Η κοινωνία της πρώιμης νεότερης Ευρώπης ήταν κατεξοχήν αγροτική. Στη δυτική και κεντρική Ευρώπη γύρω στα 1600 ποσοστό μικρότερο του 5% του πληθυσμού ζούσε σε μερικές εκατοντάδες «πόλεις» με πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων. Άλλο ένα 5% του πληθυσμού ζούσε σε μικρές επαρχιακές κωμοπόλεις. Οι υπόλοιποι ζούσαν σε αυτό που ονομάζουμε αγροτική κοινότητα.

Όλες οι μεγάλες εξελίξεις της πρώιμης νεότερης περιόδου -μεταβολές στην οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή σφαίρα- έλαβαν χώρα περισσότερο στις συχνά απομονωμένες γωνίες της ευρωπαϊκής υπαίθρου και λιγότερο στα μεγάλα μητροπολιτικά και πολιτικά κέντρα. Ήταν στις τοπικές κοινότητες που εστιάζονταν η κοινωνική ζωή και οι δεσμοί πίστης ενός Ευρωπαίου: το «κράτος» και το «έθνος» ήταν αφηρημένες έννοιες, με τις οποίες σπάνια ερχόταν σε επαφή.
Η οργανωτική δομή της επαρχικής κοινωνίας ποίκιλε ανάλογα με την περιοχή. Στο πλέον πρωτογενές επίπεδο, στο μεγαλύτερο τμήμα της χριστιανικής Ευρώπης, η αγροτική κοινότητα ταυτιζόταν με την ενορία, με αποτέλεσμα η Εκκλησία να διαδραματίζει έναν ηγετικό ρόλο στον προσδιορισμό του χαρακτήρα της κοινότητας. Στις περιοχές που ήταν ενταγμένες πλήρως στο φεουδαρχικό σύστημα η εξουσία του χωροδεσπότη ήταν πιο ισχυρή ιδιαίτερα ένα αυτός ήλεγχε και το μεγαλύτερο μέρος της γης. Η ίδια όμως η κοινότητα προσδιοριζόταν, όχι με βάση εξωτερικές επιρροές, όπως η Εκκλησία και ο τοπικός άρχοντας, αλλά αποκλειστικά με βάση τους δεσμούς μεταξύ των μελών της.
Μερικά χωριά, όπως στην Αγγλία όπου οι χωρικοί ήταν ελεύθεροι και η κατανομή της γης ισόρροπη, έδιναν την εικόνα μιας ευτυχούς και αυτάρκους μονάδας, που διέθετε ένα ολόκληρο φάσμα κοινωνικών στρωμάτων. Στο μεγαλύτερο τμήμα της ανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου, αντίθετα τα χωριά ήταν αταξικές, φτωχές κοινότητες, που αδυνατούσαν να επιβιώσουν στηριζόμενες στις δικές τους πλουτοπαραγωγικές πηγές. Λίγα χωριά ήταν βιώσιμες, ανεξάρτητες μονάδες: όλα είχαν στενούς δεσμούς με κοντινούς οικισμούς για την ικανοποίηση αναγκών όπως η εύρεση των γαμήλιων συντρόφων και η ανταλλαγή προϊόντων.
Επομένως, ουσιαστικά το χωριό δεν ήταν μια αυτόνομη κοινότητα αλλά μάλλον θα πρέπει να ενταχθεί σε μία ευρύτερη πολιτισμική περιοχή: στα γεωγραφικά πλαίσια αυτής της περιοχής οι άνθρωποι καλλιεργούσαν τα ίδια αγροτικά προϊόντα, σε παρόμοιες εδαφικές και κλιματικές συνθήκες, απασχολούνταν σε παρόμοιες εργασίες είχαν παρόμοια ενδυμασία και μιλούσαν την ίδια γλώσσα.
