Στις μητρικές κοινότητες τους οι Ευρωπαίοι δεν δεσμεύονταν, όπως στη μεταβιομηχανική εποχή, από μια σαφή διάκριση μεταξύ εργασιακού και ελεύθερου χρόνου. Οι εργάσιμες ώρες και οι ώρες της σχόλης αλληλοδιαπλέκονταν. Στην πράξη ο ελεύθερος χρόνος έτεινε να κυριαρχεί στη ζωή των κοινωνικών τάξεων. Ο μη ακριβής προσδιορισμός των εργασιακών υποχρεώσεων ήταν εν μέρει συνέπεια της μη ακριβούς μέτρησης του χρόνου.

Εργάσιμες ώρες και ώρες σχόλης

Εργάσιμες ώρες

Ο βιομηχανικός χρόνος καθοριζόταν από το φως της ημέρας, με τις χειμερινές εργάσιμες μέρες να είναι πιο σύντομες από τις θερινές κατά δύο ώρες και το ημερομίσθιο αντίστοιχα χαμηλότερο. Για τους περισσότερους εργαζόμενους, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, ο μη ακριβής προσδιορισμός του εργάσιμου χρόνου συνεπαγόταν και την απουσία εργασιακής πειθαρχίας. Η ανάπαυση από την εργασία ήταν αποδεκτή και ενθαρρυνόταν.

Τα ρολόγια είχαν μπει για τα καλά στη ζωή των ανθρώπων τον 17ο αιώνα. Παρά τη μέτρηση του χρόνου όμως ήταν δύκολος ο διαχωρισμός του εργασιακού και του ελεύθερου χρόνου, καθώς η εργασία μπορεί να ήταν επαχθής αλλά δεν ενείχε ακόμη το στοιχείο της αυστηρής πειθαρχίας. Η μισθωτή εργασία δεν κυριαρχούσε στην καθημερινή ζωή, όπως στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες.

Η εργασία σπάνια ήταν ένα προσωπικό, εξατομικευμένο φορτίο. Τα άτομα έτειναν να συνεισφέρουν στο ομαδικό προϊόν εργασίας αντί να εργάζονται αποκλειστικά για τον εαυτό τους. Έτσι σε μια αγροτική οικογένεια τα διάφορα μέλη της είχαν προκαθορισμένες υποχρεώσεις, που πιθανόν να κάλυπταν μικρό μόνο μέρος της ημέρας. Υπήρχε η δυνατότητα τα νεαρά άτομα να εργάζονται αλλού, προκειμένου να μάθουν κάποια τέχνη. Η απασχόληση τους ως μαθητευόμενοι ή ως εργατών στις πόλεις αποτελούσε μια θεμελιώδη φάση της ζωής τους.

Η επαχθής εργασία ήταν πάντα συλλογική. Οι αγγαρείες που επιβάλλονταν από τις φεουδαρχικές αρχές στη δυτική Ευρώπη, και που απέρρεαν από τη δουλοπαροικία στη ανατολική, προέρχονταν από ένα σύστημα μέσα στο οποίο ζούσαν οι αγρότες και αποδέχονταν τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπαγόταν, ακόμα και αν ταυτόχρονα δυσανασχετούσαν για αυτές.

Παρόλο που δεν ήταν αυστηρά δομημένη η εργασία είχε και αυτή τους κανόνες της. Όλη η αγροτική δραστηριότητα προκαθοριζόταν με σαφήνεια, υπό κανονικές συνθήκες, από την τοπική κοινότητα. Οι ημέρες και οι εποχές της σποράς, του κουρέματος των προβάτων, του θερισμού, του αλωνισμού και των άλλων εργασιών ήταν προκαθορισμένες με βάση το τοπικό κλίμα και στην τοπική οικονομία. Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να υπολογιστεί το ποσοστό του χρόνου που αφιερωνόταν στην «εργασία». Στις αγροτικές κοινότητες η νόρμα ήταν οι ώρες απασχόλησης να επαρκούν για την εξασφάλιση των μέσων επιβίωσης της κοινότητας.

Η έμφαση στις δραστηριότητες της σχόλης και η απουσία εργασιακής πειθαρχίας θα δημιουργούσαν προβλήματα στους εργοδότες μιας μεταγενέστερης περιόδου, οι οποίοι παραπονιόνταν ιδιαίτερα για το γεγονός ότι οι εργάτες δεν τηρούσαν την εργάσιμη εβδομάδα και αντιμετώπζαν την Δεύτερα σαν προέκταση της Κυριακής. Οι εργαζόμενοι από την πλευρά τους είχαν συνείδηση των υποχεώσεων τους αλλά προτιμούσαν να επιλέγουν εκείνοι τις ημέρες ή τις ώρες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Επρόκειτο, επομένως, για μία κατάσταση «εναλλασσόμενων φάσεων εντατικής εργασίας και σχόλης, κατά τις οποίες οι άνθρωποι καθόριζαν οι ίδιοι τους εργασιακούς ρυθμούς».

