Ο τόπος στον οποίο μετακινήθηκαν οι αρχαίοι Πέρσες κατά τη 2η π.Χ. χιλιετία ήταν η ζώνη των αλπικών ορέων πoυ εκτείνονται στις δυτικές και νότιες παρυφές των μεγάλων πεδιάδων της Κεντρικής Ασίας. Αυτά τα όρη απλώνονταν από την Ευρώπη μέχρι την Ανατολική Ασία και σε πολλά μέρη αποτελούνταν από δύο ή περισσότερες τεράστιες οροσειρές χωρισμένες μεταξύ τους από οροπέδια. Τα ποικίλα γεωμορφολογικά και βιογεωγραφικά γνωρίσματα καθορίζουν πόσο κατάλληλα είναι τα εδάφη ανάμεσα στην Κασπία και στον Περσκό Κόλπο για την υποστήριξη της ανθρώπινης διαβίωσης. Σε αυτό το περιβάλλον βρέθηκαν οι πρώτοι μετανάστες όταν μετακινήθηκαν προς Νότον κατά τη 2η π.Χ. χιλιετία. Οι περιβαλλοντικές συνθήκες τις οποίες συνάντησαν επηρέασαν καθοριστικά τον χαρακτήρα των κοινωνιών που αναπτύχθηκαν έκτοτε στις περιοχές αυτές.

Ο τόπος
Στην περιοχή που κατέλαβαν οι Πέρσες οι οροσειρές ακολουθούν σε γενικές γραμμές τη διεύθυνση Δύση-Ανατολή. Στον Βορρά, κυριότερη οροσειρά είναι τα όρη του Έλμπουρτζ, τμήμα μιας ορεινής αλυσίδας που εκτείνεται από τη Μκρά Ασία ως το Αφγανιστάν. Τα ψηλότερα όρη αυτής της οροσειράς βρίσκονται νοτίως της Κασπίας, με ψηλότερη κορυφή το Νταμαβάντ, που έχει υψόμετρο 5.601. Το Νταμαβάντ είναι επίσης το ψηλότερο όρος στη Μέση Ανατολή, και τα Έλμπουρτζ αποτελούν ένα τεράστιο φραγμό στη μετακίνηση από τα περσικά εδάφη προς τα βόρεια.
Νότια αυτών των ορέων, από τα οποία διαχωρίζεται με διαδοχικά υψίπεδα, βρίσκεται η οροσειρά του Ζάγρου. Πρόκειτα για ένα περίπλοκο ορεινό σχηματισμό με κορυφές που το υψόμετρό τους ξεπερνά τα 4.500μ. Το υψίμετρο που χωρίζει αυτές τις δύο απλικές οροσειρές έχει στη μεγαλύτερη έκτασή του υψόμετρο μεταξύ 1.000 και 1.500μ. τα ίδια τα υψίπεδα διασχίζονται από μικρότερες οροσειρές, με σημαντικότερη την Κοχρούντ, που χωρίζει τις ανατολικές ερήμους από την υπόλοιπη χώρα. Στη νοτιοδυτική πλευρά του βόρειου Ζάγρου διανοίγεται η μεγάλη αλλουβιανή λεκάνη της Μεσοποταμίας, την οποία αποστραγγίζουν οι ποταμοί Τίγρης και Ευφράτης. Η περιοχή αυτή έχει πολύ χαμηλότερο υψόμετρο από το υπόλοιπο Ιράν και συνεπώς εκεί επικρατούν διαφορετικές συνθήκες.
Το κλίμα της χώρας είναι ηπειρωτικό με ακραίες ετήσιες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας και σχετικά περιορισμένες βροχοπτώσεις στις περισσότερες περιοχές. Στο Ισφαχάν, την παλιά πρωτεύουσα, στην καρδιά της χώρας τον χειμώνα η μέση θερμοκρασία πέφτει κάτω από το μηδέν, ενώ το καλοκαίρι ξεπερνά τους 30 βαθμούς κελσίου. Το μέσο ετήσιο ύψος των κατακρημνισμάτων είναι 108 χιλιοστόμετρα, ενώ από τον Ιούνιο ωςτον Σεπτέμβριο δεν έχουν καταγραφεί βροχοπτώσεις.
