Ο Ιωάννης Τσιγάντες (1897-1943)

Ο Ιωάννης Τσιγάντες (1η Δεκεμβρίου 1897 – 14 Ιανουαρίου 1943) ήταν Έλληνας στρατιωτικός. Απότακτος αξιωματικός του φιλοβενιζελικού κινήματος του 1935, ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση κατά τη διάρκεια της Κατοχής στα πλαίσια της οργάνωσης Μίδας 614. Σκοτώθηκε από τις ιταλικές αρχές Κατοχής στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου του 1943.

Ο Ιωάννης Τσιγάντες
Ο Ιωάννης Τσιγάντες

Ο Βίος του Ιωάννη Τσιγάντε

Ο Ιωάννης Τσιγάντες γεννήθηκε στην Τούλτσεα της Ρουμανίας την 1η Δεκεμβρίου 1897 και ήταν αδελφός του, επίσης αξιωματικού, Χριστοδούλου Τσιγάντε. Πήρε μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία και πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της Ελληνικής Στρατιωτικής Οργάνωσης (ΕΣΟ).

Το 1935 συμμετείχε ως λοχαγός στο κίνημα του 1935. Τη νύχτα της 2ας προς 3ης Μαρτίου, διέφυγε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, όπου υπηρετούσε και κινήθηκε προς το Πέραμα, βέβαιος ότι το κίνημα είχε αποτύχει. Εκεί συνελήφθη, προφυλακίστηκε και καταδικάστηκε από Έκτακτο Στρατοδικείο σε «ισόβια δεσμά» για εσχάτη προδοσία, στις 31 Μαρτίου 1935, μαζί με τον αδελφό του αντισυνταγματάρχη Χ. Τσιγάντε, τον συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη και τον αντισυνταγματάρχη Στεφανάκο. Η ποινή αυτή είχε ως συνέπεια την στρατιωτική καθαίρεση των παραπάνω που έγινε δημόσια, στις 2 Απριλίου του 1935, στο χώρο των στρατώνων Πεζικού, στην περιοχή του Γουδή, (σήμερα Πάρκο της Ελευθερίας).

Με την παλινόρθωση της βασιλευομένης δημοκρατίας έλαβε αμνηστία, όμως δεν ανακλήθηκε στο στρατό όταν άρχισε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 με το βαθμό που είχε αλλά υποβιβάστηκε στην τάξη του οπλίτη όπως και ο αδερφός του. Μετά όμως το θάνατο του Ιωάννη Μεταξά η κυβέρνηση του Εμμ. Τσουδερού που είχε μετακινηθεί στην Κρήτη, με πρόταση του διαδόχου Παύλου τον επανέφερε στον βαθμό που κατείχε καθώς και όσοι συμμετείχαν στο κίνημα του 1935. Στη διάρκεια της Κατοχής διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου και προήχθη αναδρομικώς σε ταγματάρχη, εντασσόμενος σε κύκλο στελεχών συνεργαζόμενων με τις αγγλικές μυστικές υπηρεσίες (ΜΟ4), με σκοπό την οργάνωση αντίστασης από τα αστικά κόμματα, ως αντίβαρο του ΕΑΜ στην Ελλάδα.

Η αντιστασιακή δράση του Ιωάννη Τσιγάντε

Το καλοκαίρι του 1942 οι συμμαχικές δυνάμεις στη Βόρεια Αφρική  βρίσκονταν σε πολύ δυσχερή θέση μετά από την επίθεση του Ρόμελ. Τότε το Βρετανικό Γενικό Στρατηγείο στη Μέση Ανατολή διέταξε την ομάδα «Προμηθέας II», την οποία ήλεγχε η SOE στην Αθήνα, να προβεί σε γενικευμένες δολιοφθορές, που θα είχαν ως συνέπεια την καθυστέρηση ανεφοδιασμού των γερμανικών δυνάμεων στη Βόρεια Αφρική, και στον αποκλεισμό της διώρυγας της Κορίνθου. Ο αποκλεισμός της διώρυγας ήταν εγχείρημα υψίστης σημασίας που όμως δεν επετεύχθη. Τότε αποφασίστηκε η οργάνωση ανεξάρτητης αποστολής με τη συγκρότηση μιας εννιαμελούς οργάνωσης με επικεφαλής τον Ιωάννη Τσιγάντε, η οποία εκτός από τον αποκλεισμό της διώρυγας της Κορίνθου θα επιδίωκε τη συλλογή και τη διαβίβαση πληροφοριών, την ίδρυση ενός συμβουλίου που θα συντόνιζε τον αγώνα και τη συγκρότηση ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα.