Οι εκκλησιαστικές αρχές συνάντησαν πολλές δυσκολίες στην πρσπάθειά τους να πείσουν τους πιστούς να διαχωρίσουν τον εργασιακό από τον θρησκευτικό χώρο. Ήταν σύνηθες φαινόμενο στο μεγαλύτερο τμήμα της καθολικής Ευρώπης περισσότερο από το 1/3 των ημερών του έτους να αποτελούν επίσημα ημέρες αργίας. Οι υποχρεωτικές θρησκευτικές αργίες ήταν πολύ λιγότερες, οι υπόλοιπες ήταν πολυήμερες εορτές των τοπικών κοινοτήτων. Με ένα τόσο μεγάλο αριθμό αργιών ήταν σύνηθες να εργάζεται κανείς αδιακρίτως καθ΄όλη τη διάρκεια του έτους ακόμα και όταν αυτό συνέπιπτε με κάποιους θρησκευτικούς εορτασμούς. Η Αντιμεταρρύθμιση έκανε προσπάθειες να περιορίσει αυτήν την πρακτική επιβάλλοντας τις εορταστικές αυτές περιόδους ως περιόδους απόλυτης αργίας. Πρόθεση της Εκκλησίας ήταν ο διαχωρισμός του ιερού από το κοσμικό.

Εργάσιμες ώρες και ώρες σχόλης

Σχόλη

Η σχόλη στην προβιομηχανική Ευρώπη δεν ήταν μια διακριτή έννοια. Υπήρχαν πολλές περιστασιακές δραστηριότητες, κυρίως για τις ανώτερες τάξεις, που επέτρεπαν στους ανθρώπους να επιδίδονται σε αθλήματα, διασκεδάσεις και παιχνίδια. Για το μεγαλύτερο, όμως, τμήμα του πληθυσμού, η σχόλη δεν ήταν μια διακριτή περίοδος ανάπαυσης που εναλλασσόταν σε περιόδους εργασίας, αλλά ένας παραδοσιακός χρόνος ενασχόλησης με μικροπροβλήματα γειτονείας και ζητήματα που δεν συνδέονταν άμεσα με την παραγωγικότητα. Η σχόλη περιελάμβανε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς την οικογένεια, την κοινότητα, την Εκκλησία, την αφιέρωση χρόνου στην ερωτοτροπία, ίδίως γαι τους άγαμους.

Η σχόλη δεν ήταν προνόμιο του ατόμου, αλλά μία συλλογική δέσμευση όλων των μελών της κοινότητας. Αποτελούσε μια ζωτική διάσταση των καλών ενδοκοινοτικών σχέσεων, εκφρασμένη είτε σε εορτές και αθλητικές δραστηριότητες, είτε απλά πίνοντας συντροφιά στο πανδοχείο. Όταν λειτουργούσε σωστά, ενδυνάμωνε τους κοινωνικούς δεσμούς και απέτρεπε τις συγκρούσεις στο εσωτερικό των κοινοτήτων. Η σχόλη δεν είχε διαχωριστεί από την εργασία ούτε αποτελούσε ένα καταφύγιο από αυτήν. Αντίθετα ήταν ένα συμπλήρωμα των εργασιακών δραστηριοτήτων των μελών της κοινότητας.

Από τη στιγμή που οι νέοι αποτελούσαν σημαντικό αριθμητικά τμήμα του πληθυσμού, αυτοί έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο στη συλλογική ψυχαγωγία, ιδιαίτερα στις κοινοτικές δραστηριότητες κατά το θερισμό, στους εορτασμούς και στους γάμους. Οργανωμένες νεανικές ομάδες υπήρχαν πολλές τόσο στα χωριά όσα και στις πόλεις με αναγνωρισμένα καθήκοντα, όπως την επίβλεψη της ορθής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των μελών της προς την κοινότητα. Παρόλο που οι ομάδες αυτές υπό κανονικές συνθήκες ήταν αποκλειστικά αντρικές είχαν μερικές φορές και οι γυναίκες κάποιο ρόλο: στη Roussillon τα κορίτσια έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο σε αυτές, οργάνωναν λαϊκές τελετουργίες και ήταν υπεύθυνες για τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες της κοινότητας.

Ένα σημαντικό τμήμα του ελέυθερου χρόνου των νέων αφιερωνόταν περισσότερο στην εξοικείωση με το άλλο φύλο και σε μεταγενέστερη φάση με την ερωτοτροπία. Οι συναντήσεις αυτές πραγματοποιούνταν μέσα σε πλαίσιο περιορισμών που επιβάλλονταν από την οικογένεια και την κοινότητα και συνήθως υπόκεινταν δε αυστηρούς κανόνες. Η οικιακή και κοινοτική εργασία έφερνε κοντά τους νέους, όπως οι ομάδες γνεσίματος στη γερμανική ύπαιθρο όπου νερά άτομα και των δυο φύλων έρχοντα κοντά. Αυτές οι ομάδες αποτελούσαν μια κοινή ψυχαγωγική δραστηριότητα στις αγροτικές κοινωνίες και συνέβαλλαν επίσης και στην εξεύρεση γαμήλιου συντρόφου.

Στα πληβεία στρώματα η ερωτοτροπία μπορεί να περιελάμβανε και προχωρημένα ερωτικά χάδια. Στοιχεία από τη Γαλλία και τη Γερμανία δείχνουν ένα εντυπωσιακό εύρος ανεκτών σεξουαλικών πρακτικών, που έφταναν στα όρια της συνουσίας. Βασικός σκοπός ήταν η ψυχαγωγία στη διάρκεια των χρόνων που προηγούνταν του γάμου. Επαφές για παρόμοιους σκοπούς δημιουργούνταν και με άλλες κοινότητες, ιδιαίτερα τις ημέρες των εμποροπανηγύρεων και των κοινωτικών εορτασμών, προάγοντας με τον τρόπο αυτό και την κοινωνική συνοχή.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».