Τον 4ο π.Χ. αιώνα την εποχή ακριβώς που ο ελληνικός κόσμος, παρά την πολιτιστική άνθηση που παρουσιάζει, πολιτικά κατακερματίζεται, σε κάποιο άλλο μέρος της γης συντελείται, το διαμετρικά αντίθετο φαινόμενο. Στην Ιταλία, η πολιτική ενοποίηση προχωρά ραγδαία, ενώ παράλληλα διαμορφώνεται μια ισχυρή ηγεμονία, που επεκτείνει τον έλεγχό της σε όλη τη χερσόνησο. Οι εξελίξεις αυτές δεν αφορούν τους Έλληνες αποίκους της Ιταλίας και Σικελίας, οι οποίοι δεν κατόρθωσαν ούτε και μεταξύ τους να διατηρήσουν κάποια ενότητα, αλλά τα ιταλικά φύλα. Αυτά είχαν από πολύ πριν σχέσεις με τους Ετρούσκους και τους Έλληνες και σταδιακά δέχθηκαν το πολιτισμό τους.

Χάρη λοιπόν σε αυτή την ενότητα που βαθμιαία απέκτησε, η Ιταλία έγινε γρήγορα καθοριστικός παράγοντας στις πολιτικές εξελίξεις του 4ου π.Χ. αιώνα. Από τον 2ο π.Χ. αιώνα η θέλησή της επηρεάζει πια αποφασιστικά τα πράγματα της Ανατολής και οι Έλληνες είναι αναγκασμένοι να εκτελούν τις προσταγές της.

Η κατάσταση που διαμορφώθηκε στο χώρο της Μεσογείου και προσδιόρισε για πολλούς αιώνες την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας θέτει ένα βασικό ερώτημα: πώς ήταν δυνατόν στην Ιταλία, στα πλαίσια μιας συμμαχίας, την ηγεσία της οποίας είχε ένα μέλος της, να αναδειχθεί μία και μόνη δύναμη με ισχυρό στρατό και πλούσια οικονομικά μέσα; Οι Έλληνες, παρά το δημιουργικό τους δαιμόνιο, δεν είχαν πετύχει σε καμία από τις προσπάθειες τους να φθάσουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Γιατί η Ρώμη μια απλή πόλη-κράτος, όπως η Αθήνα και η Σπάρτη, κατάφερε να δώσει λύση στο πρόβλημα που είχε βασανίσει και την Αθήνα και τη Σπάρτη, ακόμη και τις ελληνιστικές μοναρχίες, που ιδρύθηκαν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου;

Η άνοδος αυτής της ηγεμονίας με κέντρο τη Ρώμη και η επέκταση της πρώτα στην ιταλική χερσόνησο και αργότερα στον τότε γνωστό κόσμο προκάλεσαν, ως ιστορικό γεγονός, εξαιρετική εντύπωση στους στοχαστές και στους ιστορικούς της αρχαιότητας, είτε αυτοί κατάγονταν από την Ιταλία και επομένως ήταν οι ίδιοι, δημιουργοί αυτού του κράτους, είτε ήταν Έλληνες και έτσι αναγκασμένοι να υποκύψουν στην εξουσία του. Επιφανείς διανούμενοι, όπως ο Πολύβιος, ο Έλληνας Ιστορικός που περιέγραψε την εποχή της ακμής της Ρώμης και τις λαμπρές νίκες της στην Ανατολή και στη Δύση κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα, αλλά και διακεκριμένοι πολιτικοί άνδρες της Ρώμης με οξυδέρκεια και κύρος στη δημόσια ζωή, όλοι έκαναν σκέψεις γύρω από το πρόβλημα και προσπάθησαν να βρουν κάποια ικανοποιητική εξήγηση για τη στρατιωτική και πολιτική άνοδο της Ρώμης.

Άνθρωποι στην Ιταλία

Κάτοικοι της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και της Μικράς Ασίας ήρθαν σταδιακά στην ιταλική χερσόνησο από τον Βορρά και το Νότο. Οι παλαιότεροι έποικοι ήταν οι Λίγυρες και οι Ίβηρες, φύλα συγγενικά με τους πρώτους κατοίκους της ιβηρικής χερσονήσου και της Γαλατίας. Βαθμιαία όμως ο αριθμός τους ξεπεράστηκε από φύλα που ανήκαν στον ινδοευρωπαϊκό πληθυσμό της Κεντρικής Ευρώπης. Οι παλαιότεροι από τους εποίκους ζούσαν, όπως φαίνεται, στην πατρίδα τους σε λιμναίους οικισμούς: έφτιαχναν τα σπίτια τους πάνω σε σανιδώματα στηριγμένα σε πασσάλους τους οποίους στερέωναν στον βυθό της λίμνης σε κάποια απόσταση από την όχθη. Την επικοινωνία τους με την ξηρά εξασφάλιζε μια κινητή γέφυρα.