Στα τέλη του Ιουλίου του 1942 η αποστολή έφτασε στην Ελλάδα με αγγλικό σκάφος το οποίο την αποβίβασε σε όρμο της Μάνης. Ο Τσιγάντες εμφανισθείς ως εκπρόσωπος των Άγγλων και μεταφέροντας 12.000 χρυσές λίρες, έδωσε προτεραιότητα στην ανάπτυξη της οργάνωσης Μίδας 614 και ξεκίνησε επαφές με όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους και με αντιστασιακές οργανώσεις προκειμένου να επιτευχθεί κάποια μορφή συνεργασίας. Αναφέρεται χαρακτηριστικά πως συνεργάτης του ήλθε σε επαφή με 37 άτομα ενώ ο ίδιος με όχι λιγότερα από 300 άτομα., μεταξύ των οποίων καθηγητές πανεπιστημίου και τον εκδότη Δημήτρη Λαμπράκη. Η προσπάθεια όμως αυτή δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα (επί της ουσίας κανένα απολύτως) καθώς από τη μία διάφορες οργανώσεις θεωρούσαν ότι η αποστολή του Τσιγάντε είχε γίνει γνωστή στις αρχές Κατοχής και υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθούν και από την άλλη προκαλούσε ο τρόπος που συνεργάτες του ξόδευαν τις λίρες που είχαν φέρει μαζί τους.

Παράλληλα όπως σημειώνει ο Γεώργιος Ζαλοκώστας σε έργο του για την περίοδο της Κατοχής, ο Τσιγάντες είχε κινήσει υποψίες σε πολλούς κύκλους γιατί μιλούσε περί ουδέτερου κινήματος, μη χρωματισμένου εναντίον του Βασιλέως Γεωργίου. Άλλωστε ο ίδιος είχε συμμετάσχει στο κίνημα του 1935 ενώ πάλι οι δημοκρατικοί δεν του συγχωρούσαν πως είχε τεθεί υπό τις εντολές της βασιλικής κυβερνήσεως του Καΐρου. Ακόμα και ο παλιός συνεργάτης του Στέφανος Σαράφης ήταν επιφυλακτικός μαζί του θεωρώντας τον μάλιστα αποστάτη και δεν πείστηκε να συνεργαστεί μαζί του παρά στα τέλη του 1942, λόγω της μεσολάβησης του κοινού φίλου τους και σύγαμπρου του Τσιγάντε Δημήτριου Ψαρρού. Αλλά και ο ίδιος, λόγω της τόλμης του, δεν ελάμβανε όλα τα μέτρα προστασίας. Αυτόν είχε παραλάβει ο Άγγελος Έβερτ τον οποίον και εφοδίασε με πλαστή ταυτότητα υπαστυνόμου. Σε αντάλλαγμα δε αυτού ο Τσιγάντες απέστειλε στο Κάιρο μία έκθεση – ύμνο υπέρ του Έβερτ την οποία αυτούσια συμπεριέλαβε σε βιβλίο του ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Στις 14 Ιανουαρίου του 1943 ιταλικό στρατιωτικό απόσπασμα περικύκλωσε το κρησφύγετο του, σε υπόγειο διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού Πατησίων στον αριθμό 86, στο κέντρο της Αθήνας (πλησίον της ΑΣΟΕΕ). Ο Τσιγάντες επιδεικνύοντας ταυτότητα αξιωματικού της Αστυνομίας Πόλεων, δεν κατάφερε να πείσει τους Ιταλούς. Τελικά, και αφού προηγουμένως έκαψε τα αρχεία του, συνεπλάκη μαζί τους και έχασε τη ζωή του αν και πρόλαβε να τραυματίσει τρεις καραμπινιέρους, εκ των οποίων ο ένας υπέκυψε στα τραύματά του.

Ενάμισι μήνα μετά, ακολούθησε αρκετά περίεργα η λεγόμενη εξάρθρωση των ασυρματιστών (ομάδα του Τσιγάντε), ενώ εκ των λιρών που κατείχε ανευρέθηκαν και παραδόθηκαν για φύλαξη από τον λοχία Δημήτριο Γυφτόπουλο στον Ευάγγελο Μανδρούλια («Αλεξανδρινό») μόνο 800.

