Η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 εστίασε την προσοχή των δυτικών κρατών στην απειλή του Ισλάμ, δημιουργώντας για πρώτη φορά μια συνείδηση ευρωπαϊκής συλλογικότητας έναντι του κοινού εχθρού. Γράφοντας ένα χρόνο μετά την πτώση ο ουμανιστής Aeneas Sylvius Piccolomini έκανε έκκληση για τη συστράτευση της Δύσης γύρω από την ιδέα της «Ευρώπης», την οποία ταύτισε με αυτήν της Χριστιανοσύνης και για την ηγεσία της οποίας προσέβλεπε στα γερμανικά κράτη. Μεταγενέστεροι συγγραφείς έτειναν να συμφωνούν πως η Ευρώπη συμπεριλαμβάνει όλα τα κράτη που ήταν καθολικά στο δόγμα και λατινογενή στην κουλτούρα.
Μοναδική εξαίρεση ο Γάλλος ουμανιστής Montaigne, που συμπεριέλαβε, και τη «Μοσχοβία» στην Ευρώπη, καθώς οι Ρώσοι αποτελούσαν και αυτοί ένα αμυντικό ανάχωμα εμπρός στην απειλή του ισλάμ. Όμως στην Κοσμογραφία (1588) του Sebastian Münster η Μοσχοβία και τα βαλκανικά κράτη απεικονίζονταν απλώς ως τα ταπεινά άκρα του βασιλικού χιτώνα μιας μεγαλοπρεπούς Ευρώπης, η καρδιά της οποίας εντοπιζόταν στην κεντρική Ευρώπη και η εστεμμένη κεφαλή της στην Ισπανία.
Η «Ευρώπη» παρέμενε μια νεφελώδης σύλληψη, που σπάνια εμφανιζόταν ακόμα και στον έντυπο λόγο. Παρά την ακριβή της οριοθέτηση στους πρωτοποριακούς χάρτες του Sebastian Münster δεν αποτελούσε μέρος του διανοητικού σύμπαντος των Δυτικών. Κατά την Αναγέννηση, οι προπαγαναδιστές την αντιλαμβάνονταν ως τη θρησκευτική προέκταση της παπικής Χριστιανοσύνης είτε ως την κοσμική εξουσία της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Αυτοί που απέρριπταν, όπως ο ουμανιστής Valla, και τους δύο αυτούς προσδιορισμούς, προτιμούσαν να προσβλέπουν σε μια Ευρώπη, ενοποιητικό στοιχείο της οποίας ήταν μάλλον η ανωτερότητα της λατινικής κουλτούρας. Η απόπειρα πολιτισμικής οριοθέτησης της ηπείρου ήταν περισσότερο δυσχερής ως τις παρυφές της. Οι περισσότεροι Δυτικοί δεν αποδέχονταν την ευρωπαϊκότητα της μη καθολικής σλαβικής κουλτούρας. Και υπήρχε και η πολυπολιτισμική Ισπανία. Ο Valla δεχόταν ότι οι Μουσουλμάνοι της Ισπανίας θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στους Ευρωπαίους, αλλά ένας Βοημός περιηγητής της Ιβηρικής στη δεκαετία του 1460, ο Leon von Rozmital, δεν μπορούσε να κρύψει τα αισθήματα ανησυχίας που προκάλεσε η ώσμωση εβραϊκής και ισλαμικής κουλτούρας που συνάντησε εκεί.
Η ανακάλυψη του Νέου Κόσμου το 1492 εγκαινίασε μια νέα φάση στη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού της Ευρώπης. Η Αμερική έγινε το είδωλο του Παλαιού Κόσμου, ο «Άλλος» απέναντι στον οποίο οι Ευρωπαίοι μπορούσαν να αντιδιαστείλουν τη δική τους εικόνα. Ακριβώς επειδή απέκτησαν μια συνείδηση σαφών διαφορών με τους κατοίκους άλλων ηπείρων, και στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, μια αυξημένη συναίσθηση των δικών τους γνωριμάτων, δεξιοτήτων και κουλτούρας.
