Μετά το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 476, η δυτική Μεσόγειος είχε κατακλυσθεί από τα βασίλεια των Φράγκων, των Οστρογότθων, των Βησιγότθων και των Βανδάλων. Η ιταλική συγκλητική αριστοκρατία είχε μάθει κατά τον 5ο αιώνα να προτιμά έναν ανίσχυρο αυτοκράτορα στη Δύση, τον οποίο να χεραγωγεί από την άμεση ή έμμεση κυριαρχίας της Κωνσταντινούπολης. Ως τίμημα αυτής της ανεξαρτησίας ήταν πρόθυμοι να αφήσουν τη στρατιωτική εξουσία στην Ιταλία στα χέρια των Γερμανών ηγετών, οι οποίοι ήταν σε θέση να στρατολογήσουν δυνάμεις μεταξύ των ομοεθνών τους.

Η δυτική Μεσόγειος τον 6ο αιώνα

Γι’ αυτό και δεν ανησύχησαν, όταν το 476 ο Οδόακρος αποφάσισε να χειραφετηθεί τελείως από τον αυτοκράτορα και να κυβερνήσει ο ίδιος την Ιταλία σε συνεργασία με τη ρωμαϊκή σύγκλητο. Ο κατακτητής και διάδοχος του Οδόακρου Θευδέριχος ενθάρρυνε την αντικωνσταντινουπολίτικη στάση της άρχουσας ιταλικής τάξης και επεδίωκε να δημιουργήσει την εντύπωση συνεργασίας μεταξύ Γότθων και Ρωμαίων, εντύπωση όχι και τόσο απατηλή.

Ορισμένες συγκλητικές οικογένειες που διάκεινταν ευνοϊκά απέναντι στους ανατολικούς ή νοσταλγούσαν την ενότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εγκατέλειψαν την Ιταλία και κατέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη. Επιφανέστεροι και με μεγάλη επιρροή ήταν οι Ανίκιοι, η αρχηγός των οποίων Ιουλιάνα Ανίκια μπορούσε να συναγωνίζεται αυτοκράτορες σε πλούτο και ευγενεία καταγωγής. Όσοι από τους Ιταλούς αριστοκράτες παρέμειναν στην Ιταλία αποδέχθηκαν την εύκολη συμβίωση με τους Γότθους. Ο στρατός περιήλθε στα χέρια των Γότθων ενώ οι Ρωμαίοι διατήρησαν τα πολιτικά δικαιώματα. Το σχίσμα που δίχασε την ανατολική και δυτική εκκλησία από την προτελευταία δεκαετία του 5ου αιώνα απηχούσε και ενίσχυε την απομάκρυνση της πλειονότητας της ιταλικής ιθύνουσας τάξης από την αυτοκρατορία.

Η κατάσταση στην Αφρική ήταν διαφορετική. Οι Βάνδαλοι κατακτητές κυβερνούσαν μόνοι χωρίς να ζητούν τη υποστήριξη των Ρωμαίων υπηκόων τους. Η Καθολική Εκκλησία στην Αφρική είχε υποστεί διωγμούς από τους αρειανούς Βάνδαλους. Οι Βάνδαλοι χρειάζονταν Ρωμαίους διοικητικούς για την διακυβέρνηση του κράτους. Έτσι, πολλοί Ρωμαίοι γαιοκτήμονες πέτυχαν μια αμοιβαία συνεργασία με τους νέους κυριάρχους. Δεν υπήρχε όμως ιδεολογία συνεργασίας στην Αφρική, όπως στην Ιταλία. Η βανδαλική εξουσία στηριζόταν στη δύναμη, ενώ η οστρογοτθική στην πειθώ.

Στη Γαλατία, όπου είχε στερεά εδραιωθεί το φραγκικό βασίλειο του Θευδιβέρτου με την πλήρη υποστήριξη των υπολειμμάτων της ρωμαϊκής τάξης των γαιοκτημόνων, ενώ στην Ισπανία, οι Βησιγότθοι φαίνεται ότι είχαν εξασφαλίσει ανάλογη υποστήριξη. Τα γερμανικά βασίλεια συνδέονταν μεταξύ τους χαλαρά με ένα δίκτυο δυναστικών επιγαμιών που είχε μηχανευθεί ο Θευδέριχος.

Κανένας αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν δυνατόν να βλέπει με απάθεια την ανακατάταξη αυτή των δυνάμεων στη Μεσόγειο. Από πλευράς στρατηγικής άφηνε την αυτοκρατορία με δυνητικά ακάλυπτα τα σύνορα στη Δύση και καθιστούσε αδύνατη τη ναυτική κυριαρχία του βυζαντινού στόλου στη Μεσόγειο, την οποία διαφιλωνικούσε ήδη ο ισχυρός και συχνά επιθετικός στόλος των Βανδάλων.