Παρ΄όλο που η δομική μονάδα κάθε χωριού ήταν το νοικοκυριό ή η οικογένεια, η σημασία της συγγένειας ως κοινωνικού δεσμού δεν ήταν πάντα πρωτεύουσα. Σε μικρότερες κοινότητες και σε περιοχές όπου η μετακίνηση του πληθυσμού ήταν περιορισμένη, η ενδογαμία ήταν υψηλή και οι οικογενειακοί δεσμοί ισχυροί. Σε εκείνα όμως, τα πολυάριθμα χωριά της βόρειας Ευρώπης όπου οι μετακινήσεις του πληθυσμού ήταν συνεχείς, οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν πιο αδύνατοι και τη συνοχή σε αυτά παρείχαν οι δεσμοί γειτονίας.
Ανεξάρτητα από τη φύση των δεσμών αυτών, η αίσθηση του «ανήκειν» σε μια κοινότητα, το αίσθημα της «αλληλεγγύης» ήταν πάντα ισχυρό και βαθύ. Το αίσθημα του «ανήκειν» σε μια κοινότητα, που σπάνια συναντάται σήμερα στον πιο εξατομικευμένο κόσμο μας, ήταν η πλέον ισχυρή κοινωνική δύναμη στην πρώιμη νεότερη Ευρώπη.
Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα αξιολογούνταν με βάση πρότυπα που είχε δημιουργήσει η ίδια η κοινότητα: γάμοι που δεν γίνονταν αποδεκτοί από αυτή λοιδορούνταν, με τα «charivari» (παλαιό γαλλικό έθιμο, όπου η κοινότητα έκανε θόρυβο, τραγουδούσε και διαμαρτυρόταν έξω από το σπίτι ζευγαριών που δεν ακολουθούσαν τους κοινωνικούς κανόνες π.χ. αταίριαστοι γάμοι, ξαναπαντρεμένοι χήροι), οι «μάγισσες» αποπέμπονταν από εχθρικούς γείτονες, η αντίδραση στην υπέρογκη φορολογία έπαιρνε τη μορφή συλλογικής εξέγερσης.
Η πρωτοκαθεδρία αυτή των κοινωνικών δεσμών δημιουργούσε με τη σειρά της έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. Ασήμαντες φιλονικίες μπορούσαν να οδηγήσουν στο σχηματισμό φατριών, κάποιων με βάση τους δεσμούς συγγένειας, άλλων με βάση την κοινωνική θέση. Ήταν δυνατόν παρόμοιες βραδυφλεγείς αντιπαλότητες να διαιωνίζονται από γενιά σε γενιά, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσογείου όπου η έννοια της «τιμής» (ή της «υπόληψης» κάποιου μέσα στην κοινότητα) ήταν έντονα φορτισμένη.
Οι κοινότητες είχαν πάντοτε κάποιο ιστορικό σημείο αναφοράς. Εάν δεν ήταν σε θέση να πιστοποήσουν τα παραδοσιακά τους προνόμια, δεν θα μπορούαν να αμυνθούν στις εξωτερικές επεμβάσεις της εξουσίας. Μικροί οικισμοί της μεσαιωνικής προέλευσης μπορεί να διατηρούσαν κάποιο ανάλογο έγγραφο ή τίτλο.
Στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, όμως, όπου κυριαρχούσαν οι εκκλησιαστικοί και κοσμικοί άρχοντες, παραδοσιακές μορφές κοινοτικής διακυβέρνησης επιβίωναν ακόμη κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα. Ένα χωριό μπορεί να κυβερνιόταν από τη «συνέλευση των κατοίκων» (Γαλλία) ή το «γενικό συμβούλιο» (Ισπανία), που θεωρητικά απαρτιζόταν από τους άνδρες, επικεφαλής νοικοκυριών που ήταν κάτοχοι γης. Ακόμα και αυτοί, όμως, δεν συμμετείχαν όλοι και έτσι οι αποφάσεις λαμβάνονταν σταδιακά όλο και περισσότερο από μία ελίτ. Οι συνελεύσεις μπορούσαν να συνυπάρχουν με τη δικαιοδοσία του χωροδεσπότη. Οι συνελεύσεις συγκαλούνταν μόνο σε εξαιρετικές περιστάσες, ίσως και μία μόνο φορά χρόνο.
