Η Ρώμη αφού μετέβαλε την παλιά της αντίπαλο σε σύμμαχο και υποτελή, κάνει τώρα την εμφάνισή της στην οικογένεια των ελληνιστικών κρατών, τα οποία είχαν δημιουργηθεί μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και από τα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα διατηρούσαν κάποια ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολή. Οι Ρωμαίοι υποχρεώθηκαν να αναμειχθούν στα πράγματα αυτού του χώρου και να παίξουν μεγάλο και αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξή τους. Γιατί βέβαια άμεσα και ζωτικά συμφέροντα στην Ανατολή η Ρώμη δεν είχε, ούτε χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου από τα ελληνιστικά κράτη για να στερεώσει την ηγεμονία της στην Ιταλία και τη Δύση.
Οι ίδιες οι ενέργειες της δεν προδίδουν επεκτατικές τάσεις, με άλλα λόγια δεν αφήνουν να διαφανεί μια συγκεκριμένη φιλοδοξία της να ιδρύσει κοσμοκρατορία, όμοια με το κράτος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τέτοιες βλέψεις δεν μπορούμε να αποδώσουμε ούτε σε μεμονωμένους πολιτικούς της Ρώμης, πολύ λιγότερο πιθανή φαίνεται η άποψη πως την πολιτική της Συγκλήτου και της λαϊκής συνέλευσης την υπαγόρευε ένας συνειδητός ιμπεριαλισμός.
Από την άλλη μεριά, η άνοδος και η ανάδειξη της Ρώμης σε ισχυρή ηγεμονία αποτελούσε για τα κράτη της ελληνιστικής Ανατολής ένα παράδοξο φαινόμενο της τότε πολιτικής ιστορίας, φαινόμενο όμως του οποίου τις επιπτώσεις το καθένα από τα κράτη αυτά ήταν υποχρεμένα να υπολογίζει. Στην αρχή τα περισσότερα επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν τη νέα δύναμη για τους δικούς τους σκοπούς. Σίγουρα κανείς δεν φανταζόταν πως σύντομα η ρωμαϊκή επέμβαση θα ανέτρεπε αμετάκλητα την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των ελληνιστικών βασιλείων.
Πολλά ελληνιστικά κράτη κάθε άλλο παρά ιδεώδη έβρισκαν αυτή την ιορροπία. Ήταν απλώς αναγκασμένα να την υποφέρουν. Μόνο τα κράτη, που χωρίς αυτήν και η ίδια η ύπαρξή τους ήταν αδύνατη, την υποστήριζαν ανεπιφύλακτα και τέτοια ήταν: οι μεγάλες εμπορικές δημοκρατίες της Ρόδου, της Κυζίκου, του Βυζαντίου και μερικές ελληνιστικές μοναρχίες, ιδίως η Πέργαμος, που πίστευαν ότι θα έχαναν την ελευθερία τους, αν αυξανόταν υπερβολικά η δύναμη μιας από τις μεγάλες μοναρχίες.
Στις αρχές του 2ου π.Χ. αιώνα η Αίγυπτος έχει χάσει τις περισσότερες κτήσεις της. Η πολιτική της χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να διατηρηθούν οι υφιστάμενες διεθνείς συνθήκες παρά από μεγαλεπήβολα σχέδια για παγκόσμια κυριαρχία. Διαφορετική ήταν η περίπτωση της Μακεδονίας και της Συρίας: η αντίθεση τους σε αυτήν την ισορροπία ήταν σαφής και αποφασιστική. Οραματίζονταν να ανασυστήσουν την αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και να συγκροτήσουν τον ελληνικό κόσμο σε μια πολιτική ενότητα. Οι βλέψεις τους αντιμετωπίζονταν με εχθρότητα όχι μόνο από τα παραπάνω κράτη αλλά και από τους υπόλοιπους Έλληνες στη νότια Ελλάδα.
Οι τελευταίοι ήταν αντίθετοι σε κάθε ξένη κυριαρχία και στη Μακεδονική «τυραννία». Οι περισσότερες πόλεις-κράτη και ανάμεσα τους η Αθήνα και η Σπάρτη ήταν ακόμη προσκολλημένες στο πατροπαράδοτο ιδεώδες της πολιτικής ανεξαρτησίας για κάθε πόλη ξεχωριστά. Από την άλλη μρτιά όμως συναντούμε και μια αντίθετη στάση: η Αχαϊκή Συμπολιτεία και η Αιτωλική Συμπολιτεία αγωνίζονταν να ενώσουν τους νότιους Έλληνες σε ένα ομόσπονδο κράτος με κύριο στόχο εναντίον των βορείων Ελλήνων, των Μακεδόνων.
Αποτέλεσμα όλων αυτών των συνθηκών ήταν μια έντονη διπλωματική δραστηριότητα στην Ανατολή. Πρόκειται για ένα παιχνίδι που παίζουν οι δυνάμεις της Ανατολικής Μεσογείου, όπου ο κάθε παίκτης βρίσκει δελεαστική και ακίνδυνη τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει για λογαριασμό του τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Η Πέργαμος και η Αίγυπτος είδαν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση στη νέα δύναμη της Δύσης έναν σύμμαχο και ένα όπλο στις διαφορές και στις συγκρούσεις τους με τη Μακεδονία και τη Συρία, το ίδιο και η Ρόδος και οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις που ήταν σύμμαχοί τους. Όλα αυτά τα κράτη έσπευσαν να συνάψουν φιλικές σχέσεις με τη Ρώμη.