Η φυσική βλάστηση του Ιράν εμφανίζει μεγάλη ποικιλία. Ενώ στις περιοχές με χαμηλό υψόμετρο γύρω από τα βουνά επικρατούν οι λειμώνες της στέπας, στα ψηλά όρη υπάρχει μόνο αλπική βλάστηση. Καθώς η κεντρική περιοχή του οροπεδίου αποτελείται ως επί το πλείστον από ερημικά και ημιερημικά εδάφη, η φυσική βλάστηση είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Ο βορειότερες περιοχές γύρω από τη νότια ακτή της Κασπίας δέχονται τα πιο πολλά κατακρημνίσματα, με αποτέλεσμα να έχει διαμορφωθεί και εκεί ένα αείφυλλο δάσος μεσογειακού τύπου.
Οι άνθρωποι
Η περιοχή του Ιράν κατοικείται εδώ και πολλές χιλιετίες. Ενώ γύρω από τα βουνά λαι στα πιο φιλόξενα σημεία του υψιπέδου ζούσαν πρωτόγονοι κτηνοτρόφοι, στη λεκάνη της μίας, στις δυτικές παρυφές του, αναπτύσσονταν πολύ πιο εξελιγμένες κοινωνίες. Πρόκειται για τους πρώτους πολιτισμούς, για εδραίους πληθυσμούς που ανέπτυξαν έναν εξελιγμένο τρόπο ζωής, έχτισαν μόνιμους οικοσμούς, καλλιεργιούσαν τη γη και χρησιμοποιούσαν τα μέταλλα. Στο όριο αναμεσα σε αυτούς του δύο κόσμους, στο σύγχρονο Χουζεστάν, βρισκόταν μία απο τις πιο εξελιγμένες τέτοιες κοινωνίες.
Πρόκειται για τους Ελαμίτες, οι οποίοι επεξέτειναν την επικράτειά τους από τις πεδιάδες μέχρι τα όρη από όπου εξόρυσσαν μέταλλα και έκαναν εμπόριο με την Ανατολή. Πρωτεύουσά τους ήταν τα Σούσα, η βάση από την οποία ορμώμενοι απέκτησαν σταδιακά τον έλεγχο σημαντικού μέρους της Μεσοποταμίας. Οι Ελαμίτες ανέπτυξαν επίσης στενές εμπορικές σχέσεις με πόλεις των Σουμερίων και με άλλα αστικά κέντρα της περιοχής.
Τη 2η π.Χ. χιλιετία η πόλη της Βαυλώνας έχοντας αναδειχθεί σε κυρίαρχη δύναμη στη Μεσοποταμία, προχώρησε στη δημιουργία του δικού της επεκτατικού κράτους. Εν τέλει οι Ελαμίτες έγιναν και οι ίδιοι κομμάτι του πολιτικού συστήματςο της Μεσοποταμίας και ενσωματώθηκαν στην Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία.
Τη 2η π.Χ. χιλιετία η άφιξη νέων ομάδων από την Κεντρική Ασία κλόνισε τους προηγούμενους αστικούς πολιτισμούς της Μεσοποταμίας. Το ισχυρό αυτό μεταναστευτικό κύμα προκλήθηκε πιθανώς από τις μεταβαλλόμενες ανθρωπογεωγραφικές συνθήκες στις ασιατικές εστίες των συγκεκριμένων πληθυσμών, με χαρακτηριστικά την επιδείνωση των κλιματικών συνθηκών και τις πληθυσμιακές πιέσεις. Τούτοι οι λαοί ήρθαν κυρίως από τις στέπες, τα εύκρατα βοσκοτόπια που διαμορφώνουν μια τεράστια ζώνη κατά μήκος της Ευρασίας, από την ανατολική Ευρώποη ως την ανατολική Ασία, και ήταν κυρίως νομάδες κτηνοτρόφοι.