Η κοινότητα και η συνέλευση του χωριού έπαιζαν καθοριστικό ρόλο σε κάθε έκφανση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η οικονομία αποτελούσε τη βασική δομική πραγματικότητα της κοινότητας. Η συνέλευση προσδιόριζε τη χρονική στιγμή του οργώματος της γης, επέλεγε το είδος των καλλιεγειών και των ζώων που θα εκτέφονταν. Η εκμετάλλευση του εδάφους κάποιες φορές γινόταν σε κοινοτική βάση: η καλλιεργήσιμη γη και τα βοσκοτόπια αναδιανέμονταν περιοδικά ανάμεσα στα νοικοκυριά, καθώς σε ορισμένες περιοχές ανήκαν στην κοινότητα και όχι σε μεμονομένες οικογένειες.
Ένα χωριό με κοινοτική ιδιοκτησία, όπως καλλιεργήσιμη γη, βοσκοτόπια, δάση, μύλο, μπορεί να είναι οικονομικά ισχυρό. Ένα κυρίαρχο στοιχείο, όμως, της πρώιμης νεότερης Ευρώπης ήταν η συνεχής απαλλοτρίωση της κοινοτικής περιουσίας για την πληρωμή φόρων και χρεών.
Στα τέλη του 17ου αιώνα ο θεσμός της αυτόνομης αγροτικής κοικότητας είχε πλέον περιπέσει σε παρακμή στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Το σημαντικότερο αίτιο αυτής της παρακμής ήταν η οικονομική πόλωση στο εσωτερικό των κοινοτήτων, που δημιουργούσε από τη μία πλευρά μια γαιοκτητική ελίτ, συχνά απαλλαγμένη από φορλογικές υποχρεώσεις και από έναν αυξανόμενο αριθμό ακτημόνων.
Ο έντονος τοπικισμός που χαρακτήριζε το κοινοτικό αίσθημα του «ανήκειν» επιβίωσε πολύ πέραν του της απώλειαςτ ης πολιτικής αυτονομίας της κοινότητας και διείσδυσε σε όλα τα επίπεδα της κρατικής δομής. Η προσήλση κάποοιου στην εστία του ήταν θεμελιώδης: αισθήματα αλληλεγγύης έτρεφε για την οικογένειά του, τους συγγενείς του, τον τοπικό άρχοντα και ταμέλη της κοινότητάς του, και σε όλη τη διάρκεια της πρώιμης νεότερης περιόδου δεν υπάρχουν ενδείξεις διάβρωσης των συναισθημάτων αυτών. Οι τοπικοί δεσμοί είχαν το προβάδισμα έναντι αυτών προς ένα μακρινό «κράτος».
Η ύπαρξη μιας τοπικής κοινότητας δεν συνεπαγόταν την απουσία επαφής με την εξωτερική πραγματικότητα: οι περισσότερες κοινότητες ενσωματώθηκαν σε κάποια φάση σε κάποιο ευρύτερο μόρφωμα. Διαμεσολαβητικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έπαιξαν η ανώτερη και η κατώτερη αριστοκρατία, για τις οποίες τόσο η τοπική ύπαιθρος όσο και η πρωτεύουσα αποτελούσαν χώρους οικείους και συχνά μάλιστα λειτουργούσαν ως φορείς της κεντρικής εξουσίας στις επαρχίες, συμβάλλοντας στη συλλογή φόρων και τη στρατολόγηση των αγροτών.
Αλλά και μια σειρά από άλλες δραστηριότητες συνέβαλαν στη σύμπηξη εξωκοινοτικών δεσμών, όπως το διαπεριφερειακό εμπόριο αλλά και οι συνεχείς μετακινήσεις του πληθυσμού. Επιπλέον, είτε για αμυντικούς λόγους είτε για λόγους πολιτικής στρατηγικής, πολλές κοινότητες έκριναν απαραίτητη τη διακοινοτική συνεργασία.
Πηγή: Πρώιμη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Henry Kamen
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