Στην αρχή δημιούργησαν παρόμοια χωριά στις λίμνες της Βόρειας Ιταλίας, κατόπιν όμως μεταφέρθηκαν στην ξηρά σε οικισμούς προστατευμένους από χωμάτινα οχυρώματα και τάφρους. Κι εδώ τα σπίτια ήταν φτιαγμένα πάνω σε σανιδώματα και οι πάσσαλοι στερεωμένοι στη γη πίσω από το οχύρωμα. Πρόκειται για τις πρώτες οχυρωμένες πόλεις που ίδρυσαν οι κάτοικοι της Κεντρικής Ευρώπης στην Ιταλία. Στα ιταλικά ονομάζονται Terramare, γιατί στα ερείπιά τους βρίσκει κανείς άφθονο και εύφορο μαύρο χώμα. Ο κάτοικοι των Terramare έφτασαν στην Ιταλία την Πρώτη Εποχή του Μετάλλου, την εποχή του Χαλκού και του Ορείχαλκου.

Πολύ αργότερα, στην ύστερη περίοδο του Χαλκού, όταν είχε αρχίσει ήδη να χρησιμοποιείται ο σίδηρος, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη χερσόνησο ινδοευρωπαϊκά φύλα, τα οποία προέρχονταν από περιοχές, όπου χτίζονταν στις κορυφές των λόφων οχυρωμένα καταφύγια για ανθρώπους και ζώα. Οι νέοι έποικοι διαθέτουν τελειότερα εργαλεία και όπλα και παραμερίζουν έτσι τους κατοίκους των λιμναίων οικισμών και τους αυτόχθονες. Οι νέοι αυτοί και ισχυροί Ινδοευρωπαίοι πληθαίνουν, έρχονται σε επιμειξία μεταξύ τους και με τους παλαιότερους κατοίκους της Ιταλίας και καταλαμβάνοντας τη μία μετά την άλλη περιοχή επεκτείνονται ως το νότιο άκρο της χερσονήσου.

Βαθμιαία χωρίζονται σε τρεις ομάδες, η καθεμιά μιλάει διαφορετική διάλεκτο μιας γλώσσας κοινής σε όλους και συγγενικής με αυτή των Κελτών. Οι ομάδες αυτές είναι Ούμβριοι, οι Λατίνοι και οι Σαμνίτες. Η πρώτη κατείχε το βόρειο τμήμα της Ιταλίας και μέρος από το κεντρικό, η δεύτερη το χαμηλότερο τμήμα της κοιλάδας του Τίβερη, η τρίτη τους λόφους και τις κοιλάδες στα νότια της χερσονήσου.

Δεν πρόκειται όμως να κυριαρχήσουν οριστικά στις ακτές. Τις κοιλάδες της Απουλίας και τις πεδιάδες της Ακυληίας κατέλαβαν νωρίς ιλλυρικά φύλα που είχαν έρθει από τις βόρειες και ανατολικες ακτές της Αδριατικής. Το ισχυρότερο και πολυπληθέστερο ήταν οι Ιάπυγες που κυριάρχησαν στη νοτιοανατολική ακτή της Ιταλίας. Αυτοί εισέβαλαν, στην Ιταλία την ίδια εποχή με τους κατοίκους των λιμνών. Η δυτική ακτή, από την άλλη μεριά, εκτός από το χαμηλό τμήμα της κοιλάδας του Τιβερη, είχε καταληφθεί στις αρχές περίπου της 1ης π.Χ. χιλιετίας απο υπερπόντιους εισβολείς. Στον Βορρά ο ιταλικός πληθυσμός είτε απωθήθηκε στα βουνά είτε υποτάχθηκε από τους Ετρούσκους.

Οι Ετρούσκοι, ένα από τα φύλα της Μικράς Ασίας, μετανάστευσαν από την Ασία στην Ιταλία κατά την περίοδο των μεγάλων αναστατώσεων, στο τέλος της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Στον Νότο ολόκληρη η παραθαλάσσια λωρίδα μαζί με την Καμπανία στα δυτικά, αλλά εκτός από την Απουλία στα ανατολικά, κατακτήθηκε μετά τον 8ο π.Χ. αιώνα από Έλληνες αποίκους. Τελευταίοι εισέβαλλαν στην Ιταλία οι Κέλτες, οι οποίοι ονομάζονταν από τους Ρωμαίους «Galli» (Γαλάτες). Λαός συγγενικός με τα ιταλικά φύλα ήρθε από τον Βορρά: ένα μέρος του από τη σημερινή Γαλλία, ένα άλλο πιθανόν από τη κοιλάδα του Δούναβη. Τον 6ο π.Χ. αιώνα οι Κέλτες άρχισαν να καταλαμβάνουν σταδιακά την κοιλάδα του Πάδου απωθώντας τους Ετρούσκους.

Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».