Οι Ευρωπαίοι άρχισαν σταδιακά να αποκτούν μια συνείδηση δικής τους ιδιαίτερης ταυτότητας. Η «Ευρώπη» ως γεωγραφική οντότητα μορφοποιήθηκε στους χάρτες και στις ταξιδιωτικές αφηγήσεις, σε μια περίοδο που οι κάτοικοί της στο σύνολό τους δεν είχαν συναίσθηση αυτής της διαδικασίας. Η επαφή με άλλους πολιτισμούς, ιδιαίτερα με τους εξαιρετικά αναπτυγμένους πολιτισμούς της Ασίας, εδραίωσαν την πρόσληψη της Ευρώπης ως τμήματος ενός ευρύτερου κόσμου.
Ευρώπη: ταυτότητες και σύνορα
Η έννοια της «Ευρώπης» παπρέμενε ιδεατό ζητούμενο. Τη δεκαετία του 1520 ο Έρασμος εστίασε στη Χριστιανοσύνη τον πόθο του για έναν πολιτισμό κοινό, ειρηνικό και λόγιο, χωρίς σύνορα. Παρότι περήφανος Ολλανδός, διακήρυξε ότι «επιθυμώ να είμαι πολίτη του κόσμου και όχι απλά μιας πόλης». Ο πόθος αυτός για μία οικουμενική πολιτεία ήταν το όνειρο επίσης, έναν αιώνα αργότερα του Tommaso Campanella. Ως άνθρωποι του πνεύματος, αυτοί και άλλοι προσέβλεπαν, πέρα από τις διαμάχες κυβερνήσεων και δογμάτων, σε έναν κόσμο χωρίς σύνορα.
Στον πραγματικό κόσμο, όπως υπήρχαν σύνορα τα οποία οι χαρτογράφοι έτειναν μεν να τα κάνουν απτά αλλά και που ήταν δύσκολο να προσδιοριστούν. Με όρους διοικητικής ευθύνης ένα σύνορο δεν ήταν γεωγραφικό, αλλά προόριζε μάλλον τα όρια κάποιας μορφής δικαιοδοσίας (εκκλησιαστικής, αστικής, αριστοκρατικής). Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, η μερική επικάλυψη αυτών των διαφόρων σφαιρών δικαιοδοσίας έκανε αδύνατη τη γεωγραφική ακρίβεια στα κείμενα των ειρηνευτικών συνθηκών, και τα σύνορα αυτά επισήμαιναν απαραίτητα την ύπαρξη σαφών πολιτικών και πολιτισμικών διαφορών ανάμεσα στις ανεξάρτητες πολιτικές οντότητες.
Τα απλούστερα σύνορα (και πάντα τα πλέον επιθυμητά για εμπορικούς λόγους) ήταν τα υδάτινα. Ο προσδιορισμός των χερσαίων ορίων συχνά προκαθοριζόταν από τον κατακερματισμό των υδάτινων μαζών: τα έθνη αποπειρώνταν να ορίσουν τα σύνορά τους με βάση τις θάλασσες και τους ποταμούς που εξέβαλλαν σε αυτές. Ο κοινότητες μάχονταν για το δικαίωμα ενσωμάτωσης των χειμάρων (πολύτιμων τόσο για τους διατροφικούς όσο και για τους αρδευτικούς λόγους) στην επικράτειά τους.
Τα κράτη που βρίσκονταν στη διαδικασία εδραίωσης της ταυτότητάς τους κατέβαλλαν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλίσουν κάποιον αιγιαλό ή τουλάχιστον κάποιο λιμάνι: η Μοσχοβία του 17ου αιώνα πέτυχε να εξασφαλίσει την πρόσβασή της στη θάλασσα σε μια εκτεταμένη παράλια ζώνη, ενώ μια φτωχότερη περιοχή, όπως η Αραγονία, απέτυχε να αποκτήσει πρόσβαση στη θάλασσα, παραμένοντας το μόνο βασίλειο της Ισπανίας που περιβαλλόταν αποκλειστικά από ξηρά.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.


