Η αρχιτεκτονική είναι λιγότερο δεμένη με τις δογματικές θεωρίες από όσο η ζωγραφική και περισσότερο εξαρτημένη από τις τοπικές συνθήκες, ως προς το υλικό και τις τεχνικές μεθόδους. Γι΄ αυτό η αρχιτεκτονική αυτήν την εποχή, με τρόπο κατηγορηματικό, τη σημασία που είχε η διάκριση του ελληνικού χώρου σε ερειοχές με διαφορετική κυρίαρχη επικράτεια. Γιατί στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, στις βενετοκρατούμενες περιοχές, και ιδίως στην Κρήτη, η επίδραση της βενετικής αρχιτεκτονικής στην ελληνική είναι ριζική και μόνιμη σαν αναπόδραστη, ενώ στην τουρκοκρατούμενη περιοχή συνεχίζεται και ξαναζωντανεύει η μεσαιωνική βυζαντινή παράδοση στις ποικίλες εκδηλώσεις της με σπάνιες απηχήσεις, δυτικής ή μουσουλμανικής επίδρασης.

Βενετοκρατούμενη περιοχή
Οι Βενετοί, που βρίσκονται στην Κρήτη από τις αρχές του 13ου αιώνα, χτίζουν συνεχώς μεγάλους ναούς, λαμπρά δημόσια κτίρια, κάστρα και λιμάνια με τους δικούς τους αρχιτέκτονες. Όχι μόνο η καλαισθησία του τόπου επηρέαζεται άμεσα από τη βενετική τέχνη, αλλά και σχηματίζεται με τον καιρό ένα πολυάριθμο εγχώριο δυναμικό πρωτομαστόρων και μαστόρων, κτιστάδων και πετροκόπων, όλων αυτών δηλαδή που θα χτίσουν και τα ορθόδοξα εκκλησιαστικά συγκροτήματα, ναούς και μοναστήρια.
Από τον 14ο αιώνα θα χρησιμοποιηθεί παντού και στις πιο μικρές από τις πολλές εκατοντάδες εκκλησίες, το σπασμένο οξυκόρυφο τόξο, ενώ στις εσωτερικές όψεις τα ανάγλυφα θυρώματα θα ανήκουν στον υστερογοτθικό ρυθμό. Οι επιδράσεις όμως του ρυθμού της Αναγέννησης δεν θα φανούν αμέσως. Οι κρητικές και άλλες πολιτείες θα διαμορφωθούν σαν βενετσιάνικες μεσογειακές πόλεις, λιμάνια και κάστρα θα ξανακτιστούν τον 16ο αιώνα, για να περιλάβουν και τα προάστια, σε σχέδια μελετημένα από διάσημους Ιταλούς αρχιτέκτονες σαν τον Michele Sanmicheli και προσαρμοσμένα στις ανάγκες του σύγχρονου πολέμου, που γίνεται τώρα με πυροβολικό.
Αισθητός θα γίνει ο νέος ρυθμός σε άλλα δημόσια κτίρια με μνημειώδεις προσόψεις (loggia) σε κρήνες, σε νεώρια, αλλά θα εμφανσιθεί σε πλρτη ανάπτυξη στις ορθόδοξες εκκλησίες, κυρίως σε μεγάλα μοναστήρια, όπως το Αρκάδι. Η πλούσια πρόσοψη του δίκλιτου αυτού ναού, με κολόνες και ωραία κιονόκρανα, με παραστάδες, αετώματα, δίλοβο καμπαναριό και γενικά, με κάποιο φόρτο, φαίνεται προσαρμοσμένη προς τα τρέχοντα βενετικά συστήματα προσόψεων.