Ιωάννης Τσιγάντες-Πατήσια

Μετά θάνατο προήχθη σε αντισυνταγματάρχη ως «πεσών επί του πεδίου της μάχης». Στο κτίριο όπου σκοτώθηκε ο Ιωάννης Τσιγάντες τοποθετήθηκε αναμνηστική πλάκα το 1984.

Υπήρχε ένας μυστηριώδης προδότης στην ιστορία του Τσιγάντε, ο οποίος τηλεφωνούσε κάθε φορά στις κατοχικές αρχές και υποδείκνυε τα κρησφύγετά του, όμως ο Τσιγάντες πάντοτε κατάφερνε να ξεφεύγει, εκτός της μοιραίας στιγμής στο διαμέρισμα της Πατησίων. Μάλιστα, το τελευταίο τηλεφώνημα, σύμφωνα με πηγές από την Ελληνική Αστυνομία, ανθρώπων που ήταν κοντά στους κατακτητές αλλά έδιναν πληροφορίες στους αντιστασιακούς, έγινε από άγνωστη γυναίκα, η οποία όμως μπορεί να ήταν βαλτή για να μη βρεθεί ποτέ ο πραγματικός προδότης. Αν και έγιναν διάφορες έρευνες μεταπολεμικώς, ακόμα και με παραγγελία της Βουλής των Ελλήνων, δε στάθηκε δυνατό μέχρι σήμερα να εξακριβωθεί ποιος πρόδωσε τον Τσιγάντε, έχοντας γίνει στην κυριολεξία η σκιά του.

https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Τσιγάντες

Please follow and like us:
error0

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων είναι ένα από μεγαλύτερα εγκλήματα της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 δυνάμεις της «Βέρμαχτ» σκότωσαν σχεδόν όλους τους άρρενες κατοίκους των Καλαβρύτων, σε αντίποινα για την εκτέλεση αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.

Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων
Το μνημείο για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Τα γεγονότα πριν το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Το τελευταίο ιδίως έτος της Κατοχής είχαν αυξηθεί δραματικά οι ακρότητες των κατακτητών, καθώς η κυριαρχία τους βρισκόταν υπό διαρκή αμφισβήτηση από την ελληνική αντίσταση και οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για να ελέγχουν τη χώρα. Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.

Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).

Ο Γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 Γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο Γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους Έλληνες αμάχους.

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα»

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.

Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.

Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.

Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.

Χωρίς δικαίωση το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος. Στις 18 Απριλίου του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου (1931-2006), επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/710

Please follow and like us:
error0

Η σφαγή του Κομμένου Άρτας (1943)

Η σφαγή του Κομμένου ήταν μια από τις μεγαλύτερες σφαγές αμάχων στην ιστορία της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, στις 16 Αυγούστου 1943, στο χωριό Κομμένο που βρίσκεται στον νομό Άρτας και είναι χτισμένο κοντά στις όχθες του ποταμού Άραχθου.

Το Κομμένο Άρτας βρίσκεται στην αριστερή όχθη του ποταμού Άραχθου, κοντά στον Αμβρακικό κόλπο. Αποτελεί (από το 2010), ιστορική έδρα του Δήμου Νικολάου Σκουφά. Οι κάτοικοί του ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, είχε 626 κατοίκους. Κατά την απογραφή του 1940, ο πληθυσμός του ήταν 776 άτομα.

Μνημείο με τα ονόματα των σφαγιασθέντων στο Κομμένο Άρτας
Μνημείο στο Κομμένο Άρτας

