Όταν ο Sir William Segar έγραψε το Honour Military and Civil (1602) χρησιμοποίησε τον όρο «gentleman» για να περιγράψει ως εξής τις ανώτερες κοινωνικές ομάδες: «Από τους gentlemen, οι πρώτοι και κύριοι είναι ο Βασιλέας, ο Πρίγκιπας, οι Δούκες, οι Μαρκήσιοι, οι Κόμητες οι Υποκόμητες κα οι βαρώνοι. Αυτοί αποτελούν την Αριστοκρατία και καλούνται Λόρδοι ή Ευγενείς. Στη συνέχεια υπάρχουν οι Ιππότες, οι Esquires και οι απλοί gentlemen, με τους τελευταίους να μπορούν να αποκληθούν και Nobilitas minor (κατώτερη αιστοκρατία)».

Ο όρος αριστοκρατία προσδιορίζει το σύνολο των μελών των ελίτ και ήταν σε μεγάλο βαθμό ασαφής. Με την είσοδο νέων μελών στις τάξεις τους έγινε απαραίτητη η αποσαφήνιση του. Ο σχετικά αφηρημένος όρος gentleman θεωρούνταν πως αναφερόταν στον «αληθινό» ευγενή, σε κάποιον δηλαδή που είχε γεννηθεί και χρισθεί ευγενής. Στις αγροτικές επαρχίες της δυτικής Ευρώπης ένας ιππότης ήταν ένας εκπρόσωπος της παλαιάς αριστοκρατίας. Η απονομή τίτλων ήταν σπάνια, σύμβολο κρατικής εύνοιας περισσότερο παρά εχέγγυο ευγενικής καταγωγής.

Οι πόλεμοι του ύστερου 15ου αιώνα επέφεραν μια αύξηση στον αριθμό αυτών που τους απονέμονταν τίτλοι ευγενείας. Αυτήν την περίοδο υιοθετούνταν ακόμη ο παραδοσιακός μεσαιωνικός διαχωρισμός της κοινωνίας σε τρεις βαθμίδες -σε αυτούς που πολεμούσαν σε αυτούς που εργάζονταν και σε αυτούς που προσεύχονταν- και η ταύτιση των ευγενών με «αυτούς που πολεμούσαν». Τουλάχιστον όσον αφορά τον 16ο αιώνα τα ιπποτικά στρατιωτικά ιδεώδη συνέχιζαν να αποτελούν μονοπώλιο των ευγενών.

Την ίδια περίοδο οι ευγενείς συνήθως ήταν κάτοχοι γης που αποτελούσε και την κύρια πηγή του πλούτου τους και ασκούσαν τη δικαιοδοσία τους, φεουδαλική ή άλλης μορφής σε αυτήν. Τρία βασικά στοιχεία συνιστούσαν παραδοσιακά την ταυτότητα της αριστοκρατίας, ο πόλεμος, η γη και η δικαιοδοσία επ΄ αυτής, παρ΄ όλο που κανένα από αυτά δεν ήταν ζωτικής σημασίας για την ποιότητα της αριστοκρατίας.

Επειδή το Μεσαίωνα υποχρέωση των ευγενών ήταν να υπηρετούν τον ηγεμόνα, τους είχε παραχωρηθεί σειρά προνομίων τα οποία απολάμβαναν και κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα: το αποκλειστικό δικαίωμα της οπλοφορίας, της κατοχής οικοσήμου, της εξαίρεσης από την άμεση φορολογία και το δικαίωμα δίκης από ομοτίμους τους ήταν τα πλέον σημαντικά.

Λουδοβίκος ΙΔ’, ο Βασιλιά Ήλιος, της Γαλλίας,

Ο πλουτισμός και η κοινωνική άνοδος κάποιων επέφεραν αναδιατάξεις στο χώρο των ελίτ. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν τι διαφοροποιούσε ένα μέλος της αριστοκρατίας από τους άλλους. Το ζήτημα επικεντρώθηκε σε τρία σημεία: στο ρόλο του κράτους, του νεοαποκτηθέντος πλούτου και της ευγενούς καταγωγής. Ο ρόλος του κράτους ήταν σαφής από τους μεσαιωνικούς χρόνους ήδη: μόνο ο βασιλιάς μπορούσε να χρίσει νέους ευγενείς. Τον 16ο αιώνα, όμως, πολλοί βασιλείς είχαν πολλαπλασιάσει τον αριθμό των ευγενών σε μια προσπάθεία συγκέντρωσης οικονομικών πόρων ή απλά εξασφάλισης πολιτικής στήριξης.

