Ανατολίζουσα ή αρχαϊκή τέχνη

Ο χαρακτηρισμός «ανατολίζουσα» δόθηκε στην τέχνη του 7ου π.Χ. αιώνα γιατί διαπιστώθηκε η έντονη επίδραση της Ανατολής και η παρουσία πολλών ανατολικών στοιχείων στον χώρο της ελληνικής τέχνης. Είναι βέβαιο ότι οι Έλληνες μαθαίνουν από τους ανατολικούς λαούς την τεχνική της μεταλλοτεχνίας, της γλυπτικής του ελεφαντοστού και τη χρήση της μήτρας για την κατασκευή πήλινων ειδωλίων.

Ανατολίζουσα
Κορινθιακός αρύβαλλος (υψ. 6,8 εκ), 7ος π.Χ. αιώνας

Γνωρίζουν ακόμη από την ανατολική τέχνη πολλές, άγνωστες ως τότε, ζωικές και φυτικές μορφές, όπως το λιοντάρι, τη σφίγγα, τον γρύπα, τον πετεινό, τα άνθη λωτού, τους ελικόσχημους βλαστούς φυτών, τα ανθέμια, τη φτερωτή θεά των ζώων κλπ. Περισσότερο όμως από τα επιμέρους δάνεια είναι σημαντική είναι η μεταμόρφωση που διαπιστώνουμε στη συνολική εικόνα των καλλιτεχνικών μορφών.

Με χαρακτηριστική ταχύτητα διαλύεται το στέρεο και ευσύνοπτο γεωμετρικό σχήμα με την κυριαρχία της ψύχραιμης και κόσμιας ευθείας. Τώρα πιο χυμώδης και ανήσυχη καμπύλη, ένας πληθωρισμός συχνά ασύντακτος, μια υπερβολή και διάχυση των δυνάμεων μάχονται να κατακτήσουν τον ελληνικό χώρο στο πεδίο της τέχνης.

Όλα αυτά έχουν τις ρίζες τους στον κόσμο της Ανατολής. Αλλά θα ήταν λάθος να μιλήσουμε για μίμηση ή εξανατολισμό της ελληνικής τέχνης, η οποία ούτε τον χαρακτήρα της χάνει ούτε την πορεία της ανακόπτει ή μεταβάλλει. Απλώς κατορθώνει να μεταμοσχεύσει μερικούς βλαστούς στον δικό της κορμό και να δεχθεί τους ξένους χυμούς που θα την ζωογονήσουν. Τα ξένα αυτά στοιχεία μετουσιώνονται ταχύτατα μέσα στο σύνολο της ελληνικής τέχνης, αποκτούν μια νέα φυσιογνωμία και αρθρώνονται μέσα στη σύνταξη των γηγενών. Έτσι συντελείται ο «εξελληνισμός» τους, που σημαίνει: υποταγή των ξένων θεμάτων στη νομοτέλεια της ελληνικής μορφής.

Η αποδοχή αυτών των νέων ξένων στοιχείων οφείλεται σε βαθύτερες και ουσιαστικότερες ανάγκες του ελληνικού κόσμου, που τότε ακριβώς αναζητεί έναν καινούργιο δρόμο και βρίσκει τις καλλιτεχνικές μορφές που θα τον εκφράσουν σε όλη την ιστορική του διαδρομή. Από την άποψη αυτή ο 7ος π.Χ. αιώνας μπορεί να θεωρηθεί ο πιο γόνιμος και ιστορικά ο πιο σημαντικός για την ελληνική τέχνη.

Μέσα στα χρονικά του όρια γεννιέται η μεγάλη ελληνική πλαστική. Η αρχιτεκτονική για πρώτη φορά υψώνει λίθινους ναούς και η ζωγραφική -αγγειογραφία- βρίσκει στη μυθολογία το ανεξάντλητο υλικό που θα την θρέψει για αιώνες. Είναι λοιπόν πρόδηλο ότι τέτοια θεμελιακά φαινόμενα δεν οφείλονται μόνο στις καλλιτεχνικές ανάγκες ή αναζητήσεις, αλλά αποτελούν τα αποτελέσματα μιας γενικής και ριζικής ιστορικής ζύμωσης.