Τα γεγονότα πριν τη σφαγή

Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Στέφανο Παππά, μετέπειτα Γυμνασιάρχη και μάρτυρα κατηγορίας στη Δίκη της Νυρεμβέργης, ένα γερμανικό τζιπ με δύο στρατιώτες του τάγματος Φιλιππιάδας διενεργούσε περιπολία στα χωριά του Αμβρακικού κόλπου. Ξαφνικά εμφανίστηκε στην πλατεία του χωριού. Ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο και το τζίπ ανατράπηκε από λακκούβα στο χωματόδρομο. Άλλοι δύο Γερμανοί επέβαιναν στο όχημα. Πριν κατακαθίσει η σκόνη που σήκωσε το όχημα οι κάτοικοι του χωριού και οι αντάρτες διαλύθηκαν. Ορισμένες θαρραλέες γυναίκες πρόλαβαν και έκρυψαν τα όπλα στα χόρτα πίσω από την ταβέρνα. Ένας Ελασίτης χειριστής του οπλοπολυβόλου επιχείρησε να σκοτώσει τους τρεις Γερμανούς που επέβαιναν στο ανοιχτό “Φόλκσβαγκεν”. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Το τζιπ με την βοήθεια των χωρικών επαναφέρθηκε στην κανονική θέση και οι στρατιώτες ελαφρά τραυματισμένοι επέστρεψαν στη Φιλιππιάδα όπου έδωσαν αναφορά. Ο επικεφαλής ταγματάρχης Φάλνερ (Falner) της μονάδας Φιλιππιάδας Πρέβεζας επικοινώνησε με το Στρατηγείο στα Ιωάννινα (στρατηγός Χούμπερτ Λαντς (Hubert Lanz)) και έλαβε την εντολή «να εξαφανίσει το χωριό από το χάρτη» σύμφωνα με εντολές του Αδόλφου Χίτλερ.

Στο γερμανικό όχημα, επέβαιναν ο συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, ένας υπασπιστής του και ο οδηγός, υποδεκανέας Άντον Μπάντερ.

Ο Ζάλμινγκερ είχε τραυματιστεί συνολικά 14 φορές σε διάφορες μάχες! “Αυτό που τον χαρακτήριζε δεν ήταν μόνο θάρρος και ηγετικές ικανότητες αλλά και υπέρμετρη φιλοδοξία για άνοδο και περισσότερες διακρίσεις” (Έριχ Σίντλερ, συμπολεμιστής του Ζάλμινγκερ, συνέντευξη, 1998).

O συγγραφέας Χέρμαν Φρανκ Μάγερ (γιος Γερμανού αξιωματικού πού εκτελέστηκε από Έλληνες αντάρτες), αναφέρει ότι στο βιβλίο του αυτόπτη μάρτυρα Στέφανου Παππά έχει κάποιες ανακρίβειες καθώς «ο Hubert Lanz δεν είναι ο εντολέας της «ισοπέδωσης» του Κομμένου, διότι αφίχθη στην Ήπειρο στις 9 Σεπτεμβρίου 1943 ενώ η σφαγή έγινε στις 16 Αυγούστου 1943».

Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, στις 12 Αυγούστου 1943 μια μικρή ομάδα ανταρτών μπήκε στο χωριό Κομμένο με σκοπό τη συγκέντρωση τροφίμων. Στη διάρκεια της παραμονής τους, μια αναγνωριστική ομάδα από δύο Γερμανούς μοτοσυκλετιστές μπήκε τυχαία στο χωριό και μόλις είδαν τους αντάρτες έφυγαν χωρίς να εμπλακούν μαζί τους. Οι κάτοικοι που αντιλήφθηκαν το γεγονός το ίδιο βράδυ διανυκτέρευσαν στην ύπαιθρο φοβούμενοι αντίποινα. Αντιπροσωπεία των κατοίκων την άλλη μέρα πήγε στον Ιταλό διοικητή της Άρτας με σκοπό να εξηγήσουν τα γεγονότα και να ζητήσουν την κατανόηση του για το συμβάν. Εκείνος τους καθησύχασε και τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος. Διαφορετική όμως ήταν η άποψη της Γερμανικής διοίκησης της 1ης Ορεινής Μεραρχίας που έδρευε στα Γιάννενα. Καθώς οι προσπάθειες των κατακτητών να πλήξουν το αντάρτικο είχαν ισχνά αποτελέσματα, οι Γερμανοί αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν παραδειγματική επιχείρηση αντιποίνων.

Αρκετοί κάτοικοι του Κομμένου, προβλέποντας ότι αυτό το γεγονός θα είχε οδυνηρές επιπτώσεις, εγκατέλειψαν το χωριό και κρύφτηκαν στη βαλτώδη περιοχή του Άραχθου. Παράλληλα, μια αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον πρόεδρο του χωριού Λάμπρο Ζορμπά, τον ιερέα Λάμπρο Σταμάτη και τον καθηγητή Στέφανο Παππά, πήγαν στην Άρτα για να εξηγήσουν στο ιταλικό αρχηγείο το συμβάν με τους Γερμανούς και το οπλοπολυβόλο. Ανέφεραν ότι οι αντάρτες όχι απλά δεν είχαν προσκληθεί από αυτούς αλλά ότι το χωριό υπέφερε από τις απαιτήσεις τους.