Όλες οι εκκλησίες, μεγάλες και μικρές, είναι μονόχωρες και καμαροσκέπαστες με λιτές προσόψεις. Κατά τον 17ο αιώνα στην περιοχή των Χανίων, στις μονές Αγίας Τριάδας των Τσαγγαρόλων, Κερά Γωνιάς, Χρυσοπηγής και Γουβερνέττου θα διαμορφωθούν οι εξωτερικές πύλες και οι προσόψεις των εκκλησιών τους, σύμφωνα με βενετικά υποδείγματα, αλλά ενδιαφέρον έχει ότι ο τύπος της εκκλησίας σε όλες αυτές τις μονές θα είναι τρίκογχος με τρούλλο, που απηχεί πιθανότατα τον λεγόμενο αγιορείτικο τύπο.
Πολλά ιταλικού ρυθμού αστικά κτίρια μαρτυρούν προσαρμογές προς τα τοπικά πράγματα. Κάστρα βενετσιάνικα στέκουν ακόμη πολλά και έξω από την Κρήτη, στον Μοριά, στη Ναύπακτο, στη Ρόδο, στην Κέρκυρα και αλλού.

Στα νησιά του Ιονίου, οι εκκλησίες είναι μεγάλες αίθουσες με μνημειώδη πρόσοψη, σκεπασμένες με ξύλινη δίρριχτη στέγη, με πλούσια στολισμένη οροφή, την «ουρανία». Στη ιταλική αυτή τεχνοτροπία και τυπολογία λαμπρές εκκλησίες στην Κέρκυρα είναι η Μητρόπολη, ο Άγιος Σπυρίδων και άλλες. Στη Ζάκυνθο, αρκετές εκκλησίες του 17ου αιώνα, που είχαν διασωθεί από τους παλαιότερους σεισμούς, καταστράφηκαν στους μεγάλους σεισμούς του 1953, αλλά μερικές αποκαταστάθηκαν αργότερα με τα ίδια υλικά. Μία από αυτές, η Φανερωμένη, είναι λιτό και εύρυθμο κτίριο, με ελαφρά πλαστικές προσόψεις και μνημειώδη πυλώνα. Το εσωτερικό με την πομπώδη και φορτωμένη διακόσμηση από μεταγενέστερες προσθήκες, διατηρούσε ένα από τα ωραιότερα ξυλόγλυπτα τέμπλα, έργο του Κρητικού Μανέα Μαγγανάρη.
Η αρχιτεκτονική στα Ιόνια νησιά, καθώς ασκείται με συνέχεια και συνέπεια από ντόπιους πρωτομάστορες επί αιώνες, θα αντιπροσωπεύσει, με την άμεση εξάρτησή της από τα ξένα σύγχρονα πρότυπα, την ελληνική συμμετοχή στο πανευρωπαϊκό κίνημα του Μπαρόκ.
Στα νησιά του Αιγαίου, κυρίως στις Κυκλάδες και στις Σποράδες, διαμορφώνεται η αρχιτεκτονική στους αιώνες αυτούς με αρκετή αυτοτέλεια, που οφείλεται κυρίως στην κάποια ανεξαρτησία που κρατούν τα νησιά απέναντι στους διαδοχικούς δυνάστες του. Χαρακτηριστικό είναι ο πολύ μεγάλος αριθμός, καθώς και η μεγάλη ποικιλία, ως προς τους τύπους των εκκλησιών. Τα πολλά εκκλησάκια είναι μονόχωρα και καμαροσκέπαστα ή με στέγη επίπεδη.
Πολλές φορές οι μονόκλιτες καμαροσκέπατες εκκλησίες έχουν τρούλλο, σπανιώτερος είναι ο «σταυροειδής εγγεγραμμένος» με τρούλλο, αλλά εφαρμόζεται και ο τύπος του ελεύθερου σταυρού ή ο τρίκογχος. Ακόμη αρκετή διάδοση έχει στα νησιά ο δίκλιτος καμαροσέπαστος ναός και σε αυτόν τον τύπο παρουσιάζεται ίσως η πιο φανερή επίδραση της ξένης ετερόδοξης κυριαρχίας, γιατί ο τύπος αυτός εξυπηρετούσε συνήθως τη λειτουργία των δύο δογμάτων.