Πέρα από τις ειδικές αιτίες που μπορεί να προκάλεσαν τη γένεση της πλαστικής και τη δημιουργία της ελληνικής αρχιτεκτονικής, οι πραγματικοί λόγοι είναι εκείνοι που οδήγησαν στη μεταβολή της ζωής γύρω στα τέλη του 8 π.Χ. αιώνα και στις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα. Η ανάπτυξη των πόλεων δημιούργησε υλική άνεση και ο άνθρωπος απέκτησε συνείδηση της προσωπικότητάς του. Αυτή γέννησε τη λυρική ποίηση και ώθησε τους ανθώπους στη δημιουργία έργων μεγάλων και μόνιμων, που ικανοποιούσαν τις φιλοδοξίες τους.

Στα τελευταία χρόνια του 7ου π.Χ. αιώνα παρατηρείται μια ουσιαστική μεταβολή της ελληνικής τέχνης. Τα ρεύματα που έφερε η ανατολίζουσα περίοδος αναστάτωσαν τον ελληνικό κόσμο, προσφέροντας νέα στοιχεία και ανοίγοντας νέους δρόμους. Οι νέες αυτές τάσεις μαρτυρούν δυναμισμό και όπως ήταν φυσικό, προκάλεσαν γόνιμες ανακατατάξεις.

Ύστερα από την «έξαψη» των αρχών του 7ου π.Χ. αιώνα οι Έλληνες τεχνίτες αρχίζουν να ξαναβρίσκουν τον εντελώς δικό τους δρόμο. Στην πλαστική η δαιδαλική φάση θέτει τα στέρεα θεμέλια για όλη την αρχαϊκή περίοδο. Οι πρωτοαττικοί αγγειογράφοι, εμπνευσμένοι από την ελληνική μυθολογία, προχωρούν σε συνθέσεις με ηρωικό μέγεθος, οι «τέκτονες» βρίσκουν τη βασική μορφή του περίπτερου ναού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το υλικό υπάρχει πια και χρειάζεται η σύνθεσή του. Θέματα και σχήματα, τεχνική και μορφές περιμένουν την πνοή του δημιουργού που θα τα χρησιμοποιήσει.

Η ανατολίζουσα φάση έθρεψε την αντίθεση προς τη γεωμετρική. Έτσι η τέχνη της περιόδου αυτής είναι στην ουσία της αντιγεωμετρική. Απέναντι στην κυριαρχία του γεωμετρικού σχήματος, που θέτει υποχρεωτικά ένα μέτρο (κάθε στοιχείο του μαιάνδρου αποτελεί μέτρο, κάθε ανθρώπινη μορφή στην πρόθεση του νεκρού, κάθε ζώο στη «ζώνη» του αποτελούν ένα μέτρο που πολλαπλασιάζεται), ήρθαν οι χυμώδεις και δυναμικές ζωικές ή φυτικές μορφές, με μια λέξη ο φυσικός κόσμος , που είναι «άμετρος» και «άσχημος» (χωρίς σχήμα).

Ο κόσμος αυτός γοητεύει με τη ζωτικότητά του και φαίνεται σαν να οδήγησε την ελληνική τέχνη προς τα εμπρός με ένα γενναίο άλμα. Από μια άποψη όμως αυτό αποτέλεσε οπισθοδρόμηση, άρνηση των μορφικών-γεωμετρικών αρχών, που υπήρξαν κατάκτηση του ανθρώπινου πνεύματος. Μόνες τους οι νέες δυνάμεις μπορούσαν να οδηγήσουν στη διάλυση, όπως μπορούμε να το διακρίνουμε σε πολλά δείγματα της κορινθιακής ή της ιωνικής αγγειογραφίας. Σε αυτά η επιφάνεια του αγγείου μεταβάλλεται σε τάπητα όπου κατάσπαρτα έχουν ακινητοποιηθεί φυτά και ζώα.

Την ατίθαση πορεία προς την κατεύθυνση αυτή ανακόπτουν έγκαιρα οι Έλληνες. Φαίνεται ότι η αίσθηση και η αγάπη του σχήματος και του μέτρου αποτελούσε μια έμφυτη ιδιότητα και ικανότητα των Ελλήνων. Αυτή του εδειξε στην κρίσιμη ώρα τον δικό της δρόμο, που οδήγησε στην αρχαϊκή τέχνη.

Στη αρχαϊκή φάση της ελληνικής τέχνης οι μορφές αποκτούν «υπόσταση». Αυτό σημαίνει τη διαλεκτική σύνθεση των ζωτικών και εύχυμων στοιχείων, που εισέφερε η ανατολίζουσα τέχνη, με τις μορφές και τα μέτρα που είχε κληροδοτήσει η γεωμετρική. Τα δυναμικά και ευλύγιστα σώματα κερδίζουν τη στερεότητα, καθώς εντάσσονται μέσα σε ένα εύλογο και αρχιτεκτονικά υπολογισμένο σχήμα, ενώ παράλληλα η γεωμετρική μορφή γεμίζει με εσωτερικό περιεχόμενο και αποκτά ρωμαλέα οντότητα.

Η τέχνη γνωρίζει πια τον φυσικό κόσμο και συγχρόνως θέτει μια δική της νομοτέλεια. Έτσι στήνει τον κόσμο της απέναντι στον φυσικό με αυτοτέλεια και αυτάρκεια, αλλά προπάντων μεστό από ανθρώπινο, δηλαδή, πνευματικό περιεχόμενο. Αυτό το περιεχόμενο αποτελεί μια ακόμη ειδοποιό διαφορά της αρχαϊκής τέχνης απέναντι στην ανατολίζουσα, καθώς πυκνώνει και σχηματίζει τις μορφές που θα του δώσουν την αισθητή, ανακοινώσιμη έκφρασή του, γεμάτη βάθος και προεκτάσεις. Στον πυρήνα του το περιεχόμενο αυτό αποκτά χαρακτήρα βαθιά θρησκευτικό. Έτσι καθορίζεται και ο χαρακτήρας της αρχαϊκής ελληνικής τέχνης, που σχεδόν στο σύνολό της θρησκευτική, με τη σημασία που ένας τέτοιος όρος έχει μέσα στον ελληνικό κόσμο.

Στα μεγάλα θρησκευτικά κέντρα και στα ιερά θα αντικρίσουμε τη μεγάλη αρχιτεκτονική δημιουργία των Ελλήνων, τον «οίκο» του θεού, τον ναό. Μέσα σε αυτόν θα στήσουν τα λαμπρά λατρευτικά αγάλματα, αυτόν θα κοσμήσουν με ανάγλυφες συνθέσεις, στον ιερό χώρο που τον περιβάλλει θα στηθούν τα αναρρίθμητα αναθηματικά πλαστικά έργα, περίοπτα αγάλματα και ανάγλυφα, και στον θεό θα συνεχίσουν να πρσσφέρουν τα πιο λαμπρά δείγματα της κεραμεικής και της μικροτεχνίας.

Εκτός από τα ιερά οι χώροι που αποσπούν την φροντίδα των ανθρώπων είναι τα νεκροταφεία, όπου κατοικούν οι νεκροί πρόγονοι, που ήταν για τους Έλληνες «κρείττονες και μείζονες» («καλύτεροι και μεγαλύτεροι»)από τους ζωντανούς. Και στην περίπτωση αυτή τα γλυπτά που στήνονται στους τάφους ή τα κτερίσματα που δίνονται στον νεκρό δεν αποτελούν παρά προσφορές προς δυνάμεις εξωανθρώπινες που τις επιβάλλει η θρησκευτική πίστη.

Ωστόσο, στο κέντρο όλων των εκδηλώσεων υπάρχει βασικά ο άνθρωπος. Η ανθρώπινη μορφή στέκεται πάντοτε κυρίαρχη και στον δικό μας κόσμο, αλλά και στον κόσμο των θεών. Απέναντι στην Ανατολή και στην Αίγυπτο με τις θηριόμορφες θεότητες οι Έλληνες παρατάσσουν ένα πάνθεο, όπου χωρίς καμιά εξαίρεση κυριαρχεί ο ανθρωπομορφισμός. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τα φανταστικά τέρατα των Ελλήνων έχουν πάντοτε ανθρώπινη μορφή και μόνο σώμα ζώου, ενώ το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει σε πολλές ανατολικές ή αιγυπιακές μορφές, μάλιστα θεϊκές.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.