Η Ρώμη δεν ήταν ενετελώς αδιάφορη για τα ελληνικά πράγματα. Από καιρό ο τρόπος ζωής των Ρωμαίων είχε αποκτήσει μια, εξωτερική τουλάχιστον, ομοιότητα με τον ελληνικό. Ύστερα μάλιστα από την προσάρτηση των ελληνικών πόλεων και την ίδρυση στη Σικελία της πρώτης ρωμαϊκής επαρχίας, η επίδραση του ελληνικού πολιτισμού έγινε πιο έντονη. Κάθε Ρωμαίος της εποχής γοητευόταν από το ελληνικό πνεύμα και τον ελληνικό πολιτισμό, ένιωθε την ομορφιά του ελληνιστικού κόσμου, τον άγγιζε η λάμψη του. Αυτήν ακριβώς την περίοδο πήρε οριστική μορφή ο μύθος που συνέδεε τις αρχές της ρωμαϊκής ιστορίας με τον Τρωικό πόλεμο.
Βέβαια υπήρχαν και άλλο λόγοι που ώθησαν τους Ρωμαίους να δείξουν ενδιαφέρον για τις εκκλήσεις για βοήθεια από την Ανατολή. Η ίδια η Ρώμη ήταν μια ελεύθερη πόλη-κράτος και η ιταλική συμμαχία ένας συνασπισμός παρόμοιων αυτόνομων πόλεων. Η λέξη «βασιλιάς» ηχούσε απειλητικά για τον Ρωμαίο. Η Ρώμη έχοντας νικήσει ένα εξαιρετικά επικίνδυνο εχθρό της, την Καρχηδόνα, έχοντας επίγνωση της δύναμής της και της σταθερότητας του κράτους της δέχεται αιτήσεις για βοήθεια: πόλεις-κράτη όπως και η ίδια της ζητούν να τα ενισχύσει στον αγώνα τους εναντίον των «βασιλέων» και των τυράννων. Πρόκειται ακριβώς για εκείνες τις πόλεις που δεν είχαν δημιουργήσει τον περίφημο ελληνικό πολιτισμό. Η πολιτική της Ρώμης δεν υπαγορευόταν βέβαια ποτέ από αισθήματα, μπορούσαν όμως και αυτά να παίξουν τον ρόλο τους, όταν δεν έρχονταν σε αντίθεση με τα συμφέροντά της.
Η οικογένεια των ελληνιστικών κρατών διαλύεται
Η εχθρότητα των ελληνιστικών κρατών μεταξύ τους και ιδίως προς το βασίλειο της Μακεδονίας οδήγησε στην δημιουργία ενός συνασπισμού με στόχο την ανατροπή των επεκτατικών σχεδίων του Φιλίππου. Κηρύχθηκε πόλεμος εναντίον του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας και ο ρωμαϊκός στρατός έφτασε στην Μακεδονία. Οι Ρωμαίοι νίκησαν τον Μακεδόνα βασιλιά στη Μάχη στις Κυνός Κεφαλές και κήρυξαν την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων, αποκτώντας έρεισμα στον ελλαδικό χώρο.
Ακολούθησε ο Αντιόχος Γ΄ της Συρίας. Ο βασιλιάς των Σελευκιδών αποβιβάστηκε στην Ελλάδα, αλλά οι Ρωμαίοι τον κατανίκησαν στις Θερμοπύλες και στη Μικρά Ασία, στη Μάχη της Μαγνησίας, περιορίζοντας τη δύναμή του. Νέος πόλεμος με τους Μακεδόνες οδήγησε στην ήττα του βασιλιά Περσέα στην Πύδνα (168 π.Χ.) από τον Αιμίλιο Παύλο και τελικά τον διαμελισμό της Μακεδονίας και την μετατροπή της το 148 π.Χ. σε επίσημη ρωμαϊκή επαρχία. Στη νότια Ελλάδα μετά την καταστροφή της Κορίνθου το 146 π.Χ., η Αχαϊκή Συμπολιτεία υποτάχθηκε στην Ρώμη, γεγονός που σηματοδότησε την ουσιαστική κυριαρχία της Ρώμης στην Ελλάδα. Τέλος, η κυριαρχία της Ρώμης στην Ανατολή σφραγίστηκε με την προσάρτηση της Περγάμου το 129 π.Χ. Το βασίλειο της Περγάμου κληροδοτήθηκε στη Ρώμη από τον τελευταίο βασιλιά της, τον Άτταλο Γ΄, σχηματίζοντας τη ρωμαϊκή επαρχία της Ασίας.

Έτσι σε λιγότερο από μισό αιώνα το ρωμαϊκό κράτος έπαψε να αποτελεί μια ομοσπονδία ιταλικών πόλεων και φύλων και εξελίχθηκε σε μια μεγάλη αυτοκρατορία, χωρίς κανένα αντίπαλο, ούτε στην Ανατολή ούτε στη Δύση. Οι Ρωμαίοι δεν κοπίασαν γι΄αυτή τη θέση, δεν την επιδίωξαν ούτε την επιθύμησαν. Ήταν το φυσικό αποτέλεσμα μιας σειράς γεγονότων, τις συνέπειες των οποίων κανένας Ρωμαίος δεν είχε προβλέψει, ούτε άλλωστε θα μπορούσε.
Η άνοδος της Ρώμης σε παγκόσμια αυτοκρατορία αποτελεί σταθμό στην παγκόσμια ιστορία, ένα γεγονός που άλλαξε την πορείας της. Με την άνοδο αυτή εισέδυσαν μέσα στη Ρώμη ορισμένα νέα στοιχεία, πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά -στοιχεία που άλλαξαν ριζικά τη μορφή του ρωμαϊκού κράτους.
Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