Δύο ήταν οι κύριες μέθοδοι γι΄αυτά: μέσω βασιλικών επιστολών (ο Λουδοβίκος ΙΔ’ τη δεκαετία του 1690 παραχώρησε περισσότερους από χίλιους τίτλους με βασιλική επιστολή, σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσει πόρους), ή αυτομάτως ως φυσική απόρροια των υπηρεσιών του ατόμου αυτού προς το κράτος. Παρ΄ όλο που δεν τέθηκε ποτέ υπό αμφισβήτηση η αριστοκρατικότητα των νεοφερμένων, κάποιοι επικριτές του φαινομένου διατείνονταν, σε μια φράση που σύντομα πέρασε στην κοινή χρήση, ότι «ο βασιλιάς μπορούσε να κάνει κάποιον ευγενή, αλλά όχι gentleman». Το βασικό δομικό στοιχείο της αριστοκρατίκης ταυτότητας δεν μπορούσε να παραχωρηθεί παρά μόνο να κληρονομηθεί.

Τον 16ο αιώνα αναδύθηκε ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών αντιλήψεων με άξονα τις έννοιες της «υπόληψης» και της «τιμής», έννοιες που προσέδιδαν και μια καθημερινή διάσταση στη αριστοκρατική καταγωγή. η αριστοκρατία μμπορεί να θεμελιωνόταν στην αρχαία καταγωγή, διασφαλιζόταν, όμως, και μεταλαμπαδευόταν μέσω μιας αρμόζουσας συμπεριφοράς και του ανάλογου σεβασμού του ευγενούς προς τους ομοτίμους και την κοινότητά του. Δημιουργήθηκε ένα είδος επίσημης μυθολογίας σχετικά με το τι σήμαινε να είναι κανείς ευγενής.

Γενικά θα μπορούσε κανείς να ανιχνεύσει τρεις «εκφάνσεις» της τιμής, τις οποίες ένας ευγενής υποχρεούτο να διαφυλάττει. Πρώτον έπρεπε να διαφυλάττει την αγνότητα της ευγενικής καταγωγής του και ταυτόχρονα αυτή την οικογένεια του στο παρόν. Όπως ακριβώς ήταν καλό να διαγράψει από το οικογενειακό του δέντρο κάθε πρόγονο που θα μπορούσε να το αμαυρώσει. Έτσι ήταν απαραίτητο να εξασφαλίζει ότι τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας του ακολουθούσαν τους παραδεκτούς κανόνες συμπεριφοράς, γαμήλιας επιλογής και τρόπου ζωής.

Δεύτερον ένας ευγενής έπρεπε να επιδείξει προσωπικά επιτεύγματα. Στην παραδοσιακή Ευρώπη, ζωτικής σημασίας ήταν η πολεμική εμπειρία και καμία αριστοκρατία δεν αποδεχόταν στις τάξεις της μια οικογένεια που δεν μπορούσε να επιδείξει πολεμικές δάφνες.Το στρατιωτικό ήθος έβρισκε την αντανάκλαση του και σε δραστηριότητες όπως το κυνήγι και οι μονομαχίες. ταυτόχρονα, ένας ευγενής υποχρεούτο να επιδείξει την σεξουαλική του σφριγηλότητα συνάπτοντας ένα καλό γάμο και αποκτώντας απογόνους αλλά και συμμετέχοντας σε πολεμικές αναμετρήσεις.

Τρίτον, ένας ευγενής υπεράσπιζε δημοσίως την τιμή του φέροντας σε πέρας τον ορθό κοινωνικό του ρόλο, κερδίζοντας έτσι τον σεβασμό των βασσάλων του και της κοινότητάς του. Χαρακτηριστικό είναι πως υποχρεούτο να παρέχει φιλοξενία στους βασσάλους του, στους απόρους, τους ταξιδιώτες και τους γείτονες. Με αυτό τον τρόπο κέρδιζε τον σεβασμό τους. Οι οίκοι των ευενών ηταν ουσιαστικά δημόσιοι χώροι και οι κοινωνικές τους υποχρεώσεις συνεπάγονταν δυσβάστακτες δαπάνες.

Οι πολλαπλές θεωρήσεις της αριστοκρατίας αποτελούσαν ένδειξη μιας σημαντικής μεταβολής τόσο στα ήθη όσο και στην κοινωνική σύνθεση των ανωτέρων ελίτ, που ο συνολικός αριθμός των μελών τους δεν παρουσίασε διακυμάνσεις κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο. Οι κάτοιχοι τίτλων ευγενείας αποτελούσαν πάντα μια ελάχιστη μειοψηφία. Όσον αφορά την Βενετία και τη Νάπολη στην Ιταλία το 1% του πληθυσμού τους ανήκε στην αριστοκρατία, λιγότερο από ένα 1% στην Γαλλία και ακόμη μικρότερο ποσοστό στα κράτη της βορειοδυτικής και βόρειας Ευρώπης.

Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».