Από την πλευρά της ιστορικής παράδοσης, ήταν ταπεινωτικό εκείνοι των οποίων οι πρόγονοι υπήρξαν επί αιώνες Ρωμαίοι πολίτες, να είναι υπήκοοι βαρβάρων και η ίδια η Ρώμη η «παλαιά Ρώμη», όπως την αποκαλούσαν οι βυζαντινοί σε αντιδιαστολή με την Νέα Ρώμη, που ήταν η Κωνσταντινούπολη, να αποτελεί τμήμα ενός γερμανικού βασιλείου. Από θεολογική άποψη υπήρχε μια σοβαρή παραφωνία: Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα μάτια των πολιτών του ανατολικού τμήματος δεν ήταν απλώς ένα κράτος ανάμεσα σε άλλα, αλλά μέρος ενός θεϊκού σχεδίου για την σωτηρία της ανθρωπότητας. Η δικαίωση της ήταν περισσότερο εσχατολογική παρά πολιτική.

Ο Ιουστινιανός πριν ακόμη ανέβει στον θρόνο της ανατολικής αυτοκρατορίας είχε ήδη καταλήξει στην απόφαση να αποκαταστήσει την ρωμαϊκή κυριαρχία στην Ιταλία. Είχε αναμιχθεί σε διαπραγματεύσεις με τον πάπα όχι μόνο για την αποκατάσταση της ενότητας της Εκκλησίας, αλλά και μια αξιόλογη μεταβολή στις σχέσεις μεταξύ Κωνσταντινούπολης και οστρογοτθικής Ιταλίας. Ένα μέρος του ιδεολογικού υπόβαθρου της διάστασης της ιταλικής συγκλητικής τάξης είχε εξουδετερωθεί. Και ο Θευδέριχος αναγνώριζε την θεωρητική επικυριαρχία της αυτοκρατορίας, χωρίς να παραιτείται από την έμπρακτη κυριαρχία στην Ιταλία.

Τη νέα σχέση συμβόλιζε η ανάληψη, την 2η Ιανουαρίου 519, της υπατείας στη Ρώμη από τον Ευθάριχο, γαμπρό, θετό γιο και επίδοξο διάδοχο του Θευδέριχου, υπατείας που αναγνωρίστηκε από την Κωνσταντινούπολη. Ο Θευδέριχος είχε πια γεράσει. Όταν θα πέθαινε ο διαδοχός του θα ήταν πολύ στενότερα συνδεδεμένος με την αυτοκρατορική κυβέρνηση. Η εξέλιξη αυτή δυσαρεστούσε τους Ιταλούς συγκλητικούς που πίστευαν στη μη ανάμιξη της Κωνσταντινούπολης και ενίσχυε τη βυζαντινή παράταξη. Παράλληλα, ενέπνεε ανησυχία στους Γότθους στρατιωτικούς πολλοί από τους οποίους έβλεπαν με επιφύλαξη κάθε παραχώρηση στον αυτοκράτορα της Ανατολής.

Το 522 ο Ευθάριχος πέθανε, αφήνοντας τον Θευδέριχο με μοναδικό διάδοχο την κόρη του Αμαλασούνθα και τον εγγονό του Αταλάριχο. Το επόμενο έτος ο πάπας Ορμίσδας, ο οποίος είχε προβεί σε παραχωρήσεις προς τον Ιουστινιανό για να τερματισθεί το σχίσμα των Εκκλησιών, πέθανε. Η προοπτική του προοδευτικού συμπλησιασμού μεταξύ Γότθου βασιλιά και Ρωμαίου αυτοκράτορα ανακόπηκε. Αβεβαιότητα και ανησυχία επικράτησε στην Ιταλία τόσο μεταξύ των Γότθων, όσο και μεταξύ των Ρωμαίων.

Το 523, οι Γότθοι συνέλαβαν επιστολές κορυφαίων συγκλητικών της Δύσης προς τον αυτοκράτορα Ιουστίνο, που υποδήλωναν απιστία στον Θευδέριχο. Άρχισαν διώξεις οι οποίες έθεσαν τέρμα στη αγαστή συνεργασία του πρόσφατου παρελθόντος. Ακόμη και οι πιο πιστοί οπαδοί της συνεργασίας αυτή θεωρήθηκαν ύποπτοι προδοτικών σχέσεων με την Κωνσταντινούπολη. Ένας από τους αρχηγούς του ο Βοήθιος, θανατώθηκε στη γοτθική πρωτεύουσα στις 23 Οκτωβρίου 524, χωρίς ούτε παρωδία δίκης και με την πιο εξεζητημένη ωμότητα.