Αυτό που προσδίδει την ενότητα στα κτίσματα των διαφορετικών τύπων είναι η μορφολογική τους ιδιοτυπία, που συνίσταται στη χαμηλή κλίμακα και ακόμη και στη μεγάλη λιτότητα των επιφανειών: ένα παχύ επίσχρισμα σκεπάζει τους εξωτερικούς τοίχους, αλλά και τις γυμνές -χωρίς κεραμίδια- στέγες, δηλαδή τις καμάρες και τους τρούλλους. Έτσι οι περισσότερες εκκλησίες πλάθονται ως όγκοι απέριττοι, με πνεύμα στερεομετρικό, με εύρυθμη εναλλαγή και συναρμογή κύβων, κυλίνδρων, οκτάπλευρων και ημισφαιρίων. Τα καμπαναριά μονώροφα ή πολυώροφα, μονότοξα ή πολύτοξα, κατασκευές ελαφρές που στηρίζονται συχνά σε βαθμιδωτή βάση, πατούν πάνω στην πρόσοψη, προσδίδοντας κομψή ανάταση και κάποια χάρη στο κτίριο. Ασφαλώς η αρχιτεκτονική στα νησιά του Αιγαίου προσφέρει τις πιο παραδοσιακές μορφές και τις πιο αφομοιωμένες ξένες επιδράσεις σε σχέση με τις άλλες λατινοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.
Τουρκοκρατούμενες περιοχές
Στην τουρκοκρατούμενη περιοχή δεν υπάρχει λόγος να μη συνεχίζεται η βυζαντινή παράδοση απαρασάλευτη, τόσο στους τεχνικούς τρόπους, όσο και στους αρχιτεκτονικούς τύπους που επικρατούν. Οι δυνατότητες να χτιστούν νέες εκκλησίες είναι περισσότερες στα μοναστήρια, όπου αρχίζει η ανοικοδόμηση ήδη μέσα στον 15ο αιώνα.
Στον 16ο αιώνα χτίζονται στο Άγιον όρος μεγάλα και επιβλητικά κτίρια. Τράπεζες (εστιατόρια), νοσοκομεία, κελλιά, ταρσανάδες, πύργοι, όλα δηλαδή κτίρια όχι εκκλησιαστικά, που μαρτυρούν την τάση προς τις μνημειακές μορφές, ακόμη και στις αστικές ή τις οχυρωματικές κατασκευές. Φυσικά οι λαμπρότερες από τις μοναστηριακές κατασκευές ήταν τα «καθολικά», δηλαδή οι κεντρικές εκκλησίες κάθε μονής, που χτίζονται στην περίοδο αυτή, χάρη στις χορηγίες πατριαρχών ή των ηγεμόνων της Βλαχίας και Μολδαβίας, σε αρκετά μεγάλο αρθμό: στις μονές Ιβήρων, Διονυσίου, Κουτλουμουσίου, Φιλοθέου, Σταυρονικήτα, Ξενοφώντος, Δοχειαρίου.

Οι εκκλησίες αυτές ήταν μεγαλύτερες ή μικρότερες, ανάλογα με τη σημασία της μονής, αλλά όλες επαναλάμβαναν τον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο. Ήταν σταυροειδείς, τρίκογχες, με ψηλό τύμπανο για τον μεσαίο τρούλλο, και χαμηλότερο για τους πλάγιους τρουλλίσκους -δύο ή τέσσερεις-, καθώς και με ευρύτερο νάρθηκα, που λέγεται «λιτή», για την άνετη διεξαγωγή ορισμένων ακολουθιών. Το πρότυπο βέβαια ήταν το σεβάσμιο καθολικό της μονής της Μεγίστης Λαύρας του 10ου αιώνα, αλλά έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο τύπος αυτός του αγιορείτικου ναού επιβάλλεται σαν πρότυπο και επαναλαμβάνεται σε μια σειρά μονασήρια που ιδρύονται τον 16ο αιώνα έξω από τον Άθω, στα Μετέωρα, στην Μονή Αγάθωνος και στην μονή Αντίνιτσας στη Φθιώτιδα και αλλού.