Κανείς απ’ όσους μετείχαν στη συνάντηση με τους προεστούς του Κομμένου δεν καταγόταν απ’ το χωριό, όλοι ήταν “ξένοι” και ανήκαν είτε στον ΕΛΑΣ είτε στον ΕΔΕΣ. Συνεπώς, δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να τιμωρηθούν οι κάτοικοι του Κομμένου εξαιτίας της συμπεριφοράς των ανταρτών.

Στις 13 Αυγούστου 1943, η αντιπροσωπεία επέστρεψε στο Κομμένο, φέρνοντας ευχάριστα νέα. Η ιταλική διοίκηση τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κανένας φόβος για πιθανή αντεκδίκηση ή σκληρά αντίποινα και ότι δεν ευθυνόταν κάποιος απ’ το χωριό για την παρουσία των ανταρτών και του οπλοπολυβόλου στο Κομμένο. Δυστυχώς όμως για τους κατοίκους του μαρτυρικού Κομμένου, οι Γερμανοί είχαν τελείως διαφορετική άποψη απ’ τους συμμάχους τους (ως τότε…) Ιταλούς.

Το 98ο Σύνταγμα, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, αποτελούνταν από τρία τάγματα. Το τρίτο βρισκόταν υπό τις διαταγές του 30χρονου ταγματάρχη Ράινχολντ Κλέμπε. Ο 12ος λόχος αποτελούνταν από 120 άνδρες και διοικητής του ήταν ο 29χρονος υπολοχαγός Βίλι Ρέζερ.

Οι άνδρες του Συντάγματος ήταν στην πλειοψηφία τους μπαρουτοκαπνισμένοι, είχαν πολεμήσει στη Ρωσία και προέρχονταν από το Μαυροβούνιο όπου είχαν σκοτώσει “περίπου 10.000 κομμουνιστές ή λήσταρχους” (κατά τη ναζιστική ορολογία).

Είχαν στρατοπεδεύσει στις όχθες του Λούρου, στην περιοχή μεταξύ Ιωαννίνων και Άρτας. Πήραν μέρος σε διάφορες “εκκαθαριστικές επιχειρήσεις” (δολοφονίες και σφαγές αμάχων στην πλειοψηφία τους δηλαδή), στη μαρτυρική και αδούλωτη Ήπειρο, από τις αρχές Ιουλίου ως τα μέσα Αυγούστου. Όμως τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων αυτών δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικά για τους αδίστακτους ναζί…

Η αναφορά της 12ης Αυγούστου, για την περιπέτεια του Ζάλμινγκερ στο Κομμένο, ήταν καταδικαστική για το χωριό (αν και έβριθε ανακριβειών…).

Όμως, στις 14 Αυγούστου 1943, η ηγεσία της μεραρχίας αποφάσισε και: “η ομάδα Ζάλμινγκερ έλαβε διαταγή να προετοιμάσει αιφνιδιαστική επιχείρηση κατά της διαπιστωμένης συμμορίας στο Κομμένο”.

Ο, τότε δεκανέας, Άλμπερτ Τσάντερ, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη σφαγή, μιλώντας στον H.F. Mayer τη δεκαετία του 1990 είπε: “Ολόκληρος ο λόχος (12/98) μας, έπρεπε πρώτα να συγκεντρωθεί στο στρατόπεδο και μετά ο διοικητής του λόχου, Βίλι Ρέζερ, μας εξήγησε τους λόγους για την επιχείρηση εκδίκησης της επόμενης ημέρας. Μέσα στο χωριό δέχτηκε ο διοικητής του συντάγματός μας εχθρικά πυρά και γι’ αυτό έπρεπε να τιμωρηθεί το χωριό. Ο Ζάλμινγκερ το είπε (κατάπτυστο ψέμα όπως προκύπτει απ’ όσα αναφέραμε…). Το χωριό στο οποίο θα γινόταν η επιχείρηση βρισκόταν στα χέρια των ανταρτών. Ναι, και μετά μας είπαν ότι έπρεπε να καταστρέψουμε τα πάντα, επειδή οι Εγγλέζοι είχαν μόλις βομβαρδίσει την Κολωνία και αναρίθμητα γυναικόπαιδα είχαν βρει τον θάνατο κατά τον βομβαρδισμό” (χωρίς σχόλια…).

