Αυτή ή εγώ…

«Ποια είναι καλύτερη, αυτή ή εγώ;». Η διερεύνηση του πως είμασταν πριν από ένα χρόνο και τι έχει αλλάξει μέχρι σήμερα, τι πετύχαμε, τι αφήσαμε ίδιο, τι καταφέραμε, συμβάλλει στο να εκτιμήσουμε τις πραγματικές μας ικανότητες, να αναγνωρίσουμε τα δυνατά μας σημεία, να βελτιώσουμε κάποια άλλα αλλά και να μας αποδεχτούμε για αυτό που πραγματικά είμαστε.

Αυτή ή εγώ...

Άραγε οι γυναίκες αγαπάμε τον εαυτό μας ή τον ωθούμε διαρκώς σε έναν ατέρμονο αγώνα σύγκρισης με την άλλη γυναίκα; Πώς είναι; Πώς μιλάει; Είναι πιο έξυπνη; Πιο δυναμική; Επαγγελματικά επιτυχημένη ή αποτυχημένη; Έχει άντρα ή είναι μόνη της; Έναν ή περισσότερους; Παιδιά; Χαμογελάει; Λέει αστεία; Είναι χοντρή ή αδύνατη;

Και όταν η υποψήφια ανταγωνίστρια βγει σε όλες τις κλίμακες αξιολόγησης κατώτερη, τότε μπορούμε να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας και να απολαύσουμε τον καφέ μας. Αν πάλι όχι; Αν εκείνη είναι πιο όμορφη ή τραβάει πιο πολύ το ενδιαφέρον της παρέας, είναι πιο ευχάριστη, έχει πιο ωραίο άντρα, φοράει πιο ακριβά ρούχα ή έχει περισσότερα φυσικά προσόντα;

Τότε, μάλλον, ήρθε η καταστροφή. Αισθήματα αναξιότητας, αυτοϋποτίμησης, σχεδόν κατάθλιψης κάνουν αυτόματα την εμφάνισή τους. Σαν να ήταν κάπου κρυμμένη μια εσωτερική φωνή, που περίμενε αυτήν την απόδειξη της μειονεξίας μας, για να ξεπροβάλλει δικαιωμένη και να πει «Είδες που στα έλεγα; Δεν αξίζεις τίποτε. Αυτή είναι καλύτερη!»

Η συγκριτική διαδικασία δεν συναντάται μόνο στις γυναικείες σχέσεις και συνήθως αντιμετωπίζεται ως κάτι καλό, υγιές, ακολουθούμενη από την εκλογίκευση ότι γίνεται για να βελτιωθούμε. Στην πραγματικότητα αυτό αποτελεί μια απάτη, αφού το μοναδικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης είναι να πληγώσουμε τον εαυτό μας, να τον υποβιβάσουμε, να χτυπήσουμε χωρίς έλεος την αυτοεκτίμησή μας, είτε αφορά εμάς τους ίδιους είτε κάποιο άλλο πρόσωπο.

Σκεφτείτε κάποιον που λέει στο παιδί του: «Είδες ο Κώστας! Και μπάλα προλαβαίνει να παίξει και άριστος μαθητής είναι στο σχολείο! Εσύ γιατί δεν μπορείς να το κάνεις;». Το παιδί, αλλά και όποιος υφίσταται ένα τέτοιο σχόλιο, αρχικά αισθάνεται θυμό, γιατί εισπράττει ότι αντί να προσπαθήσουν να το καταλάβουν, το κρίνουν.


Στην συνέχεια, όσο κι αν αν δεν το συνειδητοποιεί, αρχίζει να σκέφτεται ότι, μήπως, τελικά είχε δίκιο ο μπαμπάς του; Μήπως, ο Κώστας είναι καλύτερος και ο ίδιος δεν αξίζει και πολλά; Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε μορφή σύγκρισης επηρεάζει άμεσα το πόσο αισθανόμαστε ότι αξίζουμε, κάτι που προκαλεί συναισθήματα ντροπής.

Οι γυναίκες, που τακτικά υποβάλλουν τον εαυτό τους σε μια τέτοια διαδικασία, επαναλαμβάνουν κάτι, που το έχουν υποστεί στην παιδική τους ηλικία. Συνήθως η πρώτη «Άλλη» γυναίκα στη ζωή τους, που πάντοτε στην σύγκριση μαζί της έβγαιναν χαμένες, γιατί πάντα εκείνη είχε τα περισσότερα, είναι η μητέρα τους. Εκείνη, στα μάτια του μικρού κοριτσιού, είναι η βασίλισσα, που έχει όλα τα καλά, όπως είναι ο πατέρας και τα μωρά.

Πολύ συχνά οι μητέρες, που συγκρίνουν τα κορίτσια τους, τα οδηγούν σε μια υπονόμευση της θηλυκότητάς τους και της αξίας τους. Μάλιστα, όταν η σύγκρισή αυτή γίνεται με τις ίδιες, τότε οι επιπτώσεις είναι πολύ σοβαρότερες, καθώς λόγω του μικρού της ηλικίας το παιδί εμπλέκεται σε μια άνιση ή φαντασιακή σύγκριση, από την οποία είναι αδύνατο να βγει κερδισμένο.

Πάντοτε, σε όποια ηλικία και να βρίσκεται, η μητέρα του θα ξέρει καλύτερα ή θα μπορεί περισσότερα, εξαιτίας της χρονικής απόστασης, που τις χωρίζει. Αυτό ενδέχεται να έχει σοβαρές συνέπειες τόσο στην σχέση της με τον εαυτό της όσο και στις μετέπειτα φιλικές σχέσεις της ζωής της, στις οποίες αναμένεται να λειτουργεί ανταγωνιστικά, καθώς συνεχώς θα παραμονεύει ο φόβος να αποδειχθεί ότι είναι λίγη.

Στην πραγματικότητα η μόνη εποικοδομητική σύγκριση, που μας βοηθά να εξελιχθούμε και να γίνουμε καλύτεροι, είναι με τον παλιότερο εαυτό μας. Η διερεύνηση του πως είμασταν πριν από ένα χρόνο και τι έχει αλλάξει μέχρι σήμερα, τι πετύχαμε, τι αφήσαμε ίδιο, τι καταφέραμε, συμβάλλει στο να εκτιμήσουμε τις πραγματικές μας ικανότητες, να αναγνωρίσουμε τα δυνατά μας σημεία, να βελτιώσουμε κάποια άλλα αλλά και να μας αποδεχτούμε για αυτό που πραγματικά είμαστε. Κι έτσι θα πάψουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας «ποια είναι καλύτερη, αυτή ή εγώ;».

Πηγή: https://www.psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *