Medieval youth initiation ceremony with villagers

Στη μεσαιωνική Δύση υπήρξαν κοινότητες που επικαλύπτονταν από τις κοινωνικές τάξεις και ευνοούνταν ιδιαίτερα από την Εκκλησία που διέβλεπε σε αυτές το μέσο για να διαλύσει ή να αποδυναμώσει την ταξική πάλη. Τέτοιες ήταν οι αδελφότητες των οποίων οι απαρχές μάς είναι ελάχιστα γνωστές και οι σχέσεις τους με τις συντεχνίες μάς φαίνονται σκοτεινές.

Αδελφότητες

Ενώ οι συντεχνίες ήταν ουσιαστικά επαγγελματικές οι αδελφότητες ήταν κυρίως θρησκευτικές. Ωστόσο, τον 14ο αιώνα, φαίνεται ότι οι αδελφότητες αντιστοιχούν, αν όχι σε επαγγελματικές κατηγορίες, πάντως σε κοινωνικά στρώματα -αν και, για παράδειγμα, οι αδελφότητες των κουρέων, των φαρμακοποιών και των χειρουργών, που συνήθως έπαιρναν το όνομά τους από τον Πανάγιο Τάφο, διακρίνονται από τις ανώτερες συντεχνίες των γιατρών ή των «χειρουργών της μακριάς τηβέννου», οι οποίες ήταν αφιερωμένες στους Αγίους Κοσμά και Δαμιανό.

Ανάλογες κοινότητες συνιστούν και οι κατηγορίες των παρθένων και των χηρών, τις οποίες η Εκκλησία εκτιμούσε ιδιαίτερα. Ένα βιβλίο περί πνευματικότητας που ήταν πολύ της μόδας τον 12ο και τον 13ο αιώνα, το Κάτοπτρο των παρθένων συγκρίνει τους καρπούς της παρθενίας της χηρείας και του γάμου. Μια μικρογραφία που αναπαράγεται εδώ απεικονίζει τη σύγκριση: οι παντρεμένες γυναίκες δεν συλλέγουν τη σπορά παρά μόνο τριάντα φορές, ενώ οι χήρες εξήντα και οι παρθένες εκατό φορές. Αλλά περισσότερο και από το να δημιουργούν διακοινωνικές κατηγορίες οι παρθένες τείνουν συνήθως να συγχέονται με τις μοναχές και οι χήρες με το κοπάδι των φτωχών, σε καιρούς μάλιστα που η στέρηση ενός άνδρα που κερδίζει το ψωμί ρίχνει στη μιζέρια τις περισσότερες από εκείνες που δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να παντρευτούν.

Πιο ζωηρές ήταν μάλλον οι ηλικιακές τάξεις, όχι εκείνες που οι κληρικοί μετέθεταν στις θεωρητικές και λογοτεχνικές κατηγορίες των εποχών της ζωής, αλλά εκείνες που ενσωματώνονταν στις συγκεκριμένες παραδόσεις που χαρακτήριζαν τους παραδοσιακούς πολιτισμούς, τις στρατιωτικές ή τις αγροτικές κοινωνίες. Μία από αυτές τις ηλικιακές τάξεις αντιπροσώπευε μια ιδιαίτερα οργανωμένη και αποτελεσματική πραγματικότητα: η τάξη των νέων, που στις πρωτόγονες κοινωνίες αντιστοιχεί στους έφηβους που υποβλήθηκαν από κοινού στην μύηση. Και οι νεαροί άνδρες του Μεσαίωνα περνούσαν πράγματι από μαθητεία και μύηση. Αλλά και εδώ εμφανίζονται οι κοινωνικές δομές που πλαισιώνουν αυτή τη διαφορετικής τάξεως διαστρωμάτωση.

Στους πολεμιστές και στους αγρότες οι δύο τάξεις των νέων διαφέρουν. Στην πρώτη η εκπαίδευση γίνεται στα όπλα και τον φεουδαρχικό αγώνα, ο οποίος με τη μύηση καταλήγει στην παράδοση του οπλισμού με την οποία γίνεται η είσοδος στην τάξη της ιπποσύνης. Στη δεύτερη, ο χθόνιος κύκλος των φολκλορικών εορτών της άνοιξης ανάμεσα στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) και του Αγίου Ιωάννη (24 Ιουνίου), χαρίζει στους νεαρούς του χωριού τις τελετουργίες που προορίζονται για να εξασφαλίσουν την οικονομική ευημερία της κοινότητας. Τελετουργίες που συνίστανται συχνά σε διαδρομές με άλογο ή εκτελούνται ιππεύοντας και τελειώνουν με τη δοκιμασία του πηδήματος πάνω σε φωτιές στη γιορτή του Αη Γιαννιού.

Η πόλη έφερε συχνά τη ρήξη στις παραδόσεις κα τις σχέσεις αλληλεγγύης που συνιστούσαν τη βάση της τελετουργίας. Απέμειναν ωστόσο κατάλοιπα: η μύηση των νεαρών μαθητών και φοιτητών που προορίζεται να τους κάνει να χάσουν τον άγριο, αγροτικό τους χαρακτήρα (υπάρχει άραγε κάποια σχέση ανάμεσα στον Ζακ (Jacques) που στη Γαλλία, στο τέλος του Μεσαίωνα, δηλώνει τον αγρότη και το όνομα Ζακ -Τζακ- που δίνουν στην Πολωνία στον νεοσύλλεκτο πανεπιστημακό;) και η μύηση των νέων μαθητευόμενων κατά τη διάρκεια της μαθητείας στα επαγγέλματα.

Φαίνεται αντίθετα, ότι η τάξη των γερόντων -των «παλιών» στις παραδοσιακές κοινωνίες- δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μεσαιωνική Χριστιανοσύνη που ήταν κοινωνία που απαρτιζόταν από ανθρώπους που πεθαίνουν νέοι, από πολεμιστές και αγρότες που έχουν αξία μόνο στην εποχή της πλήρους φυσικής τους δύναμης, και από κληρικούς που κατευθύνονται από επισκόπους και οι πάπες οι οποίοι εκλέγονται σχετικά νέοι.

Η μεσαιωνική κοινωνία αγνοούσε τη γεροντοκρατία. Το πολύ πολύ η ευαισθησία τους συγκινούνταν από μεγάλους γέροντες με άσπρα γένεια -έτσι όπως απεικονίζονται στις κεντρικές πύλες των εκκλησιών, γέροντες της Αποκάλυψης και προφήτες της λογοτεχνίας που μιμούνται τον Καρλομάγνο, τον γέρο αυτοκράτορα «με τη λευκή γενειάδα», έτσι όπως φαντάζονται και αναπαριστούν τους ερημίτες, τους μεσαιωνικούς πατριάρχες που ήταν εντυπωσιακά μακρόβιοι.

Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».