Στις μικρότερες εκκλησίες, οικογενειακές ή άλλες, ξαναζωντανεύουν οι τρόποι και οι τύποι της «Ελλαδικής» βυζαντινής σχολής. Ο μονόκλιτος σταυρεπίστεγος ναός έχει μεγάλη διάδοση προπάντων στην Ήπειρο, αλλά και στην Αττική, στην Αργολίδα, στην Ευρυτανία, στη Μάνη και αλλού. Αρκετή διάδοση έχει η παραλλαγή του τύπου αυτού με την προσθήκη ενός στενού τρούλλου, που ανήκει περισσότερο στον τύπο του μονόκλιτου καμαροσκέπαστου ναού με τρούλλο. Αυτός ο τελευταίος έχει μεγάλη διάδοση, γιατί με τη σχετικά απλή λύση να στηρίζεται ο τρούλλος σε τέσσερα πλατιά τόξα που πατούν στη γη, υποδηλώνετα στο σχήμα του σταυρού και ακόμη η εκκηλησία έχει σοφότερη και επιβλητικότερη εμφάνιση.
Ο τρίκογχος ή ο ελεύθερος σταυρός με τρούλλο επιζούν. Στους μικρούς ναούς ο συνηθέστερος από όλους είναι ο μονόχωρος καμαροσκέπαστος με πλάγια τυφλά τόξα, ή και χωρίς, και με εξέχουσα ημικυκλική ή πολυγωνική αψίδα. Στην Αττική αλλά και σε βορειότερες επαρχίες ο χώρος σκεπάζεται με ξύλινη στέγη. Για μεγαλύτερους ενοριακούς ναούς χρησιμοποιείται λίγο πολύ παντού η τρίκλιτη βασιλική, με τοξοστοιχίες πάνω σε δύο ή τρεις κολόνες η πεσσούς. Η ξένη είναι ξύλινη δίρριχτη, ενιαία και για τα τρία κλίτη και καμμιά φορά έχει μπροστά στοά, σαν ανοιχτό μεσονάρθηκα, στολισμένο συνήθως με τοιχογραφίες. Παραλλαγή της βασιλικής αυτής γίνεται με την προσθήκη τρούλλου, οπότε όλη η στέγη παίρνει τη μορφή καμάρας για τα κλίτη.
Είναι έκδηλη απντού η ασίγαστη επιθυμία της επιστροφής στα παραδείγματα της λαμπρής βυζαντινής εποχής, ώστε να αναβιώσει η μεγάλη τέχνη της. Η αναζήτηση της διαφοράς ανάμεσα στις επιβιώσεις και αναβιώσεις αυτές και στα πρότυπά τους δεν είναι πάντοτε εύκολη, ιδίως στα μικρότερα κτίσματα. Εκεί που γίνεται περισσότερο αισθητή η διαφορά είναι σε μεγαλύτερα κτίρια, όπου φανερώνεται κάποια αδυναμία του μάστορα να οργανώσει τον εσωτερικό χώρο με συνοχή και αρμονία, να διαρθρώσει ρυθμικά τους όγκους, να ταιριάσει τις αναλογίες, στο επίπεδο της ποιότητας, που μας έχει δώσει η βυζαντική αρχιτεκτονική. Κάποιοι κανόνες άγραφοι, που τους υπαγόρευε στους Βυζαντινούς πρωτομάστορες η παράδοση, πρέπει να έχουν χαθεί στα χρόνια αυτά.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