Ο Σίγκμουντ Κραν, που ανήκε τότε στο προσωπικό κουζίνας, ανέφερε: “Το πρωί έπρεπε να δώσω καφέ στους στρατιώτες που ήταν έτοιμοι για την πορεία. Τότε, είχε ακουστεί ότι έψαχναν εθελοντές για κάποια ειδική αποστολή. Παρουσιάστηκαν όμως εθελοντικά μόνο 12 με 15 άτομα κι έτσι ακυρώθηκε η πρώτη διαταγή και ύστερα από απόφαση του διοικητή του λόχου έπρεπε να προετοιμαστεί ολόκληρος ο 12ος λόχος του 98ου συντάγματος για την επικείμενη πορεία”.
Προφανώς, οι ελάχιστοι εθελοντές που παρουσιάστηκαν έκαναν τους Ζάλμινγκερ και Κλέμπε να δώσουν εντολή στον Ρέζερ να συμμετέχει με όλο του τον λόχο στην “επιχείρηση εκδίκησης”.

Η σφαγή

Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Στέφανο Παππά, η μηχανοκίνητη μονάδα ναζιστικών στρατευμάτων από τη Φιλιππιάδα, με την εντολή της Διοίκησης Ιωαννίνων, εισέβαλε στο χωριό Κομμένο της Άρτας τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943, με το πρόσχημα των αντιποίνων για την ύπαρξη ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περιοχή. Το χωριό κοιμόταν ήσυχο μετά από γαμήλια γιορτή πού είχε γίνει την προηγούμενη ημέρα. Στο χωριό υπήρχαν και ορισμένοι φιλοξενούμενοι από την Πρέβεζα. Την εποχή εκείνη πρακτικά το Κομμένο ανήκε στο Νομό Πρέβεζας με θαλάσσια επικοινωνία. Τα ναζιστικά στρατεύματα προέβησαν σε μια άνευ προηγουμένου σφαγή του άμαχου πληθυσμού. Έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Λίγοι ξέφυγαν με βάρκες στον Αμβρακικό Κόλπο. Στο τέλος της σφαγής οι ναζί στρατιώτες κάθισαν στην πλατεία του χωριού όπου έφαγαν και ήπιαν μπύρες αφήνοντας εκεί άδειες κονσέρβες, δίπλα σε 7 πτώματα. Συνολικά οι νεκροί της σφαγής ήταν 317 άτομα. Διασώθηκαν 440 άτομα. Η σφαγή του Κομμένου Άρτας είναι ισοδύναμη με αυτή των Καλαβρύτων και του Διστόμου. Ο αείμνηστος Στέφανος Παππάς, μετέπειτα γυμνασιάρχης, από το Κομμένο, νεαρός τότε επέζησε της σφαγής και έγραψε βιβλίο με πλήρη περιγραφή των γεγονότων. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του είναι το εξής: «Οι πρώτοι προστρέξαντες μετά την ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης και Ευστάθιος Κολιοκώτσης, ευρήκαν τις δύο ξαδέρφες των Αθηνά και Θεοδοσία νεκρές από σφαίρες πιστολιού και φανερότατα τα ίχνη του βιασμού. Άλλα παραδείγματα μακαβρίου εγκληματικότητας είναι τα δύο μωρά του μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ηλικίας 7 μηνών, που ευρέθηκαν νεκρά από ασφυξία, γιατί οι κακούργοι εγέμισαν τα στόματά των με βαμβάκι βρεγμένο με βενζίνη και κατόπιν το άναψαν για να απολαύσουν ένα σαδιστικό πυροτέχνημα. Ευρέθη επίσης ο δεύτερος παππάς του χωριού Ζώης Παππάς σκοτωμένος με μαχαίρι και με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς. Ως επισφράγισμα της θηριωδίας των ανωτέρω αναφέρω ένα πρωτάκουστο κακούργημα. Η ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή με την κοιλιά ξεσχισμένη και το έμβρυο νεκρό δίπλα της, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης…».

