιχειρηματικό τομέα: κάποιοι απλά παρείχαν το όνομά τους. Κανείς ευγενής δεν στηριζόταν αποκλειστικά στη βιομηχανία για την εξασφάλιση των εισοδημάτων του. Τα μεγαλύτερα κέρδη συνέχιζαν να προέρχονται από τη γη και ήταν κυρίως στον τομέα της αστικής ανοικοδόμησης και στην αποξήρανση των ελών που στράφηκαν οι ευγενείς μετά το 1600. Εν γένει, όμως, η συμμετοχή τους στον επιχειρηματικό τομέα ήταν εξαιρετικά σημαντική. Η ανώτερη αριστοκρατία έφερε σε πέρας ένα ρόλο που καμία άλλη τάξη, ούτε η κατώτερη αριστοκρατία ούτε η τάξη των εμπόρων, δεν μπορούσε να διεκπεραιώσει. Διακινδύνευαν τα κεφάλαιά τους σε βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις που οδήγησαν στην οικονομική καταστροφή πολλούς από αυτούς, αλλά επίσης συνέβαλαν στο να ανοίξει ο δρόμος για την μεταγενέστερη επένδυση κεφαλαίων από άλλες τάξεις στον τομέα αυτό.

Η αριστοκρατία στον επιχειρηματικό τομέα δεν λειτούργησε κατ΄ ανάγκη προοδευτικά. Στη κεντρική και ανατολική Ευρώπη η είσοδος των αριστοκρατών στις επιχειρήσεις παρεμπόδισε την ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης εμπορικής τάξης και σε ορισμένες πόλεις εξάλειψε το ήδη υπάρχον εμπορικό στρώμα. Ο έλεγχος κεφαλαίων από τις φεουδαλικές τάξεις εμπόδισε την ανάδυση μιας ισχυρής μέσης ελίτ και η ανάδυση των γαιοκτημόνων ευγνεών εμπόρων οδήγησε στην παρακμή των αστικών κέντρων. Μόνο σε αυτές τις χώρες όπου οι κεφαλαιούχες τάξεις -ευγενείς και αστοί- συνεργάστηκαν στην κατεύθυνση μιας δημιουργικής ανάπτυξης μπορεί η συνεισφορά των ευγενών να κριθεί εποικοδομητική.

Τέλος, οι θετικές πλευρές της επένδυσης κεφαλαίων από τους ευγενείς δεν θα πρέπει να υπερεκτινηθούν: ιδιαίτερα στη δυτική Ευρώπη ο κύρος όγκος του πλούτου των ευγενών ήταν δεσμευμένος σε ένα μόνο περιουσιακό στοιχείο, τη γη, και η ενασχόλησε με άλλους παραγωγικούς τομείς δεν μπορούσε να απορροφήσει παρά μικρό μόνο μέρος του διαθέσιμου κεφαλαίου.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».