Η αλλαγή των κλιματικών συνθηκών, όπως η μείωση των βροχοπτώσεων, τους ώθησε να μετακινηθούν με την προσδοκία ότι θα βρουν καλύτερη γη. Τέτοιες νομαδικές μεταναστεύσεις διαμόρφωσαν τις συνθήκες για συγκρούσεις μεταξύ των φυλών και, επακόλουθα, για περισσότερες μετακινήσεις πληθυσμών σε αναζήτηση νέων εδαφών
Ο μετανάστες που έφθασαν στη Μέση Ανατολή ήταν σχεδόν από κάθε άποψη διαφορετικοί από τους γηγενείς πληθυσμούς. Είναι γνωστοί κυρίως ως Άριοι, λέξη που στα σανσκριτικά δηλώνει εκείνους που κατάγονται από ευγενική γενιά. Οι εκτεταμένες μεταναστεύσεις των Αρίων, τούς οδήγησαν σε πολλές και ποικίλες περιοχές, γενικά όμως κινήθηκαν προς Νότον.
Μήδοι και Πέρσες
Ανάμεσα στους πιο σημαντικούς πληθυσμούς που μετακινήθηκανσ τη Μέση Ανατολή ήταν οι λαοί που έμεινα γνωστοί στην ιστορία ως Μήδοι και Πέρσες. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στη δυτική περιοχή του σύγχρονου Ιράν γύρω από τη λίμνη Ούρμια. Εκεί ήρθαν σε επαφή με την Ασσυριακή Αυτοκρατορία, ένα ισχυρό και ανεπτυγμένο κράτος της βόρειας Μεσοποταμίας. Οι νεήλυδες σύντομα έγιναν υποτελείς των Ασσυρίων.
Ενώ οι Πέρσες κινήθηκαν έπειτα προς τα ανατολικά, οι Μήδοι εδραιώθηκαν στα δυτικά και τον 8ο π.Χ. αιώνα πλέον είχαν ιδρύσει ένα ισχυρό κράτος. Πρωτεύουσά τους ήταν τα Εκβάτανα. Κατόπιν οι Μήδιοι στράφηκαν ενάντια στους πρώην κυριάρχους τους. Το 612π.Χ. συμμαχώντας με τους Βαβυλωνίους, επεκτάθηκαν στη Νινευί, την πρωτεύουσα των Ασσυρίων και σε λίγα χρόνια καθυπόταξαν την αυτοκρατορία τους. Σύντομα οι Μήδοι επέβαλαν την ηγεμονία τους και επί των Περσών, οι οποίοι είχαν ήδη εδραιωθεί στα ανατολικά.
Οι Πέρσες δεν είχαν σταματήσει να κινούνται προς Ανατολάς, αρκετά μακριά από την κύρια ζώνη των συγκρούσεων της Μέσης Ανατολής, και είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή βόρεια του κύριου όγκου της οροσειράς του Ζάγρου. Γνωστή ως Παρς ή Φαρς, αυτή αποτελούσε, ήδη από της αρχές της 1π.Χ. χιλιετίας την κύρια περιοχή εγκατάστασης τους και κέντρο του κράτους που επρόκειτο να συγκροτήσουν. Μολονότι οι μετακινήσεις τους συνεχίστηκαν, η Παρς εδραιώθηκε ως πατρογονική ειστία και έκτοτε διατηρούσε πάντοτε ξεχωριστή θέση στη συνείδησή τους. Από την Παρς προήλθε η ονομασία Περσία.
Πηγή: Οι Πέρσες
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