Σύμφωνα με μια δεύτερη παραλλαγή των γεγονότων, το έργο της σφαγής ανατέθηκε στο 98ο Σύνταγμα του συνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ. Το ξημέρωμα της 16ης Αυγούστου 100 άνδρες του 12ου λόχου με επικεφαλής των υπολοχαγό Ρέζερ οπλισμένοι με όλμους, πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα όπλα περικύκλωσαν το χωριό. Η τελευταία εντολή που πήραν από τον Ρέζερ, σύμφωνα με μαρτυρία ενός από τους στρατιώτες, ήταν να μην αφήσουν τίποτα όρθιο. Οι άντρες της Βέρμαχτ εκτέλεσαν κατά γράμμα την εντολή. Οι στρατιώτες σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Έμπαιναν στα σπίτια των αιφνιδιασμένων χωρικών και ξεκλήριζαν ολόκληρες οικογένειες. Χαρακτηριστικό είναι ότι 20 οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέχρις ενός. Επί 9 ώρες οι Γερμανοί σκότωναν, βίαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν ότι υπήρχε στο διάβα τους. Όταν αποχώρησαν είχαν αφήσει πίσω τους 317 νεκρούς μεταξύ των οποίων 97 νήπια και παιδιά μέχρι 15 χρονών και 119 γυναίκες. H σφαγή έγινε μια μέρα μετά το πανηγύρι του χωριού για τη γιορτή της κοιμήσεως της παρθένου Μαρίας.

Μετά τη σφαγή

Ο επικεφαλής των δολοφόνων ταγματάρχης Φάλνερ εκτελέστηκε αργότερα στη Σερβία από παρτιζάνους αντάρτες του στρατάρχη Τίτο. Για τον υπολοχαγό Κόβιακ δεν υπάρχουν πληροφορίες.

Ο επικεφαλής Μέραρχος των Ναζί στα Ιωάννινα Χούμπερτ Λαντς παραπέμφθηκε και δικάσθηκε στη συνακόλουθη της Δίκης της Νυρεμβέργης γνωστής ως “Δίκη των ομήρων” (Hostages Trial) ή Δίκη του Λιστ ως εγκληματίας πολέμου, το 1947, και καταδικάστηκε σε 12 έτη κάθειρξης. Ωστόσο αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Ο Λαντς κατά τη δεκαετία του 1970 έλαβε μέρος σε τηλεοπτική συζήτηση με τον γνωστό από τη δράση του στην κατεχόμενη Ελλάδα Βρετανό στρατιωτικό Κρις Γουντχάους στην τηλεόραση της Κολωνίας (Köln) σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης. Πολιτική αγωγή και μάρτυρας κατηγορίας στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης ήταν ο Στέφανος Παππάς, με δικηγόρο τον καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωάννη Σιόντη, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Κράτους.

Ο συνταγματάρχης Ζάλμινγκερ που με τη ψεύτικη αναφορά του έγινε αφορμή για τη σφαγή του Κομμένου, σκοτώθηκε μια μέρα πριν φύγει από την Ελλάδα, στην περιοχή του Λούρου όταν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε έπεσε σε κορμό που είχαν στήσει στον δρόμο οι αντάρτες του ΕΔΕΣ. “Το κεφάλι του δεν είχε αποκοπεί εντελώς, αλλά κρεμόταν ακόμη στο σώμα από ένα μόνο κομμάτι κρέας στο πίσω μέρος του λαιμού”.

Ο υπολοχαγός Λούντβιχ Βίλιμπαλντ Ρέζερ σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια αεροπορικού βομβαρδισμού στο Φράιμπουργκ στις 27 Νοεμβρίου 1944.

Ο ταγματάρχης Κλέμπε, από το 1946 ως το 1950, σπούδασε στο Μόναχο κτηνιατρική και έγινε διδάκτορας. Μετά το 1950, συμμετείχε στην ανασύσταση του γερμανικού στρατού, οργανώνοντας το 114ο τάγμα ορεινών καταδρομών στο Μίτενβαλντ. Το 1969, πήγε στην Αργεντινή, καθώς συνταξιοδοτήθηκε, ενώ το 1973-1974, πήγε στην Κίνα και την Ταϊβάν για να εκπαιδεύσει Κινέζους στρατιώτες στην τακτική των ορεινών καταδρομών. Πέθανε το 1992 σε ηλικία 79 ετών.

Η “δίκη” για τη σφαγή του Κομμένου

Στις 3 Δεκεμβρίου 1945, κατέθεσε σχετικά με την υπόθεση Κομμένο ο Ευστάθιος Νησιώτης καταγγέλλοντας ως υπεύθυνο τον στρατηγό φον Στέτνερ, διοικητή της μεραρχίας Εντελβάις, στην οποία ανήκε ο λόχος 12/98. Στις 12 Δεκεμβρίου 1945 και στις 9 Μαρτίου 1946, κατέθεσε ο καθηγητής Στέφανος Παππάς για τη σφαγή.

Το 1965 το ελληνικό ΥΠΕΞ παρέδωσε τις καταθέσεις των Παππά-Νησιώτη στην πρεσβεία της, τότε, Δυτικής Γερμανίας στην Αθήνα. Το 1968, ξεκίνησε μια “δίκη-παρωδία” υπό τη διεύθυνση του πρωτοδικείου Ι του Μονάχου.

Από τους μάρτυρες που κατέθεσαν, προέκυψε ότι “ο χαρακτηρισμός σφαγή δεν είναι επ’ ουδενί λόγω υπερβολή”.
Ο μοναδικός επιζώ από τους τρεις βασικούς υπεύθυνους της σφαγής, ο Κλέμπε, κατέθεσε το 1968.
Το πόρισμα της εισαγγελικής έρευνας: “Οι έρευνες έκαναν φανερό ότι ο κατηγορούμενος δρ Κλέμπε μπήκε στο χωριό μόνο μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης”. Μάλιστα, ο εισαγγελέας επαίνεσε (!) τον Κλέμπε, γιατί επέπληξε έντονα τον διοικητή του λόχου (τον νεκρό Βίλι Ρέζερ), μετά από όσα είδε! Έτσι… “με βάση τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να διακοπούν οι έρευνες κατά του κατηγορούμενου δρ Κλέμπε ελλείψει αποδείξεων”.
Ο Άλμπερτ Τσάντερ, ο δεινός πυροβολητής που θέρισε τουλάχιστο 19 άτομα στο Κομμένο, ανάμεσά τους και τους νεόνυμφους Θεοχάρη και Αλεξάνδρα, θεωρήθηκε “ότι εξαναγκάστηκε με τη βία να πράξει κατά τον τρόπο αυτό”.

Σήμερα

Ήδη από τη δεκαετία του ’60 Γερμανοί ιδιώτες έμαθαν για τη σφαγή του Κομμένου και επισκέφθηκαν το χωριό. Μάλιστα μια ευκατάστατη Γερμανίδα χρηματοδότησε την ανέγερση νέου Δημοτικού Σχολείου. Από τη δεκαετία του 1980 άρχισε να ασχολείται με τις θηριωδίες των Ναζί ο Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, ο οποίος και για το σχετικό βιβλίο του τιμήθηκε από την Κοινότητα Κομμένου.

Το έτος 2003, Γερμανοί ακτιβιστές παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων άπλωσαν πανό μέσα στο Μουσείο Περγάμου που βρίσκεται στο τέως Ανατολικό Βερολίνο με το σύνθημα «Καλάβρυτα- Δίστομο – Κομμένο. Να αναγνωρισθεί η σφαγή και να δοθούν αποζημιώσεις», στα Γερμανικά και Ελληνικά. Τελικά στις 30 Απριλίου 2004 ανακοινώθηκε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης ότι ο εισαγγελέας του Μονάχου άνοιξε το φάκελο της σφαγής του Κομμένου, και ο Πρόεδρος του Κομμένου Γεώργιος Παππάς δήλωσε ότι επιτέλους ανοίγει ο δρόμος για περαιτέρω διεκδικήσεις. Κάθε χρόνο στις 15-16 Αυγούστου γίνεται στο Κομμένο μνημόσυνο και τελετές σε ανάμνηση αυτής της θηριωδίας που δεν τιμά τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό.

Ο καθηγητής Αθανάσιος Γκότοβος στο βιβλίο του “Τσαμουριά”:

“Χαρακτηριστικές για τον συνδυασμό φίλτρου, λιτότητας και ψεύδους είναι οι επίσημες αναφορές των γερμανικών υπηρεσιών της εποχής για δύο από τα χειρότερα εγκλήματα πολέμου στην κατεχόμενη Ελλάδα, τη σφαγή στο Κομμένο και τη σφαγή στο Δίστομο. Και για τις δύο περιπτώσεις οι περιγραφές δεν ξεπερνούν τις δέκα γραμμές, εμφανίζουν τη σφαγή ως μάχη που έγινε μετά από επίθεση ένοπλων ανταρτών εναντίων των γερμανικών στρατευμάτων και παρουσιάζουν τους νεκρούς ως πεσόντες στη μάχη αντάρτες μαχητές”.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σφαγή_του_Κομμένου

Πηγή: https://www.protothema.gr/stories/article/708391/16-augoustou-1943-i-sfagi-tou-kommenou-tis-artas/

Please follow and like us:
error0