Η εκτέλεση του Βοήθιου αποκάλυψε την πραγματική πολιτική κατάσταση στην Ιταλία: ήταν φανερό ότι οι Γότθοι ήταν διατεθειμένοι να θυσιάσουν τη ανώτεερη κοινωνική τάξη της Ιταλίας. Ολότελα αποξενωμένη και από τους Γότθους και ανήσυχη για τις προθέσεις τους η τάξη αυτή δεν είχε άλλη διέξοδο παρά να εμπιστευθεί το πεπρωμένο της στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Από τη στιγμή εκείνη, η φιλοδοξία έγινε στο νου του Ιουστινιανού πολιτική γραμμή και άρχισε να μελετά με κάθε λεπτομέρεια τις δυνατότητες αποκατάστασης της ρωμαϊκής εξουσίας στην Ιταλία και του τερματισμού της γοτθικής κυριαρχίας.

Ο θάνατος του Θευδέριχου το 526, αφήνοντας την Αμαλασούνθα ως επίτροπο του γιου της Αταλαρίχου, επέσπευσε την πραγματοποίηση των σχεδίων του Ιουστινανού. Η Αμαλασούνθα είχε ρωμαϊκή παιδεία. Ως γυναίκα δεν έχαιρε εμπιστοσύνης στον ανδροκρατούμενο κόσμο της γοτθικής εξουσίας. Η μόνη κατεύθυνση προς την οποία μπορούσε να προσβλέψει για προστασία από τους εχθρούς της ευγενείς Γότθους ήταν η Κωνσταντινούπολη. Επιστολή στάλθηκε από την Αμαλασούνθα εξ ονόματος του ανήλικου γιο της στον Ιουστίνο, υπενθυμίζοντας τις ευεργεσίες που παλαιότερα ο αυτοκράτορας είχε προσφέρει στους Γότθους και εκλιπαρώντας να συνεχίσει την προστασία και τη φιλία του.

Στην Αφρική ο Θρασαμούνδος, σύζυγος της αδελφής του Θευδέριχου, της Αμαλαφρίδας, πέθανε το 523. Βάσει ενός παράξενου νόμου διαδοχής που είχε θεσπισθεί από τον Γιζέριχο, η βασιλεία περιήλθε στον μεγαλύτερο επιζώντα απόγονο του Γιζέριχου, που ήταν ο Ιλδέριχος, γιος του Ονωρίχου, γιου του Γιζέριχου, και της Ευδοκίας κόρης του Βαλεντινιανού Γ΄.

Ηλικιωμένος και φίλος των βιβλίων ο Ιλδέριχος, είχε πλήρη συνείδηση της διπλής καταγωγής του από Βάνδαλο βασιλιά και Ρωμαίο αυτοκράτορα. Ίσως να ήλπιζε ότι θα συνένωνε Ρωμαίους και Βανδάλους. Σταμάτησε τις διώξεις των Καθολικών και ανακάλεσε πολλούς Ρωμαίους εξόριστους στα κτήματά τους. Άρχισε την ανταλλαγή φιλικής αλληλογραφίας με τον Ιουστιανό και όχι με τον Ιουστίνο. Προέβη σε έκδοση νομισμάτων με παράσταση της κεφαλής του Ιουστίνου, αναγνωρίζοντας έτσι σιωπηρά ότι το βανδαλικό βασίλειο αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Συνομωσία μεταξύ Βανδάλων ευγενών ανέτρεψε τον Ιλδέριχο το 530 και έφερε στον θρόνο τον Γελίμερα, ανηψιό του Θρασαμούνδου. Ο Ιουστινανός έσπευσε να αναλάβει την υπεράσπιση του Ιλδερίχου υπενθυμίζοντας με επιστολή του στον Γελίμερα τον βανδαλικό νόμο διαδοχής και καλώντας να αποκαταστήσει αμέσως τον Ιλδέριχο στον θρόνο. Καθώς όμως εξακολουθούσε η εμπλοκή του στον π΄πλεμο εναντίον των Περσών, δεν ήταν σε θέση να επέμβει άμεσα στην Αφρική. Είχε όμως εξασφαλίσει αφορμή πολέμου και μπορούσε να εμφανίζεται όχι ως απλός υπερασπιστής των Ρωμαίων από τους διωγμούς, αλλά και ως υπέρμαχος της βανδαλικής νομιμότητας.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».